Θέμα: Αναφορά στον Κλαούζεβιτς
Συντάκτης: Φώτιος Μεταλληνός, Αντιστράτηγος ε.α.
Ημερομηνία καταχώρησης: 2 Μαίου 2008
Ιστορικά στοιχεία: Κλάουζεβιτς Κάρολος Φον (Carl Von Clausewitz): 1780-1831. Πρώσος στρατηγός και επιφανής στρατιωτικός συγγραφέας, θεμελιωτής της θεωρίας της πολεμικής τέχνης. Το συγγραφικό έργο του συνίσταται στην κοινωνική, πολιτική, στρατιωτική και φιλοσοφική ανάλυση του φαινομένου του πολέμου και επηρέασε άμεσα τη στρατιωτική και πολιτική σκέψη πάνω στους σκοπούς και τις αρχές διεξαγωγής του πολέμου, από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Η σταδιοδρομία του Κλάουζεβιτς υπήρξε συνδυασμός στρατιωτικής εκπαίδευσης, πολεμικής εμπειρίας, επιτελικής μόρφωσης και γενικότερης επιστημονικής κατάρτισης. Συμμετείχε στους πολέμους κατά της Γαλλίας από την εκστρατεία του Ρήνου (1793-94) μέχρι το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων (1815). Το χρονικό διάστημα 1801-3 φοίτησε στη Στρατιωτική Ακαδημία Βερολίνου, όπου μελέτησε παράλληλα πολιτική, οικονομία και φιλοσοφία. Οι επιτελικές του ικανότητες εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από το διοικητή της Ακαδημίας στρατηγό Σάρνχορστ (Gerard Von Scharnhorst), ο οποίος τον πρότεινε υπασπιστή του πρίγκιπα Αυγούστου της Πρωσίας. Το 1809, σαν υπουργός στρατιωτικών, ο Σάρνχορστ τον διόρισε υπεύθυνο της αναδιοργάνωσης του Πρωσικού στρατού. Το 1812 ο Κλαούζεβιτς, προκειμένου να αποφύγει την ταπεινωτική συστράτευση με πρωσικό στράτευμα στο πλευρό του Ναπολέοντα κατά της Ρωσίας, κατατάχθηκε στο Ρωσικό στρατό για να συμβάλει στην ήττα του Ναπολέοντα. Επανήλθε στον Πρωσικό στρατό το 1814 με το βαθμό του Συνταγματάρχη και έλαβε μέρος στη μάχη του Βατερλώ (1815) σαν ανώτερος επιτελής. Στο διάστημα 1818-30 διετέλεσε διοικητής της Στρατιωτικής Ακαδημίας, προαχθείς σε στρατηγό και το 1830 σε γενικό επιθεωρητή πυροβολικού. Απέθανε αιφνιδίως το 1831.
Τα περί πολεμικής τέχνης συγγράμματα του Κλαούζεβιτς εξεδόθησαν μετά θάνατον από τη σύζυγό του Μαρί Φον Κλαούζεβιτς (Marie Von Clausewitz.). To έργο που κατέστησε τον Κλαούζεβιτς κλασσικό είναι η «Περί Πολέμου: Vom Kriege» πραγματεία του, που εξακολουθεί να ευρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής και στρατιωτικής επισκόπησης. Το έργο του χαρακτηρίζεται από φιλοσοφική εμβρίθεια, πολιτική ωριμότητα και επιστημονική μεθοδικότητα. Δια της αφαιρετικής μεθόδου και επιστημονικής σύνθεσης θεωρίας και εμπειρίας, αναλύει τη φύση και το χαρακτήρα του πολέμου και κωδικοποιεί τη θεωρία και τις βασικές αρχές διεξαγωγής του. Το όλο έργο αποτελείται από οκτώ «βιβλία» χωριζόμενα σε κεφάλαια, εκ τω οποίων μόνο το πρώτο έχει υποστεί την τελική του επεξεργασία.
Ορισμός και φύση του πολέμου. Ο πόλεμος κατά τον Κ. «δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μία συνέχιση των πολιτικών πράξεων αναμεμειγμένων με διαφορετικά μέσα».
Ο πόλεμoς στη φύση του είναι μια πράξη βίας, που αποβλέπει στην επιβολή της θελήσεως μας επί του αντιπάλου. Ως εκ της φύσεώς του ο πόλεμος, -πράξη βίας- δεν επιδέχεται κανόνες, πολύ περισσότερο συναισθηματισμούς. Ο συνδυασμός της βίας με τον κανόνα αποτελεί, κατά τον Κλάουζεβιτς, ένα «λογικό» παραλογισμό.Ο αμερικανός στρατηγιστής Bernard Brodie, στο σχολιασμό του Κ., παρατηρεί εντούτοις, ότι τα πολιτισμένα έθνη θέτουν περιορισμούς στον πόλεμο, (για να αναφέρουμε λ.χ. την προστασία της ζωής των αιχμαλώτων και την περίθαλψη των τραυματιών του εχθρού). Επισημαίνει όμως, ότι στη θέσπιση αυτών των κανόνων υπεισέρχονται οι κοινωνικές δυνάμεις και η γενική αποστροφή της βαρβαρότητας του πολέμου, οι οποίες δυνάμεις δεν αποτελούν μέρος του πολέμου. Οι όποιοι κανόνες στηρίζονται κύρια στη βάση της αμοιβαιότητας, όμως η τήρηση των κανόνων αυτών επαφίεται πρακτικά στην καλή προαίρεση εκάστου των αντιπάλων. Θα παρατηρήσουμε στο σημείον αυτό, ότι, εν απουσία της προϋπόθεσης της αμοιβαιότητας, όπως στην περίπτωση της τρομοκρατικής ενέργειας, όπου ο εχθρός είναι «άυλος», ο πόλεμος διεξάγεται χωρίς κανόνες, βασικά από την «προνομιούχο» τρομοκρατική πλευρά, η οποία, πρακτικά, τον εξωθεί στην απόλυτη μορφή του. Αντίθετα με την τρομοκρατική πλευρά, η οποία αποβλέπει στα πυρηνικά σαν όπλο προτεραιότητας, η πολιτική υπευθυνότητα των δύο Μεγάλων Δυνάμεων της ψυχροπολεμικής περιόδου δεν επέτρεψε τη μεταφορά της σύγκρουσης από το συμβατικό πεδίο στο -αμοιβαία καταστροφικό- πυρηνικό πεδίο πολέμου.
Ο πόλεμος κατά τον Κ. δεν είναι αυθύπαρκτος, αλλά αποτελεί μέρος της πολιτικής ενέργειας, σα συνέχεια αυτής και σε συνδυασμό με άλλα μέσα (κύρια στρατιωτικά και ψυχολογικά). Έχει τις ρίζες του στους πολιτικούς σκοπούς της χώρας, αποφασίζεται από την πολιτική ηγεσία προς επίτευξη των τεθέντων σκοπών και διεξάγεται κάτω υπό τον πολιτικό έλεγχο και ευθύνη της. Ο στρατός είναι όργανο της πολιτικής και η στρατιωτική δράση ένα μέσο προώθησης των πολιτικών σκοπών. Κατά τον Κ. «ο πόλεμος έχει δική του γραμματική, όχι όμως και δική του λογική1».
Ιδεατή μορφή του πολέμου. Ο Κλαούζεβιτς αντιμετωπίζει τη φύση του πολέμου στην «ιδεατή» του μορφή, ή στην απόλυτη μορφή του, στην «καθαρή σύλληψη του πολέμου», κατά την ιδίαν του έκφραση, άλλως στο πράγμα καθ’ αυτό, απομονωμένο από κάθε εξωτερικό παράγοντα. Όπου από τη φύση του ο πόλεμος, σαν έκφραση εκατέρωθεν μιας απεριόριστης και εκτός κανόνα βίας, ωθείται αφ’ εαυτού στα άκρα του απολύτου πολέμου, με την έννοια του απόλυτα εξοντωτικού πολέμου• -μια έννοια που βρίσκει την τέλεια έκφραση της σε ένα υποθετικό και αμοιβαίο πυρηνικό πόλεμο, αφ’ ής εξαντληθούν εκατέρωθεν όλα τα συμβατά μέσα επιβολής. Πρόκειται εδώ για την αφηρημένη και ιδεατή έννοια του πολέμου, ο οποίος άγεται στα έσχατα των συγκρούσεων, κινούμενος αφ’ εαυτού και με δικούς του νόμους. Άποψη, εξ’ αιτίας της οποίας πολλοί επικριτές, μεταξύ των οποίων και ο Liddell Hart βιάστηκαν να του προσάψουν τον άστοχο χαρακτηρισμό του «αιμοδιψή». Όμως αυτά, όπως εξηγεί ο Κλαούζεβιτς συμβαίνουν στον ιδεατό κόσμο. (Βιβλίο 1°/ κεφ.6°). Όπως όλα τα πράγματα, έτσι και ο πόλεμος στην πραγματικότητα παίρνει διαφορετική μορφή, δεδομένου μάλιστα ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί αυθύπαρκτο γεγονός, ούτε κινείται ανερμάτιστα στη βάση των ιδίων αυτού κανόνων. Πρακτικά ο Κ. οριστικοποιεί προοδευτικά τις απόψεις του, μεταβαίνων από τον «απόλυτο πόλεμo» στην άποψη του «πραγματικού πολέμου» των περιορισμένων σκοπών. Ο καθηγητής της διεθνούς πολιτικής και στρατηγικής Κόλιν Γκρέυ (Colin S. Gray) επισημαίνει επίσης ότι, μετά το 1827 ο Κ. αναιρεί τις απόψεις του περί απολύτου πολέμου προς την άποψη του «πραγματικού πολέμου», - το είδος που κυριάρχησε στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, παρά την εκατέρωθεν κατοχή των πυρηνικών.
Ο ιστορικός φιλόσοφος Ρεϋμόν Αρόν (Raymond Aron), ο πλέον αυθεντικός ερμηνευτής της θεωρίας του Κλαούζεβιτς, θα διεισδύσει βαθιά στην Κλαουζεβίτσεια σκέψη και με διακρίνουσα ιστορική ευθύνη θα αναδείξει την ολοκληρωμένη μορφή ενός «σύγχρονου» Κλάουζεβιτς στην πυρηνική εποχή του 1970, όπου: «Όλη η στρατιωτική τέχνη μετατρέπεται εις απλήν σύνεσιν, της οποίας κύριον αντικείμενον θα είναι, να εμποδίσει την ασταθή ισορροπίαν, να κλίνει αποτόμως εις βάρος μας και ο ημι-πόλεμος να μεταβληθεί εις πλήρη πόλεμον». (VIII, 6°).
Ναπολεόντιοι πόλεμοι. Οι μελέτες του Κλάουζεβιτς ανάγονται στις εμπειρίες των Ναπολεόντειων πολέμων, οι οποίοι αποτελούν το ιστορικό ορόσημο μετάβασης από τις ελάσσονες και «αναίμακτες» συγκρούσεις των ηγεμονικών στρατευμάτων στη γενικευμένη μορφή των εθνικών πολέμων. Οι πόλεμοι κατέστησαν υπόθεση ολοκλήρου του έθνους, τροφοδοτούνται από αυτό και υποστηρίζονται από το σύνολο του εθνικού δυναμικού, χάρη του εθνικού συμφέροντος. Με αυτές τις προϋποθέσεις και απαλλαγμένοι από τους περιοριστικούς φραγμούς του ανθρώπινου δυναμικού οι πόλεμοι καθίστανται πολυαίμακτοι και ωθούνται στα ακρότατα όρια βίας, τείνοντες προς την «απόλυτη μορφή» των.
Τρόπος επιβολής και βασική αρχή του πολέμου είναι ο αφοπλισμός, ήτοι η συντριβή των δυνάμεων του εχθρού, με την έννοια κυρίως της θέλησής του προς πόλεμο και όχι της φυσικής του εξόντωσης. Η συντριβή επιτυγχάνεται με την «κυρίως μάχη», ήτοι την αποφασιστική μάχη.
Με την πρόοδο της διαλεκτικής εξέλιξης των περί πολέμου ιδεών του και ειδικότερα με τα διδάγματα της Ναπολεόντειας εκστρατείας κατά της Ρωσίας του 1812 ο Κλάουζεβιτς καταλήγει στην τελική άποψη, ότι η κυρίως μάχη σπανίως κρίνει την έκβαση των πολέμων και ότι η συντριβή του εχθρού «δεν είναι υπέρτατος νόμος».
Η αμυντική μάχη. Ο Κ. εξαίρει ιδιαίτερα τα προτερήματα της αμυντικής μάχης ως «θεωρητικώς ισχυρότερης μορφής πολέμου της επιθέσεως», χάρη στα πολλαπλά ωφελήματα του αμυνόμενου, που τελικά μπορεί να στρέψει υπέρ αυτού την έκβαση της μάχης, με μια «ταχεία και ρωμαλέα» επιθετική αναστροφή - «το λαμπρότερο σημείο της αμύνης». (Βιβλ.VII, κεφ.2°) Η άμυνα δεν πρέπει να είναι παθητική, αλλά ενεργητική (επιθετική).
Σημαντική έννοια του Κ. είναι αυτή του «υψίστου σημείου», όπου ο επιτιθέμενος έχει εξαντλήσει ολοκληρωτικά τις δυνατότητες επιθέσεως, και όπου, στο σημείο αυτό, η επιθετική ενέργεια του αμυνόμενου μπορεί να αναστρέψει την πλάστιγγα της μάχης.(Βιβλ.VII, Κεφ. 5ο). Ο χρονικός καθορισμός αυτού του υψίστου σημείου έγκειται στην ευφυΐα και εμπειρία του αρχιστρατήγου•. - μια έννοια, που οι Γάλλοι αποδίδουν με την έκφραση «coup d’ oeil: κού ντ’ αίγυι: παίξιμο του ματιού”
Οι απόψεις του Κ. περί αμύνης κατακρίθηκαν από τους στρατιωτικούς συγγραφείς του 19ου αιώνα, σα μελανό σημείο της θεωρίας του, ως παραπέμπουσες στις αντιλήψεις του «αναίμακτου» και αλυσιτελούς πολέμου του 18ου αιώνα. Εξίσου και οι πρώιμες απόψεις του Κ. περί της ακραίας μορφής των πολέμων και της κυρίως μάχης αντιμετώπισαν τη δριμεία κριτική της αγγλοσαξωνικής σχολής, θιασώτιδας της έμμεσης στρατηγικής προσέγγισης του πολιτικού σκοπού και του «περιορισμού του αγώνα στη μικρότερη αναλογία» (Lidell Hart)’ - στρατηγική που τυγχάνει ευρείας εφαρμογής από το ΒΉ.Π. μέχρι σήμερα.
Ο Γερμανός ιστορικός Χανς Ρότφελς (Hans Rothfels) σε σχετική πραγματεία του παρατηρεί, ότι ο Κ. προκειμένου να προσδώσει ενότητα στη γενική σύλληψη του πολέμου, διακρίνει δύο είδη αυτού: τον «απόλυτο», με προέχοντα το στρατιωτικό παράγοντα και τον «περιορισμένο», με προέχοντα τον πολιτικό. Χαρακτηριστική εν προκειμένω είναι η αποστροφή του Κ: «Όσο μεγαλύτερα και ισχυρότερα είναι τα κίνητρα του πολέμου., τόσον εγγύτερα θα πλησιάζει στην αφηρημένη (απόλυτη) μορφή του».
Εξέλιξη της Κλαουζεβίτσειας θεωρίας. Εξέχουσα θέση στη σκέψη του Κλαούζεβιτς κατέχει η σχέση σκοπού και μέσου, στη βάση της οποίας διαχώρισε την «τακτική» από τη «στρατηγική». Όπου «η Τακτική διδάσκει την χρησιμοποίησιν των πολεμικών δυνάμεων κατά τας μάχας, ενώ η Στρατηγική τον συνδυασμόν των μαχών προς επίτευξη του σκοπού του πολέμου». (Βιβλ. II, Κεφ. 1°).
Ο Κ. τονίζει την ανάγκη της αριθμητικής υπεροχής «πρώτον γενικώς και έπειτα στο αποφασιστικό σημείο», πλην απέχει σαφώς από την κυριαρχούσα ιδέα των αριθμών, τοποθετώντας τον ηθικό παράγοντα της θέλησης στο επίκεντρο της τέχνης του πολέμου.
Σήμερα είναι αποδεκτός σαν θεμελιωτής των αρχών διεξαγωγής του πολέμου, όπως: Των ηθικών δυνάμεων, της εμμονής στο σκοπό, της συγκέντρωσης των δυνάμεων, της οικονομίας των δυνάμεων, των πληροφοριών, της παραπλάνησης και αιφνιδιασμού, της στρατηγικής εφεδρείας. (Βιβλ. Ι και III).
Σημαντικές έννοιες του πολέμου που εισήγαγε ο Κ. στη διατριβή του «περί πολέμου» είναι η επιλογή του Κέντρου Βάρους (Κ.Β.) άλλως του σημείου εφαρμογής της κύριας προσπάθειας του πολέμου, όπως αυτό ορίζεται σαν κεντρομόλο στοιχείο συνοχής ενός συστήματος• ήτοι το σημείο σύγκλισης των φυσικών και ψυχολογικών δυνάμεων (πρόσωπα, μέσα, εθνική βούληση και ηθικό του λαού), που το καθιστούν δυνατό να λειτουργεί σα ενιαίος οργανισμός (εν προκειμένω αμυντικός οργανισμός). Το Κ.Β. αποτελεί σήμερα τη σημαντικότερη στρατηγική έννοια και η επιλογή του το κύριο πρόβλημα του πολέμου.2 Αντιπροσωπεύει το σημείο ανατροπής (αποσύνθεσης) του αντιπάλου αμυντικού συστήματος, - σημείο που θα πρέπει να κατευθύνουμε την κύρια προσπάθεια του πολέμου. Πρακτικά το Κ.Β. τοποθετείται στην ένοπλη δύναμη του εχθρού, στον εδαφικό χώρο και οικονομική υποδομή του, στην πρωτεύουσα του κράτους, παράλληλα και στην κοινή γνώμη (ηθικό) της αντίπαλης χώρας.
Η άλλη έννοια είναι αυτή της Κατατριβής, η οποία αναφέρεται στο συσσωρευτικό αποτέλεσμα των αντιξοοτήτων της μάχης (κίνδυνος, εξουθένωση, ασάφεια πληροφοριών, αβεβαιότητα καταστάσεως), που επηρεάζουν τη σωστή εκτίμηση καταστάσεως, τις αποφάσεις και αντιδράσεις, τελικά την έκβαση της μάχης.
Η τρίτη σημαντική έννοια είναι αυτή της «μη γραμμικότητας: nonlinearity», πρακτικά της μη κανονικότητας και προβλεψιμότητας των εχθρικών αντιδράσεων, κατ’ επέκταση της έκβασης των πολέμων. Ο πόλεμος είναι σύγκρουση ζωσών δυνάμεων, οι αντιδράσεις των οποίων επηρεάζονται από τις ιστορικές συνθήκες και τον ψυχολογικό παράγοντα3.
Οι ανωτέρω έννοιες του κέντρου βάρους, της κατατριβής και απροβλεψιμότητaς των πολέμων αξιολογούνται σαν η μεγαλύτερη συνεισφορά του Κ. στη στρατιωτική σκέψη και σήμερα βρίσκονται στο επίκεντρο της στρατηγικής και ιστορικής μελέτης. Οι εμπειρίες των πολέμων της δεκαετίας του ‘90 αποδεικνύουν, ότι η υψηλή τεχνολογία των σύγχρονων πολεμικών συστημάτων, που διαφοροποιεί δραστικά τις μεθόδους διεξαγωγής της προκαταρτικής (στρατηγικής) και τακτικής μάχης, κατ’ ουδέν υπερβαίνει τα φαινόμενα της κατατριβής και απροβλεψιμότητας, εκ των οποίων η απροβλεψιμότητα αποτελεί τη Λυδία λίθο της σύγχρονης στρατιωτικής στρατηγικής των ΗΠΑ.
Το άλλο σημαντικό της Κλαουζεβίτσειας φιλοσοφίας περί πολέμου είναι ο προσδιορισμός των δύο βασικών προϋποθέσεων της επιτυχούς διεξαγωγής των πολέμων, όπως: οι συγκεκριμένοι σκοποί του πολέμου και η υποστήριξη της κοινής γνώμης, επιτυχούς διεξαγωγής όχι με την έννοια της νίκης, αλλά της αποφυγής μιας βεβαίας αποτυχίας του πολέμου. Με άλλα λόγια, κατά τον Κλάουζεβιτς, δε νοείται πόλεμος, χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό σκοπό και χωρίς την υποστήριξη της κοινής γνώμης4.
Οι σχέσεις πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Ο Κ. εμμένει στη σχέση πολιτικής και στρατιωτικής άποψης, όπου η στρατιωτική υπηρετεί την πολιτική, έλκουσα εξ’ αυτής και το λόγο της ύπαρξης. Επισημαίνει, ότι η πολιτική καθορίζει τις γενικές γραμμές του πολέμου, πλην εμμένει ο Κ. στη ζωτική ανάγκη διαφύλαξης της αυτοδυναμίας των στρατιωτικών αποφάσεων (αποφάσεων πεδίου μάχης και όχι της αυτονομίας της στρατιωτικής διεύθυνσης των επιχειρήσεων), δεδομένου ότι, αφ’ ότου αρχίσει ο πόλεμος, ο πολιτικός σκοπός επαφίεται στις δυνατότητες του στρατιωτικού παράγοντα. Αποκύημα αυτής της πραγματικότητας είναι η άποψη του Κ. ότι «Ο πολιτικός σκοπός δεν είναι δεσποτικός νομοθέτης. Πρέπει να προσαρμόζεται προς την φύσιν των μέσων και κατά συνέπεια είναι δυνατόν να αλλάξει ολοτελώς..» Για να επανέλθει στην ηπιότερη άποψη, ότι οι στρατιωτικές ανάγκες, «είς τινας περιπτώσεις...πρέπει να θεωρούνται μόνον, ως τροποποιούσαι τους (πολιτικούς) σκοπούς» και να υπογραμμίσει την κυριαρχία της πολιτικής άποψης: «Η πολιτική είναι ο ιθύνων νους, ενώ ο πόλεμος απλούν όργανον και ουχί το αντίστροφον» (Βιβλ. Κρφ.VIII, 6Β).5 Ευνόητη η σημασία της άποψης, τόσο υπό συνθήκας πυρηνικής, όσο και συμβατικής αντιπαράθεσης, όπου η διαφύλαξη των πολιτικών προτεραιοτήτων αποτελεί κοινό τόπο των στρατιωτικών ενεργειών και όπου η στρατιωτική άποψη ενσωματώνεται πλήρως στην πολιτική.
Το έργο του Κλαούζεβιτς, λόγω του προώρου θανάτου του, δεν μας παρεδόθη στην τελική του μορφή. Οι απόψεις του εξελίσσονται και αποκρυσταλλώνονται με την πρόοδο της συγγραφής, στερούμενες της συνοχής μιας τελικής θεώρησης. Ο ίδιος χαρακτηρίζει το έργο του σα συλλογή ιδεών, εκ των οποίων επροτίθετο να συναγάγει το απόσταγμα περί της θεωρίας του πολέμου. Υποδεικνύει ούτω την ελαστική (μη δογματική) και διακριτική ανάγνωση του έργου του, όπου πρωτογενείς απόψεις και έντονες διατυπώσεις παραχωρούν τη θέση τους σε ωριμότερες και απόλυτα συγκροτημένες ιδέες, που αποκαθιστούν το βαθύτερο νόημα και την ολότητα ενός έργου, του οποίου η κατανόηση απαιτεί συνολική μελέτη και ιστορική συνείδηση. Με μια τέτοια θεώρηση οι ιδέες του Κλαούζεβιτς παραμένουν ζωντανές στο επίκεντρο του στρατηγικού και ιστορικού προβληματισμού, σαν ένας υπόγειος ποταμός που διαποτίζει τη σύγχρονη στρατιωτική και πολιτική σκέψη. Ο Κλ. παραμένει και σήμερα ο κατ’ εξοχήν ακαδημαϊκός της θεωρίας του πολέμου, όπου η σύγχρονη στρατηγική σκέψη αναζητεί μέσω αυτού τις απαντήσεις στα μείζονα προβλήματα της εποχής, όπως ο «πόλεμος των άστρων» και το μέλλον του πολέμου κατά της τρομοκρατίας.
Παραπομπές:
1. Θα αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις: 1/ Στον πόλεμο της Κορέας ο πρόεδρος Τρούμαν ανακάλεσε το Στρατηγό Μακ-Άρθουρ, όταν αυτός προσπάθησε να εκτρέψει τον αρχικό σκοπό του πολέμου, - αυτόν της αποκατάστασης των αρχικών συνόρων με τη Β. Κορέα-, εμμένων δημόσια στην ανάγκη μεταφοράς του πολέμου κατά της Κίνας: Κυριαρχία πολιτικού λόγου επί του πολέμου, και 2/ Την περίπτωση του Πολέμου στον Κόλπο 1990-91, όπου η «λάμψη» της νίκης στο συμβατικό πεδίο προήγαγε την αίγλη των στρατηγών και έκτοτε η στρατιωτική άποψη κυριάρχησε έναντι της πολιτικής στην υπόθεση διεξαγωγής του πολέμου• για να επανεύρει η πολιτική άποψη την κυριαρχική θέση της, μετά τις αρνητικές εμπειρίες του πολέμου στο Ιράκ (2003).
2. Χαρακτηριστική περίπτωση η επιλογή του Κ.Β. στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, που, εν αδυναμία τοποθέτησης του στη σκιώδη υπόσταση της Αλ- Κάιντα, αυτό τοποθετείται στις υποστηρίζουσες χώρες «ταραξίες» που επιδιώκουν την απόκτηση πυρηνικών και στο σύστημα οικονομικής υποστήριξης της Αλ- Κάιντα.
3. Antulio J. Echevarria II, “Clauzewitz Center of Gravity”, SSI, Sep. 2002, p.p. 1-5, 16-21
4. Συναφώς είναι αποδεκτό σήμερα ότι η κοινή γνώμη μιας εμπόλεμης χώρας αντέχει ως ένα όριο τις συνέπειες του πολέμου (καταστροφές, τραγωδία πολέμου), μέχρι του οποίου ορίου αυτή αντιδρά στο ανάλογο της εχθρικής πίεσης. Δυνατόν, ένα γεγονός που υπερβαίνει το όριο ψυχολογικής αντοχής (λ.χ. η καταστροφή ενός θρησκευτικού μνημείου, μια υποθετική πυρηνική προσβολή), να οδηγήσει το μεν σε ένα πόλεμο μέχρις εσχάτων, το δε σε ψυχολογική κάμψη της κοινής γνώμης και αποδοχή της ήττας.
5. Στο σημείον αυτό πρέπει να αποφύγουμε την παρεξήγηση και απολυτότητα της αμερικανικής στρατιωτικής άποψης: «όταν αρχίζει το ματς, όλα τα μάτια είναι στραμμένα στη μπάλα». Αυτή η άποψη σημαίνει πρακτικά την επιδίωξη της στρατιωτικής νίκης με αγνόηση των πολιτικών σκοπών του πολέμου, των οποίων υπέρτατος σκοπός είναι η εξασφάλιση μιας σταθερής ειρήνης με την αντίπαλη δύναμη, ώστε να επωφεληθούμε των καρπών της νίκης•
Η εσφαλμένη αυτή άποψη σημαίνει πρακτικά την οικειοποίηση της υπόθεσης του πολέμου από τη στρατιωτική πλευρά.
Συναφώς ο αυθεντικός ερμηνευτής του Κλαούζεβιτς Ρεΰμόν Αρον (Raymond Aron) παρατηρεί με εξαιρετική λεπτότητα: «φαίνεται ενίοτε πράγματι, ότι οι αμερικανοί στρατηγοί κλίνουν να σκεφτούν την διπλωματίαν υπό μορφή βίας». R. Aron «Σκέψεις επί του πολέμου, Κλαούζεβιτς», τόμος Β’, σελ. 270, 340.
Χαρακτηριστική εν προκειμένω είναι η άποψη της γαλλικής αποικιακής στρατηγικής του πολέμου, όπου ο στρατιωτικός διοικητής προαλείφονταν και πολιτικός διοικητής της υπό κατάκτηση χώρας, ώστε αυτός, παράλληλα με τη διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων, να μην αμελεί και τον τελικό σκοπό του πολέμου, που ήταν η ειρηνοποίηση με την υπό κατάκτηση χώρα (εν προκειμένω η Αλγερία). Με αυτή την προοπτική ο στρατιωτικός διοικητής επέφερε τις λιγότερες δυνατές απώλειες στις αντίπαλες αλγερινές δυνάμεις.