Θέμα: ΑΝΑΣΚΟΠΩΝΤΑΣ ΤΟ 2007
Συντάκτης: Γεώργιος Ε. Σέκερης, Πρέσβυς ε.τ
Ημερομηνία καταχώρησης: 11 Φεβρουαρίου 2008
Στα κύρια χαρακτηριστικά του πάντοτε ρευστού μεταψυχροπολεμικού παγκόσμιου τοπίου κατά το 2007 συγκαταλέγονται: Η γενικώς επιτυχής απάντηση της Ουάσινγκτον στις πολλαπλές ανά την υφήλιο προκλήσεις. Η μερική διασαφήνιση της ταυτότητας και των προσανατολισμών της κοινοτικής Ευρώπης. Και η εδραίωση της νέας Ρωσίας υπό τον Πούτιν εκ παραλλήλου προς τη συνεχιζόμενη ενδυνάμωση της Κίνας.
ΗΠΑ
Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις πολλών, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατήγαγαν κατά το λήξαν έτος σημαντικές επιτυχίες σε πλείονα γεωπολιτικά μέτωπα.
Στο Ιράκ – την κατά πολλούς «αχίλλειο πτέρνα» της αμερικανικής πολιτικής – ο χαρισματικός στρατηγός Πετρέους, συνδυάζοντας επίδειξη στρατιωτικής πυγμής προς όλες τις κατευθύνσεις με εύστοχες πολιτικές επιλογές, κατόρθωσε να ανακόψει την κατολίσθηση προς τον εμφύλιο και να απομονώσει τη φονική, εισαγόμενη εν πολλοίς, Αλ Κάιντα, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για τη σταδιακή επίτευξη της εκεί βασικής σήμερα αμερικανικής επιδίωξης. Που είναι η διαμόρφωση εθνοθρησκευτικών ισορροπιών, ικανών να διασφαλίσουν την ενότητα της ιρακινής επικράτειας και την εσωτερική της ασφάλεια και να καταστήσουν τη χώρα, με φθίνουσα αμερικανική στρατιωτική παρουσία, πυλώνα μιας ευρύτερης μεσανατολικής τάξης πραγμάτων, πρόσφορης για την καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας, την εξασφάλιση της απρόσκοπτης ροής του πετρελαίου και την κατοχύρωση της ασφάλειας του Ισραήλ. Και συμβάλλουσας συγχρόνως στην τόνωση του τρωθέντος αμερικανού γοήτρου στον ευρύτερο διεθνή χώρο.
Ανάλογες δε σκοπιμότητες εξυπηρέτησαν και οι λοιπές αμερικανικές ενέργειες στην περιοχή, όπου ειδικότερα η Ουάσινγκτον:
- Παρενέβη, επιτυχώς μέχρι στιγμής, για να αποτρέψει την επαπειλούμενη μαζική τουρκική εισβολή στο Βόρειο Ιράκ και τη συνακόλουθη αποσταθεροποίηση του σταθερότερου – και φιλοαμερικανικότερου – σήμερα τμήματος της ιρακινής επικράτειας.
- Συνεργάσθηκε στενά με τις λοιπές μεγάλες δυνάμεις – μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και Γερμανία – για να ενταθούν οι πιέσεις επί της Τεχεράνης, μεταξύ άλλων υπό μορφή διεθνών κυρώσεων, προκειμένου το ιρανικό ιερατείο να εγκαταλείψει την εικαζόμενη φιλοδοξία του να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο.1 Και συγχρόνως επεδίωξε, με περιορισμένη επιτυχία, να πειθαναγκάσει τους Ιρανούς να αναστείλουν τις αποσταθεροποιητικές δραστηριότητες στις οποίες, χρησιμοποιώντας ως κύριο μοχλό το ιρακινό σιϊτικό στοιχείο, τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς, επιδίδονται, αντιστοίχως, στο Ιράκ, στον Λίβανο και στα παλαιστινιακά εδάφη.
- Ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη σύγκληση, υπό την αιγίδα της, της Διάσκεψης της Αννάπολης για το Παλαιστινιακό. Στην οποία, εκτός του παλαιστίνιου προέδρου Αμπάς και του ισραηλινού πρωθυπουργού Ολμέρτ, συμμετέσχον και εκπρόσωποι του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου – συμπεριλαμβανομένης, και είναι αξιωσημείωτο, και της Συρίας, αλλά όχι του Ιράν, μη προσκληθέντος – και πολλών άλλων κρατών, μεταξύ των οποίων και όλες οι μεγάλες δυνάμεις. Ανεξάρτητα δε από τις πάντοτε αβέβαιες, αν όχι σκοτεινές, προοπτικές της ειρηνευτικής διαδικασίας, η Διάσκεψη κατέδειξε, άπαξ έτι, ότι οι ΗΠΑ παραμένουν ο μόνος αξιόπιστος διαμεσολαβητής μεταξύ των αντιμαχόμενων μερών.
- Συνέχισε τον πόλεμο κατά των Ταλιμπάν και της Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν – όπου, όμως, κατά τη διάρκεια του 2007 η βία, σε αντίθεση με την κάμψη που σημείωσε στο Ιράκ, κλιμακώθηκε.2 Ενώ, παρά την επίσημη εμπλοκή του ΝΑΤΟ, το κύριο βάρος των επιχειρήσεων στον επικίνδυνο αφγανικό νότο επωμίσθηκαν κυρίως οι Αμερικανοί, κατά δεύτερο λόγο οι Βρετανοί, και, σε πολύ πιο περιορισμένη έκταση, οι Καναδοί, οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί, οι Εσθονοί και οι Πολωνοί. Με τους περισσότερους Ευρωπαίους συμμάχους, να παρέχουν μεν στο εγχείρημα έκθυμη διπλωματική υποστήριξη, αλλά να εμφανίζονται απρόθυμοι να διαθέσουν επαρκές στρατιωτικό προσωπικό και ιδίως να το εκθέσουν σε κίνδυνο ζωής.3 Κατά τα λοιπά δε, παρά ορισμένες υπεραισιόδοξες αρχικές εκτιμήσεις, η ειρήνευση και σταθεροποίηση της κρίσιμης σημασίας για την καταπολέμηση της ισλαμογενούς τρομοκρατίας χώρας αποδεικνύεται πολιτικοστρατιωτικό έργο μακράς πνοής.
- Όμως, η συνεχιζόμενη επιρροή της αμερικανικής υπερδύναμης εκδηλώθηκε και στον απωανατολικό χώρο. Σε συνεργασία με τις εκεί περιφερειακές δυνάμεις – Κίνα, Ιαπωνία, Ρωσία και Νότια Κορέα – και συνδυάζοντας το δέλεαρ του οικονομικού καρότου με τη διπλωματική πίεση και τη λανθάνουσα απειλή του στρατιωτικού ροπάλου, η Ουάσινγκτον εξαναγκάζει προοδευτικά τη Βόρεια Κορέα να απεκδυθεί το πυρηνικό της οπολοστάσιο. Και, από την άλλη, ηγείται μιας άτυπης σύμπραξης με το Τόκιο, το Νέο Δελχί, τη Σεούλ και την Καμπέρα, της οποίας ανομολόγητος κατ’ αρχήν – αν και ενίοτε μη αποκρυπτόμενος – στόχος είναι η εξισορρόπηση της ανερχόμενης κινεζικής ισχύος.4
ΕΕ
Ωστόσο, η πιο χαρακτηριστική επιβεβαίωση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας κατά το λήξαν έτος προήλθε από την κοινοτική Ευρώπη, με τις τρείς ιθύνουσες δυνάμεις της οποίας να διατρανώνουν την προσήλωσή τους στη συμμαχία με την υπερατλαντική συμπολιτεία. Και η μεν έξαρση από τον νέο Βρετανό πρωθυπουργό κ. Μπράουν της ειδικής σχέσης της χώρας του με την Ουάσινγκτον ήταν φυσική και αναμενόμενη. 5. Η θεαματική, όμως, εγκατάλειψη από τη Γερμανίδα καγκελλάριο κυρία Μέρκελ και, ιδίως, από τον νέο Γάλλο πρόεδρο κ. Σαρκοζί των αμερικανόφοβων θέσεων των προκατόχων τους έδωσε το στίγμα μιας νέας εποχής στις διατλαντικές σχέσεις. Ούτε δε πρόκειται για τυχαία μεταστροφή οφειλόμενη σε προσωπικές ιδιορρυθμίες των δύο Ευρωπαίων ηγετών. Φανερό είναι, αντιθέτως, ότι η «παλαιά Ευρώπη» – για να θυμηθούμε τον κ. Ράμσφελντ – διαπιστώνοντας τους κινδύνους που, σε ένα κόσμο βίαιο και άναρχο, εγκυμονούσε η συνέχιση της ευρωαμερικανικής αντιπαράθεσης για ολόκληρη τη Δύση και όλως ιδιαίτερα για την ασθενέστερη ευρωπαϊκή συνιστώσα της, καταβάλλει προσπάθειες σύμπλευσης για τα μείζονα με την αμερικανική υπερδύναμη – χωρίς αυτό να αποκλείει, βέβαια, όπως επανειλημμένα έχει επισημάνει και ο ίδιο ο Γάλλος πρόεδρος, τις φιλικές διαφωνίες.
Κατά τα λοιπά, διαρκούντος του 2007, η Ευρωπαϊκή Ένωση επεδίωξε κατά κύριο λόγο να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά της καλύπτοντας το προβληματίζον θεσμικό κενό που είχε δημιουργήσει δύο χρόνια πριν η απόρριψη της «Συνταγματικής Συνθήκης» από τους Γάλλους και Ολλανδούς ψηφοφόρους. Είναι δε αποκαλυπτικό του διάχυτου πλέον στον κοινοτικό χώρο ευρωσκεπτικισμού – και ειδικότερα, εκτός της ερρωμένης βρετανικής αντίθεσης στο «ευρωπαϊκό υπερκράτος», και των εθνοκεντρικών αντιλήψεων του Γάλλου προέδρου Σαρκοζί 6, με τις οποίες συνέπλευσε, χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις, και η Γερμανίδα καγκελάριος κυρία Μέρκελ – ότι η δρομολογηθείσα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 23ης Ιουνίου και υπογραφείσα την 13η Δεκεμβρίου στη Λισαβόνα «Μεταρρυθμιστική Συνθήκη», ενώ αναπαράγει εν πολλοίς την ουσία του καταψηφισθέντος «Ευρωσυντάγματος», παραλείπει ωστόσο τις καινοτομίες του εκείνες, απλά ψιμύθια στην πραγματικότητα, που δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση κινητικότητας προς ομοσπονδιακή κατεύθυνση.7 Και ότι, ακόμη και το σχετικώς αφυδατωμένο νέο αυτό κείμενο, μόνο η ιρλανδική κυβέρνηση προτίθεται να το θέσει υπό την κρίση του εκλογικού σώματος μέσω δημοψηφίσματος – με τις υπόλοιπες 26 να επικαλούνται το, όχι ανακριβές άλλωστε, επιχείρημα ότι δεν θίγει την εθνική κυριαρχία των κρατών-μελών για να δικαιολογήσουν την επικύρωσή του δια της κοινοβουλευτικής οδού.
Δικαιολογείται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι τα ομοσπονδιακής υφής οράματα των πατέρων της ευρωπαϊκής ιδέας ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Ή, ενδεχομένως – αν υιοθετηθεί η αισιόδοξη εκδοχή – στο απροσδιόριστο μέλλον. Προς το παρόν, πάντως, και για το ορατό μέλλον, η Ένωση, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα παραμείνει πλαίσιο διακυβερνητικής συνεργασίας. Με ισχυρή την οικονομική διάσταση, αλλά με την καθοριστικής σημασίας εξωτερική και αμυντική πολιτική – ως προς την οποία, τόσο στη «Συνταγματική», όσο και στη «Μεταρρυθμιστική» Συνθήκη το εθνικό βέτο διατηρήθηκε ουσιαστικά αλώβητο – υπό πλήρη εθνικό έλεγχο. Σε αντίθεση δε προς ορισμένες προβλέψεις για μια συμπαγή Ευρώπη αντιπαρατιθέμενη στην Ουάσινγκτον, οι κύριες κοινοτικές δυνάμεις – Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία – υπερθεματίζουν πλέον για την ανάγκη σύσφιγξης των ευρωαμερικανικών δεσμών, ενώ αδυνατούν να υιοθετήσουν ενιαία γραμμή για τα περισσότερα από τα λοιπά μεγάλα διεθνοπολιτικά και αμυντικά θέματα. Όπως, επί παραδείγματι, για τις σχέσεις τους με τη Ρωσία και την Κίνα και για τη μεσογειακή τους πολιτική συμπεριλαμβανομένης και της προώθησης από τον πρόεδρο Σαρκοζί της «Μεσογειακής Ένωσης». Αλλά και για την περαιτέρω κοινοτική διεύρυνση – ως προς την οποία οι γαλλικές επιφυλάξεις 8 συγκρούονται ευθέως, τόσο με τον βρετανικό διευρυντικό ζήλο, όσο και με την επιδίωξη της Γερμανίας να ενσωματωθεί στην ΕΕ η παραδοσιακά γερμανικής επιρροής Μεσευρώπη. Ενώ την προσοχή ημών των Ελλήνων οφείλουν να συγκρατήσουν όλως ιδιαίτερα η διαφαινόμενη επιβράδυνση της επέκτασης της Ένωσης προς τα Δυτικά Βαλκάνια και οι πυκνούμενες αντιδράσεις στην τουρκική ένταξη – και ιδίως η μη αποκρυπτόμενη εμμονή του Γάλλου προέδρου στη σύναψη με την Άγκυρα «ειδικής σχέσης».
ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΑΣΙΑΣ
Το 2007, η Ρωσία και η Κίνα, αντιστοίχως η πιο εκτεταμένη και η πολυανθρωπότερη επικράτεια του κόσμου και μόνιμα μέλη και οι δύο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, συνέχισαν την γενικώς επιτυχή πορεία τους των τελευταίων ετών, με κοινό γνώμονα την εδραίωση της πολιτικής τους ηγεσίας, την κατά προτεραιότητα οικονομική τους ανάπτυξη και την ενίσχυση της διεθνούς των παρουσίας χωρίς εμπλοκή τους σε εξωτερικές περιπέτειες.
Η ΡΩΣΙΑ
Η επικράτηση του υποστηριζόμενου από τον Ρώσο πρόεδρο Κόματος της Ενωμένης Ρωσίας κατά τις βουλευτικές εκλογές της 2ας Δεκεμβρίου επιβεβαίωσε ακόμη μια φορά την υψηλή δημοτικότητα του κ. Πούτιν μετά μια οκταετή προεδρική θητεία, διαρκούσης της οποίας η σε ελεύθερη πτώση Ρωσική Ομοσπονδία που είχε παραδώσει ο Γέλτσιν ανασυγκροτήθηκε εσωτερικά και ανέκαμψε στον διεθνή χώρο.
Στον οικονομικό τομέα, συνεργούσης και της ανόδου της τιμής των υδρογονανθράκων, για όγδοο συνεχές έτος επετεύχθη ανάπτυξη της τάξης του 7%. Και, μόλις εννέα χρόνια μετά τη δημοσιονομική κατάρρευση του 1998, το ΑΕΠ ανήλθε σε $1,2 δις και τα συναλλαγματικά αποθέματα υπερέβησαν τα $400 δις. Ενώ ήδη το 2006 οι άμεσες ξένες επενδύσεις είχαν φθάσει τα $28-$30 δις. Και, μεσούντος του 2007, οι ρωσικές επενδύσεις εκτός Ρωσίας ανέρχονταν σε τουλάχιστον $140 δις.9
Παραλλήλως, ο Ρώσος πρόεδρος ενέτεινε τον κυβερνητικό έλεγχο επί των υπονομευτικών δραστηριοτήτων συχνά διαπλεκόμενων με ξένα κέντρα «ολιγαρχών» και επί των φυγόκεντρων και έως και αποσχιστικών φιλοδοξιών ισχυρών τοπαρχών. Και απέτρεψε την αναζωπύρωση της Τσετσενικής ανταρσίας. Ενώ προώθησε συγχρόνως την ανασυγκρότηση των χειμαζόμενων ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, αφ’ενός περιορίζοντας την αριθμητική τους δύναμη σε ένα περίπου εκατομμύριο – αντί των τεσσάρων περίπου επί σοβιετικής περιόδου – και αφ’ετέρου μεριμνώντας για την ποιοτική αναβάθμιση, τόσο της πυρηνικής, όσο και της συμβατικής συνιστώσας των.
Η εσωτερική δε αυτή ανασυγκρότηση επέτρεψε στον πρόεδρο Πούτιν να ανορθώσει σε σημαντικό βαθμό και το διεθνές γόητρο και επιρροή της Ρωσίας – και να αποκαταστήσει, έτσι και την τρωθείσα εθνική υπερηφάνεια των Ρώσων πολιτών. Και ναι μεν ο κεντρικός προσανατολισμός της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής παρέμεινε φιλικός προς τη Δύση, πλην όμως η Μόσχα κατέστησε σαφές ότι η συνεργασία της δεν είναι δεδομένη, αλλά εξαρτάται από τον σεβασμό των μειζόνων ρωσικών συμφερόντων. Συνακόλουθα δεν αντέδρασε, ενίοτε με – μετρημένη πάντως – οξύτητα:
- Στη δυτική διείσδυση σε πρώην σοβιετικά εδάφη της Κεντρικής Ασίας.
- Στην υπό μελέτη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ουκρανία και Γεωργία.
- Στις εκεί «ροζ επαναστάσεις». Και
- Στην εγκατάσταση στοιχείων της αμερικανο-νατοϊκής αντιπυραυλικής ασπίδας στην Πολωνία και Τσεχία.
Επεδίωξε να αντισταθμίσει τους παρακάμπτοντες τη ρωσική επικράτεια αγωγούς μεταφοράς υδρογονανθράκων από την Κασπία προς τις δυτικές αγορές. Και αντετάχθη στους δυτικούς σχεδιασμούς για το Κοσσυφοπέδιο. Πλην όμως, συνέπραξε, από την άλλη, στις διπλωματικές προσπάθειες για την αποπυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας και την αποτροπή της πυρηνικοποίησης του Ιράν, καθώς και για την επίλυση του Παλαιστινιακού. Και, παρά τη γνωστή αντίθεσή της στην εισβολή του 2003, τήρησε στάση εφεκτική έναντι της αμερικανικής παρουσίας στο Ιράκ. Πρέπει δε να τονισθεί ότι, μολονότι ισχυροί δυτικοί κύκλοι, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων ευρωκοινοτικών κυβερνήσεων, θορυβημένοι από τη ρωσική ανόρθωση, επεδόθησαν σε συστηματική δαιμονοποίηση του Ρώσου προέδρου και της πολιτικής του – κάποιοι έφθασαν στο σημείο να προαναγγέλλουν ένα «νέο ψυχρό πόλεμο» – η αμερικανική κυβέρνηση και ο πρόεδρος Μπους προσωπικά κατέβαλαν εμφανή – και σώφρονα – προσπάθεια ώστε στις καθοριστικής σημασίας αμερικανορωσικές σχέσεις να διατηρηθεί το ήπιο κλίμα. 10
Η προεξοφλούμενη ανάδειξη του Ντμίτρι Μεντβέντεφ στην προεδρία με την έκθυμη στήριξη του σημερινού προέδρου και η διαφαινόμενη ανάληψη από τον τελευταίο αυτόν της πρωθυπουργίας 11 αποτελούν ευπρόσδεκτη εγγύηση ότι η Ρωσία δεν θα αποστεί από τη χαραχθείσα γραμμή πλεύσης μετά τις προεδρικές εκλογές του 2008 – στις οποίες, λόγω συνταγματικού κωλύματος, ο κ. Πούτιν αδυνατεί να συμμετάσχει. Διότι ο πραγματικός κίνδυνος για τη Δύση δεν είναι ο αυταρχισμός – δηλαδή η διοικητική πυγμή – που οι προμνησθέντες Δυτικοί προσάπτουν θορυβωδώς στον Ρώσο πρόεδρο, αλλά η επικράτηση στην Ρωσική Ομοσπονδία πολιτικών δυνάμεων, επί του παρόντος εν υπνώσει, που φιλοδοξούν να αναβιώσουν την παραδοσιακή δικτατορική διακυβέρνηση και τον εκτός συνόρων επεκτατισμό της χώρας. Τόσω μάλλον που η επιτευχθείσα έως τώρα ανασυγκρότησή της είναι σχετικά εύθραυστη, δοθέντος ότι η ρωσική οικονομία, παρά τις μερικώς επιτυχείς προσπάθειες ενίσχυσης και διεύρυνσης της βάσης της, εξακολουθεί να εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τις εξαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου, μετάλλων και όπλων.
Η ΚΙΝΑ
Το 17ο Συνέδριο του ΚΚΚ τον περασμένο Οκτώβριο είχε ως κύριο αποτέλεσμα την παγίωση της θέσης του εκσυγχρονιστή Προέδρου της ΛΔΚ και Γενικού Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Χου Ζιντάο στην ηγεσία της χώρας για την επόμενη πενταετία. Πρέπει συνεπώς να αναμένεται ότι η Κίνα θα συνεχίσει την γενικώς επιτυχή πορεία της των τελευταίων ετών. Απευθυνόμενος στα 73 εκατομμύρια μελών του κόμματός του και στον κινεζικό λαό, ο κ. Χου έθεσε ως σταθερό στόχο την οικοδόμηση του «σοσιαλισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά». Τα οποία χαρακτηριστικά θα μπορούσαν, υπό ψυχρό, ρεαλιστικό πρίσμα, να συνοψισθούν στο τετράπτυχο: δικτατορία του Κομμουνιστικού Κόμματος – μαρξιστικό ιδεολογικό επικάλυμμα – έντονος εθνικισμός – τολμηρό και διευρυνόμενο άνοιγμα προς την οικονομία της αγοράς.
Πρόκειται για μια συνταγή διακυβέρνησης που έχει αποδώσει σημαντικότατους μέχρι στιγμής καρπούς. Το 2007 ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης υπερέβη το 10% – μεταξύ του 1978 και του 2006 ανήλθε σε 9,67% ετησίως κατά μέσο όρο – ανάλογα δε με τον τρόπο υπολογισμού του, το κινεζικό ΑΕΠ είναι, είτε το τέταρτο, είτε και το δεύτερο, σε μέγεθος στον κόσμο. Ενώ η Κίνα έχει ήδη αναδειχθεί σε μεγάλη και συνεχώς ανερχόμενη εμπορική δύναμη, με συναλλαγματικά αποθέματα υπερβαίνοντα τα $1τρις – ήτοι τα μεγαλύτερα παγκοσμίως. Η δε οικονομική της άνοδος συνοδεύεται από παράλληλη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών της. Οι οποίες, μεγαλύτερες πλέον από τις ιαπωνικές, ίσες προς τις βρετανικές και γαλλικές, και υπολειπόμενες μόνο εκείνων των Ηνωμένων Πολιτειών, 12 έχουν επιτρέψει τη δρομολόγηση ενός φιλόδοξου προγράμματος εκσυγχρονισμού των ενόπλων της δυνάμεων και όλως ιδιαίτερα του αεροναυτικού και πυραυλικού των σκέλους.
Η εντυπωσιακή αυτή αύξηση της κινεζικής ισχύος φυσικό είναι να ανησυχεί, τόσο τους γείτονες της Κίνας, όσο και πολλούς Δυτικούς, των Αμερικανών συμπεριλαμβανομένων. Διό και η κινεζική ηγεσία, εν τη επιθυμία της να προωθήσει απερίσπαστη την εσωτερική της πολιτική και πρωτίστως το οικονομικό της σκέλος – κορυφαία επί του παρόντος προτεραιότητά της – επιχειρεί να καθησυχάσει τον έξω κόσμο, αφ’ ενός, επιδεικνύοντας διαλλακτικότητα κατά τον χειρισμό των πολλών και σοβαρών εδαφικών και άλλων περιφερειακών της διαφορών, και, αφ’ ετέρου, συνεργαζόμενη με τη Δύση και ειδικότερα με τις ΗΠΑ, για την αντιμετώπιση, πέραν των διμερών, και ευρύτερου ενδιαφέροντος διεθνών προβλημάτων, όπως το Κορεατικό, το Ιρανικό, ή το περιβαλλοντικό.
Με την Ουάσινγκτον, από την πλευρά της, να υιοθετεί έναντι του Πεκίνου μια αμφίσημη στάση, την οποία συνοπτικά αποδίδει η ακόλουθη επιγραμματική διαπίστωση στελέχους της έγκυρης, συντηρητικής «Ουόλ Στριτ Τζόρναλ»: «Η παρούσα άνοδος της Κίνας, όπως και της Αμερικής πριν από έναν αιώνα, δεν είναι κάτι που μπορεί οποιοσδήποτε να σταματήσει. Μπορεί [μόνο] να κατευθυνθεί.» 13 Υπό τις συνθήκες δε αυτές, μετωπική σύγκρουση στο προσεχές μέλλον μεταξύ της υπαρκτής και της εκκολαπτόμενης υπερδύναμης δεν φαίνεται πιθανή. Εκτός βέβαια εάν η Ταϊβάν κηρύξει την ανεξαρτησία της – παραβιάζοντας έτσι την κεκηρυγμένη κόκκινη γραμμή του Πεκίνου και προκαλώντας τη στρατιωτική του αντίδραση. Κάτι, όμως, που οι Αμερικανοί από την πλευρά τους – δεσμευμένοι να στηρίξουν ενόπλως την Ταϊπέι σε περίπτωση εισβολής από την ηπειρωτική Κίνα, αλλά απευχόμενοι να εξαναγκασθούν να τηρήσουν τη δέσμευση αυτή – καταβάλλουν σύντονες προσπάθειες να αποτρέψουν.
Λίγες λέξεις τέλος για τις σινορωσικές σχέσεις, για τις οποίες πολλά υπερβολικά λέγονται και γράφονται τον τελευταίο καιρό. Η Κίνα παραμένει επί σειρά ετών καλός πελάτης της πολεμικής βιομηχανίας της Ρωσίας. Και οι δύο χώρες συνεργάζονται για την αντιμετώπιση του ισλαμικού εξτρεμισμού, στο πλαίσιο κυρίως της Οργάνωσης Συνεργασίας της Σαγκάης. Την οποία όμως χρησιμοποιούν επίσης ως μέσο, οι μεν Ρώσοι ανάκτησης της εθνικής επιρροής τους, οι δε Κινέζοι διείσδυσης, στην πλούσια σε υδρογονάνθρακες και ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας κεντρική Ασία. Και μολονότι Μόσχα και Πεκίνο συμμερίζονται την επιθυμία να περιορισθεί η παγκόσμια «ηγεμονία» των Ηνωμένων Πολιτειών, τα περί «συμμαχίας» τους, ή, ακόμη περισσότερο, περί συγκρότησης αντίπαλου προς την αμερικανική υπερδύναμη «πόλου», ούτε επιβεβαιώθηκαν μέχρι στιγμής, ούτε είναι πιθανό να επαληθευθούν στο ορατό μέλλον. Καθώς προσκρούουν:
- Στις συχνά διιστάμενες πολιτικές των υποτιθέμενων αυτών εταίρων, ιδίως στον ασιατικό χώρο.
- Στους διάχυτους στη Ρωσία φόβους για μελλοντικές κινεζικές βλέψεις εις βάρος της αραιοκατοικημένης και πλούσιας σε φυσικούς πόρους ρωσικής Άπω Ανατολής και
- Στις οικονομικές και γεωπολιτικές εξαρτήσεις και των δύο ευρωασιατικών κολοσσών από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εν κατακλείδι:
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ηγέτιδα της Δύσης δύναμη και ο παγκόσμιος ιρορροπιστής. Και καταβάλλουν το σχετικό τίμημα σε αίμα και χρήμα. Αλλά και γίνονται αποδέκτης της δυσφορίας και συχνά της εχθρότητας σημαντικής μερίδας της παγκόσμιας κοινής γνώμης – καθώς η άσκηση διεθνούς ηγεσίας συνεπάγεται ανέκαθεν επικοινωνιακό κόστος. Ενώ, κατά τα λοιπά, η θεωρητική αντιπαράθεση μεταξύ των οπαδών της «πολυμερούς» και της «μονομερούς» πολιτικής φέρνει στο νου την πάλαι ποτέ θεολογική διένεξη περί το γένος των αγγέλων. Διότι, ενώ είναι φυσικό η Ουάσινγκτον να προτιμά να ενεργεί με τη συγκατάθεση του ΟΗΕ, κατανοητό είναι επίσης ότι αρνείται να θυσιάσει ζωτικά της συμφέροντα, όταν αδυνατεί να εξασφαλίσει την ψήφο της Μόσχας ή του Πεκίνου στο Συμβούλιο Ασφαλείας ή τη στήριξη της πλειοψηφίας των 192, μέχρι νεοτέρας, ανομοιογενών και πολύ συχνά προβληματικών κρατών που συγκροτούν τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Η επιλογή της δε αυτή είναι διαχρονική. Για να περιορισθεί κανείς στη μεταψυχροπολεμική εποχή, ο πρεσβύτερος Μπους είχε καταστήσει σαφές ότι θα απέκρουε την ιρακινή επίθεση κατά του Κουβέιτ ασχέτως στάσης του ΟΗΕ. Και οι πρόεδροι Κλίντον και Μπους υιός επετέθησαν κατά της Γιουγκοσλαβίας και του Ιράκ, αντιστοίχως, χωρίς «νομιμοποίηση» από τον παγκόσμιο οργανισμό. Όλα δε δείχνουν ότι και ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου μετά την προεδρική εκλογή του Νοεμβρίου 2008, όποια και αν είναι η κομματική του προέλευση, θα συνεχίσει να κινείται στους ίδιους άξονες με τους προκατόχους του, ανεξάρτητα από το επικοινωνικό επικάλυμμα των αποφάσεών του.
Σημειώσεις
1 Η εκτίμηση πρόσφατης έκθεσης των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών (National Intelligence Estimate) ότι το ιρανικό πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών όπλων διεκόπη το 2003 δεν επέφερε αλλαγή στη στάση , ούτε της αμερικανικής κυβέρνησης, αλλ’ ούτε και των νατοϊκών εταίρων της. Βλ. NATO Envoys Back Rice In Urging Iran Sanctions στην Washington Post της 7ης Δεκεμβρίου 2007.
2 Βλ. μεταξύ άλλων Bloodiest Year of Afghan War, Agence France Press, 17-12-2007 και Odierno: Iraq at Its Quietest Since 2004, Associated Press, 17-12-2007.
3 Βλ. αίτημα Αμερικανού υπουργού άμυνας για αύξηση της νατοϊκής στήριξης των επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν στην από 7ης Δεκεμβρίου 2007 ανταπόκριση του Associated Press υπό τον τίτλο Gates: Afghanistan Needs More NATO Help.
4 Σημειωτέον συναφώς, ότι τον περασμένο Αύγουστο ο τότε Ιάπωνας πρωθυπουργός κ. Άμπε πρότεινε τη σύμπηξη από τη χώρα του, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ινδία και τη Αυστραλία, ενός περιφερειακού «τόξου ελευθερίας» – που ορισμένοι μάλιστα έσπευσαν να αποκαλέσουν «Ασιατικό ΝΑΤΟ».
5 Επισκεπτόμενος τις ΗΠΑ αμέσως μετά την ανάληψη των πρωθυπουργικών καθηκόντων του, ο κ.Μπράουν δήλως ότι «[η] αμερικανική σχέση είναι για τη Βρετανία η ισχυρότερη διμερής σχέση και είμαι αποφασισμένος να πράξω το κατά δύναμιν για να διασφαλισθεί η ισχύς και αποτελεσματικότητά της...» Βλ. Britain’s Brown: Al Qaeda fight a ‘generation-long battle’, BBC, 30-7-2—7.
6 Βλ. δήλωσή του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ότι «[η μεταρρυθμιστική] αυτή συνθήκη καθιστά σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν καλείται να γίνει υπερ-κράτος, ενιαία χώρα, ενιαίο έθνος, ενιαίος λαός.» Sarkozy défend une Europe proche des citoyens στην «Figaro» της 3ης Ιουλίου 2007.
7 Επί παραδείγματι, εγκαταλείπονται ο καθ’ όλα παραπλανητικός χαρακτηρισμός της Συνθήκης ως συνταγματικής και τα περί κοινής ευρωπαϊκής σημαίας και ύμνου, ενώ ο διεθνής αξιωματούχος στον οποίο το απορριφθέν κείμενο απένεμε καταχρηστικώς τον τίτλο του «υπουργού Εξωτερικών» μετονομάσθηκε επί το ρεαλιστικότερο σε «Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας». Από την άλλη, όμως, διατηρούνται ουσιαστικότερες καινοτομίες όπως η θεσμοθέτηση προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θητείας διόμισυ ετών άπαξ ανανεώσιμης και ο περιορισμός του διογκωμένου αριθμού των Επιτρόπων.
8 Κατά τον «Economist» «[η] Γαλλία...αισθάνεται ότι με τη διεύρυνση θα περιθωριοποιηθεί». (Βλ. άρθρο του αναδημοσιευθέν στην «Καθημερινή» της 17ης Αυγούστου 2007 υπό το τίτλο Μια σχέση ανθεκτική )
9 Για το σύνολο των πρόσφατων ρωσικών εξελίξεων βλ. τη διαφωτιστική μελέτη του Eugene B. Rumer Russian Foreign Policy (Adelphi Paper 390, του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών του Λονδίνου). Συναφές είναι και το υπό τον τίτλο Russia plans grand projects to become a top-five economy άρθρο του Neil Buckley στο φύλλο της 14ης Νοεμβρίου 2007 των «Financial Times».
10 Βλ. άρθρο του Jim Hoagland υπό τον τίτλο A Gates-Style Thaw στην “Washington Post” της 16ης Δεκεμβρίου 2007.
11 Βλ. Putin says he would accept job as prime minister if Medvedev is elected, “International Herald Tribune”, 17-12-2005.
12 Βλ. ανταπόκριση του Joseph Kahn υπό τον τίτλο China isn’t looking to replace U.S. prime minister says στην «International Herald Tribune» της 16ης Μαρτίου 2007. Εξ άλλου, σύμφωνα με το έγκυρο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών του Λονδίνου, ενώ ο επίσημος αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας του 2005 ανερχόταν στα $29.9 δις, , οι πραγματικές στρατιωτικές δαπάνες της χώρας, σύμφωνα με ορισμένους – όχι αναμφισβήτητης,, όμως, ακρίβειας – υπολογισμούς, έφθασαν τα $112 δις (βλ. Chinese Defence Expenditures, στην έκδοση «Strategic Comments, Volume 13, Issue 10» του International Institute of Strategic Studies).
13 Βλ. Bret Steffens, Why Theodor Roosevelt Claimed the Seas, “Wall Street Journal”, 18-12-2007.