Θέμα: ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ: ΑΝΤΙΠΥΡΑΥΛΙΚΗ ΑΣΠΙΔΑ, ΕΥΡΩΠΗ, ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ
Συντάκτης: Γεώργιος Σεκερης, Πρέσβης ε.τ
Ημερομηνία καταχώρησης: 11 Αυγουστου 2007
Η απόφαση της Ουάσινγκτον να διευρύνει την αντιπυραυλική της ζώνη προς τον ευρωπαϊκό χώρο έχει προκαλέσει την έντονη δυσαρέσκεια της Ρωσίας και αντιφατικές αντιδράσεις στους κόλπους της νατοϊκής και κοινοτικής Ευρώπης. Και συγχρόνως θέτει λεπτά θέματα χειρισμού στους διαχειριστές της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.
Ρωσική δυσαρέσκεια
Ο
ι Ρώσοι εξέλαβαν την τοποθέτηση στοιχείων του αμερικανικού αντιπυραυλικού συστήματος στην Πολωνία και Τσεχία τόσο ως πρόκληση σε πολιτικό επίπεδο, όσο και ως εν δυνάμει απειλή σε στρατιωτικό. 1 Ωστόσο, η αμερικανική κίνηση δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία. Η προϊστορία της αντιπυραυλικής «ασπίδας» χρονολογείται από τον «Πόλεμο των Άστρων» του προέδρου Ρήγκαν. Κατά δε τη δεκαετία του ’90, επί κυβερνήσεων πατρός Μπους και Κλίντον, η σχετική τεχνολογία σημείωσε επαρκή πρόοδο, ώστε πέρυσι να καταστεί δυνατή η ενεργοποίηση αντιπυραυλικών εγκαταστάσεων στην Αλάσκα και στην Καλιφόρνια – και τώρα να δημιουργείται ανάλογη προοπτική στην Ευρώπη.
Σε αντίθεση, όμως, με τις πολύ πιο φιλόδοξες αμερικανικές στοχεύσεις του παρελθόντος, οι Αμερικανοί αρμόδιοι διαβεβαιώνουν ότι το υπό υλοποίηση σήμερα αντιπυραυλικό σύστημα έχει πολύ πιο περιορισμένους στόχους και δυνατότητες. Ότι δηλαδή στρέφεται αποκλειστικά εναντίον προβληματικών κρατών – κρατών-παριών, rogue states – όπως η Βόρεια Κορέα και το Ιράν, τα οποία διαθέτουν ή επιδιώκουν να αποκτήσουν ένα σχετικά μικρό αριθμό πυρηνικών όπλων και τους αναγκαίους για τη μεταφορά των πυραύλους. Και ότι είναι καταφανώς ανεπαρκές για να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα του ρωσικού αποτρεπτικού.
Κυρίως, όμως, φοβάται τις στρατιωτικές προεκτάσεις της εγκατάστασης αυτής. Την οποία βλέπει ως απειλή για την πυρηνική ισορροπία που εγκαθιδρύθηκε στον ευρωπαϊκό χώρο με την υπογραφή το 1987 της συνθήκης απαγόρευσης της κατασκευής και ανάπτυξης πυραύλων μέσου βεληνεκούς [Intermediate-Range Nuclear Forces Treaty ή INF]. Και συγχρόνως ως πρώτο βήμα προς την ανάπτυξη εν καιρώ, χάρις και στην πρόοδο της σχετικής αμερικανικής τεχνολογίας, μιας ευρύτερης αντιπυραυλικής ασπίδας, ικανής να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα του ρωσικού πυρηνικού αποτρεπτικού. Εξ ου και το, εις ένδειξιν διαμαρτυρίας, πάγωμα από τον πρόεδρο Πούτιν της ρωσικής συμμετοχής στη Συνθήκη για τις συμβατικές δυνάμεις στην Ευρώπη [Treaty on Conventional Armed Forces in Europe ή CFE]. 2 Και οι προειδοποιήσεις Ρώσων αξιωματούχων για ενδεχόμενη απόσυρση της Μόσχας από τη Συνθήκη INF – με στόχο, μπορεί κανείς να εικάσει, την κατασκευή αριθμού πυραύλων μέσου βεληνεκούς επαρκή για τη διασφάλιση του αποτρεπτικού αυτού. Αλλά και οι μάλλον βεβιασμένες – και επικοινωνιακά αντιπαραγωγικές, σε ό,τι τουλάχιστον αφορά στον δυτικό κόσμο – απειλές Ρώσων στρατηγών για ενδεχόμενα στρατιωτικά πλήγματα κατά των επίμαχων αντιπυραυλικών στοιχείων. 3
Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι οι Αμερικανοί δεν πρόκειται να κάνουν πίσω. Όπως, ήδη, τόνιζε, πριν από έξι χρόνια, ο πολύς Χένρι Κίσινγκερ, «ουδείς Αμερικανός πρόεδρος μπρορεί να αγνοήσει την εναλλακτική λύση [εννοούσε την αντιπυραυλική άμυνα] στη χρήση πυρηνικών όπλων εναντίον μικρής χώρας έτοιμης να εκτοξεύσει βαλιστικό πύραυλο κατά των Ηνωμένων Πολιτειών». 4 Από την άλλη δε, παρά τους περιορισμούς και τις δεσμεύσεις που εμπεριέχει η Συνθήκη μη διασποράς του 1968, τα πυρηνικά όπλα καλά κρατούν. Καθώς οι καθιερωμένες πυρηνικές δυνάμεις, όχι μόνο δεν καταργούν τα πυρηνικά τους οπλοστάσια, αλλά, αντιθέτως, τα ενισχύουν συστηματικά, είτε ποιοτικώς (π.χ. ΗΠΑ, Ρωσία), είτε και ποσοτικώς (π.χ. Κίνα). Ενώ κράτη επιδιώκοντα αύξηση της εκτός συνόρων επιρροής τους και προβληματικά καθεστώτα αποσκοπούντα στην εδραίωση της εσωτερικής και διεθνούς των θέσης θεωρούν την απόκτηση πυρηνικών όπλων ως το πλέον πρόσφορο μέσο για την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων τους. Και, επομένως, φυσικό είναι η μόνη χώρα σε θέση, αυτή τη στιγμή, να δημιουργήσει έστω και περιορισμένης αποτελεσματικότητας αντιπυραυλική ασπίδα, για την προστασία, τόσο της δικής της επικράτειας, όσο και εκείνης των επιθυμούντων να επωφεληθούν συμμάχων της, να το κάνει.
Ευρωπαϊκές αντιδράσεις
Στους κόλπους των Ευρωπαίων συμμάχων των ΗΠΑ, το αμερικανικό αυτό αντιπυραυλικό εγχείρημα έχει προκαλέσει αντιφατικές εν πολλοίς τοποθετήσεις Οι Πολωνοί και οι Τσέχοι το έχουν, όπως ήδη επισημάνθηκε, εμπράκτως υιοθετήσει – και μάλιστα με μια προθυμία, η οποία, πέραν από την επιθυμία τους να φανούν ευάρεστοι στην υπερδύναμη, αντανακλά εμπεδωμένα και ευεξήγητα αντιρωσικά σύνδρομα. Και οι Βρετανοί, στο πνεύμα της «ειδικής σχέσης» τους με τους Αμερικανούς, όχι μόνο το ευνοούν, αλλά και επιδιώκουν την τοποθέτηση στοιχείων της ασπίδας σε βρετανικό έδαφος. 5 Άπό άλλους, ωστόσο, κοινοτικούς εταίρους εκφράζονται φόβοι για ενδεχόμενη όξυνση των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία, ου μην αλλά και για επανεμφάνιση ενδο-ευρωπαϊκών διαιρέσεων. Με τον απερχόμενο Γάλλο πρόεδρο, ειδικότερα, να επισείει τον κίνδυνο «νέων διαχωριστικών γραμμών στην Ευρώπη». Την υπουργό άμυνας της Γαλλίας – και υποστηρίκτρια του διαδόχου του κ. Σιράκ κ. Σαρκοζί – να ζητεί μεγαλύτερη «διαφάνεια», επισημαίνοντας ότι «[ε]νέργειες που θα μπορούσαν να σπρώξουν τη Ρωσία εκ νέου σε αυτο-απομόνωση είναι απαράδεκτες». Και τον αρχηγό των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών Κουρτ Μπεκ να προβάλλει, από την πλευρά του, το φάσμα μιας νέας «κούρσας εξοπλισμών» – καθώς το συμμετέχον στη ομοσπονδιακή κυβέρνηση κόμμα του, θορυβημένο πιθανότατα από την κάμψη της εκλογικής του δύναμης στις σφυγμομετρήσεις, επιχειρεί να ανακτήσει την αριστερή του πελατεία με την εκμετάλλευση των ειρηνιστικών της ανακλαστικών.
Υπό τις συνθήκες δε αυτές, κρίσιμος για την εναρμόνιση της στάσης των Ευρωπαίων αποδεικνύεται ο ρόλος της Άγκελα Μέρκελ. Η οποία, έχοντας, τόσο ως καγκελάριος από τον Νοέμβριο 2005, όσο και ως προεδρεύουσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το τρέχον εξάμηνο, αναδείξει τη σύσφιξη των ευρωαμερικανικών δεσμών σε κεντρικό άξονα της εξωτερικής της πολιτικής, 6 καταβάλλει σύντονες προσπάθειες για να αποτρέψει τον κατά το ιρακινό προηγούμενο εκφυλισμό της διαφωνίας περί την αντιπυραυλική ασπίδα σε πηγή ενδοσυμμαχικών αντιπαραθέσεων. Και συνακόλουθα, αποδέχθηκε μεν και προώθησε την – παρελκυστικής, κατά τα λοιπά, πρόθεσης – πρόταση των Σοσιαλδημοκρατών να παραπεμφθεί η εξέταση του όλου θέματος στο ΝΑΤΟ, χωρίς και να υιοθετήσει το αντιπυραυλικό σκεπτικό των κυβερνητικών εταίρων της. Και συνέβαλε έτσι στη διαμόρφωση μιας ενιαίας ευρωατλαντικής θέσης που, σε τελευταία ανάλυση, ευνοεί τις αμερικανικές στοχεύσεις. 7
Όπως, άλλωστε, κατείδειξε και η πρόσφατη σύνοδος των νατοϊκών υπουργών εξωτερικών στο Όσλο. 8 Όπου, αφ’ ενός, παρασχέθηκαν στον Ρώσο υπουργό εξωτερικών – στα πλαίσια των διαβουλεύσεων του «Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας» – καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις για τις συμμαχικές αντιπυραυλικές επιδιώξεις και, αφ’ ετέρου, δρομολογήθηκε μεταξύ των ίδιων των συμμάχων ένας εποικοδομητικός διάλογος για την υλοποίηση της ευρωπαϊκής διάστασης του αντιπυραυλικού συστήματος.
Ελληνικά συμφέροντα και χειρισμοί
Ε
ίναι προφανές ότι οι εξελίξεις αυτές δεν αφήνουν αδιάφορη τη χώρα μας, τόσο ως μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, όσο και. υπό στενότερα εθνικό πρίσμα. Τα κριτήρια δε που επιβάλλεται να πρυτανεύσουν στους σχετικούς χειρισμούς μας είναι, κατά σειρά φθίνουσας προτεραιότητας, τα ακόλουθα τρία: Η κατοχύρωση της ασφάλειας της ελληνικής επικράτειας. Η επίδειξη αλληλεγγύης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους λοιπούς συμμάχους μας, καθώς και με τους κοινοτικούς μας εταίρους. Και η διαφύλαξη του καλού κλίματος στις σχέσεις μας με μια σειρά από τρίτες χώρες και ιδιαίτερα με τη Ρωσία. Με τα πρώτα δύο κριτήρια να συνηγορούν υπέρ της στήριξης του προτεινόμενου αντιπυραυλικού συστήματος και πιθανώς – το θέμα χρήζει ενδελεχούς μελέτης – και της εν καιρώ εξασφάλισης συμπληρωματικής κάλυψης, ενδεχομένως με κλασικότερου τύπου μέσα, του μη καλυπτόμενου από το εν λόγω σύστημα ελληνικού χώρου.9 Και με το τρίτο κριτήριο να υπαγορεύει την αποφυγή μη απολύτως αναγκαίων δημόσιων τοποθετήσεων και πάντως την τήρηση χαμηλών τόνων ως προς το όλο εγχείρημα. Τόσω μάλλον που ο ρόλος μας στην προώθησή του είναι εκ των πραγμάτων περιθωριακός.