Θέμα: Διπλωματία & Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας.
Συντάκτης: Γεώργιος Ι. Χριστογιάννης, Πρέσβυς ε.τ., Καθηγητής Διπλωματικής Ακαδημίας ΥΠΕΞ
Ημερομηνία καταχώρησης: 26 Μαρτίου 2008
Στην εποχή μας αναγνωρίζεται στις περισσότερες χώρες ως θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι μόνο η ελευθερία του λόγου και κατ’ επέκταση του Τύπου, αλλά και το δικαίωμα των πολιτών στη ανεμπόδιστη πληροφόρηση. Αυτό δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο. Είναι κατάκτηση των τελευταίων δεκαετιών που επισήμως καθιερώνεται από τους Χάρτες του Ο.Η.Ε., της Ουνέσκο, της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άλλων Διεθνών Συμβάσεων.
Οι διάφορες κυβερνήσεις όλο και περισσότερο αντιλαμβάνονται ότι οι λαοί έχουν μεγάλη δύναμη να επηρεάζουν γεγονότα και αποφάσεις και ότι η κατ’ευθείαν επικοινωνία με ξένους λαούς έχει συχνά μεγαλύτερη επιρροή από την ανταλλαγή ρηματικών διακοινώσεων, και τούτο γιατί ζούμε σ’ένα κόσμο αφθονίας πληροφοριών, άμεσης επικοινωνίας και «διάτρητων» συνόρων. Η εποχή της πληροφορικής έχει αντικαταστήσει την βιομηχανική εποχή. Έτσι ολοένα και περισσότεροι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων επικοινωνούν μεταξύ τους τηλεφωνικώς- Πρέσβεις εμφανίζονται συχνότερα στις τηλεοράσεις των χωρών της διαπιστεύσεώς τους και η εξωτερική πολιτική σε αυξανόμενο βαθμό διεξάγεται «δημοσία και επ’ ακροτηρίω», μειώνοντας τον χρόνο που στο παρελθόν ήταν διαθέσιμος για παρασκηνιακές διαβουλεύσεις. Αυτές οι εξελίξεις επιβάλλουν με αυξανόμενη έμφαση τη λεγόμενη Δημόσια και Πολιτιστική Διπλωματία.
Αν και αναγνωρίζεται γενικώς ότι «καθ’ο μέτρο τα Μ.Μ.Ε. (Τύπος, Ραδιόφωνο, T.V., Internet) χρειάζονται τους πολιτικούς, άλλο τόσο οι τελευταίοι χρειάζονται τα Μ.Μ.Ε.», διατυπώνονται μερικές επιφυλάξεις ειδικότερα όσον αφορά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματίας. Κατ’ αρχήν, βεβαίως, η εξωτερική πολιτική και η άσκηση διπλωματίας δεν είναι στη σύγχρονη εποχή έργο μόνον των κυβερνήσεων και των διπλωματών, αλλά και των συντελεστών εκείνων, που συγκροτούν τη λεγόμενη Δημόσια Διπλωματία (Τύπος Ραδιόφωνο, Σχολές και Ινστιτούτα Διεθνών Σχέσεων, η Κοινωνία των Πολιτών, οι Επιτροπές εξωτερικών σχέσεων των κομμάτων κ.α.). Εξ’ άλλου γίνεται αντιληπτό ότι, παρά τη θεαματική ανάπτυξη της τεχνολογίας και των Μ.Μ.Ε., ιδιαίτερα της τηλεοράσεως η παραδοσιακή διπλωματία είναι αναντικατάστατη.
Αναγνωρίζεται επίσης η ιδιαιτερότητα του ρόλου του διπλωμάτη στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής κατά τρόπο επαγγελματικό, υπεύθυνο, ενίοτε αθόρυβο και παρασκηνιακό για να έχει η πολιτική αυτή θετικά αποτελέσματα. Δεν μπορεί να αγνοηθεί π.χ. το συμπέρασμα του Christopher Ross, συμβούλου του State Dpt σε θέματα δημοσίων σχέσεων, ότι δηλαδή «ένας επαγγελματίας διπλωμάτης ο οποίος ομιλεί ξένες γλώσσες, γνωρίζει σε βάθος τα θέματα του και τις ιδιομορφίες των χωρών όπου υπηρετεί και συγχρόνως είναι σώφρων και πειστικός, δεν είναι εύκολο να αντικατασταθεί». Χαρακτηριστικά, επίσης, γράφει και ο Edward Bickham, πρώην εμπειρογνώμονας του Βρετανικού Foreign Office : «Η δύναμη της τηλεοράσεως επί της εξωτερικής πολιτικής είναι δίκοπο μαχαίρι. Ως μέσον επικοινωνίας αποβλέπει περισσότερο στις «καρδιές» και πολύ λίγο στο μυαλό. Παρουσιάζει δυνατές συγκινησιακές εικόνες που μπορεί να προκαλέσουν έντονες αντιδράσεις... Σκηνές από ατομικά δεινοπαθήματα συγκινούν, αλλά σπανίως αποτελούν βάση για την άσκηση της πολιτικής. Η εξωτερική πολιτική πρέπει να ασκείται από δημοκρατικές κυβερνήσεις υπεύθυνες έναντι του κοινοβουλίου και όχι ως αντίδραση σε περιστασιακές εικόνες που παρέχουν τα Μ.Μ.Ε., γιατί τέτοια αντίδραση δεν έχει πιθανότητες να διαμορφώσει συνεκτική και αποτελεσματική εξωτερική πολιτική». Ενδεικτικό της απόψεως αυτής είναι και το συμπέρασμα αμερικανού πολιτικού σχολιαστού, ότι «όταν οι κυβερνήσεις θέλουν να ασκήσουν μεσολαβητική πολιτική χρησιμοποιούν διπλωματικά μέσα, ασφαλή και αθόρυβα και όταν θέλουν να ασκήσουν επιθετική πολιτική χρησιμοποιούν ανοικτά μέσα μαζικής επικοινωνίας»•
Επιστήμονες, οι οποίοι μελετούν τα Μ.Μ.Ε. και τις σχέσεις των διπλωματών με αυτά, διαπιστώνουν εγγενείς δυσκολίες που εμφιλοχωρούν στις σχέσεις αυτές. Ο Philip Taylor, υποδιευθυντής του Ινστιτούτου επικοινωνιακών μελετών του Πανεπιστημίου Leeds στο σύγγραμμα του «Global Communications, International affairs & the Media since 1945 ( Routlege London N.Y. 1997)» αναγνωρίζει ότι «Η κατ’ αρχήν σχέση μεταξύ της ασκήσεως διπλωματίας και της παραγωγικής διαδικασίας των Μ.Μ.Ε. - ανεξαρτήτως των προσωπικών σχέσεων- σπανίως είναι άνετη. Η διπλωματία ασχολείται με διαπραγματεύσεις μεταξύ κρατών, στην προσπάθεια να λύσει διαφορές τους, οι οποίες συχνά συνεπάγονται μακρόχρονη και επίπονη αντιμετώπιση θεμάτων, που απαιτούν ειδικές γνώσεις. Έχει ως επακόλουθο διπλωματικό διάλογο από διπλωμάτες σταδιοδρομίας, οι οποίοι συνήθως εργάζονται αθόρυβα, μακριά από την λάμψη των Μ.Μ.Ε. και την προσοχή του κοινού, το οποίο ούτως ή άλλως λίγο ενδιαφέρεται για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Τέτοια δραστηριότητα- όπως η σύνταξη διπλωματικών τηλεγραφημάτων και εκθέσεων, η συλλογή άκρως ειδικευμένων πληροφοριών, επίπονες διαπραγματεύσεις στρογγυλής τραπέζης ή προσωπικές συζητήσεις μεταξύ πρέσβεων- δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί πρώτη ύλη που προκαλεί το ζωηρό ενδιαφέρον των Μ.Μ.Ε. και πολύ περισσότερο του κοινού. Τούτο διότι τα Μ.Μ.Ε. ευδοκιμούν μάλλον σε καταστάσεις συγκρούσεων και όχι σε προσπάθειες για επίλυση διαφορών». Έτσι επαγγελματίες διπλωμάτες, οι οποίοι χειρίζονται πολύπλοκα θέματα διεθνών σχέσεων και αποκτούν συναφείς γνώσεις και εμπειρίες είναι χρήσιμοι στους ολοένα και λιγότερους δημοσιογράφους, οι οποίοι ειδικεύονται πλέον συστηματικά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, τα οποία απαιτούν πολύ χρόνο και ειδικευμένες γνώσεις.
Οι σχέσεις των διπλωματών με τα Μ.Μ.Ε. επηρεάζονται και από το γεγονός ότι οι σύγχρονες κυβερνήσεις προηγμένων κρατών έχουν στη διάθεση τους και υπό τον έλεγχο τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς που οι εκπομπές τους απευθύνονται στο εξωτερικό (external services). Οι περισσότεροι από τους σταθμούς αυτούς απολαύουν καθεστώτος «οιονεί αυτονομίας» έναντι του διπλωματικού κατεστημένου, που τους βλέπει με καχυποψία, αφού δεν μπορεί να τους ελέγξει. Κυβερνήσεις, επίσης, εξασφαλίζουν έπ’ αμοιβή τις υπηρεσίες «Συμβούλων Τύπου και δημοσίων σχέσεων» στις ειδικές αποστολές προώθησης εθνικών θεμάτων.
Τα Μ.Μ.Ε. (ραδιόφωνο και τηλεόραση) που εξυπηρετούν τις επιδιώξεις των κυβερνήσεων εντάσσονται στην λεγόμενη δημόσια διπλωματία και είναι γνωστά ως «Εξωτερική Υπηρεσία Πληροφοριών» (BBC, Voice of America, Deuche Velle). Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και τα διάφορα μορφωτικά Ινστιτούτα που αναπτύσσουν πολιτισμική δραστηριότητα σε ξένες χώρες (British Council, Alliance Francaise, Dante Alligeri, U.S. Information Agency). Αποτελούν όργανο της δημόσιας διπλωματίας και ειδικότερα της πολιτιστικής διπλωματίας. Ξένοι δημοσιολόγοι, κυρίως Αμερικανοί, των οποίων οι χώρες δεν έχουν μακρά πολιτιστική παράδοση στον όρο «πολιτιστική διπλωματία» αποδίδουν στενότερη έννοια, που σχεδόν ταυτίζεται με την έντεχνη προπαγάνδα, θεωρούν ότι η πολιτιστική διπλωματία αποτελεί κυβερνητική δραστηριότητα, που προσπαθεί να διαμορφώσει την εικόνα, που μερικές φορές δίνει κατά τρόπο αρνητικό για τη χώρα τους ξένα Μ.Μ.Ε. (κυρίως εμπορικά). Έτσι προσπαθούν να επικοινωνούν απευθείας με τις ξένες κοινωνίες με φαινομενικά μη πολιτικά μέσα (διδασκαλία ξένης γλώσσας, υποτροφίες, ανταλλαγή μορφωτικών και εκπαιδευτικών επισκέψεων). Παράλληλα θεωρούν ότι η πολιτιστική διπλωματία είναι μέσον για την προώθηση οικονομικών και εμπορικών συμφερόντων. Με τη στενή αυτή έννοια η πολιτιστική διπλωματία θεωρείται εξάρτημα και όργανο της συμβατικής διπλωματίας και η επιτυχία ή αποτυχία της τελευταίας συμπαρασύρει και την πρώτη.
Παρόμοιοι σχεδιασμοί έχουν συχνά αντίθετα, των επιδιωκόμενων, αποτελέσματα, παρά τα μεγάλα χρηματικά ποσά που ισχυρές κυβερνήσεις ξοδεύουν για την «αυτοδιαφήμιση». Καταλήγουν μάλιστα να δικαιολογούν τις κατηγορίες για «πολιτισμικό ιμπεριαλισμό» και μονοπώλιο των Μ.Μ.Ε. από τις Ισχυρές Δυνάμεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επικριτές της κυβέρνησης Μπους υποστηρίζουν ότι οι Η.Π.Α. δεν κατάφεραν να επενδύσουν αποτελεσματικά στα προγράμματα « δημόσιας διπλωματίας» που αποσκοπούν στην βελτίωση της εικόνας της Αμερικής σε μουσουλμανικές χώρες. Οι Η.Π.Α δαπάνησαν το 2004 στη «δημόσια διπλωματία» περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια, ποσό το οποίο δεν έχει αυξηθεί μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και το οποίο ισούται με το 0,3% του αμυντικού προϋπολογισμού της χώρας. Από το ποσό αυτό, τα 86 εκατομμύρια δολάρια δαπανώνται σε προγράμματα πολιτιστικών και εκπαιδευτικών ανταλλαγών, κυρίως στο μουσουλμανικό και τον αραβικό κόσμο. Ακόμη όμως και θετικές πρωτοβουλίες, όπως η δημιουργία αραβόφωνων τηλεοπτικών δικτύων και ραδιοφωνικών σταθμών έχουν υποβαθμιστεί απ’ τον εμπρηστικό αντίκτυπο της εισβολής στο Ιράκ και της υποστήριξης των Αμερικανών προς το Ισραήλ.
Αντιθέτως η ευρύτερη, ορθότερη αντίληψη για την πολιτιστική διπλωματία με έμφαση στην διακρατική και πολυμερή συνεργασία στο μορφωτικό, επιστημονικό, εκπαιδευτικό τομέα για την αμοιβαία γνωριμία των πολιτισμών και την εναρμόνιση τους σε διεθνές επίπεδο, μπορεί να οδηγήσει σε σταθερότερα επιτεύγματα χάριν της διεθνούς ειρήνης και αλληλοκατανόησης των λαών. Η χώρα μας, ιδιαίτερα, με την μακραίωνη πολιτιστική παράδοση έχει κάθε λόγο να ενισχύσει τη θετική έκφανση της πολιτιστικής διπλωματίας απαλλαγμένης από υποψίες για ξενική προπαγάνδα και έντεχνη μονοπωλιακή εκμετάλλευση. Και ενώ τα ξένα πνευματικά ιδρύματα, όπως το British Council και η Alliance Fransaise, που ιδρύθηκαν πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν εμπεδώσει την εντύπωση ότι είναι πρωταρχικά κέντρα για τη διάδοση της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας και αντίστοιχων μορφωτικών δραστηριοτήτων αμοιβαίας ωφέλειας, η U.S.I.A (United States Information Agency) που λειτούργησε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αν και επέτυχε θετικά αποτελέσματα για να διαδώσει τον αμερικανικό τρόπο ζωής (κινηματογράφο, βιβλία, μουσική) και να παράσχει σημαντικό αριθμό υποτροφιών σε υπηκόους τρίτων χωρών, δεν κατόρθωσε, παρά την διάθεση εκατομμυρίων δολαρίων, να απαλλαγεί των κατηγοριών ότι αποτελεί κέντρο για την άσκηση πολιτικής προπαγάνδας. Στην αρνητική αυτή εξέλιξη συνέβαλε βεβαίως και η ατμόσφαιρα του Ψυχρού Πολέμου, που επεκτάθηκε στον χώρο της εκατέρωθεν προπαγάνδας μέσω των ραδιοφωνικών σταθμών ( Voice of America). Υποψίες για την αμερικανικού τύπου «παγκοσμιοποίηση» προκάλεσε, ιδίως μετά την κατάλυση των κομμουνιστικών καθεστώτων, και η οικονομική δραστηριότητα πολυεθνικών εταιριών, που δρουν σε παγκόσμια κλίμακα και προωθούν αμερικανικά προϊόντα, από κινηματογραφικές ταινίες μέχρι Coca Cola και fast food. Είναι ενδεικτική από της απόψεως αυτής, ήδη από το 1946, η διαπίστωση του αμερικανικού υφυπουργού εξωτερικών William Benton, ότι η «η κινηματογραφική βιομηχανία είναι δονητικά ο πολυτιμότερος σύμμαχος μας στη διεξαγωγή των εξωτερικών μας σχέσεων, αλλά αντιστρόφως αποτελεί και πρώτου βαθμού πονοκέφαλο».
Στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της ανθρώπινης και της μαζικής επικοινωνίας τοποθετείται η λεγόμενη «πολιτική επικοινωνία», κλάδος της πολιτικής επιστήμης που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες κυρίως στις Η.Π.Α.. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες για τον κλάδο αυτό, είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ότι στο πεδίο της πολιτικής επικοινωνίας εμπίπτουν οι προεκλογικές εκστρατείες, η πολιτική διαφήμιση, οι τηλεοπτικές μονομαχίες (debates-τηλεμαχίες), η ανάλυση της πολιτικής ειδησεογραφίας, οι πολιτικοί θεσμοί (κυβερνήσεις, κόμματα, κοινοβούλια, πρόεδροι, πρωθυπουργοί), η εξωτερική πολιτική και τα Μ.Μ.Ε., η πολιτική ρητορική, η γλώσσα και το θέαμα, η κοινή γνώμη, η πολιτική κουλτούρα, η προπαγάνδα, οι τεχνικές διαπραγματεύσεις, οι δημόσιες σχέσεις κ.α.. Όργανα, βεβαίως, για την άσκηση της πολιτικής επικοινωνίας αποτελούν τα υπό εξέταση Μ.Μ.Ε., από τα παραδοσιακά (εφημερίδες περιοδικά, ραδιόφωνα, τηλεόραση) μέχρι τα προϊόντα της σύγχρονης επικοινωνιακής τεχνολογίας (internet, κυβερνοχώρος), που οδηγούν σε καθιέρωση όρων όπως information Age- infosphere και « ψηφιακοί πολίτες». Εντοπίζονται και στο χώρο της πολιτικής επικοινωνίας τα κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από την ανεξέλεγκτη δράση των εμπορικών Μ.Μ.Ε., κυρίως της τηλεόρασης με την εκδήλωση φαινομένων « πολιτικής δυσανεξίας, αρνητισμού και χαλάρωσης των παραδοσιακών προτύπων πολιτικής και εκλογικής συμπεριφοράς πολιτικής αποξένωσης και πολιτικού κυνισμού, που υποσκάπτουν τελικά το συμμετοχικό χαρακτήρα μιας δημοκρατικής πολιτείας».