english greek
Αρχική arrow Άρθρα arrow Η επανεμφάνιση της Ρωσίας στα Βαλκάνια και οι εξ’ αυτής επιπτώσεις

Η επανεμφάνιση της Ρωσίας στα Βαλκάνια και οι εξ’ αυτής επιπτώσεις

Θέμα: Η επανεμφάνιση της Ρωσίας στα Βαλκάνια και οι εξ’ αυτής επιπτώσεις. (Ημερίδα 17 Μαρτίου 2008) Συντάκτης: Γεώργιος Δελαστίκ, δημοσιογράφος. Ημερομηνία καταχώρησης: 25 Ιουλίου 2008 Ευχαριστώ για ακόμη μία φορά, για την τιμή που μου κάνετε να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας. Θα ήθελα να είμαι σαφής, γιατί ξέρω σε τι κοινό απευθύνομαι και ξέρω πόσο εκτιμάτε την σαφήνεια των θέσεων, των εκτιμήσεων και των αναλύσεων. Για νάμαστε ακριβείς, ουδέποτε η ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια ήταν τόσο μικρή όσο σήμερα. Όσο δηλαδή μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στα τέλη του 1991. Αυτό που επιχειρεί η Μόσχα στις μέρες μας, είναι η πρώτη σοβαρή απόπειρα επιστροφής της από το απόλυτο μηδέν που υπήρξε κατά την περίοδο του Γέλτσιν, δηλαδή αμέσως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Ο κύριος πόλος ανάπτυξης της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια είναι η Σερβία. Παράλληλα, χρησιμοποιεί αφενός τη σοβιετικής εποχής ενεργειακή εξάρτηση των βαλκανικών χωρών από το ρωσικό πετρέλαιο και αέριο και αφετέρου την κατασκευή νέων μεγαλόπνοων αγωγών φυσικού αερίου κυρίως και πετρελαίου δευτερευόντως, που συνδέουν τα Βαλκάνια με την Κεντρική και Δυτική Ευρώπη. Αυτά τα κάνει η Ρωσία, προκειμένου, πέραν του προφανούς οικονομικού οφέλους, να δημιουργήσει και προϋποθέσεις αναστύλωσης της πολιτικής επιρροής της σε νέα βάση, υπογραμμίζω αυτό το «σε νέα βάση», από ότι παλαιότερα. Η ένταξη πάντως στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, κατ’ αρχάς της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και στη συνέχεια όλων των Βαλκανικών κρατών, όπως έχουν καταστήσει σαφές ότι επιθυμούν οι ΗΠΑ, υψώνει στρατηγικής σημασίας φραγμό στις δυνατότητες αύξησης της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια. Θα ήθελα να το κρατήσουμε αυτό, για να μη προβούμε σε υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις, σχετικώς με το πού μπορεί να φθάσει η επιστροφή της Ρωσίας στα Βαλκάνια. Η ουσία του θέματος στην Ελλάδα, ας μη κρυβόμαστε, πέραν των άλλων των γενικών, είναι κατά πόσο η αύξηση της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια συνεισφέρει στην ανάσχεση της ορμητικά αναπτυσσόμενης τουρκικής επιρροής στην περιοχή μας. Κι’ εδώ είναι ένα ζήτημα, που κατά την γνώμη μου, δεν έχει συζητηθεί επαρκώς στην χώρα μας. Όσο υπήρχε η ενιαία Γιουγκοσλαβία και το σύστημα υπαρκτού σοσιαλισμού, τα Βαλκάνια ήταν σχεδόν αδιαπέραστα στην τουρκική επιρροή. Τι υπήρχε; Μία Αλβανία απομονωμένη από τους πάντες. Μία Γιουγκοσλαβία των αδεσμεύτων του Τίτο με τον προσανατολισμό που όλοι γνωρίζετε και με φιλελληνική στάση στο Κυπριακό. Μια Βουλγαρία, η οποία ήταν ο πιο σταθερός σύμμαχος της ΕΣΣΔ και η Ελλάδα με τις γνωστές σε όλους μας σχέσεις με την Τουρκία. Τουρκική επιρροή στα Βαλκάνια ήταν αδύνατο να υπάρξει. Αυτό που απέμενε, ήταν κάποιες καλύτερες σχέσεις με τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Τίποτα πέραν αυτού. Όλα αυτά όμως άλλαξαν άρδην μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Στην ίδια την Βουλγαρία, με δημόσια ασφυκτική πίεση των ΗΠΑ, τόσο που να μπορούν να το ξέρουν και οι δημοσιογράφοι, το κόμμα της τουρκικής μειονότητας, που εκεί υπερβαίνει το 10%, όχι μόνο πήρε μέρος στις εκλογές, παρά την περί του αντιθέτου απόφαση της Βουλγαρικής βουλής, κατόπιν επιμονής του αμερικανού πρέσβεως, αλλά και εν συνεχεία έχει καταστεί μόνιμος εταίρος όλων των βουλγαρικών κυβερνήσεων, από το 1991 και εντεύθεν. Στην Αλβανία, στη Βοσνία και στα Σκόπια, όπως και στο νεότευκτο κράτος του Κοσσόβου, η τουρκική επιρροή είναι πλέον ισχυρότατη και διαρκώς αυξάνεται. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι έχουμε εισέλθει σε μια χρυσή εποχή για την τουρκική επιρροή στα Βαλκάνια, τέτοια που έχει να ζήσει η Άγκυρα ή η Υψηλή Πύλη, εδώ και περίπου έναν αιώνα. Δηλαδή από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ποτέ άλλοτε η τουρκική επιρροή δεν ήταν τόσο αυξημένη στα Βαλκάνια όσο σήμερα. Με δεδομένη τόσο την αμερικανική, όσο και την ευρωπαϊκή πολιτική, οι οποίες ευνοούν την επέκταση της τουρκικής επιρροής στα Βαλκάνια, η ρωσική πολιτική καθίσταται αντικειμενικά η μόνη πολιτική μεγάλης δύναμης, η οποία είναι δυνατόν, υπό όρους, να αντισταθμίσει εν τινι μέτρω και σαφώς λιγότερο ανταγωνιστικά από όσο την προ του 1990 κατάσταση, την επιρροή της Άγκυρας στην περιοχή μας. Αυτό κατά την άποψή μου, είναι ένα αντικειμενικό πλαίσιο εξέτασης σε βάθος, του τι συμβαίνει με την ρωσική επιρροή και τι μας ενδιαφέρει εμάς. Ειδικά ας αρχίσουμε με κάτι που πολυσυζητιέται στον κρισιμότατο τομέα του ενεργειακού εφοδιασμού. Η προμήθεια ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου παρέχει στη χώρα μας μια εναλλακτική δυνατότητα προμηθείας καθώς έχουμε το εξής πρόβλημα. Ο αμερικανικός σχεδιασμός αξιοποίησης του πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κασπίας και της Κεντρικής Ασίας, μέσω αγωγών διερχομένων από την τουρκική επικράτεια, καθιστά εξ’ αντικειμένου και όχι εκ προθέσεως την χώρα μας ενεργειακό όμηρο της Τουρκίας. Σαφέστατα και υπηρετεί τα Ελληνικά συμφέροντα λοιπόν η Ελληνική συμμετοχή σε ρωσικούς αγωγούς που οδηγούν μέσω Ιταλίας στην Δυτική Ευρώπη, όσο και αν αυτό το πράγμα, εμφανώς πρέπει να πούμε, εκνευρίζει τους Αμερικανούς, οι οποίοι φροντίζουν πρωτίστως για τα συμφέροντα των πετρελαϊκών εταιριών τους στην Κασπία και οι οποίοι όμως στην προσπάθειά τους αυτή, αδιαφορούν για τις παράπλευρες γεωπολιτικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν σε μια χώρα σαν την δική μας, δηλαδή της υπαγωγής της Ελλάδας σε τουρκική ενεργειακή επιρροή, μέσω του συστήματος προμήθειας. Τα ελληνικά συμφέροντα, για να πάμε σε ένα άλλο πολύ σοβαρότερο κατά την γνώμη μου θέμα, συγκλίνουν με εκείνα της Ρωσίας στο κορυφαίο θέμα της διεθνούς αναγνώρισης της μονομερούς ανεξαρτητοποίησης του Κοσσόβου, η οποία ανοίγει νέο κύκλο, αιματηρών πιθανότατα, εθνοτικών συγκρούσεων στα Βαλκάνια με άκρως επικίνδυνες συνέπειες για την Κύπρο. Η σθεναρή υποστήριξη της Μόσχας προς την εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας, η οποία κατέστησε αδύνατη την έγκριση ανεξαρτητοποίησης του Κοσσόβου από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, λόγω του Ρωσικού βέτο, προσφέρει πολύτιμη βοήθεια στην Κύπρο εξ’ αντικειμένου. Και όχι μόνο εξ’ αντικειμένου. Ο απερχόμενος ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, στην αποχαιρετιστήρια συνέντευξή του, όπου αναφέρθηκε και στο θέμα του Κυπριακού, κατ’ αρχήν με μια φράση, για να δείξει την υποκρισία του ΝΑΤΟ στη χρησιμοποίηση δύο μέτρων και δύο σταθμών σε ό,τι αφορά το Κόσσοβο, εν συνεχεία έκανε την εξής δήλωση όταν του ζητήθηκαν διευκρινίσεις: «Τασσόμεθα υπέρ της τήρησης των θεμελιακών αρχών του διεθνούς δικαίου, βάση των οποίων είναι η εδαφική τους ακεραιότητα. Από αυτή την άποψη, έχουμε την ίδια προσέγγιση τόσο στο Κυπριακό πρόβλημα όσο και στο πρόβλημα του Κοσσόβου. Υπάρχει ψήφισμα του ΟΗΕ πως η Σερβία δικαιούται εδαφικής ακεραιότητος. Το ίδιο αφορά και την Κύπρο. Πρέπει να είναι ενιαίο κράτος», είναι οι θέσεις του απερχομένου ρώσου προέδρου. Η ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου, συνιστά άκρως επικίνδυνη εξέλιξη για τους εξής, κυρίως, λόγους: α. Νομιμοποιεί την χρήση στρατιωτικής βίας από ξένες δυνάμεις, προκειμένου να αποσπασθούν εδάφη της επικράτειας μιας χώρας, να καταστούν κατ’ αρχήν de facto ανεξάρτητα και εν συνεχεία να αναγνωρισθούν διεθνώς ως ανεξάρτητο κράτος. Αυτό σημαίνει πρακτικά, ότι ενθαρρύνεται σε παρακάτω κλίμακα, όχι πλέον μόνο στην κλίμακα ΗΠΑ και ΝΑΤΟ που είναι ελεγχόμενη μια σοβαρή χρήση, διότι δίδεται το παράδειγμα σε κάθε ισχυρότερη χώρα, να επιχειρήσει, αν κρίνει ότι οι συνθήκες την ευνοούν, να αποσπάσει εδάφη γειτονικής της χώρας, έχοντας σοβαρή πιθανότητα ότι στο τέλος θα γίνουν δικά της (θα καταστούν ανεξάρτητα και φυσικά στο μέλλον, μπορούν να ενσωματωθούν). Αυτό συνιστά νόμο της ζούγκλας στις διεθνείς σχέσεις. Αλλοίμονο αν πέσουμε σε μια τέτοια κατάσταση. Και βέβαια συνιστά γενικότερη τάση ενθάρρυνσης της αναθεώρησης και επαναχάραξης συνόρων. Το αντιλαμβάνεσθε άριστα, αυτό το πράγμα. Όταν φεύγει ένα κομμάτι, ξαναχαράζουμε τα σύνορα. β. Ενθαρρύνονται οι μειονότητες, μέσω της ανεξαρτητοποίησης του Κοσσόβου, να παίρνουν τα εδάφη που κατοικούν και να αποσχίζονται από την χώρα στην οποία ζούσαν, διεκδικώντας ανεξαρτητοποίηση και μάλιστα ασκώντας ένοπλη βία, όπως έγινε στο Κόσσοβο, στο εσωτερικό και προσπαθώντας να προκαλέσουν και στρατιωτική παρέμβαση και από το εξωτερικό, αν βρουν τους κατάλληλους, κατά περίπτωση φίλους και συμμάχους. Αυτή, είναι μια τρομερά επικίνδυνη εξέλιξη, η οποία απειλεί να προκαλέσει καινούργιο κύκλο συγκρούσεων, λόγω μιας σημαντικής διαφοράς. Μέχρι το Κόσσοβο τι γινόταν; Έφευγαν από την Γιουγκοσλαβία Δημοκρατίες της ομόσπονδης αυτής χώρας, οι οποίες σχεδόν όλες, είχαν υπάρξει στο παρελθόν ως ανεξάρτητα κράτη, τα οποία οικειοθελώς ενώθηκαν το 1918 και συναπετέλεσαν την Γιουγκοσλαβία. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαν ένας μακροχρόνιος γάμος, που δυστυχώς διαλύεται. Δεν είναι και το τέλος του κόσμου! Με το Κόσσοβο όμως, το οποίο ποτέ δεν υπήρξε ανεξάρτητη κρατική οντότητα, αρχίζει καινούργια ιστορία. Τώρα, λέμε ότι κάθε μειονότητα πλέον μπορεί, εφόσον τα καταφέρει, να διεκδικήσει ανεξαρτησία και δικό της κράτος. Αυτό, πέραν του πρώτου γύρου αιματηρών συγκρούσεων που απειλείται να φέρει, θα έχει και το εξής: Την εξαπόλυση προληπτικών πογκρόμ από τα κράτη εναντίον των μειονοτήτων, την αύξηση της καταπίεσής τους, για να προλάβουν τα κράτη, πριν προλάβουν οι άλλοι. Όταν δηλαδή εισάγεται μια αρχή ότι όποιος θέλει, παίρνει τα εδάφη του και φεύγει, αντιλαμβάνεσθε ότι η λογική του κράτους είναι να προασπίσει εγκαίρως την εδαφική του ακεραιότητα. Θα έλεγε κανείς, μήπως αυτό όπως ισχυρίζονται οι δυτικοί, είναι απλά και μόνο μια μεμονωμένη περίπτωση και δεν προμηνύει κάτι άλλο, όπως ψευδώς, ψευδέστατα ισχυρίζονται διάφοροι. Πρόκειται περί συνειδητής πολιτικής επιλογής. Γιατί το ισχυρίζομαι αυτό. Στις 5 Μαΐου του 1999, καθώς μαίνονταν οι βομβαρδισμοί κατά της Γιουγκοσλαβίας, της όποιας Γιουγκοσλαβία είχε απομείνει τότε, ο πρώην Υποδιευθυντής του Εθνικού Συμβουλίου Πληροφοριών της CIA Γκράχαμ Φούλερ, ένα γνωστό και καλό μυαλό δηλαδή, δημοσίευσε στην «Ουάσιγκτον Πόστ», ένα βαρυσήμαντο άρθρο στο οποίο παρουσίαζε τις εξής αντιλήψεις: «Οι μειονότητες θα είναι όλο και πιο απρόθυμες να ζήσουν μέσα σε σύνορα, τα οποία έχουν καθορισθεί αυθαίρετα από την ιστορία. Ποιος όμως είχε το δικαίωμα να αποκτήσει δικό του κράτος; Οποιοσδήποτε; Η σύντομη απάντηση είναι βασικά ναι. Όλοι εκείνοι που αισθάνονται αρκετά δυνατοί για να το αποκτήσουν». Καταλαβαίνει φυσικά ο άνθρωπος, ότι έτσι πάμε σε μια πολυαίμακτη διαδικασία. Και τι λέει: «Η πιθανότητα είναι ότι πολλά δεσποτικά κράτη θα διασπασθούν σε μικρότερες εθνικές ενότητες στην πρώτη φάση, κατόπιν αυτές σε νέες εθνικές μονάδες του κόσμου, θα συμφωνήσουν πιθανόν να ξανασυνδεθούν με νέους τρόπους, με νέους εταίρους, αλλά σε εθελοντική βάση». Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι κάθε μειονότητα, σηκώνεται και φεύγει και πάει και ενώνεται με όποιον θέλει. Τι χειρότεροι από αυτό μπορεί κανείς να υπερασπισθεί για να προκαλέσει πραγματικά αιματοχυσία; γ. Η αποδοχή της επιχειρηματολογίας δικαιολόγησης της ανεξαρτησίας του Κοσσόβου, συνιστά μοιραίο πλήγμα κατά της Κύπρου, επειδή έτσι ενισχύει και δικαιολογεί την απόσχιση του παράνομου Τουρκοκυπριακού κρατιδίου στα κατεχόμενα εδάφη. Η Τουρκία χρησιμοποίησε σε διεθνές επίπεδο την ίδια επιχειρηματολογία που χρησιμοποίησαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ στο Κόσσοβο, για να εμφανίσει ως νόμιμη ενέργεια την εισβολή και κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους και την ανακήρυξη μονομερώς του ψευδοκράτους. Η Τουρκία, ισχυρίζεται ότι επενέβη στρατιωτικά, για ανθρωπιστικούς λόγους επειδή οι Τουρκοκύπριοι ευρίσκοντο υπό την απειλή πογκρόμ, λόγω της μη συνταγματικής πλέον τάξης που είχε προκύψει μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 1974. Αν λοιπόν, κατά την άποψή μου, βρεθεί Ελληνική κυβέρνηση που θα αναγνωρίσει υπό τις σημερινές συνθήκες την ανεξαρτησία του Κοσσόβου, θα καταφέρει, χωρίς να το θέλει φυσικά, αλλά οφείλει να έχει επίγνωση εκ προοιμίου, ένα πολύ ισχυρό πλήγμα εναντίον της Κύπρου. Δεν είναι φυσικά τυχαίο, ότι από τις 27 χώρες της ΕΕ, οι 15 έχουν ήδη αναγνωρίσει το Κόσσοβο, 5 είναι σε διαδικασία λεπτομερειών της ρύθμισης, (μπορεί και κάποιες από αυτές, ήδη να το έχουν αναγνωρίσει και συνεπώς τελεσιδίκως 20), 2 χώρες, η Ιταλία και η Μάλτα, ταλαντεύονται, και οι χώρες οι οποίες δεν έχουν αναγνωρίσει το Κόσσοβο και δεν προτίθενται να το κάνουν, θα είναι η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ισπανία, η Ρουμανία και η Σλοβακία. Η Ρουμανία και η Σλοβακία για όσους τυχόν δεν το γνωρίζουν, επειδή έχουν πολύ ισχυρές ουγγρικές μειονότητες, μέσα στους κόλπους τους. Να επισημάνουμε επίσης, ένα άλλο πολύ σοβαρό σημείο και αυτό είναι ότι παρατηρείται σταδιακή αλλαγή της Ρωσικής στάσης στο θέμα των Σκοπίων με κορυφαίο πρόσφατο σημείο την δήλωση του Ρώσου πρεσβευτή στην Αθήνα Ντόβιν, ότι η Μόσχα είναι έτοιμη να αναγνωρίσει ως όνομα των Σκοπίων, όποιο όνομα ενδεχομένως συμφωνηθεί με την Αθήνα. Είναι γνωστό ότι η Ρωσία, ήταν από τις πρώτες χώρες στον κόσμο, που αναγνώρισε τα Σκόπια ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Οφείλω απλώς να υπενθυμίσω, ότι επρόκειτο για την Ρωσία της κατάρρευσης και της πλήρους εξαχρείωσης πολιτικής, ηθικής και οικονομικής του Γέλτσιν, η οποία δεν είναι η ίδια , το ανέφερε ήδη και ο Πρόεδρος του Συνδέσμου στην προσφώνηση του, με την σημερινή Ρωσία του Πούτιν. Η σημερινή Ρωσία του Πούτιν, δείχνει πρόθυμη να αλλάξει εκείνη την απόφαση, εφόσον της παρασχεθούν τα προσχήματα εκείνα τα διπλωματικά, δηλαδή η συμφωνία για ένα όνομα, που θα της επιτρέψουν να το κάνει με λογικό τρόπο. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ένα άλλο σημείο που πρέπει να έχουμε υπόψη μας - και εσείς θα το καταλάβετε πολύ βαθειά αυτό - για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε γιατί η Ρωσία ενδιαφέρεται πάρα πολύ, πολύ περισσότερο από όσο δείχνει, για τα Βαλκάνια και γιατί ταυτόχρονα τα Βαλκάνια σύρονται σε μια πολύ σημαντική αναμέτρηση που τα υπερβαίνει. Η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στο ΝΑΤΟ και η εγκατάσταση σ’ αυτές αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, που συνεισφέρουν στην στρατιωτική περικύκλωση της Ρωσίας από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, αλλά και οι πρόδηλες προθέσεις της Ουάσιγκτον να εντάξει στο προσεχές μέλλον στο ΝΑΤΟ την Γεωργία και την Ουκρανία, μετατρέπουν ουσιαστικά την Μαύρη Θάλασσα για πρώτη φορά στην ιστορία σε αμερικανική λίμνη. Αν δηλαδή όλα τα ουκρανικά παράλια, φαντασθείτε ότι και η Κριμαία ανήκει στην Ουκρανία, αν αυτές οι χώρες ανήκουν στο ΝΑΤΟ, δηλαδή Ουκρανία, Γεωργία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Τουρκία, απομένει μια γωνίτσα στην Β-ΒΑ ακτή της Μαύρης Θάλασσας, η οποία θα είναι ρωσική. Για πρώτη φορά στην ιστορία, κινδυνεύουμε να δούμε την Μαύρη Θάλασσα ως αμερικανική, (δυτική θέλετε να την πείτε ;) λίμνη. Αντιλαμβάνεσθε ότι δεν μπορεί μια ρωσική κυβέρνηση στον βαθμό που η χώρα έχει ξεφύγει από το έσχατο σκαλοπάτι της εξαθλίωσης να ανεχθεί αυτό το πράγμα. Έτσι, το ρωσικό ενδιαφέρον για τα Βαλκάνια είναι, από δικά της ζωτικά συμφέροντα, πολύ ζωντανό πλέον. Η Ελλάδα έχει να αποκομίσει πολλαπλά οφέλη εφόσον αξιοποιήσει την αναζωπύρωση του ρωσικού ενδιαφέροντος, όπου κρίνει ότι τα συμφέροντά της συγκλίνουν με εκείνα της Μόσχας. Τονίζεται όπου κρίνει. Από την στιγμή πάντως που την Αθήνα και την Μόσχα δεν την χωρίζουν πλέον διαφορετικά πολιτικοστρατιωτικά συστήματα και αντίπαλα στρατιωτικά μπλόκ, αφού το Σύμφωνο της Βαρσοβίας αυτοδιαλύθηκε, η ρωσική παρουσία στα Βαλκάνια, έχει κυρίως θετικές επιπτώσεις για τα Ελληνικά συμφέροντα. Νομίζω, ότι δεν υπερέβαλα σε κάποιο σημείο της παρουσίασης της κατάστασης. Είναι μια ευκαιρία για τη χώρα μας και την πολιτική ηγεσία, ψύχραιμα, χωρίς το συνηθισμένο σ’ εμάς υπερενθουσιασμό στην αρχή, με υπερβολικά σχέδια και με φρούδες ελπίδες στις νέες αυτές συνθήκες του μεγάλου ανταγωνισμού και των δυσκολιών του 21ου αιώνα, να αποκομίσει οφέλη από την ρωσική παρουσία στα Βαλκάνια. * Το κείμενο προέρχεται από απομαγνητοφώνηση που έγινε με μέριμνα της Συντακτικής Επιτροπής των Εθνικών Επάλξεων.
Powered by Elxis - Open Source CMS.
Copyright (C) 2006-2012 Elxis.org. All rights reserved.