english greek
Αρχική arrow Άρθρα arrow Η εξέλιξη της ελληνικής αντίληψης για το ρόλο της Ατλαντικής Συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης Το

Η εξέλιξη της ελληνικής αντίληψης για το ρόλο της Ατλαντικής Συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης Το

Θέμα: Η εξέλιξη της ελληνικής αντίληψης για το ρόλο της Ατλαντικής Συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης Το «χάσμα προσδοκιών-πραγματικότητας»
 
Συντάκτης: Παναγιώτης Τσάκωνας Επ. Καθηγητής Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών Πανεπιστημίου Αιγαίου
 
Ημερομηνία καταχώρησης: 27 Ιουλίου 2007
 


ο κεντρικό επιχείρημα της παρέμβασής μου είναι ότι η Ελλάδα αντιμετώπισε παραδοσιακά τόσο το ΝΑΤΟ όσο και την ΕΟΚ/ΕΕ ως «προμηθευτές ασφάλειας» απέναντι σε αυτό που θεωρούσε ως τη κυρίαρχη απειλή για τα εθνικά της συμφέροντα, δηλαδή τη Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να βιώνει, κατά το τελευταίο μισό αιώνα, αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «χάσμα προσδοκιών-πραγματικότητας» και το οποίο αφορά στην απόσταση που χωρίζει τις προσδοκίες της Ελλάδας να λύσει τόσο το ΝΑΤΟ όσο και η ΕΕ τα προβλήματα ασφάλειάς της από την πραγματικότητα που αφορά στην αδυναμία αυτών των δύο οργανισμών –οι οποίοι δείχνουν ούτε να είναι σε θέση αλλά ούτε και να επιθυμούν– να ικανοποιήσουν τις ελληνικές προσδοκίες.1
Συνακόλουθα, επιχειρείται να αναδειχθεί η ανάγκη να γίνουν καλύτερα κατανοητά τόσο από τους διαμορφωτές αποφάσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής όσο και από την ελληνική κοινή γνώμη τα όρια και οι δυνατότητες παρέμβασης τόσο του ΝΑΤΟ όσο και του διαμορφούμενου ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας και άμυνας όσον αφορά στην προστασία ή/και την προώθηση των αμιγώς ελληνικών εθνικών συμφερόντων. Στην κατεύθυνση αυτή, επιχειρείται μια κριτική αποτίμηση της ελληνικής αντίληψης για το ρόλο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, επιμένοντας στη θεσμική διάσταση των δύο οργανισμών που αφορά ειδικά στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας.
Η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η πρώτη –εξελικτικά– περίοδος των μεγάλων κραδασμών και απογοητεύσεων της ελληνικής πλευράς όσον αφορά στο δυνητικό ρόλο των δύο οργανισμών να προωθήσουν τα ελληνικά συμφέροντα. Όπως είναι γνωστό, παραδοσιακά η Ελλάδα βασίστηκε σε ένα συνδυασμό «εσωτερικής» (ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις) και «εξωτερικής εξισορρόπησης» (συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς και συμμαχίες που αύξαναν την πολιτική ισχύ της χώρας και την αποτρεπτική της ικανότητα έναντι της Τουρκίας). Ειδικότερα, η Ελλάδα βάσισε σε μεγάλο βαθμό την εξισορροπητική της προσπάθεια έναντι της Τουρκίας –πέραν της πίστης της στην ανάγκη τήρησης των διεθνών κανόνων και εφαρμογής του διεθνούς δικαίου– στην συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στον μεσολαβητικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.2 Θα μπορούσε ειδικότερα να υποστηριχτεί ότι για τους διαμορφωτές αποφάσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάδα αντιμετώπιζε την συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ περισσότερο ως δυνατότητα εξισορρόπησης της τουρκικής απειλής και λιγότερο ως αποτελεσματική συνεισφορά στην προσπάθεια συλλογικής άμυνας έναντι του αντιπάλου Συμφώνου της Βαρσοβίας.3
Το ίδιο θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι σε μεγάλο βαθμό ίσχυε και για τον τρόπο που η Τουρκία αντιμετώπιζε τη συμμετοχή της στην Ατλαντική Συμμαχία. Kατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το ΝΑΤΟ προσέφερε μια «κουβέρτα ασφαλείας» έναντι της μεγάλης απειλής με το κύριο βάρος της ανάσχεσης της Σοβιετικής απειλής να πέφτει στους ώμους των ισχυρών Νατοϊκών κρατών και συνακόλουθα να προσφέρεται στην Ελλάδα και την Τουρκία η δυνατότητα να μεταφέρουν την προσοχή τους από την Σοβιετική απειλή στο μεταξύ τους πρόβλημα. Βασικό μέλημα της Ατλαντικής Συμμαχίας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου –αλλά και μετά το τέλος του– ήταν η διατήρηση της επιχειρησιακής σταθερότητας και συνοχής της νοτιοανατολικής της πτέρυγας. Κατά συνέπεια, η αποτροπή ενδεχόμενης ελληνοτουρκικής σύγκρουσης (με άλλα λόγια η διαχείριση συγκεκριμένων προβλημάτων) και όχι η όποια επένδυση για την λύση τους συνιστούσε το βασικό πλαίσιο δυνητικής παρέμβασης του ΝΑΤΟ στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.
Συνεπώς, με δεδομένο ότι:
(α) το ΝΑΤΟ δεν έθετε θέμα επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών ως προϋπόθεση της συνέχισης της ιδιότητας του μέλους,
(β) ότι λειτουργούσε ως «υποκατάστατο» μακροπρόθεσμων λύσεων στη λογική της αποτροπής ή/και διαχείρισης ενδεχόμενης κρίσης μεταξύ των κρατών-μελών του και
(γ) ότι Ελλάδα και Τουρκία λειτουργούσαν σχεδόν με τη βεβαιότητα ότι το ΝΑΤΟ θα έκανε ό,τι ήταν δυνατόν προκειμένου να αποφευχθεί μια ένοπλη σύρραξη μεταξύ τους.
ελικώς τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία δεν είχαν πολύ σοβαρά κίνητρα ώστε να θέσουν τις συμμαχικές προτεραιότητες πάνω από τις δικές τους προτεραιότητες όσον αφορά το σχεδιασμό δυνάμεων, τα εξοπλιστικά τους προγράμματα κλπ.
Συνακόλουθα, καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και οι δύο σύμμαχες –στον ίδιο οργανισμό– χώρες αντιμετώπισαν το ΝΑΤΟ ως στρατηγικό εργαλείο προώθησης ήδη διαμορφωμένων εθνικών συμφερόντων και όχι ως ένα κοινό forum ή πολύ περισσότερο ως ένα εργαλείο προώθησης συλλογικών συμφερόντων. Έτσι μια διμερής διαφορά, όπως εύστοχα επισημάνθηκε, απέκτησε πολυμερή διάσταση.4 Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πραγματικότητας θα μπορούσαν να αναφερθούν τα βέτο που έθετε η μια χώρα στην άλλη σχετικά με τις δηλώσεις που αφορούσαν στην ετήσια καταγραφή των δυνάμεων που η κάθε χώρα διαθέτει στη Συμμαχία (country chapters). Το άμεσο βεβαίως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας ήταν να διαβρωθεί ο νομιμοποιητικός χαρακτήρας του ΝΑΤΟ και, συνακόλουθα, η ικανότητά του να λειτουργήσει ως «αποδεκτός μεσολαβητής» (honest broker) από τις δύο σύμμαχες χώρες όσον αφορά στην επίλυση της μεταξύ τους διαμάχης.
Η προσδοκία –αν όχι πίστη– της ελληνικής πλευράς ότι η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ θα συνεισφέρει στην εξισορρόπηση της τουρκικής απειλής ή ότι πολύ περισσότερο θα αναδείξει τη Συμμαχία σε εγγυητή των ελληνοτουρκικών συνόρων στην Κύπρο5 και θα καταδείξει την αποφασιστικότητα της Δύσης να ελέγξει τον τουρκικό αναθεωρητισμό θα κλονιστεί με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974.6
Ως απάντηση η ελληνική πλευρά θα επιλέξει τότε να κινηθεί προς την ανάπτυξη της πολιτικής της «εσωτερικής εξισορρόπησης» της τουρκικής απειλής, μέσω της γενναίας ενίσχυσης των ενόπλων της δυνάμεων και γενικότερα της στρατιωτικής της ικανότητας.7 Σχετικά σύντομα όμως η ελληνική πλευρά θα επιστρέψει στην επιλογή του παραδοσιακού συνδυασμού «εσωτερικής» και «εξωτερικής εξισορρόπησης», επιλέγοντας την επανένταξή της το 1980 στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ –από το οποίο είχε αποχωρήσει το 1974 λόγω τηςτουρκικής εισβολής– τον ρόλο του οποίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, έβλεπε ως ικανό να κρατά σε χαμηλό επίπεδο την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο κρατών-μελών του (για λόγους συμφέροντος της ίδιας της Συμμαχίας, δηλαδή της διατήρησης της επιχειρησιακής σταθερότητας και συνοχής της νοτιοανατολικής της πτέρυγας).8

Ε
ίναι ενδιαφέρον ότι η Ελλάδα –ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 θα προχωρήσει στην αναζήτηση και άλλων εξωτερικών δυνατοτήτων που θα κατάφερναν –κατά το βέλτιστο– να λειτουργήσουν ως «προμηθευτές ασφάλειας» (security providers) και –κατά το ελάχιστο– να ενισχύσουν την εξισορροπητική της προσπάθεια έναντι της τουρκικής απειλής. Στην κατεύθυνση αυτή η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) παρουσιάστηκε στη δεκαετία του ’70 ως ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρον υποψήφιος. Πραγματικά, στα τέλη αυτής της δεκαετίας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δρομολογούσε την ένταξη της Ελλάδος στους κόλπους της τότε ΕΟΚ με στόχο –εκτός από τα προφανή εσωτερικά οφέλη που συνδέονταν με την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και την ενίσχυση των πολιτικών θεσμών της χώρας– την εξασφάλιση διεθνών ερεισμάτων, και ειδικότερα την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας.9 Παρόμοιες προτεραιότητες συνέτρεξαν και λίγο αργότερα σε σχέση με την ανάγκη συμμετοχής της Ελλάδας στον αμυντικό βραχίονα της ΕΟΚ, την Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ), καθώς η τελευταία αντιμετωπίζετο ως «ένα σύστημα πολιτικής αλληλεγγύης που θα μπορούσε να στηριχτεί σε οικονομικούς και διπλωματικούς μοχλούς πίεσης αποτρέποντας την Άγκυρα από πιθανές περιπέτειες στο Αιγαίο».10
Πόσο όμως θετικά ήταν τα μηνύματα από το ευρωπαϊκό –πλέον– μέτωπο όσον αφορά στην προσπάθεια της ελληνικής πλευράς να το καταστήσει «προμηθευτή ασφάλειας»; Μια κριτική αποτίμηση της περιόδου που ακολουθεί το τέλος του Ψυχρού Πολέμου καταδεικνύει ότι στη νέα μεταψυχροπολεμική εποχή παρατηρούνται διαδοχικές διευρύνσεις και γεφυρώσεις του «χάσματος προσδοκιών-πραγματικότητας».
Κατ’ αρχήν τα μηνύματα και από το «ευρωπαϊκό μέτωπο» –που συνδέετο με την συμμετοχή της Ελλάδας στη ΔΕΕ– ήταν δυσάρεστα σε σχέση με τις προσδοκίες της ελληνικής πλευράς, καθώς μέσω του άρθρου 5 της Διακήρυξης του Petersberg τον Ιούνιο του 1992, η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση καθιστούσε σαφές προς την ελληνική πλευρά ότι δεν ήταν διατεθειμένη να εμπλακεί σε ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ ενός κράτους-μέλους της (Ελλάδα) και ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ (Τουρκία).11 Μια απόφαση, η οποία αξιολογήθηκε από την ελληνική πλευρά, στην καλύτερη περίπτωση ως αμφιλεγόμενη και επώδυνη, και στην χειρότερη ως ιδιαίτερα επιθετική έναντι ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.12
Η κρίση στα Ίμια τον Ιανουάριο του 1996 κατέδειξε στους διαμορφωτές αποφάσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με ιδιαίτερα έντονο τρόπο όχι μόνον τον εξαιρετικά περιορισμένο ρόλο που μπορεί να παίξει το ΝΑΤΟ στη διαχείριση μιας ελληνοτουρκικής κρίσης αλλά και την απουσία τόσο της ΕΕ όσο και του αμυντικού της τότε βραχίονα, δηλαδή της ΕΕ να λειτουργήσει είτε ως αξιόπιστος μεσολαβητής είτε –πολύ περισσότερο– ως εγγυητής των ελληνικών συνόρων. Το αποτέλεσμα ήταν να καταβληθεί για μια ακόμη φορά ιδιαίτερη προσπάθεια από ελληνικής πλευράς κατά την Διακυβερνητική Διάσκεψη του Άμστερνταμ το 1996 προκειμένου να συμπεριληφθεί «ρήτρα αλληλεγγύης και εγγύησης των εξωτερικών συνόρων». Ένα αίτημα το οποίο και πάλι απορρίφθηκε από την Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση.13
Με τις ελληνικές προσδοκίες να παραμένουν υψηλές, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι παρατηρούμε μια αισθητή γεφύρωση του χάσματος αμέσως μετά τη γαλλο-βρετανική συνάντηση στο St. Malo το 199814 και ακόμα περισσότερο τον Δεκέμβριο του 1999, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι.15 Είναι τότε που οι δυναμικές αποφάσεις της ΕΕ να δρομολογήσει με συγκεκριμένες θεσμικές πρωτοβουλίες τη ανάληψη αυτόνομης ευρωπαϊκής δράσης –όταν βεβαίως το ΝΑΤΟ δεν επιθυμεί να εμπλακεί – προσλαμβάνονται από την Ελλάδα ως εξαιρετικά ελπιδοφόρα μηνύματα στη κατεύθυνση ικανοποίησης των ελληνικών προσδοκιών.
Τον Οκτώβριο του 2000 έχουμε μια ακόμη διεύρυνση του χάσματος όταν στα πλαίσια μιας Νατοϊκής άσκησης ορισμένες από τις ελληνοτουρκικές διαφορές για ζητήματα κυριαρχίας στο Αιγαίο έρχονται στην επιφάνεια, η ελληνική πλευρά ζητά από την ΕΕ να πάρει θέση –καθώς το πρόβλημα προέρχεται από μια χώρα η οποία μερικούς μήνες πριν είχε αποκτήσει το καθεστώς της υποψήφιας– και η ΕΕ απαντά, μέσω του προέδρου της Επιτροπής Ασφάλειας και Άμυνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι η ΕΕ δεν ασχολείται με τέτοιου είδους ζητήματα.16
Οι ελληνικές προσδοκίες ξαναζωντανεύουν και το «χάσμα προσδοκιών πραγματικότητας» μικραίνει-περιορίζεται και πάλι καθώς η ΕΕ –κυρίως μετά τη Διάσκεψη Δέσμευσης Δυνατοτήτων (Capabilities Commitment Conference) το Νοέμβριο του 2000 και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Νίκαια το Δεκέμβριο του ίδιου έτους–δείχνει να θέλει να προχωρήσει δυναμικά τη δημιουργία ενός αυτόνομου ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας και άμυνας.17
Το 2001 το «χάσμα προσδοκιών-πραγματικότητας» θα διευρυνθεί και πάλι. Είναι τότε που στην προσπάθεια να μην υπάρξει εμπλοκή στη διαδικασία που αφορά στη σχέση που θα πρέπει να έχει η ΕΠΑΑ (ESDP) με το ΝΑΤΟ (το λεγόμενο Berlin-plus) καταβάλλεται μια προσπάθεια –κυρίως από ΗΠΑ και Μ. Βρετανία– να κατευναστούν οι τουρκικές ανησυχίες μέσω γραπτών διαβεβαιώσεων ότι δεν μπορεί η ΕΠΑΑ να χρησιμοποιηθεί από την Ελλάδα εναντίον της Τουρκίας.18 Δυστυχώς το προτεινόμενο σχέδιο εξόδου από το αδιέξοδο ενώ προσφέρει στις τουρκικές ανησυχίες τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις όσον αφορά στην Ελλάδα, δεν προσφέρει ανάλογες διαβεβαιώσεις και στην Ελλάδα όσον αφορά στην Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν να διευρυνθεί το «χάσμα προσδοκιών-πραγματικότητας» καθώς όχι μόνον διαψεύδονται οι –ούτως ή άλλως– ανεδαφικές προσδοκίες της Ελλάδας ότι τα εθνικά της συμφέροντα μπορούν να υποστηριχτούν από έναν μελλοντικό ευρωπαϊκό στρατιωτικό οργανισμό αλλά, κυρίως, διότι αναδεικνύεται για τους διαμορφωτές αποφάσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής το ενδεχόμενο το διαμορφούμενο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας και άμυνας να αναπτυχθεί ακόμη και με τρόπο που θα μπορούσε να θέσει τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους μέλους σε κίνδυνο.
Τον Ιούλιο του 2002, οι επιστολές του Βέλγου Πρωθυπουργού Verhofstadt στο Γάλλο και Βρετανό ομόλογό του σχετικά με τις αρχές που θα πρέπει να χαρακτηρίζουν την αναπτυσσόμενη ΕΠΑΑ, θα γεφυρώσουν και πάλι το «χάσμα προσδοκιών-πραγματικότητας». Και τούτο διότι θα τονίσουν «την ανάγκη της ανάπτυξης του στοιχείου της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ» και, ακόμη περισσότερο, διότι θα προτείνουν η αναφορά σε αμοιβαία και συλλογική εγγύηση ασφάλειας να ενσωματωθεί στη διαμορφούμενη τότε Συνταγματική Συνθήκη.19 Όπως ήταν φυσικό η πρόταση αυτή ενίσχυσε την παραδοσιακή αντίληψη της Ελλάδας για την μετατροπή της ΕΕ –μέσω της αναπτυσσόμενης ΕΠΑΑ– σε «προμηθευτή ασφάλειας».
Τέλος η πιο πρόσφατη εξέλιξη αφορά στο σχέδιο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος –το οποίο όπως είναι γνωστό, μετά τα αρνητικά δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία, παραμένει σε εκκρεμότητα– όπου για πρώτη φορά εισάγονται δύο ρήτρες αλληλεγγύης που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ασφάλεια τόσο της ΕΕ όσο και των κρατών-μελών. Η πρώτη ρήτρα αμοιβαίας αλληλεγγύης αφορά σε περιπτώσεις τρομοκρατικών επιθέσεων ή φυσικών και ανθρωπογενών καταστροφών.20
Η δεύτερη ρήτρα –η οποία συνιστά μια μικρή επανάσταση στην ιστορία της Ένωσης – επεκτείνει την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών και στις περιπτώσεις ένοπλης επίθεσης κατά ενός κράτους-μέλους. Συνακόλουθα, σε περίπτωση που εκδηλωθεί ένοπλη επίθεση από ένα τρίτο κράτος κατά της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους-μέλους της Ε.Ε., τα υπόλοιπα κράτη-μέλη υποχρεώνονται να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.21
Συμπερασματικά, η ανάπτυξη ενός ενεργού ρόλου από μέρους της Ελλάδας τόσο εντός του ΝΑΤΟ όσο και εντός της ΕΕ –κυρίως στα πλαίσια του διαμορφούμενου ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας και άμυνας– θα πρέπει όχι μόνο να συνεχιστεί αλλά και να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο, με γνώμονα τη σύγκλιση κοινών συμφερόντων και την επίτευξη μιας συλλογικής/κοινής ασφάλειας απέναντι σε κοινές απειλές. Όπως είναι γνωστό η Ελλάδα είναι σημαντικός αρωγός στις επιχειρήσεις και πολιτικές της Ατλαντικής Συμμαχίας, συμμετέχοντας ενεργά σε αποστολές της Συμμαχίας –μεταξύ άλλων– στα Βαλκάνια, στο Αφγανιστάν και στο Νταρφούρ. Επίσης, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα προωθεί δυναμικά την ανάπτυξη ενός αυτόνομου ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας και άμυνας, το οποίο εξακολουθεί –παρά τα σημαντικά βήματα που έχει κάνει η ΕΕ– να παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.22 Στα πλαίσια αυτά, έχει –στο παρελθόν και από κοινού με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ– αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες –και εξακολουθεί να διαδραματίζει ένα ενεργό ρόλο– για την προώθηση σχημάτων «διαρθρωμένης συνεργασίας» τα οποία επιχειρούν να «τρέξουν» πιο γρήγορα την υπόθεση της ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας.
Ταυτόχρονα όμως, θα πρέπει να γίνουν καλύτερα κατανοητά τόσο από τους διαμορφωτές αποφάσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής όσο και από την ελληνική κοινή γνώμη οι δυνατότητες και –κυρίως– τα όρια παρέμβασης τόσο του ΝΑΤΟ όσο και του διαμορφούμενου ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας και άμυνας όσον αφορά στην προστασία ή/και την προώθηση των αμιγώς ελληνικών εθνικών συμφερόντων.

Multi Search

WWW

Google
Αναζήτηση στο διαδίκτυο με το Google

Ιστοσελίδα

Google
Αναζήτηση σε αυτή την ιστοσελίδα με το Google



Website design and implementation

Website design and implementation
Powered by Elxis - Open Source CMS. Copyright (C) 2006-2010 Elxis.org. All rights reserved.