Θέμα: Η γεωπολιτική μαύρη τρύπα.
Συντάκτης: Ιωάννης Παρίσης, Υποστράτηγος ε.α. υπ. Διδάκτορ Πολιτικών Επιστημών
Ημερομηνία καταχώρησης: 28 Σεπτεμβρίου 2007
Ο γνωστός καθηγητής και πρώην σύμβουλος εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ, Zbigniew Brzezinski, στο βιβλίο του «Η μεγάλη σκακιέρα» (1997), περιγράφει την περιοχή που περικλείει την Τουρκία, την περιοχή του Καυκάσου, το Καζακοτάν, τη δυτική Κίνα, την βορειοδυτική Ινδία, ολόκληρη την Αραβική χερσόνησο και όλες τις χώρες που περιλαμβάνονται μέσα σ’ αυτό τον κύκλο, ως περιοχή διαποτιζόμενη από τη βία. «Στο κέντρο της Ευρασίας», γράφει ο Brzezinski, «ο χώρος μεταξύ της διευρυνόμενης Ευρώπης και της ανερχόμενης περιφερειακά Κίνας, θα παραμείνει γεωπολιτική μαύρη τρύπα, τουλάχιστον μέχρις ότου η Ρωσία λύσει την εσωτερική διαμάχη σχετικό με τον μετα-αυτοκρατορικό αυτοπροσδιορισμό της, ενώ η περιοχή νότια της Ρωσίας - τα ευρασιατικό Βαλκάνια - απειλείται να γίνει καζάνι εθνοτικών συγκρούσεων και ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων».
Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε καλύτερα την κατάσταση στην περιοχή, και έτσι να κατανοήσουμε τις βαθύτερες επιδιώξεις των Αμερικανών αλλά και των λοιπών δυτικών συμμάχων στην περιοχή, είναι χρήσιμο να αναλύσουμε την γεωπολιτική διάσταση της ευρύτερης περιοχής της Ευρασίας.
Το σύγχρονο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ευρασίας
Ο όρος «Ευρασία» αναφέρεται στην Ευρώπη και την Ασία ως ενιαίο ηπειρωτικό συγκρότημα και χρησιμοποιείται ιδιαίτερα με την γεωγραφική έννοια, δεδομένου ότι πολλοί νεότεροι γεωγράφοι χαρακτηρίζουν την Ευρώπη - από καθαρά γεωγραφική άποψη - ως χερσόνησο της Ευραοίας. Ενδιαφέρουσες είναι οι απόψεις που διατύπωσαν οι γεωπολιτικοί Mackinder και Spykman περί της «Παγκόσμιας Νήσου» και της «Καρδιάς της Γης», τη σημασία της Ευρασίας για την παγκόσμια κυριαρχία καθώς και τη σημασία του ελέγχου της ευρασιατικής περιμέτρου.
Η γεωπολιτική σημασία της Ευρασίας παραμένει ιδιαίτερα σημαντική στην αρχή του 21ου αιώνα. Περίπου το 75% του παγκοσμίου πληθυσμού ζει στην περιοχή αυτή και το μεγαλύτερο μέρος του παγκοσμίου φυσικού πλούτου βρίσκεται επίσης εκεί. Η Ευρασία αντιπροσωπεύει το 60% περίπου του παγκοσμίου ΑΕΠ και τα τρία τέταρτα περίπου των παγκοσμίως γνωστών ενεργειακών πόρων.
Στην Ευρασία βρίσκονται τα ισχυρά από πολιτική άποψη και δυναμικά κράτη. Επίσης:
– Οι έξη μεγαλύτερες, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, οικονομίες και καταναλωτές αμυντικού υλικού βρίσκονται στην Ευρασία.
– Όλες οι παγκόσμιες δυνάμεις που διαθέτουν φανερά πυρηνικά όπλα, πλην των ΗΠΑ, και όλες οι παγκόσμιες δυνάμεις που διαθέτουν κρυφά πυρηνικά όπλα, εκτός από μία, βρίσκονται στην Ευρασία.
– Οι δύο πολυπληθέστεροι διεκδικητές της περιφερειακής ηγεμονίας και της παγκόσμιας επιρροής - η Ρωσία και η Κίνα - είναι ευρασιατικές δυνάμεις. Αθροιστικό, η δύναμη της Ευρασίας υπερβαίνει κατά πολύ εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, είναι πολύ μεγάλη για να είναι πολιτικώς ενιαία.
– Στις δυνάμεις αυτές θα πρέπει να προστεθεί και η Ινδία η οποία αναπτύσσεται ραγδαία και στις αμέσως επόμενες δεκαετίες η επιρροή της θα είναι σημαντική, ως παγκόσμιας μεγάλης δύναμης.
Σύμφωνα με τον Paul Kennenty, «Η ανάπτυξη της Σοβιεπκής Αυτοκρατορίας φαίνεται ότι επιβεβαιώνει τις γεωπολιτικές προβλέψεις του Mackinder και άλλων ότι, αν μια γιγαντιαία στρατιωτική δύναμη ελέγξει τις πηγές της ευρασιατικής «Καρδιάς» και περαιτέρω αυτό το κράτος επεκταθεί στις επάκτιες περιοχές, τότε μια τέτοια προοπτική θα πρέπει να αντιμετωπισθεί από τ/ς μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, εάν πρόκειται να διατηρήσουν την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεως» (Kennenty Paul, “The Rise and the Fall of the Great Powers: Economic Change and Military Conlict from 1500-2000”, N.York 1987). Ωστόσο, πριν η ΕΣΣΔ κατορθώσει να επεκταθεί στις επάκτιες περιοχές της Ευρασίας, διαλύθηκε ως κράτος, ενώ ταυτοχρόνως απώλεσε τη θέση της ως υπερδύναμης.
Στην περιοχή της Ευρασίας, που εκτείνεται από τη Λισσαβόνα έως το Βλαδιβοστόκ, λαμβάνει χώρα ο αγώνας για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Η γεωοτρατηγική, δηλαδή η στρατηγική διαχείριση των γεωπολιτικών συμφερόντων, αναπτύσσεται στη δυτική, στην ανατολική, στη νότια και στη κεντρική περιφέρεια της ευρασιατικής περιοχής. Μια ματιά στις περιοχές αυτές οδηγεί στις ακόλουθες διαπιστώσεις:
– Η δυτική περιφέρεια της Ευρασίας, ανήκει γεωγραφικά στην Ευρώπη και πολιτικά, κατά βάση, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το NATO, ενώ είναι έντονη η αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Στην περιφέρεια αυτή θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την περιοχή του Καυκάσου, τα «ευρασιατικό Βαλκάνια», τα οποία ωστόσο παρουσιάζουν τα δικά τους ιδιαίτερα γεωπολιτικά χαρακτηριστικά, που θα αναλύσουμε σε επόμενο άρθρο μας.
– Η ανατολική περιφέρεια διακρίνεται στην ηπειρωτική και τη νησιωτική άπω ανατολή. Η πρώτη περιλαμβάνει την Κίνα, η οποία θα πρέπει να θεωρείται ως ένας εν δυνάμει διεκδικητής του ελέγχου της περιοχής και ειδικά του σιβηρικού και κεντρο-ασιατικού χώρων, που αποτελούν περιοχές γεωπολιτικού ενδιαφέροντος της και θα της παρείχαν πολιτικά και οικονομικά οφέλη. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται η Βόρεια Κορέα, μια από τις χώρες που έχουν τεθεί εκτός της διεθνούς κοινότητας και θεωρείται εν δυνάμει απειλή για τη Δύση. Η δεύτερη περιοχή - η νησιωτική -περιλαμβάνει ένα δραστήριο αντίπαλο του προηγουμένου, την Ιαπωνία, που μαζί με τη Νότια Κορέα παρέχουν βάση σε αμερικανικές δυνάμεις.
– Ως κεντρική χαρακτηρίζεται η ενδιάμεση περιοχή μεταξύ των δύο πιο πάνω περιφερειών, την οποία κατείχε μέχρι τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, η Σοβιετική Ένωση. Αραιοκατοικημένη, με πολιτική ρευστότητα και οργανωτικά κατακερματισμένη. Οι πέντε χώρες της περιοχής - Καζακστάν, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν, Κιργιστάν και Τουρκμενιστάν - που ανεξαρτοποιήθηκαν μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, επιδιώκουν με δειλά βήματα να βαδίσουν το δρόμο της ανάπτυξης και ευημερίας, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν σοβαρότατα και πολλαπλό προβλήματα. Οι εθνικιστικές διενέξεις, η δυσμενής θέση κάποιων μειονοτήτων και η έξαρση του ισλαμισμού, σε συνδυασμό προς τις βλέψεις των γύρω χωρών εξαιτίας του φυσικού τους πλούτου, συνιστούν παράγοντες που καθιστούν ενδεχόμενη μια ανάφλεξη στην περιοχή.
– Η νότια περιφέρεια παρουσιάζεται ως πολιτικά αναρχούμενη, αλλά πλούσια σε πηγές ενέργειας. Η περιοχή αυτή παρουσιάζει μεγάλη σημασία τόσο για τα δυτικά, όσο και για τα ανατολικά ευρασιατικά κράτη. Στο νοτιοδυτικό τμήμα της βρίσκεται ένας εξαιρετικά πολυπληθής διεκδικητής της περιφερειακής ηγεμονίας, η Ινδία, με πολλά, ωστόσο, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά εσωτερικά προβλήματα.
Σε όλο αυτό το γεωστρατηγικό πλαίσιο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και την αμερικανική στρατιωτική παρουσία τόσο στην ανατολή όσο και το νότο της υπό εξέταση περιοχής, εκτός φυσικά των δυνάμεων που μάχονται στο Αφγανιστάν.
Η γεωπολιτική μαύρη τρύπα
Λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των Mackinder και Spykman, παρατηρούμε ότι ο έλεγχος της παράκτιας περιμέτρου της «Καρδιά της Γης» παρουσιάζει κενό σε κάποια σημεία, με πολλές πιθανές εστίες ανάφλεξης, συνδυασμό με την σχετική αδυναμία της Ρωσίας. Επίσης, η αστάθεια της περιοχής δυσχεραίνεται και από τα καθεστώτα που κυβερνούν τα κράτη της περιοχής. Όλες οι χώρες της ενδιάμεσης περιοχής, και οι τρεις της νότιας περιοχής καθώς και όλες οι γειτονικές τους χώρες της Αραβικής χερσονήσου, κυβερνώνται από αυταρχικά καθεστώτα, χωρίς ατομικές ελευθερίες ενώ παράλληλα υφίσταται και φανατικό ισλαμιστικό κίνημα. Οι καταστάσεις αυτές είναι πολύ πιθανόν να προκαλέσουν κινήσεις προς ανατροπή του καθεστώτος σε κάποιες από της χώρες αυτές, με ενδεχόμενο τη δημιουργία προϋποθέσεων γενικότερης αστάθειας. Στην περιοχή υπάρχουν δυνάμεις οι οποίες αν εκδηλωθούν ή καλύτερα εκραγούν, θα προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις, με σοβαρές συνέπειες στο ευρύτερο περιβάλλον. Η κατάσταση δυσχεραίνεται από τον θρησκευτικό φανατισμό που σε αρκετές περιπτώσεις λαμβάνει τη μορφή φονταμελιστικού ισλαμιστικού κινήματος, αλλά και από την εξαθλίωση των λαών των χωρών αυτών.
Ένα κοινό χαρακτηριστικό των κρατών που συγκροτούν την κεντρική περιοχή είναι η εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία σχέση του με την Ατλαντική Συμμαχία. Όλες είναι μέλη της πρωτοβουλίας του NATO Συνεργασία για την Ειρήνη (Prtnership for Peace) καθώς και του Ευρω-Ατλαντικού Συμβουλίου Συνεργασίας (EAPC). Εξετάζοντας την γεωστρατηγική κατάσταση της ενδιάμεσης περιοχής παρατηρούμε τα εξής:
– Το Τουρκμενιστάν, με πληθυσμό που μόλις ξεπερνά τα 5 εκατομμύρια -μουσουλμάνων κατά 98% - είναι πλούσιο σε ενεργειακούς πόρους. Μπορεί να αποτελέσει βάση ευκαιρίας ισλαμιστικών κινημάτων, ενώ στα σύνορά του με το Αφγανιστάν δραστηριοποιούνται ανταρτικές δυνάμεις. Παρά το γεγονός ότι είναι ανεξάρτητο κράτος από το 1991, μόλις τον Φεβρουάριο του 2007 διεξήχθησαν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές, μετά το θάνατο του μέχρι τότε προέδρου Niyazov.
– Το Ουζμπεκιστάν, αντιμετωπίζει ιδιαίτερο πρόβλημα αφού το ισλαμιστικό κίνημα της χώρας επιδιώκει, με ένοπλο αγώνα, την απόκτηση της εξουσίας και την επιβολή καθεστώτος αναλόγου εκείνου των Ταλιμπάν. Η χώρα διαθέτει σημαντικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους και σχετικά συμπαγή πληθυσμό που ξεπερνά τα 26 εκατομμύρια ενώ η έκταση της μόλις εγγίζει εκείνη του Τουρκμενιστάν. Οι Ουζμπέκοι θεωρούνται οι πλέον θρήσκοι μουσουλμάνοι (σουνίτες) στην ευρύτερη περιοχή.
– Το Τατζικιστάν, αντιμετωπίζει επίσης ισλαμιστικό κίνημα, δεδομένου ότι οι ισλαμική αντιπολίτευση και οι σύμμαχοι της στο εσωτερικό της χώρας βρίσκονται σε σύγκρουση με την κυβέρνηση. Οι Τατζίκοι έχουν στενούς πολιτιστικούς και γλωσσικούς δεσμούς με τον ιρανικό λαό.
– Το Κιργιστάν, συγκροτείται από μια ποικιλία πληθυσμού, που μόλις ξεπερνά τα 5 εκατομμύρια. Με έδαφος πλούσιο σε μεταλλεύματα, έχει, από γεωπολιτική άποψη, άμεση εξάρτηση από τις γειτονικές του χώρες και ειδικότερα από την Κίνα και το Καζακστάν.
– Το Καζακστάν, είναι η μεγαλύτερη σε έκταση χώρα της περιοχής, αλλά και από όλες τις δημοκρατίες που προήλθαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Με πληθυσμό λίγο περισσότερο των 15 εκατομμυρίων, έχει τη μεγαλύτερη οικονομία από όλες των χωρών της Κεντρικής Ασίας συνολικά, κυρίως λόγω των φυσικών πόρων που διαθέτει και της πολιτικής σταθερότητας που παρουσιάζει κατά τα τελευταία χρόνια. Είναι ένας εκ των πέντε διεκδικητών των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κασπίας θάλασσας. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ παρέμειναν στο Καζακστάν κάποια πυρηνικά όπλα, ενώ στο έδαφος του βρίσκεται το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ.
Νοτίως της ενδιάμεσης περιοχής η κατάσταση είναι επίσης περιπεπλεγμένη. Πολύ συνοπτικά επισημαίνουμε:
Στο Αφγανιστάν διάφοροι παράγοντες - εσωτερικοί και εξωτερικοί -συνέβαλαν στην διαμόρφωση ενός ασταθούς περιβάλλοντος, του οποίου τις παρενέργειες και τις επιπτώσεις παρακολουθούμε σήμερα. Πέραν των αποθεμάτων φυσικού αερίου που διαθέτει, υπάρχει ενδιαφέρον για διέλευση από το έδαφος του αγωγών από το Τουρκμενιστάν και το Ουζμπεκιστάν, με κατεύθυνση προς το Πακιστάν, την Ινδία και την Κίνα. μετά την αποχώρηση των Σοβιετικών τη δεκαετία του ‘80, η χώρα έμεινε ακυβέρνητη στο έλεος αντιμαχομένων ανταρτικών παρατάξεων. Τελικά, μετά από έναν εμφύλιο πόλεμο και την επικράτηση των φανατικών Ταλιμπάν, το πολιτικό σύστημα κατέρρευσε. Η επέμβαση των Αμερικανών άλλαξε τα γεωπολιτικά δεδομένα στην περιοχή, δημιουργώντας ωστόσο, συνθήκες για ένα παρατεταμένο πόλεμο.
Το Αφγανιστάν ανέκαθεν βρισκόταν στο κέντρο του σχεδιασμού μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου από την ευρύτερη περιοχή της Κασπίας προς τις χώρες της νότιας Ασίας και την Κίνα. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός είναι απαραίτητη η ασφάλεια και συνεπώς ο έλεγχος της περιοχής. Μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί τους λόγους της αμερικανικής επέμβασης και των πολεμικών επιχειρήσεων που ακόμη διεξάγονται στη χώρα αυτή.
Το Ιράν, που όπως είναι γνωστό κυβερνάται εδώ και χρόνια από ένα αυστηρό θεοκρατικό καθεστώς, δεν είχε καλές σχέσεις με τους Ταλιμπάν και είχε κλείσει τα σύνορα του, προκειμένου να αποτρέψει την είσοδο προσφύγων από το Αφγανιστάν. Η σημερινή εμπλοκή σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση στην περιοχή. Το Ιράν, όπως και η Βόρεια Κορέα, θεωρείται χώρα που συνιστά απειλή για τη Δύση, κυρίως εξαιτίας της ανάπτυξης πυρηνικών δυνατοτήτων και γενικότερα όπλων μαζικής καταστροφής.
Το Πακιστάν, το οποίο αποτελεί τη χώρα κλειδί στην κρίση, παρέχει μεν την υποστήριξη του στις αμερικανικές επιχειρήσεις, με διάθεση των αεροδρομίων καθώς και του εδάφους για τις χερσαίες δυνάμεις, αντιμετωπίζει όμως σοβαρότατη αντίδραση από το τοπικό ισλαμιστικό κίνημα το οποίο είναι αλληλέγγυο προς τους Ταλιμπάν. Σε απάντηση των πυρηνικών δοκιμών της Ινδίας, με την οποία βρίσκεται σε ένταση εδώ και πολλά χρόνια, το Πακιστάν διεξήγαγε το 1998 τις δικές του δοκιμές.
Η περίπτωση της Κίνας και της Ινδίας
Ενα ενδιαφέρον σημείο αποτελεί ο έλεγχος της Κίνας και δευτερευόντως της Ινδίας. Οι δύο αυτές χώρες, που πληθυσμιακά βρίσκονται στην πρώτη και δεύτερη θέση παγκοσμίως, αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα ενεργειακών πόρων, το οποίο αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά στο μέλλον, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Ειδικότερα η Κίνα, αποτελεί μία ανερχόμενη κυρίαρχη δύναμη, έναν εν δυνάμει παράγοντα ισχύος, όχι μόνο για την περιοχή της Ασίας αλλά και παγκοσμίως. Αν η Κίνα καταστεί στο μέλλον «μεγάλη δύναμη» το γεγονός αυτό θα δημιουργήσει νέα και σημαντικά γεωστρατηγικά ζητήματα στην περιοχή. Παράλληλα, ο σχετικά υψηλός ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας δημιουργεί ανάλογες ανάγκες ενεργειακών πόρων, οι οποίοι ξεπερνούν την εγχώρια παραγωγή και κατά συνέπεια θα πρέπει να αναζητηθούν προς άλλες κατευθύνσεις.
Εκτιμάται ότι η Κίνα, ανεξαρτήτως των στρατηγικών ενδιαφερόντων της προς ανατολάς, θα στραφεί και προς δυσμάς, επιδιώκοντας τον έλεγχο της περιοχής και την ένταξη της τελευταίας στη σφαίρα επιρροής της. Στην περιοχή που είναι ενδεχόμενο να αποτελέσει αντικείμενο του ενδιαφέροντος της Κίνας περιλαμβάνονται το Πακιστάν, που θα της δώσει και διέξοδο στην Αραβική θάλασσα, το Αφγανιστάν, το Καζακστάν, το Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν και το Κιργιστάν. Παρά το γεγονός ότι απέχει πολύ από το να καταστεί παγκόσμια δύναμη, η Κίνα, σύμφωνα με τον Brzezinski, παίρνει σταδιακά τη θέση της ως κύρια περιφερειακή δύναμη στην ανατολική Ασία.
Είναι προφανές ότι για την Κίνα, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Κεντρική Ασία, η οποία θα ήταν αδιανόητη λίγα χρόνια πριν, δημιούργησε ένα κυριολεκτικά δυσμενές σενάριο ασφάλειας. Η ίδια η Κίνα έχει αναπτύξει αξιόλογες δυνάμεις στις δυτικές επαρχίες της ικανές να διεξαγάγουν επιχειρήσεις κατά μήκος των συνόρων της και κατά βάση στην περιοχή της μεγαλύτερης επαρχίας της Ξινγιάγκ που συνορεύει με τα λοιπά κράτη της Κεντρικής Ασίας, ενώ αντιμετωπίζει και το πρόβλημα των εθνικιστών Ιουάρων. Επίσης, έχει αναπτύξει Δυνάμεις Ταχείας Αντίδρασης με ιδιαίτερη ικανότητα διεξαγωγής επιθετικών επιχειρήσεων σε ορεινές περιοχές. Σύμφωνα με Κινέζο αναλυτή, μια έκρυθμη κατάσταση στην Κεντρική Ασία που θα οδηγούσε σε διάλυση ή διάσπαση στις χώρες της περιοχής, θα έχει άμεσες επιπτώσεις στην Ξινγιάγκ (Guancheng Xing, “China and Central Asia: Towards a New Relationship”). Ο ίδιος σημειώνει ότι η πολιτική της Κίνας να επεκτείνει την οικονομική συνεργασία με την Κεντρική Ασία αναλαμβάνεται, σε μεγάλο βαθμό, επειδή η σταθερότητα και η ευημερία της Βορειοδυτικής Κίνας συνδέονται στενά με εκείνες της Κεντρικής Ασίας.
Στο νότο, η Ινδία, συνιστά κύριο γεωπολιτικό παίκτη στην περιοχή, αλλά και στο σύνολο της Ασίας. Μια χώρα με σημαντικό δυναμικό αλλά παράλληλα με τεράστια προβλήματα. Με πληθυσμό ενός δισεκατομμυρίου και κατά κεφαλή εισόδημα που δεν ξεπερνά τα 400 δολάρια, διαθέτει ένοπλες δυνάμεις πάνω από ένα εκατομμύριο καθώς και πυρηνικά όπλα και επιθυμεί να διαδραματίσει ρόλο περιφερειακής δύναμης. Ωστόσο, τα προβλήματα, κυρίως οικονομικά και κοινωνικά αλλά και μειονοτικών συγκρούσεων, φαίνεται ότι δεν θα της επιτρέψουν για πολλά χρόνια ακόμη να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Σύμφωνα με μελέτη του γερμανικού ινστιτούτου Bertefsmann Stiftung, η Ινδία παρουσιάζει στοιχεία που αναμένεται να την φέρουν μετά το 2020, μεταξύ των έξη Μεγάλων Δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα (“World Powers in the 21st Century”, 2006).
Παρά τα θετικά βήματα που έχουν γίνει στις σχέσεις Ινδίας-Πακιστάν, οι δύο αυτές πυρηνικές δυνάμεις έχουν πολύ δρόμο μπροστά τους για να φθάσουν στην οριστική επίλυση των διαφορών τους. Ειδικά, σε ότι αφορά στο μουσουλμανικό Κασμίρ, η Ινδία αρνείται να διεξαγάγει δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία του ή έστω να δεχθεί την παραχώρηση ενός μέρους του στο Πακιστάν, που το διεκδικεί από το 1947 που απέκτησε την ανεξαρτησία του.
Επίλογος
Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κεντρική και νότια περιοχή της Ασίας αποτελείται από ένα αριθμό κρατών - παλαιών ή νέων - τα οποία παρουσιάζουν υψηλό βαθμό αστάθειας, προβλήματα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά στο εσωτερικό τους αλλά και στις σχέσεις μεταξύ τους, καθώς επίσης και θρησκευτικό φανατισμό, που σε κάποιες περιπτώσεις οδηγεί σε καταστάσεις πρωτόγονης διαβίωσης και συμπεριφοράς.
Η περίπτωση του Αφγανιστάν δείχνει ότι το «καζάνι» δεν άργησε να εκραγεί, ενώ μάλλον θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ακόμη δεν έχουν εκδηλωθεί όλες οι δυνάμεις εκείνες που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή. Η άνοδος της Κίνας ως οικονομικής αλλά και στρατιωτικής δύναμης, η σταδιακή ανάδυση της Ινδίας, η προβληματική σχέση του Ιράν με τη Δύση, η θέση της Ρωσίας, αποτελούν παράγοντες από τους οποίους θα εξαρτηθεί η διαμόρφωση στο μέλλον του γεωστρατηγικού περιβάλλοντος στην Κεντρική Ασία.
Πλέον των ανωτέρω δεν πρέπει να μας διαφεύγει η τεράστια οικονομική σημασία της κεντρικής περιοχής - σε συνδυασμό με τη νότια - εξαιτίας των ενεργειακών πηγών που διαθέτει και η ανάγκη κατασκευής αγωγών τόσο πετρελαίου όσο και φυσικού αερίου. Οι μεγάλες Δυτικές χώρες, με πρώτη τις ΗΠΑ, ενδιαφέρονται για την εκμετάλλευση των αποθεμάτων της Κασπίας και την μεταφορά τους σε ασφαλή λιμάνια. Αλλά η πρώτη προϋπόθεση για την κατασκευή αγωγών σε μια οποιαδήποτε περιοχή είναι η εξασφάλιση της σταθερότητας και της ασφάλειας και κατά συνέπεια ο απόλυτος έλεγχος της από τις ενδιαφερόμενες δυνάμεις, με παράλληλη παράκαμψη επικίνδυνων ή «αφιλόξενων» περιοχών.
Όπως υποστηρίζει ο Π. Κονδύλης, η μεγάλη κοσμοϊστορική επιδίωξη μιας ενωμένης Ευρώπης θα μπορούσε να είναι ο έλεγχος της ευρασιατικής περιοχής, για τη διασφάλιση ενεργειακών πηγών και απαραίτητων πρώτων υλών, ενώ παράλληλα θα διεύρυνε τους γεωπολιτικούς της ορίζοντες («Από τον 20° στον 21° αιώνα - Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000», θεμέλιο, 1998). Είναι σε θέση η Ευρώπη να επιδιώξει τέτοιου μεγέθους στόχους; Και πάλι ο Κονδύλης επισημαίνει: «Έργα όπως η γεωπολιτική αναδιάταξη της Ευρασίας και η διάνοιξη τεράστιων χώρων στο βόρειο, ανατολικό και κεντρικό τμήμα της δεν επιτελούνται από γηράσκοντες και καλομαθημένους πληθυσμούς. Ώστε από δημογραφική άποψη η Κίνα θα είχε αποφασιστικό πλεονέκτημα...»
Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς τις επιπτώσεις που θα είχε για την παγκόσμια ασφάλεια μια προσέγγιση Ρωσίας και Κίνας, οι οποίες θα κατείχαν απολύτως την «Καρδιά της Γης». Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα καθιστούσε πολύ δύσκολο τον έλεγχο της περιμέτρου της «Καρδιάς» και θα δημιουργούσε ένα νέο περιβάλλον ασφάλειας σε πλανητικό επίπεδο, με διαφορετικές παραμέτρους και συνιστώσες. Για τους λόγους αυτούς επιβάλλεται να συνεχίσει η Ευρώπη την προσέγγιση με τη Ρωσία και τη ειλικρινή συνεργασία με τη μεγάλη αυτή χώρα σε όλους τους τομείς.