Θέμα: Χειρισμός κρίσεων σε Εθνικό επίπεδο. (Ημερίδα 15ης Οκτωβρίου 2007)
Συντάκτης: Δημήτριος Νεζερίτης Πρέσβυς ε.τ..
Ημερομηνία καταχώρησης: 30 Νοεμβρίου 2007
Μιλώντας για κρίσεις, για εθνικές κρίσεις, θα ήταν καλό πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση τους και στον τρόπο αντιμετωπίσεως τους να προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για μια «εθνική κρίση». Και η διευκρίνηση αυτή είναι, νομίζω, απαραίτητη, γιατί υπάρχει μερικές φορές η τάση να μεγαλοποιούμε διαφορά γεγονότα και να τους αποδίδουμε σημασία πέραν της πραγματικής. Έτσι, π.χ. ένα αεροπορικό επεισόδιο πάνω στο Αιγαίο, δεν αποτελεί κρίση. Είναι, οπωσδήποτε, μία όξυνση στην επικρατούσα ήδη τεταμένη κατάσταση, αλλά σίγουρα δεν αποτελεί ένα επεισόδιο από μόνο του εθνική κρίση.
Τι αποτελεί λοιπόν κρίση, υπό την έννοια της διαταράξεως της κρατικής ισχύος, σε τρόπο που να κλονίζεται η ακεραιότης του κράτους;
Μιλώντας για κρίση μπορούμε να έχουμε υπ’όψι μας πολλές έννοιες της. Υπάρχει η κρίση υπό την κλασσική της έννοια, η διεθνής κρίσις, που αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ δύο ή πε-ρισσοτέρων κρατών, η οποία αν αφέθη ανεξέλεγκτος μπορεί να εξελίχθη σε κατάσταση η οποία να σημαίνει μέχρι και διατάραξη της ειρήνης με πιθανώτατα σοβαρώτατες συνέπειες.
Υπάρχουν και άλλες πιο «σύγχρονες» ας πούμε μορφές κρίσεων, που δεν αναφέρονται σε διακρατικές σχέσεις αλλά προκαλούνται αχό αδυναμίες της κρατικής μηχανής συνέπεια των οποίων είναι η ανικανότης αντιμετωπίσεως εκτάκτων καταστάσεων — όπως π.χ. μια φυσική καταστροφή η οποία αφήνεται ουσιαστικά ανεξέλεγκτος να ολοκλήρωση τον κύκλο της, Ή, επίσης σοβαρώτατο, κρίση σε τομείς της κρατικής δραστηριότητος, όταν η τελευταία αποδεικνύεται ανεπαρκής. Τέλος, υπάρχουν κρίσεις διεθνούς εμβελείας, που δεν χρειάζεται να οφείλωνται σε συγκεκριμένες ενέργειες ενός ή περισσοτέρων κρατών, αλλά προκαλούνται από άλλους παράγοντες -μια διεθνής οικονομική κρίσις. Η ενεργειακή κρίσις της δεκαετίας του 70. Και ούτω καθεξής.
Υπό την έννοια αυτή και οι μορφές αυτές κρίσεων μπορεί να θεωρηθούν ότι αποτελούν εθνικές κρίσεις, Γιατί η ακεραιότης ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνον από την στρατιωτική του ισχύ και ίο επίπεδο των σχέσεων του με τρίτα κράτη. Εξαρτάται και από την όλη κρατική δομή και την καλή λειτουργία της κρατικής μηχανής, σύμφωνα με τις απαιτήσεις ενός συγχρόνου κράτους. Έτσι, και οι κρίσεις που πλήττουν πλείονα κράτη, όπως η ενεργειακή κρίσις έχουν ποικίλλοντα αντίκτυπο, αντίστοιχο με τις δυνατότητες και την προετοιμασία των καθ’ έκαστα κρατών να τις αντιμετωπίσουν.
Από πλευράς μου θα εστιάσω την προσοχή στον τομέα των διεθνών κρίσεων και στους τρόπους αντιμετωπίσεως των προβλημάτων που ανακύπτουν.
Πως μπορούμε να προσδιορίσουμε σαφέστερα την έννοια της διεθνούς κρίσεως με βάση τα σημερινά δεδομένα; Κρίση σε γενικές γραμμές είναι μια ένταση που δημιουργείται σε ένα γεωγραφικό σημείο όταν συγκρούονται διακρατικά συμφέροντα οιασδήποτε φύσεως, οικονομικά, στρατηγικά, γεωπολιτικά, δύο χωρών, συμφέροντα τα οποία διατελούσαν μέχρι στιγμής σε κάποια ευπαθή, έστω, ισορροπία. Εξελίξεις και ενέργειες που μπορούν να οδηγήσουν σε ανατροπή της ισορροπίας προς όφελος της μιας ή της άλλης πλευράς συνιστούν κρίση, εφ όσον οι επιπτώσεις μπορούν να ξεφύγουν από την στενή γεωγραφική περιοχή όπου εξελίσσονται τα γεγονότα. Με άλλα λόγια κρίσις προκαλείται από μια προσπάθεια ουσιαστικής μεταβολής του status quo σε μία ευπαθή περιοχή.
Καλόν θα ήταν πάντως να ξεκαθαρίσουμε ότι η έννοια της διεθνούς κρίσεως, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είναι σχετικά πρόσφατη. Χρονολογείται από τις τελευταίες δεκαετίες, από τα τέλη περίπου, του 18ου αιώνος, και συνδέεται με την ανάπτυξη της εννοίας του εθνικού κράτους, οπότε και ο πληθυσμός των διαφόρων χωρών απέκτησε μείζον λέγειν στη διαμόρφωση της κρατικής πολιτικής και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα το» κράτους στο οποίο ζούσε. Προηγουμένως οι σχέσεις μεταξύ κρατών μπορεί να περνούσαν κρίσεις που συχνά κατέληγαν σε ένοπλες συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις όμως αυτές έπαιρναν την μορφή συρράξεων με περιορισμένους και συγκεκριμένους στόχους γιατί οι έριδες αυτές εξηρτώντο και επροκαλούντο αποκλειστικά από την βούληση του μονάρχη. Οι πόλεμοι αυτοί ποτέ δεν εξετρέποντο πέραν του προδιαγεγραμμένου πλαισίου τους. Κλασσικό παράδειγμα Αγγλία και Γαλλία κατά τον 17° αιώνα. Οι δύο χώρες είχαν αποδοθεί σε σκληρό ένοπλα αγώνα στον Καναδά και σε ένα τμήμα της βορειοανατολικής Αμερικής, αγωνιζόμενες για τον έλεγχο και την κυριαρχία επί των περιοχών αυτών. Στη συνέχεια, κατά την Αμερικανική Επανάσταση, η Γαλλία απέστειλε σοβαρές στρατιωτικές δυνάμεις για να πολεμήσουν υπέρ των αμερικανών επαναστατών. Με τα σημερινά δεδομένα μια τέτοια ενεργεία θα είχε προκαλέσει σοβαρότατη κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών και θα οδηγούσε σε γενικευμένο πόλεμο μεταξύ τους, πράγμα που δεν συνέβη. Με άλλα λόγια, τους περασμένους αιώνες, οι διακρατικές κρίσεις δεν αφορούσαν το σύνολο του πληθυσμού, αλλά τους κατά περίπτωσιν μονάρχες, οι οποίοι μπορούσαν από μόνοι τους να καθορίσουν τα επιτρεπτά όρια επεκτάσεως των κρίσεων. Η ανάπτυξη της εννοίας του εθνικού κράτους αφήρεσε την ασφαλιστική αυτή δικλείδα.
Πως μπορεί ένα κράτος να αντιμετωπίσει σήμερα μία κρίση που ανάγεται στα εθνικά του ενδιαφέροντα και η οποία, αν αφέθη ανεξέλεγκτη, μπορεί να προκαλέσει μείζονα βλάβη σ’ αυτά;
θα πρέπει πρώτα απ’όλα να ξεκαθαρίσουμε ότι ένα σοβαρό κράτος, με καλά οργανωμένες υπηρεσίες -διπλωματική υπηρεσία, υπηρεσίες πληροφοριών- δεν νοείται να καταλαμβάνεται εξ απήνης από μία κρίση. Τα καμπανάκια χτυπάνε από νωρίς. Μία κρίση δεν εκδηλούται ως κεραυνός εν τη αιθρία. Πριν εκδηλωθεί η κρίσις-κεραυνός, τα σύννεφα έχουν αρχίσει να συσ-σωρεύονται και υπάρχουν πλέον οι ενδείξεις ότι η ετέρα πλευρά προτίθεται να διαταράξει την ισορροπία. Εθελοτυφλία κατά τη φάση αυτή μπορεί να αποβεί καταστρεπτική. Στην φάση αυ-τή η αντίδραση συνίσταται στο να γίνει σαφές στην ετέρα πλευρά ότι οι διεργασίες της είναι αντιληπτές και ότι δεν πρόκειται να βρεθούμε προ εκπλήξεων.
Σε περίπτωση που η εξέλιξη θα προέρχεται από τρίτη χώρα, η οποία προετοιμάζεται να προβεί σε μία ενέργεια που είναι εις βάρος της χώρας μας στην διένεξη της με μία άλλη, οι ε-νέργειες μας πρέπει να είναι έγκαιρες, προληπτικές και αποτρεπτικές. Ας υποθέσουμε π.χ. ότι έχουμε πληροφορίες πως μία χώρα προτίθεται να αναγνωρίσει τα κατεχόμενα. Δεν θα περιμένουμε να γίνει αυτό και μετά να την απειλούμε με ό,τι μεθόδους πιέσεως έχουμε στην διάθεση μας για να ανακαλέσει την ήδη ληφθείσα απόφαση της. Πρέπει προκαταβολικά να γνωστοποιηθεί η αποφασιστικότης σε ότι αφορά τα αντίμετρα που θα ληφθούν.
Όρος απαράβατος επιτυχούς εφαρμογής της τακτικής αυτής: να είσαι πιστευτός και σοβαρός. Δεν υπάρχει τίποτε το χειρότερο και εξευτελιστικότερο από τις μη πραγματοποιούμενες απειλές -αλλά και το πιο επικίνδυνο, γιατί το κράτος που δεν πραγματοποιεί την απειλή του απλώς επιδεικνύει και αποδεικνύει την γύμνια του, θεωρείται δε κατόπιν αυτού εύκολη λεία. Γι’ αυτό θέλω να το επαναλάβω με κάθε έμφαση: οι απειλές πρέπει να εκτοξεύονται με άκρα φειδώ, γιατί οι συνέπειες από την μη πραγματοποίηση τους μπορεί να αποβούν μοιραίες.
Ας πάρουμε τώρα την περίπτωση μιας πραγματικής κρίσεως και να εξετάσουμε τις μεθόδους αντιμετωπίσεως της. Η αρχική επιλογή είναι αν για την αντιμετώπιση της θα χρησιμοποιηθούν στρατιωτικά ή διπλωματικά μέσα.
Είναι μία επιλογή που εν πολλοίς επηρεάζεται από το είδος της κρίσεως και είναι καθαρά κυβερνητική επιλογή. Συνήθως λέγεται ότι η προσφυγή στα όπλα είναι η εσχάτη λύση. Πολλές φορές είναι έτσι. Άλλες φορές, όχι. Παράδειγμα η κρίση που ξέσπασε το 1983 με την εισβολή της Αργεντινής στα Falklands. Υπήρχε θεωρητικώς η δυνατότης διαπραγματεύσεων, επιδιώξεως της επιλύσεως του προβλήματος με διπλωματικά μέσα, με διαβουλεύσεις κ.ο.κ. Προσωπικά, πιστεύω ότι αν είχε ακολουθηθεί αυτή η οδός, τα νησιά θα ήσαν σήμερα υπό αργεντινή κυριαρχία.
Φθάνουμε τώρα στους διπλωματικούς τρόπους αντιμετωπίσεως μιας κρίσεως. Και εδώ αποδεικνύεται η ικανότης της διπλωματικής υπηρεσίας, να διαγνώσει και να εκτιμήσει τις προ-θέσεις της ετέρας πλευράς ώστε η κυβέρνηση να προχωρήσει στις όποιες αντιδράσεις της με πλήρη, κατά το δυνατόν, γνώση των πραγματικών δεδομένων.
Τρείς είναι οι βασικοί τρόποι ειρηνικής αντιμετωπίσεως -δεν λέω επιλύσεως- εθνικών κρίσεων: οι διαβουλεύσεις, η διαιτησία και τέλος, το «κουκούλωμα».
Ας αρχίσουμε από το τελευταίο, η χρήση του οποίου δεν είναι κατ’ ανάγκην κακή. Δυο παραδείγματα: Ας υποθέσουμε ότι ένα αεροσκάφος καταρρίπτεται από εσκεμμένη αυτόβουλο ενέργεια ενός πιλότου άλλης χώρας. Είναι πολύ πιθανόν και οι δύο εμπλεκόμενες χώρες να αποσιωπήσουν το γεγονός αποδίδοντας την πτώση σε άλλα αίτια, παρά να παραδεχθούν τι όντως συνέβη, δοθέντος ότι μια τέτοια παραδοχή θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες.
Αλλη περίπτωση κουκουλώματος μπορεί να υπάρξει υπό τις εξής συνθήκες: Ας υποθέσουμε ότι στα πλαίσια ενός οργανισμού π.χ. το ΝATO, διεξάγονται διαπραγματεύσεις για την ριζική αναθεώρηση της οργανώσεως του, την αναπροσαρμογή αρμοδιοτήτων κλπ. Περίπτωση που έγινε όντως στο παρελθόν. Ή ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαπραγματεύεται ουσιαστική μεταβολή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Και ότι μία χώρα βλέπει ότι παρ’ όλες τις προσπάθειες της κατά την διάρκεια των εσωτερικών διαβουλεύσεων, δεν επιτυγχάνει τους στόχους της. Το ενδεχόμενο κουκούλωμα εδώ συνίσταται στο να αποσιωπηθεί η δυσμενής εξέλιξις και να παρουσιασθεί το όποιο αποτέλεσμα σαν επιτυχία. Αυτό αποτελεί μια συνηθέστατη πρακτική. Οι αμερικανοί την χαρακτηρίζουν σαν take what you can and declare victory. Είναι μια τακτική που εφαρμόζεται ευρύτατα όταν η έκβαση διμερών ή πολυμερών διαπραγματεύσεων δεν είναι η επιθυμητή.
Οι διαβουλεύσεις είναι ο συνηθέστερος τρόπος αντιμετωπίσεως εθνικών κρίσεων. Οι διαβουλεύσεις αυτές μπορούν να αποσκοπούν σε ένα από δύο στόχους: ή απλώς στην εκτόνωση της τρεχούσης κρίσεως ή στην αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων που την έχουν προκαλέσει. Πολλές φορές μπορεί να υπάρξει ένας συνδυασμός και των δύο αυτών περιπτώσεων. Αρχικές διαβουλεύσεις για την εκτόνωση και στην συνέχεια αντιμετώπιση του προβλήματος στην ουσία του.
Οι διαβουλεύσεις ή διαπραγματεύσεις σαν μέθοδος επιλύσεως μιας κρίσεως αποτελούν μεν συνήθη πρακτική η επιτυχής όμως διεξαγωγή τους είναι εξαιρετικά δυσχερής. Απαιτούν γνώσεις, ικανότητες, διεθνείς συμμαχίες, υποστήριξη από τρίτους, ευελιξία πνεύματος, όπως θα αναπτύξω σε λίγο. Όσο σημαντικώτερο το θέμα τόσο πιο ηυξημένες οι απαιτήσεις από τους διαπραγματευτές. Η ουσία δεν είναι απλώς να καταλήξουν σε συμφωνία οι διαπραγματεύσεις αλλά να ευοδωθούν, να ολοκληρωθούν επιτυχώς . Κάθε εθνική κρίση, ανάλογα με την έκβαση της, προδιαγράφει την έκβαση της επομένης κρίσεως. Οι τρίτοι παρατηρούν/αξιολογούν τις αντοχές των εμπλεκομένων κρατών και αναλόγως πράττουν.
Τέλος, η διαιτησία είναι μια δυνατότης, που σπανίως επιδιώκεται επισήμως αλλά πολλές φορές επιβάλλεται εκ των πραγμάτων σαν ενδιάμεση λύση. Γνωστή περίπτωση σε όλους μας η παρέμβαση των ΗΠΑ κατά την διάρκεια της κρίσεως στα Ιμια. Διαιτησία όμως υπό την έννοια της εν λευκώ αναθέσεως σε ένα τρίτον της επιλύσεως ενός μείζονος εθνικού θέματος σπανίζει. Εξηγούμεθα ότι μιλάμε για διαιτησία που θα εκαλείτο να αντιμετωπίσει μία εθνική κρίση και όχι για διαιτησία που θα αφορούσε αποκλειστικώς οικονομικά μεγέθη και έριδες.
Αυτές είναι στην θεωρία οι δυνατότητες αντιμετωπίσεως μιας εθνικής κρίσεως. Στην πράξη τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Το ερώτημα είναι πώς μπορεί ένα κράτος να εξασφαλίσει στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού ότι η προσφυγή σε ένα από αυτούς τους τρόπους αντιμετωπίσεως κρίσεως -ως επί το πλείστον η προσφυγή σε διαβουλεύσεις- θα έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.
Ενα κράτος, για να πετύχει μια πολιτική του πρέπει να είναι ισχυρό. Και όταν αυτή η πολιτική αναφέρεται στις εξωτερικές σχέσεις/πρέπει να είναι ισχυρόν τόσο εσωτερικά όσο και εξω-τερικά.
Δεν ζούμε σε εποχή πλήρως αυτονόμων κρατών, κάθε ένα των οποίων κινείται λίγο-πολύ ανεξάρτητα από άλλα κράτη. Ζούμε σε μια εποχή αλληλένδετων συμφερόντων, σε μια εποχή ενώσεων κρατικών οντοτήτων, σε μια εποχή όπου ακόμη και οι μεγαλύτερες δυνάμεις αποφεύγουν να εμφανίζονται ότι κινούνται αυτοτελώς και επιδιώκουν συμμάχους - έστω και εντός εισαγωγικών συμμάχους. Όταν οι ΗΠΑ επιζητούν στο Ιράκ τη τυπική, έστω, σύμπραξη κρατών που προσφέρουν 30 άνδρες, δεν ενδιαφέρονται για την ουσιαστική, αλλά για την ηθική βοήθεια που αυτά τους παρέχουν. Άλλες, μικρότερες χώρες χρειάζονται την βοήθεια για να αποδείξουν στους τρίτους ότι έχουν το δίκιο με το μέρος τους ώστε να ελπίζουν στην ηθική και πολιτική συμπαράσταση τους την ώρα της κρίσεως.
Αυτό προϋποθέτει μακρά και συστηματική προεργασία. Απαιτείται συνεχής ενημέρωση των τρίτων για θέματα τα οποία αποτελούν εν δυνάμει σημεία κρίσεως και αυτή η ενημέρωση πρέπει να γίνεται ανεξαρτήτως των τυχόν προσπαθειών για την βελτίωση του κλίματος ή και της προσωρινής υφέσεως στις επίμαχες σχέσεις. Η ενημέρωση των τρίτων δεν είναι σαν τον διακόπτη του ηλεκτρικού πουόταν θέλουμε τον ανάβουμε και όποτε θέλουμε τον σβήνουμε. Πρέπει να είναι, όπως είπα, συνεχής, πλήρης και μόνιμη. Όχι εναλλασσόμενο αλλά συνεχές ρεύμα. Αυτή η ενημέρωση δεν σημαίνει πρόκληση οξύτητος. Σημαίνει όμως ότι καθίσταται σαφές πώς η επιδερμική βελτίωση της ατμοσφαίρας δεν ταυτίζεται με την ουσιαστική πρόοδο στις σχέσεις . Η ενημέρωση αυτή είναιμία μακρά και επίπονος εργασία που προϋποθέτει αφοσίωση και σύστημα. Δεν είναι εύκολη.
Η προεργασία στο εσωτερικό είναι όμως ακόμα πιο δύσκολη. Προϋποθέτει κατά βάσιν δύο πράγματα. Στρατιωτική αποτρεπτική δύναμη και ψυχική ομόνοια του λαού. Ξεκινάμε βέβαια πάντα από την προϋπόθεση ότι ο προκαλέσας την κρίση δεν επιδιώκει οπωσδήποτε την ένοπλο σύρραξη -αλλά και δεν θα απέκλειε περιορισμένης εκτάσεως προσφυγή σ’ αυτήν αν μπορεί να πραγματοποιηθεί σχετικά ανώδυνα. Αυτό το δήθεν ανώδυνο είναι που πρέπει να του είναι σαφές εξ αρχής ότι δεν είναι εφικτό. Πρέπει να είναι σαφές ότι οποιαδήποτε εκτροπή της πολιτικής κρίσεως, θα είναι εξαιρετικά επώδυνος για τον προκαλέσαντα αυτήν. Ο καλύτερος διαπραγματευτής δεν μπορεί να αποφέρει αποτελέσματα, αν στηρίζεται αποκλειστικά στη ευφράδεια και το Διεθνές Δίκαιο και δεν έχει ως εφεδρεία μία σοβαρή αποτρεπτική δύναμη.
Πέραν της αποτρεπτικής στρατιωτικής δυνάμεως, πρέπει και ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός να λειτουργεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Μια σοβαρά κρίση δοκιμάζει όλες τις αντοχές του κράτους και καθίστα εναργείς τις αδυναμίες του. Όσο λιγότερες είναι οι αδυναμίες αυτές, τόσο ασφαλέστερο είναι το κράτος.
Τέλος για την επιτυχή αντιμετώπιση της κρίσεως είναι απαραίτητη ο ομοψυχία και ομοφρονία του πληθυσμού. Ένας πληθυσμός που συνειδητοποιεί την αξία του διακυβεύματος μιας κρίσεως και είναι διατεθειμένος να αγωνισθή γι’αυτό, έχει ηυξημένες πιθανότητες επικρατήσεως και να εξέλθη δικαιωμένος από την κρίση. Ένας λαός που αναλίσκεται σε αλληλοκατηγο-ρίες, σε αμφισβήτηση της αξίας του διακυβεύματος, ένας λαός που προτάσσει την ησυχία του και την καλοπέραση του ως το ύψιστον αγαθόν, αυτός ο λαός θα χάσει στην αντιμετώπιση της κρίσεως, Και θα έχει χάσει και την ησυχία του και την καλοπέρασή του.