Θέμα: Χειρισμός κρίσεων σε Εθνικό επίπεδο. (Ημερίδα 15ης Οκτωβρίου 2007)
Συντάκτης: Ζαφείρης Ταμπακίδης, Αντιπτέραρχος ε.α. - Μέλος ΟΜΕ/ΣΕΕΘΑ
Ημερομηνία καταχώρησης: 11 Δεκεμβρίου 2007
Το σκεπτικό του όρου «κρίση» περιέχει περισσότερο γενικές ιδέες και λιγότερο συγκεκριμένες και ιδιαίτερες έννοιες.
Αν η βιβλιογραφία για διάφορες φυσικές καταστροφές, οδήγησε στην τελειοποίηση αρκετών τυπικών «κεντρικών ιδεών» για την αντιμετώπιση τους, εντούτοις δεν υπάρχει κάτι ανάλογο στη βιβλιογραφία για την αντιμετώπιση των ΚΡΙΣΕΩΝ. Το πρόβλημα μάλιστα επιτείνεται διότι, παρότι είναι μία πολύ σύνθετη και πολύπλευρη έννοια, η εύκολη και εκτεταμένη χρήση της λέξης ΚΡΙΣΗ σε καταστάσεις απλής αστάθειας, τείνει να δημιουργήσει σύγχυση για την ακριβή της σημασία.
Ο Καναδός μάλιστα, διεθνολόγος MORIN πιστεύει ότι, η γνώση της υπόψη λέξης έχει γίνει τόσο κλισέ και γενικόλογη από την εύκολη χρήση, ώστε έφτασε τελικά να σημαίνει το α-ντίθετο από την πρωτότυπη έννοια της ελληνικής λέξης ΚΡΙΣΗ. Αντί δηλ. να σημαίνει μία στιγμή απόφασης μετά από λογική ζυγοστάθμιση κάποιων παραγόντων, κατάντησε να σημαίνει μία στιγμή (ή άθροισμα στιγμών) αμφιβολίας, αναποφασιστικότητος ή ακόμη περισσότερο την εντύπωση ότι τίποτε δεν πηγαίνει καλά.
Πέραν όμως αυτού, έγκυροι διεθνολόγοι όπως ο C.F. HERMANN, πιστεύουν ότι μία κρίση (με τη σημερινή έννοια του όρου) δεν συνεπάγεται αρνητικά μόνο στοιχεία και αποτελέσματα για έναν ή αμφότερους τους εμπλεκόμενους σε μία διένεξη. Μπορεί να υπάρξουν και θετικά, όπως δυνατότητα για αποσαφήνιση καταστάσεων δυναμικών ή άλλων συμφερόντων, εντοπισμός αδυνάμων σημείων μας, καλύτερη προετοιμασία για το μέλλον κλπ. Οι κρίσεις σήμερα επιλύουν χωρίς ή με ελάχιστη χρήση βίας καταστάσεις, που στο παρελθόν λύνονταν με πόλεμο. Η αντίληψη αυτή καταφαίνεται χαρακτηριστικά στην κινεζική γλώσσα, όπου το ιδεόγραμμα που απεικονίζει τη λέξη ΚΡΙΣΗ (Wei-ji), είναι συνδυασμός δύο λέξεων, ΚΙΝΔΥΝΟΣ και ΕΥΚΑΙΡΙΑ. Μία ΚΡΙΣΗ λοιπόν, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα σημείο καμπής μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αντιπάλων, μετά το οποίο θα μπορούσαν να έχουν ξεκαθαρίσει πολλά ασαφή διμερή προβλήματα, έρποντα πιθανώς για χρόνια ή και δεκαετίες και προς όφελος του ενός ή ενίοτε και αμφοτέρων των εμπλεκομένων.
Μία κρίση όμως δεν αφορά μόνον τις σχέσεις μεταξύ κρατικών οντοτήτων’ αφορά και την εσωτερική τάξη και ζωή μιας χώρας, οι οποίες μπορούν να απειληθούν είτε από εσωτερική αναταραχή είτε από ασύμμετρη απειλή, όπως σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων, βιολογική ή χημική επίθεση ή ατύχημα εξ αυτών, οργανωμένο σχέδιο εμπρησμών μεγάλων δασών, μαζική είσοδο λαθρομεταναστών, καταστροφή ενεργειακών κέντρων κ.α. Η αντιμετώπιση δε των παραπάνω θα θέσει σε δοκιμασία το όποιο εκπονηθέν σχέδιο ή σύστημα αντιμετώπισης τους. Τα διδάγματα που θα προκύψουν έπειτα από κάθε τέτοια ΚΡΙΣΗ είναι πιθανόν να βελτιώσουν δραστικά τα υπάρχοντα σχέδια αντιμετώπισης του συγκεκριμένου είδους ΚΡΙΣΗΣ- όπως π.χ. εκτιμάται ότι θα συμβεί τώρα για την αντιμετώπιση πυρκαΐών.
Αυτά λοιπόν τα αρνητικά ή θετικά αποτελέσματα ένεκα κάποιου είδους κρίσεως, εμφαίνονται στην προβαλλόμενη διαφάνεια, σύμφωνα με τους PAUCHANT and DOUVILLE.
Διακρατικές Κρίσεις
Ας δούμε όμως τώρα τις διακρατικές κρίσεις από την στρατιωτική τους διάσταση.
Όταν η κοινή γνώμη ασχολείται με τον τρόπο διαχείρισης κάποιας κρίσης (όπως μετά τη κρίση των Ιμίων), η συζήτηση επικεντρώνεται, ως επί το πλείστον σε 3 αλληλένδετα ερωτήματα:
– Ήταν απαραίτητο να εμπλακούμε ή μπορούσαμε να την αποφύγουμε;
– Ήταν επιτυχής η στρατηγική που ακολουθήσαμε για τη διαχείριση της κρίσης;
– Είχαν ετοιμότητα και επάρκεια οι θεσμοί και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την εξέλιξη τους;
Και τα τρία αυτά ερωτήματα έχουν να κάνουν με την ωριμότητα του πολιτικού συστήματος της χώρας μας και ιδιαίτερα σε ό,τι αυτή αφορά στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας. Γιατί πέρα από τους εκάστοτε πολιτικούς προσανατολισμούς, πέρα από τα προσωπικά χαρακτηριστικά της πολιτικής ηγεσίας και πέρα από την τεχνοκρατική εμπειρία του ανθρώπινου δυναμικού στα Υπουργεία Εξωτερικών, Εθνικής Αμύνης, Δημόσιας Τάξεως και Εσωτερικών, η ωριμότητα αυτή κρίνεται στο εάν υπάρχει θεσμική γνώση του φαινομένου των ΚΡΕΕΩΝ και θεσμική μνήμη στη διαχείριση τέτοιων κρίσεων. Διαφορετικά είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε σε επανάληψη αριθμό ΚΡΕΕΩΝ, εμφανιζόμενοι κάθε φορά έκπληκτοι από το είδος, την ένταση και τη δυσκολία εκάστης .κρίσεως, ως να μην είχαμε ανάλογη εμπειρία από παρελθούσες κρίσεις, με τα απορρέοντα εξ αυτών διδάγματα. Αυτή μάλιστα η έλλειψη θεσμικής γνώσης και η απώλεια θεσμικής μνήμης, μαθηματικά οδηγεί σε επιδείνωση κάθε νέας κρίσης, σε προοδευτική μείωση της ελληνικής αξιοπιστίας, σε αύξηση των απαιτήσεων του αντιπάλου και τέλος σε βαθμιαία συρρίκνωση διεθνώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων μας.
Ας δούμε όμως περιληπτικά ορισμένα χαρακτηριστικά των κρίσεων και πρώτα-πρώτα τα αίτια των κρίσεων.
Αίτια κρίσεων
Αυτά είναι: ΠΟΛΙΤΙΚΑ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ -ΕΘΝΙΚΑ και ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ. οι παράγοντες δε που οδηγούν στη πρόκληση μιας κρίσης είναι:
α Ο βαθμός πολιτικής διαμάχης μεταξύ δύο ή περισσότερων αντιπάλων.
β Ο βαθμός στον οποίο τα οπλικά συστήματα των δύο πλευρών ευνοούν μία επιθετική ενέργεια.
γ Λανθασμένη εκτίμηση σ’ ένα μακρύ κατάλογο ζητημάτων, όπως χρονική συγκυρία, στρατιωτική ισχύς, διεθνής υποστήριξη κλπ.
Είδη κρίσεων
Διακεκριμένοι διεθνολόγοι ταξινομούν τις κρίσεις σε τρεις μορφές, όπως παρακάτω:
α. Κρίσεις «Δικαιολόγησης της εχθρότητας (Justification of hostilities crises); Η αιτία της αντιπαράθεσης «επινοείται» απ’ ένα ή περισσότερα κράτη ως δικαιολογία για την έναρξη των εχθροπραξιών μετά του αντιπάλου.
β. Οι «Υπο-προϊούσες Κρίσεις» (Spin off crises): Αυτές είναι δευτερεύουσες / αντιπαραθέσεις, που προκαλούνται ένεκα της εμπλοκής ενός κράτους σε εχθροπραξίες με τον κύριο α-ντίπαλο του.
γ. Κρίσεις της «Πολιτικής των Aκρων» (brinkmanship): Στις κρίσεις αυτές ένα κράτος «δοκιμάζει» τη δέσμευση και βούληση ενός άλλου, με την ελπίδα ότι ο αντίπαλος θα υποχωρήσει. Αυτός είναι και ο συχνότερος τύπος μίας κρίσης, μία ευθεία και άμεση πρόκληση από τη μία πλευρά, που συνήθως καταλήγει σε μία δοκιμασία θέλησης μεταξύ των αντιπάλων πλευρών.
Στάδια κρίσεων
Η περίοδος μίας κρίσης μπορεί να χωρισθεί σε τρία στάδια, τα οποία είναι:
ΕΝΑΡΞΗ: Χαρακτηρίζεται από μεταβολή τόσο της έντασης στην αντίθεση των αντιπάλων όσο και της αντίληψης απειλής, τουλάχιστον ενός εξ αυτών.
ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ: Αντιπροσωπεύει μία εντονότερη αντίθεση μεταξύ των αντιπάλων από ό,τι στην έναρξη, μία αύξηση της πιθανότητας εχθροπραξιών και μια οξύτερη αντίληψη της α-πειλής, ενώ φθάνει ενίοτε και στη μεμονωμένη χρήση βίας (θερμά επεισόδια) ως πρωταρχική τεχνική διαχείρισης των κρίσεων.
ΑΠΟΚΛΙΜΑΚΩΣΗ: Γίνεται αντιληπτή από μείωση της αντίληψης της απειλής, της πίεσης χρόνου, της πιθανότητας πολέμου και της ψυχολογικής πίεσης για τους διαμορφωτές των αποφάσεων.
Επιδρώντας παράγοντες στο χειρισμό κρίσεων
Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη διαχείριση μιας κρίσης και οι οποίοι είναι ταυτόχρονα και βασικά σημεία προβληματισμού, είναι οι ακόλουθοι:
1. Το δίλημμα Στρατιωτικού - Πολιτικού (Soldier-Statesman Dilemma)
Ο πολιτικός εστιάζει την προσοχή του στην διαπραγμάτευση. Για να ενισχύσει τη θέση του, είναι διατεθειμένος να απειλήσει με χρήση στρατιωτικής βίας αλλά η έμφαση είναι συνήθως στην απειλή χρήσης, παρά στην ίδια τη χρήση. Ο πολιτικός βλέπει τον πόλεμο και την ειρήνη ως ένα συνεχές, παρά ως μια διχοτόμηση. Ο βασικός στόχος είναι ο επηρεασμός και η αλλαγή των προθέσεων του αντιπάλου και όχι η καταστροφή του στρατιωτικού του δυναμικού.
Η στάση του στρατιωτικού διαμορφώνεται από την υποχρέωση να πραγματοποιηθούν στόχοι και επιδιώξεις, που καθορίζονται εκ των άνω, καθώς και από την υποχρέωση να μην ε-κτεθούν σε αναίτιους κινδύνους αυτοί, που βρίσκονται υπό τις διαταγές του. Ο στρατιωτικός προσπαθεί να μειώσει την αβεβαιότητα και οι ικανότητες του εχθρού τον απασχολούν περισ-σότερο από τις προθέσεις του. Αν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στρατιωτική ισχύς, ζητά επιδιώξεις καθορισμένες με ακρίβεια, καθώς και σαφή πολιτική δέσμευση. Τέλος, ο στρατιωτικός δέχεται ότι η απόφαση χρήσης στρατιωτικής ισχύος, είναι προνόμιο της πολιτικής ηγεσίας, η υλοποίηση όμως της απόφασης είναι στρατιωτική ευθύνη. Είναι λοιπόν ανάγκη να βρεθεί η χρυσή τομή, ανάμεσα στους πολιτικούς και στρατιωτικούς, για την προσέγγιση που θα ακολουθηθεί σε καταστάσεις κρίσεων.
2. Ο ανθρώπινος παράγων
(Ηγέτες-Συνεργάτες)
Η δύναμη και η αδυναμία ενός ηγέτη, απετέλεσαν συχνά καθοριστικότατο παράγοντα για την έκβαση μιας κρίσης ή πολέμου. Ο γνωστός Henry kissinger υποστηρίζει ότι η διαχείριση μιας κρίσεως, πέραν των άλλων αντικειμενικών παραμέτρων, επηρεάζεται και από τον κώδικα συμπεριφοράς των δρώντων ηγετών. Λέγοντας δε κώδικα συμπεριφοράς, εννοούμε το σύνολο των αξιών που πιστεύει ένα άτομο-ηγέτης και οι οποίες αφορούν τη διαμόρφωση στα μάτια του της εικόνας του αντιπάλου, στη δυναμική κλιμάκωσης της κρίσης, στον τρόπο ελέγχου της και τέλος στον τρόπο διαπραγματεύσεων για επίλυση της κρίσης, με ευνοϊκούς όρους για τα συμφέροντα της χώρας του. Η χρησιμότητα του κώδικα συμπεριφοράς ενός αντιπάλου ηγέτη (όταν αυτός έχει ακτινογραφηθεί) είναι ότι, επιτρέπει μία κατά προσέγγιση πρόβλεψη για τις ενέργειες του, επάνω στην κρίση.
Πέραν όμως των πιθανών λαθών ενός ηγέτη, ενυπάρχουν και τα λάθη της ή των ομάδων χειρισμού κρίσεως που συμβουλεύουν τον ηγέτη, το κυριότερο των οποίων ονομάζεται «σύν-δρομο συλλογικής αντίληψης». Πρόκειται για τάση ταύτισης, που συναντάται σε ομάδες με μέτρια ή υψηλή συνοχή και η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της πνευματικής τους απόδοσης και κριτικής τους ικανότητος. Η τάση αυτή προκαλείται από ισχυρές εσωτερικές πιέσεις για ταύτιση, που υποχρεώνουν τα μέλη της να αποφεύγουν να θίξουν αμφιλεγόμενα θέματα ή να προβάλλουν αντιρρήσεις προς την σχηματιζόμενη πλειοψηφία, ακόμη και όταν βαθειά μέσα τους συνειδητοποιούν ότι η ομάδα παίρνει λανθασμένες αποφάσεις
3. Ο ρόλος των πληροφοριών
Μια πολιτική απόφαση κατά τη διάρκεια της κρίσης, προϋποθέτει εκτίμηση για τις δυνατότητες και προϋποθέσεις του αντιπάλου. Η εκτίμηση αυτή θα βασισθεί στις πληροφορίες που υπάρχουν για τον αντίπαλο, παράλληλα με τις υπάρχουσες γνώσεις γι’ αυτόν. Περιορισμένες ή λανθασμένες πληροφορίες, αποφέρουν κατά κανόνα και λάθος αποφάσεις.
4. Άγχος και κόπωση
Οι αντιδράσεις και η εν γένει συμπεριφορά των προσώπων που συμμετέχουν στη διαχείριση της κρίσης, επιδρά στην εξέλιξη της σε μικρό ή μεγάλο βαθμό. Η πίεση του χρόνου, ο αιφ-νιδιασμός, οι αμφιβολίες, η ασάφεια, η αβεβαιότητα πληροφοριών, αντικρουόμενες εισηγήσεις, η βαρύτητα των επεισοδίων και το μέγεθος των ευθυνών, δημιουργούν άγχος, το οποίο ε-πηρεάζει τη συμπεριφορά των χειριζόμενων την κρίση και κατ’ επέκταση την εξέλιξη της.
Τα άτομα επηρεαζόμενα από άγχος, γίνονται πιο άκαμπτα και ανίκανα να αντιμετωπίσουν περίπλοκες καταστάσεις. Γι’ αυτό ο Κέννεντυ, στην κρίση της Κούβας το 1962, προσπαθούσε να μειώσει τον κίνδυνο σπασμωδικών ενεργειών από αμφότερες τις χώρες, δίνοντας χρόνο στον Κρούτσεφ να σκεφθεί την επόμενη κίνηση του.
Εναρμόνιση και συνταύτιση διπλωματικών και στρατιωτικών ενεργειών.
Είναι μία αυτονόητη απαίτηση η οποία όμως δεν τηρείται πάντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, σύμφωνα με το βιβλίο του πρώην Α/ΓΕΕΘΑ Ναυάρχου Λυμπέρη για τα Ίμια, είναι ότι στις 20 Ιαν. 1996 (η ιστορία άρχισε στις 25 Δεκ. 1995), το ΓΕΕΘΑ πρότεινε στο ΥΠΕΞ, όπως η προγραμματισμένη περιοδική σύσκεψη των δύο φορέων, σε επίπεδο Α/ΓΕΕΘΑ και Γ.Γ.ΥΠΕΞ, λάβει χώρα το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να προβούν σε συντονισμό των πολιτικο-στρατιωτικών ενεργειών επί του εξελισσόμενου προβλήματος. Για λόγους εμπλοκής του ΥΠΕΞ σε άλλες υποχρεώσεις, η σύσκεψη αυτή ορίσθηκε για τις 8 Φεβ. 1996, η οποία όμως ξεπεράσθηκε από τα γεγονότα.
Στάδια χειρισμού κρίσεων
Εφόσον υπάρχει η δυνατότητα χρόνου και δεν υπάρχει ραγδαία εξέλιξη, τα στάδια χειρισμού κρίσεων στην Ελλάδα είναι τα ακόλουθα:
1. Διαμόρφωση της κατάστασης
Οποιοδήποτε συμβάν χαρακτηρίζεται ασυνήθιστο, όπως η προσάραξη τουρκικού εμπορικού πλοίου στα Ίμια το Δεκέμβριο 1995 ή μαζική λαθρομετανάστευση με μεμονωμένα ή ε-κτεταμένα επεισόδια, αναφέρεται στο Εθνικό Κέντρο Χειρισμού Κρίσεων. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η συγκέντρωση πληροφοριών και γίνονται εκτιμήσεις, ενώ το στάδιο λήγει με την έκδοση εκτίμησης κατάστασης.
2.
Αξιολόγηση της κατάστασης
ως κρίσης
Το ΚΥΣΕΑ σε συνεργασία με το ΓΈΕΘΑ, ασχολείται με το πρόβλημα και αξιολογεί αν θα απαιτηθεί στρατιωτική εμπλοκή. Το ΚΥΣΕΑ εντοπίζει τα εθνικά συμφέροντα που απειλούνται καθώς και τους Εθνικούς Στόχους που συνδέονται με αυτά, και καθορίζει τις όποιες εναλλακτικές επιλογές ενεργειών. Εφόσον το ΚΥΣΕΑ κρίνει ότι υπάρχει κρίση και ότι απαιτούνται στρατιωτικές ενέργειες, ζητά από τον Α/ΓΕΕΘΑ προτάσεις τρόπων στρατιωτικής εμπλοκής, προς περαιτέρω αξιολόγηση.
3. Εκπόνηση και επισκόπηση διαφόρων τρόπων ενεργείας
Βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών και των νέων πληροφοριών, τα Γ.Ε. προετοιμάζουν διάφορα σχέδια στρατιωτικών ενεργειών, με παράλληλη εξέταση του πιθανού οφέλους και κόστους ενός εκάστου και μετά την υιοθέτηση τους από το ΓΕΕΘΑ, προωθούνται στο ΚΥΣΕΑ.
4. Επιλογή τρόπου ενεργείας
Το Κυβερνητικό Συμβούλιο επιλέγει τον προσφορότερο τρόπο στρατιωτικής ενεργείας και διατάσσει την εκτέλεση περαιτέρω λεπτομερούς σχεδίασης.
5. Ανάπτυξη σχεδίου ενεργείας
Ο Α/ΓΕΕΘΑ εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες και αναθέτει αποστολές στις Μονάδες του ή και στα Γ.Ε. Η ανάπτυξη όμως δυνάμεων στην περιοχή της κρίσεως, θα γίνει μόνο με πολιτική απόφαση.
6. Εφαρμογή σχεδίου ενεργείας
Το ΚΥΣΕΑ αποφασίζει την έναρξη ή όχι των στρατιωτικών επιχειρήσεων, βάσει του εγκεκριμένου σχεδίου ενεργείας.
Επιλογή κατάλληλης τεχνικής διαχείρισης κρίσης
Σε μία κρίση, οι ενέργειες της κάθε πλευράς είναι στενά εξαρτημένες από τις ενέργειες του αντιπάλου. Με την επιλογή της κατάλληλης τεχνικής διαχείρισης της κρίσης, επιδιώκουμε να αναγκάσουμε τον αντίπαλο να προβεί σε μία ενέργεια, την οποία διαφορετικά δεν θα έκανε, θέλουμε δηλαδή να επηρεάσουμε, ευνοϊκά για τη δική μας πλευρά, την απόφαση του αντιπάλου. Το ίδιο φυσικά θα επιδιώξει και αυτός, οπότε τίθεται το ερώτημα ποία τεχνική χειρισμού της κρίσης, είναι η πλέον κατάλληλη. Η απάντηση είναι ότι κατάλληλη είναι εκείνη η τεχνική, η οποία θα μας επιτρέψει να αποφύγουμε τη σύγκρουση (εφόσον είναι επιθυμητό) και ταυτόχρονα θα ικανοποιήσει τους στόχους μας.
Αυτό το δίλημμα αποτελεί ουσιαστικά και την πρόκληση επιλογής της τεχνικής χειρισμού της κρίσης. Η τεχνική που θα επιλεχθεί, πρέπει να χρησιμοποιεί τα στρατιωτικά και διπλω-ματικά μέσα κατά τρόπο, που να ανταποκρίνονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τρέχουσας κρίσης.
Αρκετοί επαΐοντες που ασχολήθηκαν με το θέμα, διακρίνουν 2 κύριες τεχνικές ή στρατηγικές :την ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ και την ΑΜΥΝΤΙΚΗ
Επιθετική στρατηγική
Αυτή περιλαμβάνει έναν αριθμό διαφόρων ενεργειών που μπορούν να εφαρμοστούν, προκειμένου να επέλθουν αλλαγές στο status quo, εις βάρος του αντιπάλου. Πέντε τουλάχιστον είδη μπορούν να διακριθούν: Εκβιασμός : Αυτονόητη έννοια Περιορισμένη ανακλήσιμη πρόκληση
Ενδείκνυται όταν ο προκαλών είναι αβέβαιος για την αποφασιστικότητα του αντιπάλου να αντιταχθεί σε προσπάθεια αλλαγής του status quo. Τότε αναλαμβάνεται περιορισμένου χαρακτήρα και αναστρέψιμη ενέργεια ( οικονομική-διπλωματική ή στρατιωτική ),που αποσκοπεί στην αποσαφήνιση των προθέσεων του αμυνομένου.
Ελεγχόμενη πίεση:
Αυτή διαφέρει από την προηγούμενη, κατά το ότι ο προκαλών γνωρίζει πως ο αμυνόμενος είναι αποφασισμένος να υπερασπιστεί το status quo. Εντούτοις επιχειρεί με μικρά βήματα και πίεση να το αλλάξει, εφαρμόζοντας προκλήσεις μικρής έντασης, οι οποίες πιστεύει ότι είναι ενδεχόμενο να διαβρώσουν ή να κάμψουν τη θέληση του αμυνομένου. Είναι φανερό ότι η Τουρκία ακολουθεί αυτή την πολιτική στο Αιγαίο.
Τετελεσμένα: Αυτονόητη έννοια
Αργή φθορά
Εφαρμόζεται από την ασθενέστερη χώρα με ανταρτοπόλεμο, δολιοφθορές, υποστήριξη άλλης εχθρικής χώρας. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ είναι κλασσικό παράδειγμα εφαρμογής αυτής της αρχής από το Β. Βιετνάμ.
Αμυντική στρατηγική
Για τον αμυνόμενο τώρα, υπάρχουν οι 7 παρακάτω διαφορετικές ενέργειες αντιμετώπισης της κρίσης: Η εξαναγκαστική διπλωματία
Απειλείται χρήση στρατιωτικής βίας σε μεγάλη ή μικρή κλίμακα, ώστε να πεισθεί ο απειλών να τερματίσει τις προκλητικές του ενέργειες. Τοιουτοτρόπως, ο αμυνόμενος ελπίζει να γίνει πιστευτή η επίδειξη αποφασιστικότητός του και να δώσει έμφαση στην αξιοπιστία της δέσμευσης του να χρησιμοποιήσει βία. Η εξαναγκαστική διπλωματία έχει μεγάλη ομοιότητα με τα τελεσίγραφα.
– Περιορισμένη κλιμάκωση : Αυτονόητη έννοια - Ίση ανταπόδοση: Αυτονόητη έννοια - Δοκιμή ικανοτήτων επιτιθεμένου
Ο αμυνόμενος, προκειμένου να αποθαρρύνει τις προκλήσεις του αντιπάλου, διατυπώνει σαφείς απειλές και αναπτύσσει στρατιωτικές δυνάμεις σε επίκαιρες θέσεις, χωρίς όμως πράγματι να επιθυμεί κλιμάκωση της κρίσης. Παράδειγμα επιτυχούς εφαρμογής αυτής της τεχνικής εκ μέρους των ΗΠΑ, ήταν κατά την κρίση του Βερολίνου το 1948-9.
– Οριοθέτηση διαχωριστικής γραμμής
Σε μερικές κρίσεις ο καταλληλότερος τρόπος αντιμετώπισης μιας αυξανόμενης απειλής, είναι να ορίζεται το έσχατο όριο ανοχής, υπέρβαση του οποίου θα μπορούσε να γίνει αιτία σκληρής απάντησης. Έτσι όμως δίδεται η δυνατότητα στον προκαλούντα, να υπολογίσει με αξιοπιστία τον κίνδυνο, που συνεπάγονται οι επιλογές του και να προχωρήσει μέχρι την τεθείσα γραμμή.
– Επίδειξη δέσμευσης και αποφασιστικότητας: Αυτονόητο
– Εξοικονόμηση χρόνου για επίτευξη συμφωνίας Ενδείκνυται όταν ο αμυνόμενος αισθάνεται ότι είναι απροετοίμαστος ή όταν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει ξεκάθαρη ασυμμετρία συμ-φερόντων προς όφελος του αντιπάλου, δηλ. ότι εκείνο που διακυβεύεται είναι σημαντικότερο για την άλλη πλευρά.
Αρχές διαχείρισης κρίσεων
Οι αρχές διαχείρισης κρίσεων είναι απαιτήσεις, οι οποίες εάν ικανοποιηθούν, πιθανόν να διευκολύνουν την επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών στη διάρκεια μίας κρίσης, χωρίς να υπάρξει κλιμάκωση και είναι:
i. Να διατηρείται πολιτικός έλεγχος επί των διαθέσιμων στρατιωτικών επιλογών στο ανώτατο επίπεδο, δηλαδή στην επιλογή του κατάλληλου χρόνου και στον τρόπο στρατιωτικής δράσης.
ii. Να διατηρούνται χρονικές παύσεις στην πορεία εξέλιξης των στρατιωτικών ενεργειών (αν και όταν αναληφθούν), έτσι ώστε οι δύο πλευρές να έχουν χρόνο ανταλλαγής διπλωματικών μηνυμάτων και αξιολόγησης της κατάστασης.
iii. Να επιδιώκεται συντονισμός πολιτικών και στρατιωτικών κινήσεων, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής αποκλιμάκωσης και τερματισμού της κρίσης χωρίς στρατιωτική εμπλοκή.
iv. Να περιορίζονται οι στρατιωτικές κινήσεις σε αυτές που δεικνύουν, αφενός αποφασιστικότητα και αφετέρου περιορισμένες επιδιώξεις. Να αποφεύγονται στρατιωτικές κινήσεις, που δίνουν στον αντίπαλο την εντύπωση ότι επίκειται στρατιωτική ενέργεια μεγάλης κλίμακας.
ν. Να επιλέγονται διπλωματικά και στρατιωτικά μέτρα, που να αφήνουν στον αντίπαλο ένα δρόμο υποχώρησης, συμβατό με τα θεμελιώδη συμφέροντα του.
νi. Να περιορίζονται, αφενός οι επιδιώξεις και αφετέρου τα χρησιμοποιούμενα μέσα.
νii. Να αποφεύγονται τόσο οι βιαστικές αντιδράσεις, όσο και οι αναίτιες καθυστερήσεις στη λήψη απόφασης.
viii. Να αποφεύγονται οι «υπαρξιακές απειλές», τα τετελεσμένα γεγονότα και τα τελεσίγραφα προς τον αντίπαλο.
ix. Να αποφεύγεται η διακοπή επικοινωνίας ως «τιμωρία» του αντιπάλου. Επιβάλλεται η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με την άλλη πλευρά, καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης.
x. Να μη γίνονται αποδεκτές στρατιωτικές εισηγήσεις, χωρίς κριτική εξέταση τους.
Η πιστή εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων χειρισμού κρίσεων απαιτεί, πρώτον κατάλληλες στρατιωτικές δυνατότητες και δόγμα, δεύτερον αποτελεσματική διοίκηση και έλεγχο από το ανώτατο επίπεδο μέχρι το κατώτατο επίπεδο διοίκησης, τρίτον στενή αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών σχεδιαστών, για σχεδιασμό βιώσιμων επιλογών και τέλος ικανότητα και ευελιξία στην προσαρμογή σχεδίων ανάγκης για την αντιμετώπιση απρόοπτων εξελίξεων κατά τη διάρκεια μιας κρίσης.
Συμπεράσματα
• Κρίσεις θα απασχολήσουν και στο μέλλον την Ελλάδα
• Κάθε κρίση είναι μοναδική
• Στο χειρισμό κρίσεων χρησιμοποιούνται όλα τα διατιθέμενα μέσα
• Στη διαχείριση κρίσεων δύνανται να χρησιμοποιηθούν επιθετικές ή αμυντικές στρατηγικές
– Το ζητούμενο σε μία κρίση είναι η αποφυγή της κλιμάκωσης, με παράλληλη διαφύλαξη των εθνικών συμφερόντων - Μία κρίση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση ή πόλεμο, όταν διακυβεύονται ζωτικά εθνικά συμφέροντα.
Επίλογος
Όπως είπε κάποτε ο Η. Kissinger, «η κατανόηση των μηχανισμών και τεχνικών διαχείρισης κρίσεων, θα βοηθήσει ανέλπιστα σημαντικά τους εμπλεκόμενους σ’ αυτές»
Οι μορφές αντίδρασης που θα επιλεχθούν σε μία κρίση, είναι έργο των στρατιωτικών, διπλωματικών και άλλων οργάνων του κράτους. Επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι η αποτροπή του αντιπάλου από την εκτέλεση των απειλών του, είτε αυτές είναι μια μεγάλη επίθεση, είτε είναι ενδιάμεσες επιθετικές ενέργειες μικρότερης έκτασης.
Οι πόλεμοι σήμερα, πριν γίνουν αλλά και όταν δοθούν στο πεδίο μάχης, καταλήγουν τελικά σε αίθουσες διαπραγματεύσεων. Η γνώση των εθνικών θεμάτων και επιδιώξεων αλλά και των όρων που διέπουν τη στρατιωτική διπλωματία, καθώς και η σωστή χρήση των, θα αποδειχθεί ότι αποτελούν το πιο χρήσιμο, αποτελεσματικό και αναίμακτο όπλο, για τις σύγχρονες διπλωματικο-στρατιωτικές συγκρούσεις. Η Ελλάδα οφείλει και πρέπει να είναι ισχυρή, στις μάχες αυτές.
Εδώ τελείωσα κυρίες και κύριοι τη δική μου εισήγηση στο θέμα που αναλύθηκε σήμερα και ελπίζω, στη συζήτηση που θα ακολουθήσει, να μην μιμηθείτε τις 3 συμπαθητικές μαϊμούδες της διαφάνειας, όπως βρέθηκαν απολιθωμένες στην ένταση των συναισθημάτων τους, μετά από ένα reality show, που παρακολούθησαν στην τηλεόραση.
Θετικά ή Αρνητικά στοιχεία μιας κρίσης
Κρίση
Αρνητικά
Θετικά
Διακρατικών Σχέσεων
Ανησυχία, φόβος, αλλαγή Παγιωμένων καταστάσεων, Οικονομικό κόστος, Διένεξη, ανταγωνισμός
Ισορροπημένη αναζήτηση επίλυσης, πιθανό ξεκαθάρισμα ομιχλωδών καταστάσεων, εντοπισμός αδυνάμων σχεδίων, διαπίστωση αληθών συμμάχων νέες συνεργασίες, τροποποιήσεις πολιτικής για το μέλλον.
Αντιμετώπιση κα-ταστάσεων ανάγκης (κάθε είδους)
Αδράνεια, παράλυση, πηγή σύγχυσης
Επανασχεδίαση με σκοπό την υιοθέτηση νέων και αποτελεσματικότερων μεθόδων και μέσων.
Κοινωνικής ζωής και Τάξης (διαδηλώσεις, εξεγέρσεις, ταραχές)
Υπερβολική ένταση οδηγούσα σε βιαστικές ενέργειες
Αναζήτηση καλύτερων προσεγγίσεων, προβλέψεις για μέλλον, προσπάθεια για δημιουργία κοινωνικής αλληλεγγύης, πειραματισμοί νέων λύσεων.