english greek
Αρχική arrow Άρθρα arrow Μαζική Κουλτούρα - Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας

Μαζική Κουλτούρα - Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας

Θέμα: Μαζική Κουλτούρα - Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας
 
Συντάκτης: κ. Γεώργιος Ι. Χριστογιάννης, πρέσβυς ε.τ.
 
Ημερομηνία καταχώρησης: 11 Ιουνίου 2007
 


Από τις αρχές του 19ου αιώνα η βαθμιαία επικράτηση φιλελεύθερων-δημοκρατικών καθεστώτων στην Ευρώπη και σε άλλες ηπείρους και η διάδοση της εκπαίδευσης σ’ ευρύτερα κοινωνικά στρώματα έδωσε καίρια πλήγματα στο πολιτιστικό μονοπώλιο της «ανώτερης τάξης». Συγχρόνως η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η δημιουργία -λόγω της βιομηχανικής επανάστασης- μεγάλων επιχειρήσεων κατέστησε δυνατή την ευρύτερη παραγωγή, μεταξύ άλλων αγαθών, βιβλίων, εντύπων, εφημερίδων, περιοδικών, που άλλοτε θεωρούνταν «είδη πολυτελείας» για αποκλειστική τέρψη της λεγόμενης «αριστοκρατίας». Περαιτέρω ώθηση στην τάση αυτή έδωσαν οι εφευρέσεις της τηλεπικοινωνίας, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και τώρα του ηλεκτρονικού διαδικτύου. Από τον «πολιτισμό» των «πόλεων», προχωρήσαμε στον πολιτισμό των «κρατών» και «ηπείρων» για να ομιλούμε σήμερα για τον «πολιτισμό της παγκοσμιοποίησης».
Η λεγόμενη «μαζική κουλτούρα» (mass culture) -η πλατιά διαδεδομένη οικειοποίηση πολιτιστικών αγαθών από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα- είναι συνέχιση και επέκταση της λαϊκής τέχνης, που είχε αναπτυχθεί στα πλαίσια της επαγγελματικής ή οικιακής δραστηριότητας του λαού ή στα λιγοστά περιθώρια της αναψυχής του. Ενώ όμως η λαϊκή τέχνη, οι καλλιτεχνικές εκφράσεις ενός λαού, ξεκίνησαν «εκ των κάτω», η μαζική κουλτούρα εμπνέεται και επιβάλλεται «εκ των άνω», από συγκεντρωτικές εξουσίες ή από τα οργανωμένα επιχειρηματικά κεφάλαια. Προσλαμβάνει λοιπόν τον χαρακτήρα «λαϊκίστικης τέχνης». Διαφοροποιείται επίσης από την αριστοκρατική κουλτούρα (high culture) που ήταν δημιούργημα ευάριθμων προικισμένων καλλιτεχνών για λογαριασμό των πλουσίων ισχυρών πατρόνων τους. Η μικρή παραγωγή των έργων «υψηλής τέχνης» συνυπήρχε με τα στοιχεία του ταλέντου υψηλής ποιότητας και της προσωπικής εκλεπτυσμένης επιλογής, ενώ η λαϊκή τέχνη εκάλυπτε ανάγκες και εξέφραζε καλλιτεχνικές διαθέσεις των μεγάλων λαϊκών στρωμάτων. Η «υψηλή τέχνη» χαρακτηριζόταν από τη δημιουργία «κλασικών» έργων, που έφεραν την υπογραφή μεγάλων καλλιτεχνών. Η λαϊκή τέχνη έχει την ανώνυμη σφραγίδα της γνήσιας και πηγαίας λαϊκής μούσας. Η μαζική κουλτούρα διαφέρει και από την κλασική και από τη λαϊκή τέχνη (pop art), επιδίδεται σε απόπειρες απομίμησης της πρώτης και αντιγραφής της δεύτερης και σε ακραίες εκφράσεις της παίρνει τον χαρακτηρισμό του kitsch. Μέχρι σήμερα τουλάχιστον δεν καταξιώθηκε ως «πολιτισμός», δηλαδή ως αδιαμφισβήτητη διαχρονική επικράτηση υψηλών αξιών.
Η μαζική κουλτούρα είναι αποτέλεσμα ιστορικής εξέλιξης, που σημαδεύτηκε από πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές κατακτήσεις των λαών. Οι κατακτήσεις αυτές που πραγματοποιήθηκαν με «ιδρώτα και αίμα», ανέβασαν το βιοτικό και πνευματικό επίπεδο των «λαϊκών τάξεων» (εργατών, αγροτών, μισθωτών) και βαθμηδόν βελτίωσαν τις συνθήκες εργασίας και άφησαν ελεύθερο χρόνο για αναψυχή. Ξεκίνησε από την επιθυμία της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού να διασκεδάσει, να εκφραστεί καλλιτεχνικά και ποιητικά (δημοτικό τραγούδι, λαϊκή μουσική, έντεχνος λόγος), να διαμορφώσει «λαϊκό πολιτισμό» που να εκφράζει και να ικανοποιεί την πλειοψηφία. Όμως όπως και σ’ άλλα κοινωνικά επιτεύγματα, όπως η λαϊκή κυριαρχία-δημοκρατία, η ευρύτερη εκπαίδευση, οι κατακτήσεις του συνδικαλισμού, η χειραφέτηση της γυναίκας κ.ά., έτσι και στον ελεύθερο πολιτιστικό χώρο -της διασκέδασης της τέχνης, της μουσικής- κινήθηκαν και ιδιοτελή συμφέροντα, που εκμεταλλευόμενα τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας και των επικοινωνιών, κυριαρχούν σιγά-σιγά στον χώρο αυτό, μονοπωλούν τους επιμέρους πολιτιστικούς τομείς (εκδοτικοί οίκοι, εταιρείες δίσκων, κινηματογράφου, τηλεοράσεων κ.λπ.), τους χειραγωγούν, τους εκμεταλλεύονται οικονομικά παράγοντας προϊόντα μαζικής κατανάλωσης (πολιτιστικά super markets), που εκτοπίζουν τη γνήσια λαϊκή τέχνη, αγνοούν καταξιωμένα αισθητικά και ηθικά κριτήρια και οδηγούν στη μαζοποίηση του πολιτισμού ή τη ρομποτοποίηση της κοινωνίας. Οι επιδιώκοντες να κατευθύνουν τη «μαζική κουλτούρα» έχουν την οικονομική δυνατότητα και το τεχνικό πλεονέκτημα να προετοιμάζουν και να μαζοποιούν τα πολιτιστικά προϊόντα (έργα τέχνης, μέσα διασκέδασης κ.λπ.), δίνοντας στον ακροατή ή θεατή «μασημένη τροφή», που τον απαλλάσσει από τον κόπο, που απαιτεί η εξοικείωση ή αφομοίωση έργων εκλεκτής διανόησης και τέχνης. Ένα απλοποιημένο έργο π.χ. του Σαίξπηρ στον κινηματογράφο είναι πιο εύληπτο στον μέσο θεατή από την κοπιαστική ανάγνωση του αντίστοιχου βιβλίου και μια περιοδική εικονογράφηση (π.χ. κλασικά εικονογραφημένα) των επιτεύξεων του Χρυσού Αιώνα του Περικλή είναι πιο ευχάριστη ανάγνωση από τη μελέτη πρωτότυπων κλασικών έργων συγγραφέων έστω και μεταφρασμένων.
Χαρακτηριστικό επίσης της μαζικής κουλτούρας είναι η ομογενοποίηση των προϊόντων της τέχνης δηλαδή η παραγωγή τους σε μεγάλες ποσότητες που ν’ ανταποκρίνεται στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή για τα γούστα θεατών ή ακροατών. Το φαινόμενο της ομογενοποίησης δεν εκδηλώνεται μόνο ποσοτικά, στον αριθμό των καταναλωτών -πρωτίστως στα αστικά κέντρα- αλλά και στις διάφορες φάσεις της ηλικίας. Το ραδιόφωνο, ο κινηματογράφος και κυρίως η τηλεόραση, που έχει παραβιάσει το οικογενειακό άσυλο, απευθύνεται αδιακρίτως σε μικρούς και μεγάλους, σε άντρες και γυναίκες, άνεργους νέους και γέρους απόμαχους της ζωής, παρουσιάζοντας «πολιτιστικά» προϊόντα ευρύτερης κατανάλωσης και εύπεπτης κατανόησης, έτσι ώστε, όπως ελέχθη χαρακτηριστικά, «τα παιδιά να ενηλικιώνονται πρόωρα και οι ηλικιωμένοι να γίνονται παλίμπαιδες».
Μέσα μαζικής «πολιτιστικής κατανάλωσης», και ιδιαίτερα η τηλεόραση, που κατευθύνονται και λειτουργούν με μοναδικό κίνητρο την κερδοσκοπία, χρησιμοποιούν μηχανισμούς παραγωγής εκπομπών (κωμωδία, κοινωνικά δράματα, έργα περιπέτειας και βίας) και αναδεικνύουν συστηματικά πρότυπα δράσης και στερεότυπα συμπεριφοράς, που εξασθενίζουν βαθμιαία τους αμυντικούς μηχανισμούς της λογικής και αισθητικής, διεισδύουν στο χώρο του υποσυνείδητου, υπεραπλοποιούν κοινωνικές συμπεριφορές (ο έξυπνος λωποδύτης η ατίθαση γυναίκα, ο επαναστάτης νέος, οι αυστηροί γονείς) και οδηγούν στη συμπάθεια ή και ψυχολογική ταύτιση του δέκτη με τον «ήρωα», εξαγνίζοντας εγκλήματα και ωραιοποιώντας αντικοινωνικές συμπεριφορές. Η στάση αυτή μειώνει το χάσμα μεταξύ «ατομικής στάσης” και «δημόσιας ηθικής». Αυτοί οι μαζικοί πομποί, προσφέροντας μιαν εφήμερη φυγή από την πραγματικότητα της ζωής -πολλές φορές στυγνή και άχαρη- «δεν μπορούν να αγγίξουν τις εμπειρίες που αποτελούν γνήσια έκφραση της τέχνης, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας» - προσπαθούν να ικανοποιήσουν ένα χαμηλό μέσο όρο αισθητικών απαιτήσεων-γνώσεων και χάνουν σε γνησιότητα και αντικειμενικότητα, ό,τι κερδίζουν σ’ εύκολη και φθηνή προσέγγιση του θεατή-ακροατή-αναγνώστη. Αυτός ο τελευταίος χάνει την ατομικότητα του, τις αισθητικές προτιμήσεις του, την πρωτοβουλία σκέψεων και εκφράσεων, τη δυνατότητα επαγωγικού και παιδαγωγικού διαλόγου και αποκτά τα χαρακτηριστικά του «μαζικού ανθρώπου». Κλεισμένος σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό, απομονωμένος από το οικείο και φιλικό περιβάλλον -ακόμα και σε αθλητικές εκδηλώσεις-, μονήρης, βλέπει και ακούει αμίλητος και απορροφά ό,τι του σερβίρει το κουτί της T.V. αδυνατώντας να διαμορφώσει προσωπικές επιλογές, δικές του ιδέες και προτιμήσεις, έτοιμος να αποδεχθεί κοινοτυπίες και ευτέλειες, να προετοιμασθεί έτσι να αποδεχθεί τον Big Brother του George Orwell και των απομιμήσεών του.
Ο καθηγητής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο της Grenoble, Daniel Bougnoux γράφει χαρακτηριστικά (σε άρθρο του στο περιοδικό Courrier της UNESCO - Απρίλιος 1995): «Όταν καθόμαστε μπροστά στην TV και παίζουμε με την υδρόγειο, όπως έπαιζε ο Σαρλώ στην ταινία «Δικτάτορας», αυτή η αφ’ υψηλού θέαση της ζωής και του θανάτου άλλων δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «γνώση»... Η νέα εικονοποιία της επικοινωνίας που έχει γίνει αυθύπαρκτος κόσμος μπορεί να γεννήσει μία αδιάφορη και κοσμοπολίτικη υποκουλτούρα, που θα έχει για σύμβολο το γελαστό πρόσωπο του Μίκυ Μάους».
Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας συμβάλλουν αποφασιστικά στην προσφορά κοινωνικής θέσης (social status) σε άτομα και οργανώσεις. Προσδίδουν κύρος και ενισχύουν την εξουσία ατόμων και ομάδων με την προβολή και δημοσιότητα που εκ συστήματος τους εξασφαλίζουν. Αυτή η ενέργεια επιτείνεται στα πλαίσια ομάδων «αμοιβαίου θαυμασμού» ή «τηλεοπτικών παραθύρων» επ’ ευκαιρία π.χ καμπάνιας για «φιλανθρωπικούς σκοπούς».
Καθώς ολοένα και περισσότερος χρόνος αφιερώνεται στην παρακολούθηση των ΜΜΕ (κυρίως T.V.), τόσο περισσότερο μειώνεται η ενεργητική συμμετοχή του θεατή-ακροατή στα δημόσια πράγματα και στην κοινωνική δράση. Το άτομο παρακολουθεί, μέσω των ΜΜΕ, τα κοινωνικά δρώμενα, μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί, να ενθουσιάζεται ή να εξοργίζεται, όμως πραγματικά απέχει από την κοινωνική δραστηριότητα, την ενεργό συμμετοχή σε συλλόγους, οργανώσεις, τοπική αυτοδιοίκηση κ.ά., ναρκωμένος από τον πληροφοριακό βομβαρδισμό (υπνωτική δυσλειτουργία).
Τα ιδιωτικά ΜΜΕ, που χρηματοδοτούνται από μεγάλες επιχειρήσεις, επιδιώκουν τη διατήρηση του κρατούντος πολιτικού και οικονομικού συστήματος από το οποίο εξαρτώνται, εξωραΐζοντας τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες και αποφεύγοντας να δημοσιοποιούν απόψεις ανατρεπτικές ή μεταρρυθμιστικές του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου. Έτσι τα ΜΜΕ, που πρακτορεύονται από εμπορικά συμφέροντα, έμμεσα άλλα αποτελεσματικά περιορίζουν ή και εκμηδενίζουν την ενσυνείδητη ανάπτυξη κριτικής σκέψης. Μέσα σε αυτό τον ωκεανό της ομογενοποιημένης κουλτούρας αγωνίζονται για να επιβιώσουν νησίδες γνήσιων διανοουμένων και πρωτοποριακών καλλιτεχνών, που επιμένουν στην παραγωγή έργων με προσωπική σφραγίδα και υψηλές καλλιτεχνικές επιδόσεις. Αντιμέτωποι με τον όγκο, την πλημμυρίδα της παραγωγής των έργων μαζικής κουλτούρας, οι λίγες αυτές εξαιρέσεις είτε κλείνονται στον εαυτό τους με σύνθημα «η τέχνη για την τέχνη» και προκαλούν την ειρωνεία ή την περιφρόνηση των πολλών, είτε -ακόμα χειρότερα- ενδίδουν τελικά στις αξιώσεις του ολοκληρωτικού κράτους ή των μεγάλων εταιρειών και κάνουν παραχωρήσεις χάριν της ποσότητας και σε βάρος της ποιότητας της πνευματικής παραγωγής.
Είναι κοινώς αποδεκτό ότι τα ΜΜΕ επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά τις αισθητικές αντιλήψεις της κοινής γνώμης. Η πλειονότητα των κριτικών συμφωνεί ότι η κοινή γνώμη κατακλύζεται καθημερινά από ευτελή πολιτιστικά προϊόντα. Κατά τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Bernard Rosenberg «μια γνήσια αισθητική (αλλά και θρησκευτική ή ερωτική) εμπειρία γίνεται δύσκολη, αν όχι αδύνατη, όταν το kitsch διαποτίζει την ατμόσφαιρα... Στη χειρότερη έκδοση της η μαζική κουλτούρα δεν απειλεί μόνο να γελοιοποιήσει τα γούστα μας, αλλά και να αποκτηνώσει τις αισθήσεις μας προλειαίνοντας το έδαφος για κάθε μορφής ολοκληρωτισμό... Καμία μορφή τέχνης, κανένα σύνολο γνώσεων, κανένα σύστημα ηθικής είναι αρκετά δυνατά να αντισταθούν στη χυδαιοποίηση (vulgarization) των καλλιτεχνικών και διανοητικών ικανοτήτων, αλλά και να συντελέσουν στον ηθικό εξοπλισμό των πνευματικών ταγών μιας κοινωνίας ώστε να ενεργούν με τέτοιο τρόπον που να προσελκύουν με τα έργα τους την πλειοψηφία των μελών μιας κοινωνίας και να μην αναζητούν ηθικά άλλοθι σε εκκεντρικές δημιουργίες του τύπου “η τέχνη για την τέχνη”». Και βεβαίως καμία πνευματική ή καλλιτεχνική δημιουργία δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να δικαιωθεί χωρίς ευρύτερη κοινωνική βάση, που να στηρίζεται σε πανανθρώπινες διαχρονικές αξίες, θα συμφωνούσα με τη διαπίστωση του Αμερικανού επίσης κοινωνιολόγου Gilbert Seldes ότι: «Οι θεμελιώδεις αξίες της δικής μας ζωής και των παιδιών μας θα επηρεάζονται από την επαναστατική αλλαγή στον τρόπο της διασκέδασης και της επικοινωνίας. Έχουμε την υποχρέωση να ελέγξουμε την ταχύτητα και την κατεύθυνση αυτής της αλλαγής.»
Ως προς τον ισχυρισμό μερικών παραγόντων των ΜΜΕ και κυρίως της TV ότι η ποιότητα των μεταδιδόμενων προγραμμάτων ή εκπομπών ανταποκρίνεται στα γούστα των θεατών, όπως δείχνουν και οι δείκτες της θεαματικότητας, αποστομωτική είναι η απάντηση του καθηγητού της Νομικής Γεωργίου Κουμάντου σε άρθρο του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (8.9.2002): «Αυτό το λαϊκό άλλοθι των υπευθύνων για τα προγράμματα των μέσων μαζικής επικοινωνίας είναι λιγότερο στερεό απ’ όσο φαίνεται. Γιατί το επιχείρημα τους οδηγεί αναγκαστικά στο ερώτημα: πόσο πρωτογενής, πόσο «έμφυτη» είναι η λαϊκή προτίμηση προς τα κακά προγράμματα; Πώς και από ποιον διαμορφώθηκε αυτή η προτίμηση; Και το σπουδαιότερο: ποιος είναι ο ρόλος των μέσων μαζικής επικοινωνίας στη διαμόρφωση των λαϊκών προτιμήσεων, γενικότερα της ηθικής και της αισθητικής του μέσου θεατή; Μήπως το άλλοθι των υπευθύνων θυμίζει την περίπτωση του πατροκτόνου που ζητούσε την επιείκεια του δικαστηρίου γιατί είναι ορφανός;»

Σαν κατακλείδα και γενικό συμπέρασμα αναφορικά με την υγιή και αποτελεσματική κοινωνική αντίδραση στον επιζήμιο και ανεξέλεγκτο ρόλο των ΜΜΕ θα επικαλεσθώ την άποψη που πριν 50 χρόνια είχε διατυπώσει ο Αμερικανός διανοητής Melvin Tumin: «Είναι ανάγκη να διατηρήσουμε μια ανοικτή-δημοκρατική κοινωνία, τη γνήσια και ελεύθερη έρευνα καθώς και το δικαίωμα ανταγωνισμού μεταξύ αντιτιθέμενων απόψεων πάνω σε συστήματα αξιών και αισθητικά κριτήρια».

Multi Search

WWW

Google
Αναζήτηση στο διαδίκτυο με το Google

Ιστοσελίδα

Google
Αναζήτηση σε αυτή την ιστοσελίδα με το Google



Website design and implementation

Website design and implementation
Powered by Elxis - Open Source CMS. Copyright (C) 2006-2010 Elxis.org. All rights reserved.