Θέμα: Η οικονομία ως παράγων Εθνικής Ισχύος.( Ημερίδα 14ης Μαΐου 2007)
Συντάκτης: Ευάγγελος Γεωργούσης, Αντιπτεράρχος (Ι) ε.α.
Ημερομηνία καταχώρησης: 7 Νοεμβρίου 2007
Κατά τη γνώμη μου θα ήταν υπερβολή και θα έκανα κατάχρηση του χρόνου σας, να προσπαθήσω να τεκμηριώσω και να σας πείσω ότι η Εθνική Οικονομία μιας χώρας είναι ένας από τους πλέον σοβαρούς παράγοντες της συνολικής Εθνικής Ισχύος αυτής.
Το επίπεδο σας σε γνώσεις και εμπειρίες αποδεικνύουν ότι το θέμα αυτό το γνωρίζεται. Άλλοι το έχετε σπουδάσει από την θεωρητική του προσέγγιση. Αρκετοί δε από εσάς, το έχετε αντιμετωπίσει στην πράξη, κατά την εμπλοκή σας με έναν άλλον πολύ σοβαρό, επίσης παράγοντα Εθνικής Ισχύος, αυτόν της Εθνικής Άμυνας.
Απλώς θέλω να σας επισημάνω ορισμένα σημεία που, κατά την άποψη μου είναι σοβαρά.
Είναι γνωστό ότι με τον όρο «Εθνική Ισχύς» μιας χώρας, νοείται ένα σύνολο πολλών και σύνθετων εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων ή στοιχείων, που έχουν να κάνουν με τους πλέον σοβαρούς τομείς και δράσεις μιας Εθνικής και Κρατικής οντότητας.
Άλλοι από τους τομείς αυτούς είναι σχεδόν σταθεροί ή σχετικά αμετάβλητοι, ενώ άλλοι έχουν σχέση και αλληλεπίδραση, άμεση αρκετές φορές, με την δράση άλλων παραγόντων.
Για παράδειγμα, ο Γεωγραφικός παράγων, ως στοιχείο της Εθνικής Ισχύος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα βασικά χαρακτηριστικά του έχουν μία σχετική σταθερότητα. Εάν αυτός έχει μια αξία για την Εθνική Ισχύ μιας χώρας, αυτή η αξία είναι προφανές ότι προέρχεται από κάποια σταθερά γεωγραφικά δεδομένα.
Όμως αν δούμε τον Γεωπολιτικό παράγοντα, που είναι φυσικά και αυτός ένας πολύ σοβαρός παράγων Εθνικής Ισχύος, σε περιοχικό και διεθνές επίπεδο, θα διαπιστώσουμε ότι η αξία αυτού είναι μεταβαλλόμενη, αφού πέραν της γεωγραφίας, πάρα πολλοί άλλοι παράγοντες και στοιχεία συνθέτουν την εκάστοτε αξία αυτού. Σήμερα αυτός ο παράγων μπορεί να καθιστά μία χώρα ιδιαίτερης σημασίας και αξίας για την περιοχή της. Κομβική χώρα όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, ενώ την επόμενη πενταετία ή δεκαετία, η αξία και η σημασία αυτής να έχει μεταβληθεί δραστικά, σε σχέση με τις περιοχικές και διεθνείς ισορροπίες, λόγω της μεταβολής κάποιων άλλων στοιχείων που εμπλέκονται στον Γεωπολιτικό Παράγοντα.
Ο πληθυσμός επίσης μιας χώρας ανάλογα με τα εθνικά της συμφέροντα και ενδιαφέροντα είναι ένας άλλος σοβαρός παράγων Εθνικής Ισχύος. Ένας παράγων που επηρεάζει σοβαρά και άμεσα άλλους, όπως η οικονομία και η Στρατιωτική Ισχύς.
Και για να εστιάσουμε στο θέμα μας, όπως και στην αρχή ανέφερα, η οικονομική κατάσταση μιας χώρας είναι τεράστιας σημασίας παράγων για την συνολική Εθνική Ισχύ αυτής.
Ας αναλογιστούμε την Ρωσία μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Ποια ήταν η Εθνική Ισχύς της χώρας αυτής, προβάλλοντάς την στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, κατά την πρώτη δεκαετία και ποια είναι σήμερα.
Είναι η ίδια χώρα, με την ίδια τεχνολογική υποδομή με την ίδια σχεδόν πληθυσμιακή κατάσταση, με το ίδιο επίπεδο πρώτων υλών και ίσως με την ίδια στρατιωτική ισχύ. Όμως η συνολική Εθνική Ισχύς που ήταν αναγκαία για να υπηρετήσει τα εθνικά της συμφέροντα σε παγκόσμιο ορίζοντα δεν υπήρχε, διότι ο παράγων της Οικονομίας βρισκόταν σε πάρα πολύ χαμηλό και κρίσιμο επίπεδο. Μπορεί να μην ήταν μόνο αυτός η αιτία, αλλά όμως έπαιξε τον καθοριστικό ρόλο.
Σήμερα που ο παράγων αυτός, για πάρα πολλούς λόγους, είναι πολύ ισχυρός και συνεχώς αυξανόμενος, η συνολική Εθνική Ισχύς της Ρωσίας είναι και πάλι ικανή να εξυπηρετήσει τους εθνικούς στόχους της χώρας αυτής σε παγκόσμια σχεδόν κλίμακα. Όχι φυσικά στο επίπεδο των ΗΠΑ ακόμα.
Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι, με τα σημερινά δεδομένα των παγκόσμιων οικονομικών σχέσεων, αλλά και της διάχυσης των τεχνολογικών γνώσεων, δεν υπάρχει κράτος που να συγκεντρώνει στον απόλυτο βαθμό όλα τα αναγκαία στοιχεία ή παράγοντες Εθνικής Ισχύος. Μιας Ισχύος που θα του επέτρεπε να νιώθει απόλυτα ασφαλές και απόλυτα ισχυρό να επιβάλλει την άποψη του και να εξυπηρετήσει εύκολα και άμεσα τα Εθνικά του συμφέροντα.
Η οικονομική ισχύς των ΗΠΑ για παράδειγμα είναι μεγάλη, αυτό είναι γεγονός. Όμως δεν είναι τόσο μεγάλη και ισχυρή, όσο ίσως θα επιθυμούσαν οι κυβερνήσεις της, που να της επιτρέπουν να αδιαφορεί για το που επενδύει το εμπορικό της πλεόνασμα η Κίνα και η Ιαπωνία, ή για το ποια είναι η ισοτιμία δολαρίου-Γουάμ. Μια σημαντική πτώση στο χρηματιστήριο του Πεκίνου ή του Τόκυο θα επηρεάσει άμεσα αυτό της Νέας Υόρκης και της Ευρώπης. Και το αντίστροφο.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ακόμα και η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, δεν είναι καθόλου αυτοτροφοδοτούμενη. Αντίθετα, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις οικονομίες άλλων χωρών, από πρώτες ύλες άλλων χωρών και γενικά από πολλούς εξωγενείς παράγοντες. Ο Guardian με αφορμή το πρόσφατο οικονομικό Forum στο Νταβός έγραφε «Η καλύτερη θέση για μία ολοκληρωμένη θέαση του κόσμου είναι από τη σελήνη. Η δεύτερη από το Νταβός». Αυτό σημαίνει ότι η παγκόσμια οικονομική αποτίμηση και η παγκόσμια πολιτική στο υπόβαθρο της παγκοσμιοποίησης είναι πράγματα αλληλένδετα. Και συνεχίζει «Πριν έξι χρόνια ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπους, ανακοίνωσε ότι πλέον ζούμε σε έναν μονοπολικό κόσμο... Μετά το Ιράκ όλα αυτά τελείωσαν...» «Οι αναδυόμενοι οικονομικοί γίγαντες της Ασίας συναγωνίζονται τις σπάταλες οικονομίες του καταναλωτισμού, της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης, για τα πεπερασμένα αποθέματα ορυκτών, καυσίμων και πρώτων υλών. Το γεγονός αυτό ισχυροποιεί μία άλλη κατηγορία δυνάμεων την οποία μπορούμε να αποκαλέσουμε, δυνάμεις της εκμετάλλευσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, καταλήγει ο Guardian, είναι η Ρωσία. Πριν σαράντα χρόνια ήταν ισχυρή δύναμη, χάρη στη δύναμη του Κόκκινου Στρατού. Σήμερα είναι ισχυρή επειδή διαθέτει πετρέλαιο και φυσικό αέριο».
Επομένως, για να καθορισθεί το επίπεδο της εθνικής ισχύος μιας χώρας σε σχέση με την οικονομία αυτής, αλλά και τους άλλους παράγοντες που συνθέτουν αυτήν, πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε την εμβέλεια των εθνικών της στόχων και των συμφερόντων της χώρας αυτής.
Συμφέροντα και Στόχοι παγκοσμίου εμβέλειας απαιτούν ανάλογη εθνική ισχύ και κατ’ επέκταση, οικονομική ισχύ. Συμφέροντα περιοχικής εμβέλειας ή τοπικής, απαιτούν ανάλογης κλίμακας εθνική ισχύ και εθνική οικονομία.
Όπως και πάρα πάνω είπαμε, οι περισσότεροι παράγοντες Εθνικής Ισχύος δεν είναι σταθεροί, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις ο ένας επηρεάζει τον άλλον, θα ήταν χρήσιμο νομίζω να δούμε με μία σύντομη προσέγγιση, πώς ο παράγων της Οικονομίας ή Οικονομικής Ισχύος επηρεάζει άμεσα και δραστικά, ή έμμεσα, τον παράγοντα της Στρατιωτικής Ισχύος μιας χώρας.
Η Στρατιωτική Ισχύς, και τα περισσότερα συστατικά στοιχεία αυτής, έχουν άμεση σχέση με την οικονομία και τις οικονομικές δυνατότητες της κάθε χώρας. Ας δούμε ένα παράδειγμα άμεσης σχέσης οικονομίας και στρατιωτικής ισχύος. Η επέμβαση και η συνεχιζόμενη στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ, μπορεί να είχε ως αφορμή την πάταξη της τρομοκρατίας, τα πραγματικά όμως αίτια φαίνεται ότι είναι καθαρά οικονομικά. Είναι η εξασφάλιση των πρώτων υλών ενέργειας από τη Μέση Ανατολή για τα επόμενα 20-30 χρόνια. Δεν νομίζω να πιστεύει κανείς ότι χώρα που δεν έστειλε στρατό στο Ιράκ να βοηθήσει την αμερικανική προσπάθεια θα έχει καμία πιθανότητα να κάνει επενδύσεις, τουλάχιστον άμεσα, εκεί. Αργότερα ίσως, και εφόσον αλλάξει η αμερικανική πολιτική επί του θέματος. Επίσης η Τουρκία είναι έτοιμη να εμπλακεί σε θερμές επιχειρήσεις στο Βόρειο Ιράκ, κυρίως για τα πετρέλαια του Κιρκούκ. Ως αφορμή επικαλείται το θέμα των Κούρδων ή αν θέλετε στοχεύει με μία επέμβαση να λύσει δύο προβλήματα.
Φυσικά, όταν λέμε οικονομικές δυνατότητες, πρέπει να κατανοήσουμε όλοι, ότι εννοούμε τα συγκεκριμένα ποσά που μπορούμε να διαθέσουμε και όχι διάφορα ποσοστά επί του Α’ η του Β’ κρατικού οικονομικού στοιχείου. Αυτά τα ποσοστά είναι χρήσιμα και αναγκαία για λόγους στατιστικής κυρίως. Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι, για παράδειγμα εμείς, ξοδεύουμε το 3% επί του ΑΕΠ της χώρας μας για αμυντικές δαπάνες και άρα είμαστε εντάξει, δηλαδή έχουμε την αναγκαία στρατιωτική ισχύ έναντι της απειλής.
Φυσικά, δεν ισχυρίζομαι και δεν είμαι εγώ που θα πω ότι είναι λίγα ή πολλά αυτά που δαπανάμε για την στρατιωτική μας ισχύ και ότι πρέπει να τα αυξήσουμε ή να τα μειώσουμε. Αυτό που επισημαίνω είναι ότι εφόσον έχουμε διαπιστώσει και αποφασίσει ότι έχουμε συγκεκριμένη εξωτερική απειλή και για να την αντιμετωπίσουμε πρέπει να διαθέτουμε στρατιωτική ισχύ, αυτή η ισχύς πρέπει να είναι η «αναγκαία και ικανή» που θα μας εξασφαλίσει Αποτροπή. Δηλαδή να έχουμε μία στρατιωτική ισχύ που εξασφαλίζει στη χώρα και τους κατοίκους της Αμυντική Επάρκεια. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν αυτά που επενδύουμε, τα επενδύουμε σωστά.
Αν για την Εθνική μας Άμυνα επενδύουμε χρήματα χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, και όχι με στόχο την Αμυντική Επάρκεια, τότε κάνουμε σοβαρό λάθος από αμυντική αλλά και οικονομική άποψη. Διότι και πολλά χρήματα ξοδεύουμε και δεν εξασφαλίζουμε αυτό για το οποίο ξοδεύουμε. Δηλαδή, και μπορεί να χάσουμε και θα έχουμε ξοδέψει τεράστια κεφάλαια.
Στο σημείο αυτό νομίζω ότι πρέπει να υπενθυμίσουμε την μεγάλη μεταξύ τους αλληλεπίδραση που έχουν οικονομία και Εθνική στρατιωτική ισχύς. Δεν είναι μόνο η οικονομία που φυσικά έρχεται να στηρίξει και να υπηρετήσει τις ανάγκες της στρατιωτικής ισχύος και κατ’ επέκταση της Εθνικής Άμυνας. Όταν η στρατιωτική ισχύς εξασφαλίζει Αμυντική Επάρκεια, αυτό σημαίνει ότι η χώρα είναι ασφαλής από εξωτερικούς κινδύνους και απειλές και επομένως κάθε επενδυτής αναγνωρίζοντας και εκτιμώντας το ασφαλές κλίμα, θα κάνει τις επενδύσεις του σε οποιαδήποτε περιοχή της χώρας κρίνει ότι τον συμφέρει.
Στο πρόσφατο συνέδριο του Economist (25/4/07) ο κ. ΥΕΘΑ στην τοποθέτηση του, συνέδεσε άμεσα και ευθέως την οικονομική ανάπτυξη της χώρας με την Εθνική Άμυνα αυτής. Συγκεκριμένα ανέφερε: «...όταν υπάρχει αστάθεια δεν γίνονται επενδύσεις... όταν υπάρχουν απειλές εναντίον μιας χώρας, εύλογο είναι οι επενδύσεις στη χώρα αυτή να περιορίζονται. Όταν η χώρα έχει ισχυρή Εθνική Άμυνα, αυτό θα έχει άμεση ανταπόκριση στην οικονομία αυτής και γενικά στο επενδυτικό κλίμα».
Εκτός αυτού, που είναι η έμμεση συμβολή της Εθνικής Άμυνας και της Αμυντικής Επάρκειας στην ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας, υπάρχει και η άμεση συμμετοχή αυτής. Δηλαδή, πόσο συντελούν στην άμεση οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη οι επενδύσεις που γίνονται στην Εθνική Άμυνα.
Νομίζω ότι πρέπει να παραδεχθούμε ότι μέχρι τώρα οι επενδύσεις στην Εθνική Άμυνα, δηλαδή στην στρατιωτική ισχύ της χώρας, δεν είχαν ως υποχρεωτικό κριτήριο την άμεση συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, θα σας δώσω ένα μόνο παράδειγμα για να καταλάβετε τι ακριβώς λέω. Έως το 2005, άρχισε από το 1985, η χώρα έκανε 4 ξεχωριστές παραγγελίες μαχητικών αεροσκαφών F-16. Συνολικός αριθμός 170 αεροσκάφη. Αυτό σημαίνει ότι έχει επενδυθεί ένα τεράστιο κεφάλαιο. Μαζί με την Τουρκία ίσως είμαστε οι με τον μεγαλύτερο αριθμό χρήστες αυτών των αεροσκαφών εκτός Αμερικής. Μπορείτε να διαπιστώσετε πολύ εύκολα, πόσο συνετέλεσε στην οικονομική ανάπτυξη έστω μόνο της αμυντικής βιομηχανίας των δύο χωρών, η περίπου ίδια επένδυση στον ίδιο τομέα, στον ίδιο σχεδόν χρόνο. Ίσως γνωρίζετε ότι αρκετά από τα ανταλλακτικά των F-16 που πετούν σε όλον τον κόσμο, και φυσικά στην Ελλάδα, είναι made in Turkey. Και φυσικά δεν είναι μόνο αυτός ο τομέας.
Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός και η άποψη ότι οι επενδύσεις στην στρατιωτική ισχύ και κατ’ επέκταση στην Εθνική Άμυνα, είναι στην ουσία αντιπαραγωγικές επενδύσεις. Η άμεση και έμμεση συμβολή αυτών εξαρτάται από την πολιτική απόφαση και το νομικό πλαίσιο που διέπει αυτές τις επενδύσεις.
Όταν λοιπόν η αναγκαία και ικανή Αμυντική Επάρκεια της χώρας μας απαιτεί πολύ συγκεκριμένη στρατιωτική ισχύ, αυτό σημαίνει ότι οι συνιστώσες αυτής της στρατιωτικής ισχύος θα πρέπει να χρηματοδοτούνται από την Εθνική Οικονομία τουλάχιστον σε ένα ελάχιστο επίπεδο, κάτω από το οποίο θα πρέπει να αναμένονται επιπτώσεις άμεσες και έμμεσες στην στρατιωτική ισχύ των Ε.Δ. και κατ’ επέκταση της χώρας.
Για να διατηρηθούν οι υφιστάμενες δυνάμεις και οπλικά συστήματα, τα μέσα και οι υποδομές, στο αναγκαίο επίπεδο επιχειρησιακής ικανότητας και ετοιμότητας, απαιτείται πολύ συγκεκριμένος ετήσιος προϋπολογισμός. Ο προϋπολογισμός αυτός, στην μεγαλύτερη του έκταση, είναι σχεδόν ανελαστικός.
Η διατήρηση οπλικών συστημάτων και μέσων στην συγκεκριμένη απαραίτητη διαθεσιμότητα (80% και άνω) απαιτεί προϋπολογισμό ανταλλακτικών, εργασιών και γενικά παντός είδους προβλεπόμενη συντήρηση. Και όλα αυτά να αποκτηθούν και εκτελεσθούν σε συγκεκριμένο χρόνο.
θα πρέπει δε να λάβουμε υπόψη μας ότι αν επιτρέψουμε το ποσοστό διαθεσιμότητας αυτών να πέσει για μερικές εκατοστιαίες μονάδες κάτω από το επιθυμητό, για να κάνουμε κάποια οικονομία, αν θέλουμε να επανέλθουμε και πάλι στο επιθυμητό ποσοστό, τότε αφ’ ενός αυτό δεν επιτυγχάνεται άμεσα και αφ’ ετέρου, όσο πιο γρήγορα θέλεις να το πετύχεις τόσο περισσότερο θα σου κοστίσει. Και φυσικά αμέσως τίθεται το ερώτημα, αν είχες ανάγκη μικρότερης διαθεσιμότητας, δηλαδή λιγότερα μέσα και οπλικά συστήματα, γιατί έκανες επένδυση για πολύ περισσότερα;
Η συνολική εκπαίδευση των Ε.Δ. και η διατήρηση του ανθρώπινου δυναμικού αυτών σε υψηλό επίπεδο ποιοτικής κατάστασης, είναι ένας άλλος τομέας της στρατιωτικής ισχύος, του οποίου επίσης θα έλεγα, οι οικονομικές δαπάνες είναι σχεδόν ανελαστικές. Ένοπλες Δυνάμεις που θέλουν να στηρίζουν την συνολική ισχύ τους περισσότερο στην ποιότητα παρά στην ποσότητα, είναι νομίζω αναγκασμένες να εκπαιδεύουν και να μορφώνουν το σύνολο του προσωπικού τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε, η ποιοτική διαφορά σε όλα τα επίπεδα να καλύπτει την αναγκαστική ποσοτική που ήδη υπάρχει. «Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για την απόκτηση στρατιωτικής αξίας από την εκπαίδευση», λέει ο Ξενοφών. Και σε άλλο σημείο ο ίδιος τονίζει: «Αν θέλετε να εξαλείψετε τον φόβο που προκαλούν οι εχθροί στη νέα γενιά, να παρέξετε σ’ αυτούς την κάλλιστη μόρφωση και εκπαίδευση».
Φυσικά την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού των Ε.Δ. δεν την καθορίζουν μόνο τα αναγκαία κονδύλια για την σωστή εκπαίδευση σε όλους τους τομείς. Την επηρεάζουν άμεσα και έμμεσα, πάρα πολλοί άλλοι παράγοντες. Το ηθικό για παράδειγμα, του προσωπικού εξαρτάται από πάρα πολλές παραμέτρους, όπως η αξιοκρατία στις κρίσεις και τοποθετήσεις και γενικά το εκάστοτε υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο χρησιμοποίησης και εξέλιξης αυτών. Οι αποδοχές τους σε σχέση με αυτό που προσφέρουν και φυσικά σε σχέση με τις αποδοχές άλλων δημόσιων λειτουργών της χώρας αναλόγου επιπέδου.
Είναι τουλάχιστον ακατανόητο στην ίδια χώρα, στις ίδιες Ε.Δ., ο ένας νόμος να επιβάλει, σωστά, την επιλογή του έχοντος τα καλύτερα προσόντα υποψηφίου ΕΠΟΠ, ενώ την ίδια στιγμή για την επιλογή ενός στρατηγού, ενός ναυάρχου ή ενός πτέραρχου, ο άλλος σχετικός νόμος να μην κάνει το ίδιο αλλά να επιτρέπει στην εκάστοτε εξουσία να επιλέγει κατά την κρίση της. Η «Διοίκηση» πρέπει να έχει ευελιξία, λένε οι «ειδικοί». Συμφωνώ, αλλά μεταξύ αυτών που έχουν τα ίδια υψηλά προσόντα. Επίσης, δεν είναι δυνατόν οι Αξιωματικοί και οι Υπαξιωματικοί, χωρίς κανένα ωράριο εργασίας, χωρίς δικαίωμα διεκδίκησης αιτημάτων, με πάρα πολλές μεταθέσεις και με υποχρεώσεις ασκήσεων, ετοιμοτήτων όποτε υπάρχει ανάγκη, μετά από δεκαπέντε (15) χρόνια υπηρεσίας, όταν θέλουν να κάνουν οικογένεια, να μην λαμβάνουν ούτε 1.500€ το μήνα.
Η ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού των Ε.Δ. είναι ο πρώτος, ο μεγαλύτερος και ο κυριώτερος πολλαπλασιαστής της στρατιωτικής ισχύος κάθε χώρας. Αν πρέπει να κάνουμε περιστολή δαπανών στο χώρο των Ε.Δ., είναι καλύτερο και συμφερότερο να διαθέτουμε μικρότερους αριθμούς από τα α ή β οπλικό σύστημα, παρά να έχουμε μειωμένης ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό, λόγω χαμηλού ηθικού και λόγω ανεπαρκούς εκπαίδευσης και μόρφωσης.
Θα πρέπει όλοι μας να θυμόμαστε ότι στην Εθνική Άμυνα και Ασφάλεια δεν υπάρχει χρόνος και χώρος για μετάνοια, αν συμβεί κάτι δυσμενές στη χώρα. Στους τομείς αυτούς προβλέπεις, προετοιμάζεσαι κατάλληλα και προσχεδιάζεις, προκειμένου να αποτρέψεις κάθε επιβουλή και αν απαιτηθεί, να απαγορεύσεις δυναμικά τις ενέργειες των εχθρών. Αν κάπου αποτύχεις, έχασες ανεπανόρθωτα. Πάρτε για παράδειγμα την περίπτωση της Κύπρου.
Θα πει κάποιος, τι να κάνει δηλαδή η χώρα μας όταν η απειλή προέρχεται από μία χώρα η οποία εμφανώς και από πολλά στοιχεία προκύπτει, ότι διαθέτει μεγαλύτερη συνολική εθνική ισχύ από τη δική μας. Αυτό είναι αλήθεια αλλά, σύμφωνα με όλες σχεδόν τις απόψεις των ειδικών, η κατάσταση είναι απόλυτα αντιμετωπίσιμη υπό μία βασική προϋπόθεση, ότι η χώρα μας θα βασίζεται πρωτίστως στις δικές της δυνάμεις, χωρίς φυσικά να απεμπολεί τα διεθνή της στηρίγματα, και θα βελτιώνει μεθοδικά και σταδιακά την οικονομική και στρατιωτικής της ισχύ, δίνοντας έμφαση στα ποιοτικά χαρακτηριστικά και των δύο.
Για παράδειγμα, αν προσπαθήσει η χώρα μας να εξισορροπήσει την στρατιωτική ισχύ των χερσαίων τουρκικών δυνάμεων, αυτό θα είναι μάταιος κόπος και μόνο από πλευράς αριθμών (πληθυσμός Τουρκίας - αριθμός στρατευμένων).
Θα μπορούσαμε λοιπόν συμπερασματικά να πούμε ότι, η οικονομική ισχύς μιας χώρας είναι ίσως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της συνολικής Εθνικής Ισχύος αυτής. Και επειδή ένας άλλος σοβαρός πυλώνας της Εθνικής Ισχύος είναι η υφιστάμενη Στρατιωτική Ισχύς της κάθε χώρας, οι δύο αυτοί παράγοντες, Οικονομία και Στρατιωτική Ισχύς, είναι αλληλοεξαρτόμενοι ή αλληλοϋποστηριζόμενοι.
Πιστεύουμε ότι αν αυτοί οι δύο έχουν προβλήματα, τότε το σύνολο της Εθνικής Ισχύος της χώρας έχει πρόβλημα στην υποστήριξη και υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.
Μια αναπτυσσόμενη και αρκετά ισχυρή οικονομία, όπως η δική μας, είναι φανερό ότι μπορεί να υποστηρίξει την αναγκαία και ικανή Αμυντική Επάρκεια, προκειμένου αυτή με την σειρά της να δημιουργήσει το απαραίτητο κλίμα ασφάλειας που θα προωθήσει ακόμα περισσότερο την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία του Ελληνικού λαού.