english greek
Αρχική arrow Άρθρα arrow ΠOΛITIKO και ΣTPATHΓIKO ΠEPIΣKOΠIO `` Τουρκία, Ιράν, Συρία: Προς μια Τριγωνική Σχέση;΄΄

ΠOΛITIKO και ΣTPATHΓIKO ΠEPIΣKOΠIO `` Τουρκία, Ιράν, Συρία: Προς μια Τριγωνική Σχέση;΄΄

Θέμα: ΠOΛITIKO & ΣTPATHΓIKO ΠEPIΣKOΠIO `` Τουρκία, Ιράν, Συρία: Προς μια Τριγωνική Σχέση;΄΄
 
Συντάκτης: Γιώργος Σαλαπασίδης, Υποψήφιος Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων Παντείου Πανεπιστημίου
 
Ημερομηνία καταχώρησης: 11 Αυγούστου 2007
 


Η ρεαλιστική θέση του Winston Churchill ότι δεν υπάρχουν αιώνιες φιλίες ή εχθρότητες παρά μόνο αιώνια συμφέροντα φαίνεται ότι βρήκε απροσδόκητα εφαρμογή στο μετά τον πόλεμο του Ιράκ Μεσανατολικό υποσύστημα. Η αμερικάνικη εισβολή στο Ιράκ το 2003 δεν αποτελέσε απλά το κύκνειο άσμα του καθεστώτος Σαντάμ αλλά επέφερε αλλαγές τέτοιου συστημικού εύρους ώστε να επιτραπεί η δημιουργία ενός οξύμωρου σχήματος όπου συμφέροντα μέχρι πρότινος κλασσικών ανταγωνιστών συνέκλιναν στις στάχτες του παλαιού κι εννιαίου Ιράκ. Σχηματίστηκαν με αυτό τον τρόπο οι προϋποθέσεις μιας τριγωνικής σχέσης μεταξύ Τουρκίας – Ιράν – Συρίας που δυνητικά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συνεργασία και αποφασιστική επιρροή στα τεκταινόμενα στην περιοχή. Σκοπός αυτού του εξαιρετικά σύντομου άρθρου είναι να αποκρυσταλλώσει τα αποτελέσματα μιας πρώτης ανάγνωσης της κατάστασης στη Μέση Ανατολή και να αναδείξει την υπεροχή των ανταγωνιστικών έναντι των συνεργατικών στοιχείων αυτής της τριγωνικής σχέσης.
Γεωστρατηγικές πραγματικότητες: ο Πόλεμος του Ιράκ και οι επιπτώσεις του σε Τουρκία, Ιράν και Συρία
Ο
ι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράκ δεν κατανεμήθηκαν ισοβαρώς μεταξύ Τουρκίας, Ιράν και Συρίας και, εξαιτίας της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί, διαφαίνεται ότι, κατά παράδοξο τρόπο, ο περισσότερο ωφελημένος κρατικός δρων είναι ο σημαντικότερος από πλευράς μεγέθους και δια των διακυρήξεών του αντίπαλος των Η.Π.Α., το Ιράν, ενώ ο περισσότερο ζημιωμένος είναι ο κατ’ εξοχήν σύμμαχός τους, η Τουρκία.
Η κατάρρευση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσσεΐν προσέφερε στην Τεχεράνη την απαλλαγή από το σημαντικότερο περιφερειακό στρατιωτικό και πολιτικό ανταγωνιστή της, το σανταμικό Ιράκ, και την έναρξη μιας νέας περιόδου διευρυμένης επιρροής στο νότιο Ιράκ και στην περιοχή γενικότερα. Μετά τον πόλεμο, η Τεχεράνη πέτυχε την αύξηση της επιρροής της στο σιϊτικό νότιο Ιράκ και συνακόλουθα την αύξηση του γεωπολιτικού της βάρους στη Μέση Ανατολή. Τη σαφέστερη αντανάκλαση αυτού του δεδομένου αποτέλεσε το πόρισμα της Ομάδας Μελέτης για το Ιράκ (Iraq Study Group) του Αμερικάνικου Κονγκρέσσου στο οποίο ουσιαστικά προτείνονταν μια συνεργασία Η.Π.Α. – Ιράν με σκοπό τη σταθεροποίηση του Ιράκ. Αντιθέτως, για την Τουρκία και τη Συρία τα αποτελέσματα του πολέμου ήταν απολύτως αρνητικά. Η Συρία καταρχήν κλήθηκε να αντιμετωπίσει, αφενός, τη μείωση της σχετικής της ισχύος καθώς τώρα έπρεπε να συμβιώσει με τον κίνδυνο των ισχυρών αμερικανικών στρατευμάτων που στάθμευαν στα σύνορά της και, αφετέρου, να αντιμετωπίσει τα οξύτατα οικονομικά προβλήματα που κληροδότησε η διακοπή του παράνομου διασυνοριακού εμπορίου πετρελαίου με το σανταμικό Ιράκ. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τη φιλοϊρακινή και αντιαμερικανική στάση του Σύριου Προέδρου Bashar al-Assad διαδέχτηκε σύντομα μια κατευναστική προς τις Η.Π.Α. πολιτική η οποία συνίστατο στη συνεργατική στάση όσον αφορά στο ζήτημα της σφράγισης των συνόρων Συρίας-Ιράκ και της διερεύνησης των λογαριασμών του Σαντάμ στη Δαμασκό από αμερικανούς αξιωματούχους. Σε κάθε περίπτωση, ο περισσότερο ζημιωμένος από την αμερικάνικη εισβολή μεσανατολικός παίκτης απεδείχθει, σαφώς, ότι ήταν η Τουρκία. Η κλασσική τουρκική στρατηγική επιθυμία καταστολής των Κούρδων αυτονομιστών από ένα ισχυρό καθεστώς υπό τον Σαντάμ κατέρρευσε εν μία νυκτί ενώ ταυτόχρονα οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις επιδεινώθηκαν αποφασιστικά εξαιτίας της τουρκικής άρνησης για μια σύμπραξη στην εισβολή στο Ιράκ. Έτσι, στον απόηχο του πολέμου η Τουρκία βρίσκονταν στη χειρότερη δυνατή θέση από την περίοδο Κεμάλ που κλήθηκε να διαχειριστεί τους κουρδικούς πληθυσμούς εντός κι εκτός επικράτειας.
Το Συγκλίνον Συμφέρον
Σ
το σημερινό ρευστό και σκιώδες μεσανατολικό περιβάλλον το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός κουρδικού κράτους αναδείχτηκε στο σημαίνον και μοναδικό ζήτημα το οποίο εμπλέκει ταυτόχρονα και προς την ίδια κατεύθυνση την Τουρκία, το Ιράν και τη Συρία.
Η δημιουργία ή και απλά το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους αποτελεί και για τις τρεις χώρες μεγίστης σημασίας κίνδυνο λόγω του ότι δημιουργεί προϋποθέσεις για την συσπείρωση και αφύπνιση των κουρδικών πληθυσμών εντός κι εκτός ιρακινών συνόρων. Ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν, κατά τα πρότυπα των οραματιστών του, θα περιελάμβανε αναπόφευκτα εδάφη της βόρειας Συρίας, της νοτιοανατολικής Τουρκίας, του βορειοδυτικού Ιράν και του βόρειου Ιράκ. Επιπρόσθετα, ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν θα είναι κατά πάσα πιθανότητα φιλοαμερικανικό και φιλοισραηλινό και θα έχει ως αποτέλεσμα την περικύκλωση του Ιράν από τους ισχυρότερους αντιπάλους του.
Το ενδεχόμενο σχηματισμού ανεξάρτητου Κουρδιστάν έχει πραγματικά δραστηριοποιήσει τους κουρδικούς πληθυσμούς και στα τρία κράτη: το PKK κλιμάκωσε τη δράση του στην Τουρκία, το «Κόμμα του Ελεύθερου Βίου του Κουρδιστάν», το γνωστό Pejak, συστήθηκε κι ενεργοποιήθηκε στο Ιράν ενώ ευρείας κλίμακας κουρδικές εξεγέρσεις πραγματοποιήθηκαν στο Ιράν και τη Συρία. Για την αποσώβηση του κινδύνου τόσο η Τουρκική όσο και η Ιρανική κυβέρνηση προχώρησαν σε κεκαλλυμένες επιχειρήσεις τόσο εντός των επικρατειών τους όσο και μέσα στα εδάφη του Βορείου Ιράκ. Παράλληλα, η Τουρκική κυβέρνηση κατέβαλλε προσπάθεια να ενισχύσει τους τουρκμενικούς πληθυσμούς του βόρειου Ιράκ ως εξισορρόπηση στην κουρδική δύναμη ενώ παράλληλα αναβάθμισε τη στρατιωτική παρουσία στα σύνορα Τουρκίας-Ιράκ ώστε να εκπέμπεται η απειλή άμεσης επέμβασης και να μην απωλεσθούν οι ευκαιρίες διαμόρφωσης τετελεσμένων.
Καθ’ ότι μοναδικό σε σημασία και άμεσα εξαρτόμενο από τις εξελίξεις στο Ιράκ, το Κουρδικό ζήτημα φαίνεται να αποτελεί ευνοϊκή συνθήκη για τη διαμόρφωση ενός κονσέρτου που έχει συμφέροντα διαφορετικά από εκείνα των Η.Π.Α.. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των τριών κρατών οι οποίες στην μετά τον πόλεμο περίοδο βιώνουν μια άνθηση. Η Τουρκία και το Ιράν επαναδιαπραγματεύτηκαν κι ενεργοποίησαν μια ενεργειακή συμφωνία η οποία είχε συναφθεί το 1997 αλλά παρέμενε ανεκμετάλλευτη και η οποία αφορά σε αγωγό φυσικού αερίου που θα καταστήσει την Τουρκία ενεργειακό κόμβο της Ευρώπης. Οι Τουρκοσυριακές σχέσεις συσφίχθηκαν και διευρύνθηκαν με την υπογράμμιση της αμοιβαίας καταννόησης για τον κουρδικό κίνδυνο, τη σύσταση μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών και τη διευθέτηση και του τελευταίου διμερούς εδαφικού ζητήματος, την απόδωση της Αλεξανδρέτας στην Τουρκία. Οι Ιρανοσυριακές σχέσεις, αντίστοιχα, ενισχύθηκαν μέσα από την κοινή ανάγκη για μια αντιμετώπιση του κινδύνου του Ισραήλ και στις 15 ιουνίου 2006 υπογράφτηκε μια συμφωνία αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των δύο Υπουργών Άμυνας η οποία αφορούσε στην “ενότητα” έναντι της ισραηλινής επιθετικότητας και την αμοιβαία παροχή εγγυήσεων ασφάλειας.
Η Συγκρουσιακή Πραγματικότητα
Τ
α παραπάνω στοιχεία προδιαθέτουν τον αναλυτή για την προσυπογραφή του επιχειρήματος ότι η δυναμική μιας τριγωνικής και αντιαμερικανικής σχέσης αναπτύσσεται στη Μέση Ανατολή και είτε θα καταστήσει δυσχερέστερο το έργο των Η.Π.Α. στο Ιράκ είτε θα ανατρέψει την μέχρι τώρα περιφερειακή ισορροπία ισχύος. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν ωστόσο περισσότερο από επισφαλές.
Τα παραπάνω πεδία σύγκλισης συμφερόντων και συνεργασίας δεν αποτελούν εμπειρικά δεδομένα τα οποία επαληθεύουν μια σταθερού χαρακτήρα σύμπνοια που να μπορεί να αποτελέσει βάση αποτελεσματικής συσπείρωσης μεταξύ Τουρκίας, Ιράν και Συρίας. Τα κουρδικό, αν και ζήτημα στο οποίο οι τρεις δυνάμεις έχουν σαφέστατα κοινό όφελος από κάποια κοινώς αποδεκτή εξέλιξη αποτελεί, παραταύτα, περισσότερο αποκύημα της αμερικάνικης πολιτικής στην περιοχή παρά της κοινής δράσης των εν λόγω κρατών. Εφόσον οι Η.Π.Α. επιτύχουν ένα modus vivendi με τον κυριότερο ενδιαφερόμενο, την Τουρκία, τότε η τριγωνική σχέση στο κουρδικό αναπόφευκτα θα στερηθεί αποτελεσματικού κινήτρου. Αντίστοιχα, οι τουρκοσυριακές σχέσεις χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ασσυμετρία καθώς η Συρία έχει πολλά ωφέλη να προσποριστεί αλλά η Τουρκία σχεδόν κανένα. Στην περίπτωση μάλιστα που οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, έστω κι εν μέρει, βελτιωθούν οι σχέσεις με την προβληματική για την αμερικανική κυβέρνηση Συρία θα αποτελούν επιβάρυνση κι όχι πλεονέκτημα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Όσον αφορά, δε, τις ιρανοσυριακές σχέσεις, αυτές φαίνεται ότι περισσότερο κινούνται στο επίπεδο των πολιτικών διακυρρήξεων ως εξισσοροπητικών της ισραηλινής απειλής μέσο παρά ως συσπείρωση στρατιωτικού περιεχομένου που μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα. Χαρακτηριστικά, η συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ Ιράν και Συρίας δεν φαίνεται να περιέχει κάποια πρόβλεψη ούτε για την πολιτική «σκανδάλη» η οποία θα ενεργοποιήσει τα συμφωνηθέντα, ούτε κάποια συνεκπαίδευση στρατευμάτων ή συντονισμό στρατιωτικών δράσεων αλλά ούτε, φυσικά, κάποια πρόβλεψη για την αντιμετώπιση της κυριότερης απειλής στην περιοχή, τις Η.Π.Α.. Οι τελευταίες φαίνεται ότι αποτελούν μια απειλή για την οποία η Συρία δεν θα διακινδυνέψει να συρθεί σε πόλεμο για λογαριασμό του Ιράν.
Υ
πό το φως των παραπάνω, η μοναδική σχέση η οποία εμπεριέχει κάποια στοιχεία αμοιβαιότητας όσον αφορά στα οφέλη είναι η τουρκοιρανική. Παρ’ όλα αυτά, οι τουρκοιρανικές σχέσεις είναι οι περισσότερο ευάλλωτες σε ριζική αναστροφή. Η αιτία είναι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν το φάσμα του οποίου αποτελεί επαρκή τροχοπέδη ακόμα κι αν κινηθεί τα επόμενα χρόνια αποκλειστικά σε επίπεδο θεωρητικού στοχασμού. Αν μπορεί κανείς να διατυπώσει τρία σενάρια όσον αφορά στις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης τότε μπορεί να καταλήξει στα ακόλουθα: α) το σενάριο το Ιράν να υποχωρήσει έναντι της πίεσης της Δύσης και να σταματήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα. Σε αυτή την περίπτωση η παρούσα ισορροπία ισχύος στην περιοχή θα παραμένει κι ένα modus vivendi μεταξύ Δύσης και Ιράν θα διαμορφωθεί β) το σενάριο το Ιράν να επιτύχει την παραγωγή πυρηνικού οπλοστασίου. Σε αυτή την περίπτωση η ισορροπία ισχύος θα διαταραχθεί αποφασιστικά και το Ιράν θα αναδειχτεί σε περιφερειακή υπερδύναμη απειλητική για όλους τους γείτονές του γ) το σενάριο το παρόν τέλμα στο ζήτημα του Ιράν να παραμείνει, σε αυτή την περίπτωση το Ιράν θα διολισθήσει προς την οικονομική δυσπραγία η οποία ήδη βρίσκεται υπό εξέλιξη εξαιτίας του εν ενεργεία δυτικού εμπάργκο και η ιρανική πολιτική θα αποσταθεροποιηθεί πλήρως προσδίδοντας στη διατήρηση των περιφερειακών ισορροπιών χαοτικά χαρακτηριστικά. Σε δύο από τα παραπάνω σενάρια η Τουρκία θα έχει εξαιρετικά περιορισμένες επιλογές αντιμετώπισης κινδύνων και, κατά πάσα πιθανότητα, οι τουρκοιρανικές σχέσεις δεν θα πάψουν απλώς να χαρακτηρίζονται από τη συνεργασία βασισμένη σε κάποια συγκλίνοντα εθνικά συμφέροντα αλλά θα εξελιχθούν σε σχέσεις πυρηνικού ανταγωνισμού, δηλαδή σχέσεις κλασσικής ισορροπίας ισχύος.
E
να τέτοιο ενδεχόμενο καθίσταται πιθανότερο αν κανείς αναλογιστεί τα κριτήρια με τα οποία μια δύναμη εξωθείται στην πυρηνική επιλογή όπως τα διατύπωσε ο Αθανάσιος Πλατιάς στα τέλη της δεκαετίας του 1980: α) ο υπαρκτός πυρηνικός κίνδυνος, β) ο εκολλαπτόμενος πυρηνικός κίνδυνος, γ) η συντριπτική υπεροχή ενός αντιπάλου, δ) η φιλοδοξία για ανάδειξη σε περιφερειακό ηγεμόνα, ε) η επιδίωξη στρατιωτικής υπεροχής και στ) η γεωγραφική εγγύτητα. Καθ’ ότι ο κίνδυνος πυρηνικοποίησης του Ιράν είναι, κι επισήμως, εκολλαπτόμενος, η γεωγραφική εγγύτητα είναι δεδομένη και η επιδίωξη στρατιωτικής υπεροχής όπως και η φιλοδοξία περιφερειακής ηγεμονίας της Τουρκίας ιστορικά αποδεδειγμένες για τα τελευταία τριάντα χρόνια καθίσταται προφανές ότι απέναντι σε μια τέτοια πρόκληση η Τουρκία δεν θα μείνει απαθής. Οι πιθανότητες αλυσιδωτής πυρηνικοποίησης της Τουρκίας, μεταξύ άλλων κρατών, θα αυξηθούν δραματικά και αναπόφευκτα η απειλή θα συσπειρώσει την Τουρκία με τη Δύση και τους περιφερειακούς συν-απειλούμενους. Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία θα υποχρεωθεί να διαδραματίσει τον άχαρο αλλά γεωστρατηγικά επωφελή για την ίδια ρόλο της ανασχετικής δύναμης απέναντι στην αναδυόμενη Ιρανική. Το φάσμα αυτού του ενδεχομένου θα αποτελέσει, και ήδη αποτελεί, απαγορευτικό παράγοντα στις τουρκο-ιρανικές σχέσεις οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα θα μεταφραστούν σε κενό γράμμα, χρήσιμες μόνο για αναδιφήσεις των ιστορικών της διπλωματίας.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα διαψεύσει απλώς οποιαδήποτε πρόβλεψη για μια ουσιώδη τριγωνική σχέση Τουρκίας – Ιράν – Ιράκ ως ανασχετική των αμερικανικών σχεδίων στην περιοχή αλλά, κυρίως, θα αποτελέσει την αφετηρία μιας μακράς περιόδου προκλήσεων για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική. Η τελευταία θα κληθεί να διαχειριστεί στην καλύτερη περίπτωση τα ανταλλάγματα που η Τουρκία θα ζητήσει από τις Η.Π.Α. προκειμένου να αποδεχτεί κάποια λύση στο κουρδικό, και τα οποία θα μπορούσαν να αφορούν στο Αιγαίο, και στη χειρότερη μια Τουρκία που βαίνει προς την πυρηνικοποίηση.

Multi Search

WWW

Google
Αναζήτηση στο διαδίκτυο με το Google

Ιστοσελίδα

Google
Αναζήτηση σε αυτή την ιστοσελίδα με το Google



Website design and implementation

Website design and implementation
Powered by Elxis - Open Source CMS. Copyright (C) 2006-2010 Elxis.org. All rights reserved.