Θέμα: Η προσφορά των Ενόπλων Δυνάμεων στη Σύγχρονη Ελληνική Κοινωνία" (Ημερίδα ΣΕΕΘΑ)
Συντάκτης: Πάνος Καμμένος, Βουλευτής Ν.Δ.,Πρόεδρος της Διαρκούς Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών υποθέσεων της Βουλής
Ημερομηνία καταχώρησης: 7 Ιουνίου 2007
Εισαγωγή
Ευχαριστώ θερμά τον Πρόεδρο στρατηγό Αννίβα Σιατερλή και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης (Σ.Ε.ΕΘ.Α.) για την τιμή που μου έκαναν με την πρόσκληση τους να ομιλήσω στην Ημερίδα αυτή. Να επικοινωνήσω και να βρεθώ ανάμεσα στο εκλεκτό ακροατήριο, στο οποίο περιλαμβάνονται παλαίμαχοι που ανάλωσαν τη ζωή τους στην υπηρεσία της πατρίδας αλλά και συνεχίζουν να αποτελούν ένα από τα υγιέστερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.
Είναι ιδιαίτερα μεγάλη η χαρά μου που βρίσκομαι εδώ γιατί προσωπικώς νοερά και ψυχικά αισθάνομαι τόσο κοντά σας ώστε να θεωρώ τον εαυτό μου ως μέλος της ευρύτερης οικογένειας των Στελεχών που ασχολήθηκαν και ασχολούνται με την εθνική άμυνα και ασφάλεια.
Δεν είχα την τιμή να σταδιοδρομήσω στις Ένοπλες Δυνάμεις αλλά πάντα αισθανόμουν μία ιδιαίτερη εκτίμηση και αγάπη γι’ αυτές. Αυτά τα αισθήματα με οδήγησαν από τότε που εισήλθα στο ελληνικό Κοινοβούλιο (πριν από 13 χρόνια) να επιλέξω και να ενταχθώ στα κομματικά και κοινοβουλευτικά Όργανα που ασχολούνται με τα θέματα της άμυνας και της ασφάλειας. Η από το 2004 και μετά, με τις ψήφους των συναδέλφων μου Βουλευτών, ανάδειξη μου στο αξίωμα του Αντιπροέδρου και από τον περασμένο Μάρτιο του Προέδρου της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής- και παράλληλα του Συντονιστού της αντίστοιχης ΟΔΕ στο Κόμμα μου- τη Νέα Δημοκρατία- μου έδωσε την ευκαιρία και τη δυνατότητα να ασχοληθώ ιδιαίτερα και επισταμένως με τα θέματα της εθνικής άμυνας και να βρεθώ ακόμη πιο κοντά στα Στελέχη που είναι επιφορτισμένα με την αντιμετώπιση τους και τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας γενικότερα.
Η ελληνική κοινωνία
Θ
εωρώ υποχρέωση μου να συγχαρώ ιδιαίτερα τον Σύνδεσμο για την επιλογή του θέματος της σημερινής Ημερίδας, θέμα μεγάλο και σημαντικό, που αν από κάποιες πλευρές τουλάχιστον δεν επιχειρείται η υποβάθμιση του, γενικά δεν αναδεικνύεται και δεν προβάλλεται στο βαθμό που του αξίζει και επιβάλλεται προκειμένου να γίνεται πλήρως κατανοητό από το σύνολο του ελληνικού λαού και να αντιμετωπίζεται ανάλογα από τους έχοντες την εξουσία και την ευθύνη να το χειρίζονται. Και το λέω αυτό εγώ που έχω ένα (μικρό έστω από την πλευρά του περιορισμένου χρόνου άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων) μερίδιο της αρμοδιότητας και ευθύνης αυτής.
Δεν επαρκεί ο χρόνος να αναφερθώ αναλυτικά στην πολύμορφη, ποικίλη και ανεκτίμητη προσφορά των Ενόπλων Δυνάμεων μας η οποία εξ άλλου όχι μόνο δεν είναι άγνωστη αλλά είναι αυταπόδεικτη και γενικά αποδεκτή από τη μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού λαού, ο οποίος συνιστά και τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Μία κοινωνία για την οποία ο όρος “σύγχρονη” σε ότι αφορά την ηθική υπόσταση της πολύ περισσότερο ανάγεται σε σύγχρονες αδυναμίες και παθήσεις παρά την όποια αναβάθμιση και ισχυροποίηση της. Καταφανές και πανθομολογούμενο είναι ότι η κοινωνία μας, όπως και οι άλλες κοινωνίες του αποκαλούμενου αναπτυγμένου κόσμου, έχουν προσβληθεί από παθήσεις και πάσχουν. Αυτό καταδεικνύουν η ανάλωση ναρκωτικών ουσιών, το άγχος, οι ψυχονευρωτικές διαταραχές, ο απομονωτισμός των ατόμων, η εγκληματικότητα, ο αναρχισμός και ο μηδενισμός των πάντων όπως και πολλά άλλα φαινόμενα που λαμβάνουν όλο μεγαλύτερη έκταση. Φαινόμενα παρακμής και αποσύνθεσης που κατά βάση οφείλονται στην διάβρωση των ανθρώπων από την ιδιοτέλεια, τη φιλαυτία και την εγωπάθεια, την επιδίωξη του γρήγορου και εύκολου κέρδους και πλούτου σε συνδυασμό φυσικά με την εγκατάλειψη των πατροπαράδοτων υγιών αρχών και αξιών, την εξασθένιση των θεσμών και των ηθικών δυνάμεων όπως της οικογένειας, της φιλοπατρίας, της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και άλλων.
Αυτή είναι η υφή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, η οποία μέσα στην όλο και εντεινόμενη διεργασία της αναπόφευκτης παγκοσμιοποίησης θα είναι όλο και περισσότερο εκτεθειμένη σε προσβολές από κοινωνικές παθήσεις. Η πάσχουσα ελληνική κοινωνία έχει την ατυχία να πορεύεται σε ένα παγκόσμιο και κυρίως περιφερειακό διεθνοπολιτικό περιβάλλον κατά πολύ ασταθές. Κυρίως όμως σε περιβάλλον που ενέχει σοβαρότατες απειλές κατά της ίδιας της ύπαρξης της. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ ιδιαίτερα στις απειλές αυτές οι οποίες προέρχονται είτε από τις σε παγκόσμιο επίπεδο αντιπαραθέσεις (θρησκευτικές και πολιτισμικές) είτε από της ανθελληνικές βλέψεις και επιδιώξεις γειτονικών της Ελλάδος χωρών και λαών. Θα επισημάνω μόνο ότι η αδυναμία αποτροπής και αποσόβησης των κινδύνων που προβάλλουν οι απειλές μπορεί να αποβεί καταστρεπτική για τους Έλληνες και την κοινωνίας τους.
Η προσφορά των Ενόπλων Δυνάμεων
Ν
ομίζω ότι θα ήταν σαν να κομίζω γλαύκες εις Αθήνας εάν προσπαθούσα να απαριθμήσω στις πάρα πολλές παντοειδείς υπηρεσίες- υγειονομικές (περίθαλψη και μετακομιδές ασθενών, αιμοδοσία κλπ), εκπαιδευτικές, μορφωτικές, εκπολιτιστικές, και άλλες που οι ΕΔ προσφέρουν στους πολίτες σε απομακρυσμένες-απομονωμένες ακριτικές περιοχές της χώρας. Εκεί όπου τα στρατιωτικά τμήματα μαζί ίσως με τα τμήματα των Σωμάτων Ασφαλείας αποτελούν σχεδόν την μόνη εκπροσώπηση του ελληνικού κράτους και γίνονται ένα με τις τοπικές κοινωνίες.
Ούτε είναι ανάγκη να τονίσω το πόσο σημαντική είναι η συνδρομή του στρατεύματος στους πληττόμενους από θεομηνίες και συμφορές (σεισμούς, πλημμύρες, χιονοπτώσεις, πυρκαγιές κλπ) κατοίκους σε όλη την Ελλάδα. Οι υπηρεσίες αυτές είναι τόσο γνωστές και κατανοητές από τον ελληνικό λαό ώστε να έχει καταστεί γενική πεποίθηση ότι όπου και όταν οι άλλες κρατικές υπηρεσίες αποδεικνύονται αδύναμες να φέρουν αποτέλεσμα οι δυσχερείς καταστάσεις μόνο από το στράτευμα μπορούν να αντιμετωπιστούν. Ποιος δεν γνωρίζει την ανακούφιση που αισθάνονται οι δι’ οιονδήποτε λόγο δεινοπαθούντες όταν βλέπουν δίπλα τους Έλληνες Αξιωματικούς και τα στρατευμένα παιδιά τους με σχέδιο, τάξη και πειθαρχία να προσπαθούν να τους βοηθήσουν;
Όλες αυτές οι υπηρεσίες όπως και οι πολλές άλλες μοναδικές που προσφέρουν η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, η Υδρογραφική Υπηρεσία και η Υπηρεσία Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού και η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία της Πολεμικής Αεροπορίας, αποτελούν σημαντική προσφορά των Ενόπλων Δυνάμεων στην ελληνική κοινωνία. Μια προσφορά που χωρίς δισταγμούς θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις ακόμη και αν δεν είχαν να προσφέρουν τίποτα άλλο θα έπρεπε να υπάρχουν μόνο γι αυτό. Η προβολή όμως των υπηρεσιών αυτών ως της κοινωνικής προσφοράς των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως και γενικά αλλά επιπολαίως γίνεται, είναι κατά πολύ παραπλανητική και υποβαθμίζει την κύρια και βασική προσφορά αυτών. Προσφορά η οποία βασικά συνίσταται:
-Στην αγωγή που παρέχουν οι Ένοπλες Δυνάμεις στα μόνιμα Στελέχη τους αλλά και σε όλα τα ελληνόπουλα που έχουν την τύχη- περί τύχης πρόκειται- να ενταχθούν σ’ αυτές για να υπηρετήσουν τη στρατιωτική θητεία τους. Όπως έχει γίνει και είναι γενικά αποδεκτό ο Στρατός πέρα από οτιδήποτε άλλο είναι ένα μεγάλο σχολείο μεγάλων παιδιών. Σχολείο που θεωρητικά και στην πράξη διδάσκει αρχές και κανόνες και ενσταλάζει αναλλοίωτες αξίες ζωής όπως είναι η φιλοπατρία, η πειθαρχία, η υψηλοφροσύνη, η αφοσίωση στο καθήκον, η υπηρέτηση ιδανικών, η συναδελφικότητα, ο αλτρουισμός και άλλες που δυστυχώς δεν διδάσκονται στα άλλα σχολεία και βρίσκονται σε φθίνουσα πορεία στην ελληνική κοινωνία. Ποιος αμφισβητεί ότι αυτός ο λίγος χρόνος που οι Έλληνες φοιτούν στο στρατιωτικό σχολείο αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς τους;
-Στον εμπλουτισμό της κοινωνίας με ανθρώπους που πιστεύουν σε υγιείς αρχές και αξίες και που δεν είναι άλλοι από τα Στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων όσο αυτά είναι στην ενέργεια και όταν αφυπηρετούν. Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούν κομμάτι αναπόσπαστο της κοινωνίας και τα Στελέχη τους εθισμένα στον πειθαρχημένο, αξιοπρεπή τρόπο συμπεριφοράς και ζωής γενικά αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση για τους άλλους πολίτες.
-Πριν και πάνω όμως από κάθε άλλη η πρώτιστη και ουσιαστικότερη προσφορά των Ενόπλων Δυνάμεων στην ελληνική κοινωνία συνίσταται στην εξασφάλιση της ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας υπό συνθήκες ειρήνης. Ότι αποτελεί προϋπόθεση για να απολαύουν οι Έλληνες τις ελευθερίες και τα δικαιώματα της ευνομούμενης δημοκρατικής Πολιτείας που έχουν συγκροτήσει, να αισθάνονται εθνικά υπερήφανοι, να μορφώνονται, να ασχολούνται απερίσπαστοι με τις εργασίες τους, να προγραμματίζουν για το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους, να προσπαθούν και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους να προοδεύουν, να ευημερούν και να είναι ευτυχισμένοι.
Όλα αυτά τα ανεκτίμητα αγαθά εξασφαλίζουν και προσφέρουν οι Ένοπλες Δυνάμεις και στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία όπως έκαναν και πάντα στο μέτρο των δυνατοτήτων τους στο παρελθόν. Αυτή είναι η πραγματικότητα γιατί, τα ουσιαστικά αποτελέσματα των προσπαθειών που έγιναν και γίνονται σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο για την επικράτηση στον κόσμο του Διεθνούς Δικαίου και την ειρηνική συνύπαρξη των χωρών και των λαών αποδείχτηκαν από πενιχρά έως μηδαμινά. Και αυτή η ένταξη της Ελλάδος σε περιφερειακούς Οργανισμούς ασφάλειας (βασικά το NATO και την ΕΕ) δεν εξάλειψε τις εναντίον της απειλές με συνέπεια η χώρα μας να είναι υποχρεωμένη και από ότι μπορεί να εκτιμηθεί θα είναι για πολύ χρόνο ακόμη να εξασφαλίζει τα διεθνώς αναγνωρισμένα δίκαια της και τα συμφέροντα της με την ισχύ της και πρωτίστως την ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεών της. Τα πρόσφατα πλήγματα που υπέστη η Ελλάδα (το 1974 στην Κύπρο και τα έτη 1987 και 1996 στο Αιγαίο) τα οποία πέραν των άλλων ταπείνωσαν εθνικά την ελληνική κοινωνία αυτό ακριβώς μαρτυρούν.
Ακόμη και αν εξέλειπαν οι εκ μέρους γειτονικών χωρών απειλές αυτές οι ανορθόδοξες- αποκαλούμενες ασύμμετρες απειλές- με την έκταση και την ένταση που μπορούν να λάβουν μπορεί να απαιτήσουν την επέμβαση των Ενόπλων Δυνάμεων για να αντιμετωπιστούν επιτυχώς. Το παράδειγμα της καταφυγής και στις Ένοπλες Δυνάμεις για την ασφαλή τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, ένα γεγονός που ανέβασε κατακόρυφα το γόητρο της χώρας και έκανε την ελληνική κοινωνία υπερήφανη, καταδεικνύει το ρόλο και την προσφορά αυτών στο σύγχρονο περιβάλλον ασφάλειας που στην πραγματικότητα είναι ανασφάλειας.
Πενιχρή η ανταπόδοση
Η
προσφορά των Ενόπλων Δυνάμεων στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία είναι τεράστια, ανεκτίμητη και αναντικατάστατη. Γι’ αυτό δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία και αντίρρηση όπως και δεν έχει αμφιβολία και αντίρρηση η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Το ζήτημα που στην πραγματικότητα τίθεται και πρέπει να τίθεται είναι σε ποιο βαθμό η κοινωνία και πρωτίστως η ελληνική Πολιτεία, η οποία εκπροσωπεί και καθοδηγεί την κοινωνία αναγνωρίζει όχι θεωρητικά αλλά έμπρακτα την προσφορά αυτή, ανταποδίδει αυτήν και κάνει ότι μπορεί και πρέπει ώστε οι Ένοπλες Δυνάμεις να είναι ικανές να εκπληρώσουν την αποστολή τους και να διαδραματίσουν το ρόλο τους στην κοινωνία.
Δεν θέλω ούτε θα προσπαθήσω να εμφανιστώ αιρετικός. Μου αρέσει όμως να παραδέχομαι και να ομολογώ την πραγματικότητα, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι εγώ. Και η πραγματικότητα αυτή δυστυχώς είναι ότι πολλά είναι τα δεδομένα που μαρτυρούν ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν αντιμετωπίζονται ανάλογα με την προσφορά τους στην ελληνική κοινωνία. Αυτό μαρτυρούν, για να αναφερθώ μόνο σε λίγα παραδείγματα:
– Η κατά τις τελευταίες δεκαετίες γενικευμένη και όλο και εντεινόμενη πίεση για την μείωση της στρατιωτικής θητείας.
– Η μεταξύ των νέων Ελλήνων συνεπικουρούμενων από τις οικογένειες τους όλο και αυξανόμενη τάση αποφυγής της στράτευση τους και εκπλήρωσης αυτών των προβλεπόμενων ολίγων μηνών στρατιωτικών υποχρεώσεων τους. Μια τάση που έχει ως συνέπεια τις πολλές χιλιάδες ανυπότακτων εξωτερικού και απαλλασσόμενων λόγω ανύπαρκτων παθήσεων.
– Η με πολύ τσιγγουνιά και κατόπιν πολλών αμφισβητήσεων, αντιρρήσεων και συζητήσεων γενικά ενίσχυση του δυναμικού των Ενόπλων Δυνάμεων σε όλους τους τομείς (στελέχωση, εξοπλισμοί, εγκαταστάσεις, εκπαίδευση κλπ).
– Η εκ μέρους της Πολιτείας από πλευράς τουλάχιστον ανταπόδοσης και ανταμοιβής υποβάθμιση του λειτουργήματος των Στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η εν γένει μέχρι τώρα ενασχόληση μου με την εθνική άμυνα και ασφάλεια και οι τωρινές αρμοδιότητες μου στο Κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και στη Βουλή, όπως προανέφερα, μου δίνουν την ευκαιρία και τη δυνατότητα να γίνομαι δέκτης πολλών μηνυμάτων, και να γνωρίζω πολλά. Να γνωρίζω ότι:
– Οι ΕΔ αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην δημιουργία της ισχύος που απαιτείται για να εκπληρώσουν την αποστολή τους. Δυσκολίες που όχι απλώς ταλαιπωρούν αλλά βασανίζουν το στρατιωτικό προσωπικό και ιδιαίτερα τα ευσυνείδητα και υψηλόφρονα Στελέχη με πρώτες τις διοικήσεις των μονάδων, των σχηματισμών και των Γενικών Επιτελείων, τα οποία πασχίζουν να αναπληρώσουν τις αντικειμενικές αδυναμίες με αγωνία, κόπο και μόχθο.
– Ότι χρησιμοποιούν τους λιγοστούς πόρους που τους διατίθενται με μεγάλη φειδώ και υποχρεώνονται να κάνουν περικοπές και να περιορίζουν δραστηριότητες που δεν επιδέχονται περιορισμούς (συντηρήσεις υλικών και μέσων, διοικητική μέριμνα προσωπικού κλπ).
– Ότι οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και τα μέσα σε πολλές περιπτώσεις λόγω παλαιότητας και ακαταλληλότητας δεν προσφέρονται για την άνετη διαβίωση και αποδοτική εργασία του προσωπικού. Και αυτό όταν σε άλλους κρατικούς τομείς το προσωπικό εργάζεται, και καλώς κάνει, υπό συνθήκες πολυτέλειας.
– Ότι τα Στελέχη αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην εξεύρεση κατοικιών για τα ίδια και τις οικογένειές τους και αναγκάζονται να ζουν υπό λίαν δυσχερείς μέχρι ελεεινές συνθήκες.
– Ότι τα εν ενεργεία Στελέχη και πολλά από εκείνα που μετά από 35 και πλέον χρόνια προσφοράς προς τις ΕΔ και την πατρίδα αποστρατεύονται, για να εξασφαλίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής και να αντιμετωπίσουν επιτακτικές ανάγκες αναγκάζονται να ξεχάσουν αξιώματα και τίτλους και να εργάζονται ως σερβιτόροι, οδηγοί ταξί, φύλακες σε πάρκιν, πλασιέ εμπορευμάτων και άλλες ενασχολήσεις. Ενασχολήσεις οι οποίες δεν είναι καθόλου περιφρονητέες αλλά δεν είναι και αυτές που ταιριάζουν στους ανθρώπους που χάριν της κατάρτισης, των ικανοτήτων και των προσόντων τους η Πολιτεία τους εμπιστεύτηκε και ανέθεσε υψηλά καθήκοντα και σοβαρότατες ευθύνες.
Πολλά περισσότερα μπορούν και πρέπει να γίνουν
Ο
λα αυτά και πολλά άλλα που θα μπορούσα να αναφέρω δεν αφήνουν αμφιβολίες ότι η προσοχή και το ενδιαφέρον της Πολιτείας για τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας υπολείπονται κατά πολύ από το να είναι ανάλογα προς την προσφορά αυτών προς την ελληνική κοινωνία και την πατρίδα. Μία προσφορά τεράστια, ανεκτίμητη και αναντικατάστατη. Οι συνέπειες αυτής της αναντιστοιχίας μπορεί να είναι μεγάλες και ενδεχομένως οδυνηρές.
Η Ελλάδα όμως και η ελληνική κοινωνία δεν αξίζουν των όποιων συνεπειών. Τουναντίον αξίζουν όλων των αγαθών και των ευεργετημάτων που μπορούν να τους προσφέρουν οι ισχυρές και αποτελεσματικές Ένοπλες Δυνάμεις τους. Αυτό το πιστεύει απόλυτα η σημερινή Κυβέρνηση και θέλουμε να ευελπιστούμε ότι το πιστεύει το σύνολο των περισσότερο ή λιγότερο άμεσα ή έμμεσα αρμόδιων και υπεύθυνων για την εθνική άμυνα και ασφάλεια της χώρας, την πρόοδο και την ευημερία του ελληνικού λαού.
Από το βήμα αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να πω περισσότερα, θα ήθελα μόνο να σας διαβεβαιώσω ότι γνωρίζοντας τις αδυναμίες και τα προβλήματα και αισθανόμενος της ευθύνες και υποχρεώσεις μου καταβάλλω και θα συνεχίσω να καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας μας να είναι ικανές να εκπληρώσουν με επιτυχία την αποστολή τους και εάν χρειαστεί να κάνουν την ελληνική κοινωνία υπερήφανη. Η συνεργασία μας με την πολιτική ηγεσία του ΥΕΘΑ είναι άριστη και αυτό αποτελεί θετικότατο στοιχείο. Μπορεί να μην φθάσουμε σε επίπεδο τελειότητας αλλά πολλά θα γίνουν.