Θέμα: Το Βουκουρέστι, η Εθνική Ομοψυχία και άλλες διαπιστώσεις. Συντάκτης: ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΕΕΘΑ Ημερομηνία καταχώρησης: 7 Ιουλίου 2008 Η μάχη που η Ελληνική διπλωματία έδωσε στο Βουκουρέστι, κατά τη Σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στις 2 και 3 Απριλίου, κατέληξε όπως όλοι σχεδόν οι αναλυτές διαπιστώνουν, σε περιφανή και σημαντική νίκη της χώρας μας. Βέβαια δεν κερδήθηκε ο πόλεμος, το πρόβλημα με το όνομα δεν λύθηκε, αλλά η απόφαση, καλύτερα το κείμενο των συμπερασμάτων της Συνόδου, μπορεί υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει αφετηρία επιλύσεως του προβλήματος που ταλανίζει την εξωτερική, αλλά και την εσωτερική μας πολιτική. Επίσης προσγείωσε, είναι γεγονός ανωμάλως, την αλαζονική πολιτική και πολιτειακή ηγεσία της FYROM. Σκοπός του σημειώματος αυτού δεν είναι να προβούμε σε διπλωματικές ή άλλου τύπου αναλύσεις των αποτελεσμάτων της Συνόδου. Απλώς θα σημειώσουμε τρεις σημαντικές διαπιστώσεις, μια που αφορά το εσωτερικό της χώρας και μια που έχει σχέση με τις ΗΠΑ και τις ισορροπίες και συμμαχίες που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ κατά τη Σύνοδο αυτή. Και τέλος μια που έχει σχέση με τη μέχρι τώρα στάση της ηγεσίας της FYROM. Η έχουσα σχέση με το εσωτερικό διαπίστωση έχει να κάνει με την επιτευχθείσα, προ και κατά τη διάρκεια της Συνόδου αυτής, Εθνική Ομοψυχία σχετικά με τους χειρισμούς για το θέμα του ονόματος της γειτονικής χώρας και κυρίως για την ανάγκη σθεναρής υποστηρίξεως των Εθνικών μας θέσεων και με έσχατη λύση την άσκηση του δικαιώματος αρνησικυρίας (Veto). Ομοψυχία, η οποία εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως, παντοιοτρόπως και σε διάφορα επίπεδα. Συγκεκριμένα από την πολιτειακή, από το σύνολο σχεδόν της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, όσο και από την ελληνική κοινωνία, έστω και εάν μεγάλο μέρος της θα επιθυμούσε σκληρότερη και πλέον αποφασιστική στάση στο θέμα του ονόματος, αποκλείουσα κάθε αναφορά στον όρο Μακεδονία. Εν τούτοις από το σύνολο των δημοσκοπήσεων διεφαίνετο η ανοχή της κοινής γνώμης και στη σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, που απεδέχετο η ελληνική Κυβέρνηση ως έσχατο όριο υποχωρήσεως. Εξ’ άλλου οι όποιες προσπάθειες ανελήφθησαν για μαζικές κινητοποιήσεις της κοινωνίας επί του θέματος μάλλον υπήρξαν ατυχείς. Αυτή λοιπόν η ομοψυχία και ενότητα υπήρξε υπερπολύτιμο εργαλείο στα χέρια της Κυβερνήσεως για την επίτευξη των τεθέντων σκοπών και αποτελεί, εφ’ όσον διατηρηθεί, πολύτιμη σημαντική πολιτική παρακαταθήκη για το μέλλον του τόπου, που τόσα έχει πληρώσει, κατά το παρελθόν από τη διχόνοια, αλλά και την άσκηση εξωτερικής πολιτικής με γνώμονα, τις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες, τόσο από την υπεύθυνη κυβέρνηση όσο και από την αντιπολίτευση. H άλλη διαπίστωση έχει να κάνει με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στην Ευρώπη. Κατά τη γνώμη της γραφειοκρατίας της Αμερικανικής διοικήσεως, η Ευρώπη διακρίνεται στην «Παλαιά» και στη «Νέα». Η διάκριση αυτή είναι κατάλοιπο της γνώμης, που είχαν οι ΗΠΑ πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, τις οποίες θεωρούσαν, όχι άδικα, ως αποικιοκρατικές δυνάμεις. Σήμερα όμως η διάκριση αυτή αναφέρεται στο εάν, κατά πόσο και σε ποιο βαθμό οι ευρωπαϊκές χώρες συμφωνούν ή καλύτερα υποτάσσονται στις εκάστοτε στρατηγικές επιλογές της υπερδύναμης. Ως «πρόθυμες» ή «Willings» κατά την επικρατήσασα ορολογία χώρες θεωρούνται εκείνες που επικροτούν και κυρίως ακολουθούν χωρίς αντίρρηση κάθε επιλογή των ΗΠΑ στη διεθνή σκακιέρα, ανεξαρτήτως εάν υπάρχει ή όχι κοινή ευρωπαϊκή πολιτική επί της κατά περίπτωση επιλογής. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι χώρες της «νέας Ευρώπης», ήτοι η Μεγάλη Βρετανία και το σύνολο σχεδόν των χωρών του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας, είτε είναι μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ ή όχι, συμπεριλαμβανομένων και των χωρών που προέκυψαν από τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Οι χώρες αυτές( οι «Willings») μέχρι τώρα αποτελούσαν, τρόπο τινά, ένα αδιάσπαστο «μπλοκ» στις εκάστοτε Συνόδους του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και υπεστήριζαν ομοθυμαδόν την υπερδύναμη στις όποιες επιλογές της. Στο Βουκουρέστι όμως ο αριθμός τους περιορίσθηκε αισθητά ή τουλάχιστον δεν εκδηλώθηκαν όλες με την ίδια προθυμία και πανηγυρικό τρόπο, όπως άλλοτε. Ακόμα και ο ηγέτης της ομάδος αυτής και ο πιστότερος Ευρωπαίος σύμμαχος των ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, απέφυγε αυτή τη φορά να λάβει σαφώς φιλοαμερικανική θέση, τόσο στο θέμα του ελληνικού Veto, όσο και στο αντίστοιχο της Γερμανίας για την επέκταση του ΝΑΤΟ στη Γεωργία και Ουκρανία. Οι μόνες χώρες από την ομάδα των «Willings», που παρέμειναν πιστές στην υπερδύναμη ήταν η Τσεχία, Ρουμανία, Σλοβενία και η Λιθουανία. Το γιατί και πως συνέβη αυτή η εξέλιξη και εάν είναι συγκυριακή ή μόνιμη θα το δείξει το μέλλον. Εκείνο που άρχισε δειλά-δειλά να διαφαίνεται σε αυτή τη σύνοδο, είναι κάποια διαφοροποίηση μερικών από τις χώρες που ανήκαν στους «Willings». Εάν και κατά πόσον η διαφοροποίηση αυτή σημαίνει και αυτονόμηση της Ευρώπης από την κηδεμονία των ΗΠΑ και εάν θα έχει και ποια συνέχεια είναι το μεγάλο ζητούμενο. Ευελπιστούμε πως θα έχει. Η τρίτη διαπίστωση αναφέρεται στην ανώμαλη προσγείωση της ηγεσίας της γείτονος χώρας, η οποία συμπεριεφέρετο με περισσή αλαζονεία και έπαρση, για πολλούς ανεξήγητη, αδικαιολόγητη και αντιστρόφως ανάλογη της συγκριτικής ισχύος τους στη διεθνή κονίστρα. Ως κύρια αιτία της στάσεώς τους αυτής θεωρείται η υποτίμηση, από μέρους τους, της ελληνικής αποφασιστικότητας, αλλά και οι τυχόν διαβεβαιώσεις που είχε από τη γραφειοκρατία της υπερδυνάμεως επί της αίσιας εκβάσεως του θέματος της εισδοχής τους στο ΝΑΤΟ, ανεξαρτήτως των ελληνικών αντιρρήσεων. Ελπίζουμε ότι η νεόκοποι πολιτικοί της FYROM, αντελήφθησαν την σκληρή πραγματικότητα, θα απορροφήσουν τους κραδασμούς της ανώμαλης προσγειώσεώς τους και θα αποφύγουν την άσκηση εξωτερικής πολιτικής με τα μέχρι τώρα κριτήριά τους και ότι θα αντιληφθούν ποιες είναι οι πραγματικά φίλες χώρες στην περιοχή και ποιες όχι. Εν κατακλείδι νομίζουμε ότι το μεγάλο «κέρδος» της Συνόδου του Βουκουρεστίου ήταν η επιτευχθείσα Εθνική Ομοψυχία και η κοινή διαπίστωση ότι όταν υπάρχει Εθνική Ομοψυχία και σωστή διαχείριση και προώθηση των θεμάτων της εξωτερικής μας πολιτικής τα αποτελέσματα θα είναι ευνοϊκά για τη χώρα μας.