Θέμα: ΤΟ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ ΔΙΑΙΡΕΙ ΤΗ «ΔΙΕΘΝΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ»
Συντάκτης: Γεώργιος Ε. Σέκερης, Πρέσβυς ε.τ.
Ημερομηνία καταχώρησης: 29 Οκτωβρίου 2007
Ατμόσφαιρα κρίσης περιβάλλει και πάλι το Κοσσυφοπέδιο. Η έκθεση του εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Μάρτι Αχτισάαρι για το οριστικό καθεστώς του απειλεί να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου. Με τον πρώην Φιλλανδό πρόεδρο να εισηγείται κατ’ ουσίαν την ανεξαρτοποίηση της σερβικής επαρχίας υπό ορισμένους περιοριστικούς όρους – μια νομικώς ανορθόδοξη και πολιτικώς δυσεφάρμοστη λύση, που, ενώ υποστηρίζεται από τους Αλβανούς και τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις, προσκρούει, όχι μόνο στις έντονες αντιδράσεις του Βελιγραδίου, αλλά και στις επιφυλάξεις πλειόνων ευρωκοινοτικών χωρών. Και, κυρίως, στην απορριπτική στάση της Ρωσίας. Η οποία, ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας – δηλαδή του οργάνου που καλείται να τάμει – διαθέτει το δικαίωμα του βέτο.
Οι παρούσες περιπλοκές είναι το αρχήθεν προβλέψιμο επακόλουθο της νατοϊκής στρατιωτικής επέμβασης του 1999. Υπό το φως δε των έκτοτε εξελίξεων δικαιούται κανείς να εκτιμήσει – αν δεν είχε φθάσει στο συμπέρασμα αυτό εγκαιρότερα – ότι η επίθεση εκείνη του ΝΑΤΟ υπήρξε λάθος. Το ανθρωπιστικό επιχείρημα, το τόσο αποτελεσματικό επικοινωνιακά, που επικαλέσθηκαν οι Δυτικοί για να δικαιολογήσουν την επιθετική τους ενέργεια, ουδόλως πείθει. Ο Μιλόσεβιτς, παρά τις αδιαμφισβήτητες γενικότερες ευθύνες του για τις μεταψυχροπολεμικές εξελίξεις στον γιουγκοσλαβικό χώρο – και τελικώς για την εθνική τραγωδία των ίδιων των Σέρβων – είχε πλέον αποδεχθεί πλήρως τα βασικά αιτήματα της Δύσης σε σχέση με τη μεταχείριση των Αλβανόφωνων της Σερβίας. Ευνοήτως, ωστόσο, αρνήθηκε να στέρξει στην καταρράκωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας του, όχι απλώς στο Κοσσυφοπέδιο, αλλά στο σύνολο της γιουγκοσλαβικής επικράτειας. (Διότι με αυτό ισοδυναμούσαν οι πρόσθετες αξιώσεις που, με προφανή πρόθεση να ματαιώσει μια συμφωνία, προέβαλε την τελευταία στιγμή η τότε υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ κυρία Όλμπραϊτ.)
Αυτά, όμως, ανήκουν πλέον στη δικαιοδοσία του ιστορικού. Η νατοϊκή επίθεση δημιούργησε στο Κοσσυφοπέδιο νέες – και ως προς τα ουσιώδη μη αναστρέψιμες – πραγματικότητες. Το υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών και τη διαχείριση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ διεθνές προτεκτοράτο έχει πλέον εθίσει του Αλβανούς Κοσοβάρους στη διαβίωση υπό καθεστώς ημι-ανεξαρτησίας, με επακόλουθο η ουσιαστική επανένταξή τους στη σερβική επικράτεια, χωρίς τη χρήση βίας σε εκτεταμένη κλίμακα – που η «διεθνής κοινότητα» δεν είναι διατεθειμένη, ούτε να ασκήσει, ούτε να ανεχθεί – να μην είναι εφικτή. Και από την άλλη, το συμπαγές σερβικό στοιχείο του κοσοβικού Βορρά διατηρεί στενούς δεσμούς με το Βελιγράδι και απορρίπτει την επικυριαρχία των Αλβανών της επαρχίας – οι οποίοι, άλλωστε, με τις βιαιότητές τους έχουν περιαγάγει τους Σέρβους «συμπατριώτες» τους σε κατάσταση πολιορκίας. Και συνεπώς, ως έχουν πλέον τα πράγματα, το Κοσσυφοπέδιο: Είτε θα ανεξαρτοποιηθεί – αρχικά, τουλάχιστον, με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα και, πιθανότατα, αποσχιζομένου συν τω χρόνω και ενσωματουμένου στη Σερβία του βόρειου τμήματός του. Είτε θα συνεχίσει να διατελεί υπό το παρόν καθεστώς διεθνούς κηδεμονίας.
Το ποιά λύση τελικώς θα επικρατήσει και πότε θα εξαρτηθεί, πέραν από τις επιθυμίες των άμεσα εμπλεκόμενων πληθυσμών, από τη στάση των ενδιαφερόμενων εξωτερικών δυνάμεων. Οι επιλογές των οποίων, όπως ήδη επισημάνθηκε, διαφέρουν ουσιωδώς, όταν δεν συγκρούονται ευθέως.
Έτσι, οι «μεγάλοι» της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Βρετανοί, Γάλλοι, Γερμανοί – τοποθετούνται αναφανδόν υπέρ της υιοθέτησης των συμπερασμάτων του κ. Αχτισάαρι. Φοβούμενοι τις αντιδράσεις των Αλβανών Κοσοβάρων σε περίπτωση απόρριψης ή υπερβολικής καθυστέρησης της υλοποίησης της ανεξαρτησίας. Και απευχόμενοι την εμπλοκή τους σε νέες στρατιωτικές περιπέτειες στην περιοχή. Με ένα, ωστόσο, αριθμό μικρότερων εταίρων – τους Ισπανούς, τους Ρουμάνους, τουςυ Σλοβάκους, αλλά και την Ελλάδα και την Κύπρο – να διαφοροποιούνται, έκαστος για δικούς του εσωτερικούς ή γεωπολιτικούς λόγους, από την επιλογή αυτή και να ευνοούν την παράταση του διαλόγου και, εν τω μεταξύ, του διεθνούς προτεκτοράτου.
Ωστόσο, τις απόψεις των μεγάλων κοινοτικών υιοθετεί κατ’ αρχήν και η Ουάσινγκτον. Αλλά με διαφορετικά κίνητρα. Οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν σήμερα τα Βαλκάνια κυρίως υπό το πρίσμα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» που διεξάγουν στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Και, συνεπώς, κύριο μέλημά τους είναι η αποφυγή διαταράξεων στον βαλκανικό χώρο, προκειμένου να είναι σε θέση, το μεν, να χρησιμοποιήσουν επιλεγμένες χώρες της περιοχής ως βάση επιχειρήσεων, το δε, να αποσύρουν το συντομότερο τον κύριο όγκο της εκεί στρατιωτικής τους δύναμης για να τον αξιοποιήσουν σε άλλα, πιεστικότερα μέτωπα. Η «φιλο-αλβανική», όμως, αυτή επιλογή τους πρέπει επιπροσθέτως να αποδοθεί στην επιθυμία της αμερικανικής ηγεσίας να διαφυλάξει την ενότητα του ΝΑΤΟ. (Άλλωστε η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στα Βαλκάνια κατά τη δεκαετία του ’90 υπήρξε κατά κύριο λόγο προϊόν των ευρωπαϊκών πιέσεων και της συνακόλουθης επιθυμίας του τότε προέδρου Κλίντον να διασφαλισθεί η συνοχή της Συμμαχίας.) Ενώ η αμερικανική στάση δεν είναι άσχετη και με το γεγονός ότι οι Αλβανοί, με την ενθουσιώδη υποστήριξη που, μόνοι αυτοί στον μουσουλμανικό κόσμο, προσφέρουν στις Ηνωμένες Πολιτείες – όπως κατέδειξε και η πρόσφατη επίσκεψη Μπους στα Τίρανα – διευκολύνουν τους Αμερικανούς ιθύνοντες να αποκρούσουν την κατηγορία ότι διάκεινται εχθρικά προς το Ισλάμ.
Σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος κινείται η ρωσική πολιτική. Βέβαια, τα περί «παραδοσιακής συμμαχίας» της Ρωσίας με τη Σερβία – υποτίθεται λόγω φυλετικής και θρησκευτικής συγγένειας – είναι τουλάχιστον υπερβολικά, υπό το φως ιδίως των διακυμάνσεων των σχέσεών τους κατά το παρελθόν, ακόμη και το σχετικά πρόσφατο. Εν τούτοις, το Κοσοβικό αναδεικνύεται σε ουσιαστικό αντικείμενο διαφωνίας, ενδεχομένως δε και αντιπαράθεσης, μεταξύ Μόσχας και Δύσης. Και τούτο για δύο κυρίως λόγους. Εν πρώτοις, η ανεξαρτοποίηση της σερβικής επαρχίας θα αποτελούσε επικίνδυνο προηγούμενο για την Ρωσική Ομοσπονδία, η οποία ταλανίζεται εδώ και χρόνια από τις αποσχιστικές τάσεις των Τσετσένων και όχι μόνο. Ενώ, κατά δεύτερο λόγο – και είναι πιθανότατα ο πλέον βαρύνων – οι Ρώσοι εκτιμούν ότι ο τρόπος με τον οποίο οι Δυτικοί έχουν χειρισθεί τα της πρώην Γιουγκοσλαβίας και του Κοσσυφοπεδίου ειδικότερα πλήττει απαράδεκτα το ρωσικό γόητρο. Με την ανασυγκροτούμενη Ρωσία του Πούτιν να μην είναι διατεθειμένη να συμβιβασθεί με την περιθωριοποίηση, αν όχι την κακοποίηση, που υπέστη παθητικά, στα πλαίσια της βαλκανικής και ειδικότερα της κοσοβικής κρίσης, η φθίνουσα Ρωσία του Γέλτσιν.
Εξ ου και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η συνάντηση αρχές Ιουλίου των προέδρων Μπους και Πούτιν στο πατρικό του πρώτου. Βέβαια, μέχρι στιγμής, από τη συνάντηση αυτή δεν έχουν προκύψει ορατά αποτελέσματα για το Κοσοβικό. Το οποίο, μάλιστα, ούτε καν μνημονεύθηκε κατά την κοινή συνέντευξη τύπου που ακολούθησε τις σχετικές συνομιλίες. Χωρίς, πάντως, η σιωπή αυτή να σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι, κατά τις κατ’ ιδίαν διαβουλεύσεις τους, οι δύο ηγέτες αγνόησαν το επίμαχο θέμα. Πολύ πιθανότερο αντιθέτως είναι ότι προτίμησαν να επικεντρώσουν τις δημόσιες τοποθετήσεις τους στη, μικρή έστω, πρόοδο που επέτυχαν σε σημαντικότερα και για τις δύο πλευρές ζητήματα, όπως το Ιρανικό – που ιδιαίτερα ανησυχεί τους Αμερικανούς – και η αντιπυραυλική ασπίδα – που εντόνως προβληματίζει τους Ρώσους. Με προφανή την εκατέρωθεν επιθυμία αποφυγής όξυνσης και στο μέτρο του δυνατού βελτίωσης των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων – εις πείσμα των καταστροφολογικών προβλέψεων ορισμένων. Ενώ, ειδικότερα ως προς το Κοσσυφοπέδιο, δικαιολογείται η εκτίμηση ότι οι δύο πρόεδροι συμφώνησαν να διαφωνήσουν. Χωρίς να αποκλείεται – είναι κάτι που οι εξελίξεις θα επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν συντομότατα – ο κ. Μπους, αψηφώντας τους αλβανικούς εκβιασμούς, να συγκατατέθηκε σε μια λελογισμένη παράταση των διαπραγματεύσεων για το τελικό καθεστώς της σερβικής επαρχίας προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες γοήτρου της Μόσχας – και να αποφευχθεί ένα ρωσικό βέτο που θα έθετε τους Δυτικούς προ του οδυνηρού διλήμματος: Είτε να προχωρήσουν στη –δυνάμει λίαν αποσταθεροποιητική – αναγνώριση της κοσοβικής ανεξαρτησίας χωρίς κάλυψη του παγκόσμιου οργανισμού. Είτε να αναγνωρίσουν εμπράκτως το ναυάγιο της μέχρι τώρα πολιτικής τους – αποδεχόμενοι και τους ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους που μια τέτοια δυτική γεωπολιτική χρεωκοπία θα συνεπαγόταν για την ειρήνη στη Χερσόνησο του Αίμου.
Ας προστεθεί ότι μια αναβλητική μεθόδευση θα εξυπηρετούσε, προσωρινώς έστω, και τα δικά μας γεωπολιτικά συμφέροντα. Καθότι φυσικό είναι η χώρα μας να ανησυχεί για τις επιπτώσεις της ανεξαρτοποίησης του Κοσσυφοπεδίου στις βαλκανικές ισορροπίες. Και ειδικότερα: Αφ’ ενός, για το ενδεχόμενο διάλυσης του σκοπιανού κρατιδίου επ’ ωφελεία μιας προβληματικής από τη σκοπιά μας Μεγάλης Αλβανίας – και ενδεχομένως και της Βουλγαρίας. Και, αφ’ ετέρου, για την ενίσχυση των αντιδυτικών τάσεων στο εσωτερικό της Σερβίας και για τη συνακόλουθη δυσχέρανση ή και ματαίωση της κρίσιμης σημασίας για τη βαλκανική σταθερότητα επανένταξης του Βελιγραδίου στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
* O κ. Σέκερης διαχειρίζεται τον δικτυακό τόπο http://www.georgesekeris.com, στον οποίο καταχωρίζονται κείμενα σχετικά με τα διεθνή δρώμενα και την ελληνική εξωτερική πολιτική.