Θέμα: Το Κόστος των Εξοπλισμών
Συντάκτης: κ. Ευάγγελος Γεωργούσης, Αντιπτέραρχος (Ι) ε.α. , Μέλος ΔΣ/ΣΕΕΘΑ
Ημερομηνία καταχώρησης: 11 Ιούνη 2007
Είναι αντικειμενική αλήθεια ότι η χώρα μας δαπανά πολύ μεγάλα ποσά για την άμυνά της. Τα ποσά κρίνονται μεγάλα σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας μας, και σε σχέση φυσικά με τις άλλες ανάγκες της.
Από το συνολικό ποσό που δαπανάται για τις Αμυντικές μας ανάγκες ένα πολύ σοβαρό μέρος και ποσοστό αυτού πάει στις λεγόμενες λειτουργικές δαπάνες. Είναι οι δαπάνες που πρέπει να γίνουν για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά οι υφιστάμενες Ένοπλες Δυνάμεις (Προσωπικό – Καύσιμα – Συντήρηση – Ασκήσεις – Υποχρεώσεις συμμετοχής σε Διεθνής Οργανισμούς – Αποστολές Εξωτερικού – Επιμόρφωση στελεχών στο εσωτερικό & εξωτερικό, κλπ.).
Το υπόλοιπο που μένει από τις συνολικές Αμυντικές δαπάνες διατίθεται για την υλοποίηση νέων εξοπλιστικών αναγκών και βελτίωση κάποιων εκ των υφισταμένων. Αυτό πρέπει να επισημαίνεται διότι οι μη γνωρίζοντες και γενικά η ευρύτερη κοινή γνώμη μπορεί να παρασυρθεί στην άποψη ότι όλα αυτά που ακούει ως αμυντικές δαπάνες πάνε σε νέους εξοπλισμούς.
Οι περισσότερες εφημερίδες αλλά και αρκετά περιοδικά, αρκούνται στη δημοσίευση του ποσοστού επί του ΑΕΠ και την σύγκριση αυτού με το αντίστοιχο άλλων χωρών. Όμως σε μερικές περιπτώσεις δίνουν μια πληρέστερη εικόνα.
Για παράδειγμα γράφουν:
«Σε οικονομικό παράδεισο χωρίς μεγάλα ελλείμματα και με σαφώς μικρότερο δημόσιο χρέος θα μεταμορφωνόταν η Ελλάδα αν δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει τα τεράστια κονδύλια των 5-6 δις ευρώ ετησίως για αμυντικές δαπάνες». Φυσικά εδώ ο δημοσιογράφος (κ. Θ. Τσίρος, Ελευθεροτυπία) γράφει σωστά και την αλήθεια, αφού χρησιμοποιεί την σωστή λέξη «υποχρεωμένη».
Η χώρα μας, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία που υπάρχουν βρίσκεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών του ΝΑΤΟ, σε Αμυντικές Δαπάνες όταν αυτές οι δαπάνες μετριόνται ως ποσοστό του ΑΕΠ εκάστης χώρας. Για παράδειγμα το 2005 οι ΗΠΑ ξόδεψαν το 3,8% του ΑΕΠ τους, η Τουρκία το 3,2%, η Ελλάδα το 3,1%, η Γαλλία το 2,5%, η Αγγλία το 2,3%, η Ιταλία το 1,8% και κάπου στα ίδια επίπεδα οι υπόλοιπες χώρες. Η εικόνα με βάση τα ποσοστά επί του ΑΕΠ κάθε χώρας είναι μία εικόνα αληθινή που οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα. Όμως δεν είναι η πλήρης εικόνα του θέματος «Εθνική Άμυνα – Αμυντικές Δαπάνες».
Φυσικά αν η χώρα δεν ήταν αναγκασμένη να δαπανά τόσο πολλά για την Άμυνα της, άλλοι τομείς, πιο παραγωγικοί όπως η παιδεία, οι δημόσιες επενδύσεις, η υγεία, θα είχαν πολύ περισσότερα κονδύλια στη διάθεση τους.
Το σημείο κλειδί λοιπόν είναι η ανάγκη για υψηλής ποιότητας και ποσότητας Εθνική Άμυνα. Την ανάγκη αυτή γεννά η γνωστή και συγκεκριμένη εξωτερική απειλή η οποία μετά το 1974 δεν κρύβει καθόλου τις προθέσεις της έναντι της χώρας μας και της Κύπρου. Καμία χώρα που έχει εξωτερική απειλή δεν αφήνει την Άμυνα της σε δεύτερη και Τρίτη προτεραιότητα έναντι άλλων αναγκών. Αν δεν υπάρχει η βούληση, η σχεδίαση και τα μέσα για να υπερασπισθούν τα εθνικά μας συμφέροντα, στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων, έναντι των διαφόρων μορφών απειλών, αλλά και αντιθέτων συμφερόντων, τότε μάλλον αποδεχόμαστε μια σταδιακή Εθνική συρρίκνωση η οποία φυσικά δεν θα είναι άμοιρη και πολύ σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων.
Όμως για να αντιμετωπίσεις μία εξωτερική απειλή, η οποία κυρίως εμφανίζεται προβάλλοντας τη στρατιωτική της ισχύ, δεν έχεις άλλο μέσο από το να αντιπαραθέσεις για Αποτροπή μία εξ’ ίσου Επαρκή στρατιωτική ισχύ. Όλα τα άλλα μέσα είναι χρήσιμα και σοβαρά, αλλά δρουν συμπληρωματικά στην αναγκαία και ικανή στρατιωτική ισχύ (συμμαχίες, Διεθνείς οργανισμοί, διπλωματία, κλπ.).
Όλοι οι ειδικοί περί την Άμυνα συμφωνούν ότι δεν υπάρχει πιο μεγάλο λάθος και πιο αντιοικονομική επένδυση από αυτήν που κάνει ένα κράτος για να έχει στρατιωτική ισχύ, αλλά σαφώς υποδεέστερη από αυτήν που το απειλή. Οι αναγκαίες επενδύσεις στον τομέα αυτό, για να κριθούν ως cost effective πρέπει, δυστυχώς, να γίνονται στη ποσότητα και την ποιότητα που θα εξασφαλίζει μια στρατιωτική ισχύ ικανή να παρέχει Αμυντική Επάρκεια, δηλαδή Αποτροπή, έναντι αυτής που συνιστά απειλή.
Α
ς δούμε λοιπόν σε τι ποσοτική εικόνα μετατρέπονται τα διάφορα στατιστικά ποσοστά όταν πάρουν άλλη μορφή και μετατραπούν σ’ αυτήν που χρησιμοποιούνται.
Η Τουρκία δαπάνησε το 3,2% του ΑΕΠ της για το 2005, δηλαδή 3,2% x 300δις € ΑΕΠ (περίπου) μας κάνει 9,6 δις €. Και κάτι σημαντικό που δεν είναι πολύ γνωστό. Το ποσό αυτό είναι αυτό που δίνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Υπάρχει και ένα πολύ σοβαρό ποσό που μπαίνει κατ’ ευθείαν στο ταμείο των ΤΕΔ από τις ειδικές φορολογίες επί των ποτών, των τσιγάρων και άλλων αγαθών. Το ποσό αυτό σύμφωνα με πληροφορίες (δεν είναι εύκολο να εξακριβωθούν) ξεπερνά τα 2-3 δις €. Επίσης δε λαμβάνεται υπόψη ο αμυντικός προϋπολογισμός της Στρατοχωροφυλακής η οποία στην ουσία είναι κανονικές Ένοπλες Δυνάμεις με σύγχρονα όπλα.
Επομένως η Τουρκία δαπανά περί τα 12-13 δις € ετησίως για να διατηρεί την αναγκαία στρατιωτική ισχύ με την οποία θέλει να απειλεί την Ελλάδα (και όχι μόνο) αποτελεσματικά.
Έναντι αυτών των δαπανών η χώρα μας δαπάνησε το ίδιο έτος (2005) το 3,1% του ΑΕΠ της, δηλαδή 3,1% x 215 δις € ΑΕΠ (περίπου) μας κάνει 6,6 δις €. Με άλλα λόγια η χώρα μας για να αμυνθεί αποτελεσματικά, απέναντι στη συγκεκριμένη απειλή δαπάνησε το 50% του ποσού που δαπάνησε η απειλή αυτή για να διατηρεί την Στρατιωτική της Ισχύ στο επίπεδο που κρίνει αναγκαίο για τον επιθετικό σχεδιασμό της.
Διαπιστώνομαι αμέσως με την ανάλυση των αριθμών πως η διαφορά του 0,1% επί των ΑΕΠ (3,2% - 3,1% = 0,1%) στην πράξη είναι 50% διαφορά επί των ποσών που θα χρησιμοποιηθούν για τις Ε.Δ. των δύο χωρών. Και ας θυμόμαστε ότι όταν πληρώνουμε για όλες τις δραστηριότητες μας ως πολίτες, οικογένειες, επιχειρήσεις και κράτη, πληρώνουμε με συγκεκριμένα ποσά και όχι με ποσοστά επί του ατομικού, οικογενειακού επιχειρηματικού και εθνικού ακαθάριστου προϊόντος μας.
Η πικρή αυτή αλήθεια οδηγεί προς μία και μόνη κατεύθυνση όσον αφορά τους Αμυντικούς Εξοπλισμούς. Κάθε επένδυση που θα γίνεται πρέπει να προσθέτει το μέγιστο ποσοστό στρατιωτικής ισχύος στην Άμυνα της χώρας.
Πιστεύω ότι ακριβώς αυτό κάνει το ΓΕΕΘΑ με την σειρά προτεραιότητας που δίνει στα προγράμματα των Κλάδων του εκάστοτε ΕΜΠΑΕ. Εδώ και αρκετά χρόνια οι Ελληνικές Ε.Δ. έχουν δώσει έμφαση στην απόκτηση εκείνων των μέσων και οπλικών συστημάτων που λόγω των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους αποκαλούνται Πολλαπλασιαστές Ισχύος.
Όσο δεν μπορείς (και κατά τι γνώμη μου δεν πρέπει) να αυξήσεις τις αμυντικές σου δαπάνες πάνω από το 50% περίπου των αντίστοιχων που κάνει αυτός που σε απειλεί, δεν έχεις άλλον δρόμο, εάν δε θέλεις και να ξοδεύεις και να χάνεις, από το να επενδύεις σε έξυπνους και ιδιαίτερους Πολλαπλασιαστές Στρατιωτικής Ισχύος.
Η σταθερή και μόνιμη αυτή λογική είναι ευθύνη του ΓΕΕΘΑ (Επιχειρησιακή Διοίκηση) το οποίο μέσω θεσμικά καθιερωμένων (Υπουργική Απόφαση) αντικειμενικών και λεπτομερών κριτηρίων θα μπορεί να διαβεβαιώσει τη Βουλή των Ελλήνων και κατ’ επέκταση τον Ελληνικό λαό ότι κάθε ευρώ που δαπανάται για εξοπλισμούς είναι αφ’ ενός αναγκαίο, και αφ’ ετέρου ότι αυτό δίνεται κάθε φορά για την απόκτηση των οπλικών συστημάτων που προσθέτουν το μέγιστο ποσοστό ισχύος στην άμυνα της χώρας.