english greek
Αρχική arrow Μελέτες arrow Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

ΜΕΛΕΤΗ:«Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
             ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ».

                         

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. ΛΙΑΚΟΥΡΗΣ ΑΝΤΓΟΣ Ε.Α, ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΠΘ: ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ-ΑΝΑΛΥΣΗ 3ΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ, ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟN 2Ο.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΛΑΠΑΣΙΔΗΣ, ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ: ΑΝΑΛΥΣΗ 1ΟΥ-2ΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ.
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2007   

 

 

 
1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ 5
1.1 Γενικά 5
1.2 Σκοπός 5
1.3 Προϋποθέσεις 5
1.4 Περίληψη Μελέτης 6
1.4.1 Α’ Παράγοντας: Η Γεωστρατηγική Αξία των Βαλκανίων στη Σύγχρονη Εποχή και ο Ρόλος τους σε Σχέση με τα Στρατηγικά Συμφέροντα των Η.Π.Α. στην Ευρύτερη Περιοχή 6
1.4.2 Β’ Παράγοντας :Η Στρατιωτική Παρουσία των Η.Π.Α. στα Βαλκάνια: Στρατηγικά Πλεονεκτήματα για τις Η.Π.Α. και οι Επιπτώσεις – Επιδράσεις στα Κράτη της Περιοχής 7
1.4.3 Γ’ Παράγοντας: Η Στρατιωτική Παρουσία των Η.Π.Α. στα Βαλκάνια.  Οι επιπτώσεις στα Εθνικά Συμφέροντα Ελλάδος και Τουρκίας και στις Σχέσεις με τις Χώρες της Βαλκανικής 8
1.5 Γενικά Συμπεράσματα 9
2 ΑΝΑΛΥΣΗ Α’ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ: Η ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΩΝ Η.Π.Α. ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ 17
2.1 Εισαγωγή 17
2.2 Η Γεωστρατηγική Αξία των Βαλκανίων από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι και την Ουιλσονική Πολιτική Κλίντον: δόγμα ασφάλειας, στρατιωτική διάταξη και εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια 21
2.3 Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου: ο επαναπροσανατολισμός της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής και ο νέος ρόλος των Βαλκανίων 24
2.4 Το Αμερικάνικο Στρατιωτικό Δόγμα του 2004: επιπτώσεις στην παγκόσμια διάταξη των αμερικανικών στρατευμάτων 26
2.4.1 Η Νέα Πολιτική Υπερπόντιων Στρατιωτικών Βάσεων: στόχοι και παράγοντες διαμόρφωσης 28
2.5 Η Γεωστρατηγική Αξία των Βαλκανίων υπό τη Νέα Διάταξη των Αμερικάνικων Στρατευμάτων 36
2.5.1 Γεωστρατηγικά Χαρακτηριστικά 36
2.5.2 Ενεργειακοί Παράγοντες 38
2.6 Συμπεράσματα 40
3 ΑΝΑΛΥΣΗ Β’ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ: Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ  ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ Η.Π.Α. ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ Η.Π.Α. ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ 43
3.1 Η Στρατηγική Διεύρυνσης του ΝΑΤΟ 43
3.1.1 ΝΑΤΟϊκή Παρουσία στα Βαλκάνια 46
3.1.2 Οι Βαλκάνιοι Σημερινοί και Δυνητικοί Εταίροι του ΝΑΤΟ και των Η.Π.Α. 47
3.2 Διμερείς Πολιτικοστρατιωτικές Σχέσεις στα Βαλκάνια 50
3.3 Συμπεράσματα 52
4 ΑΝΑΛΥΣΗ Γ’ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ: Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ Η.Π.Α. ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ: ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ 54
4.1 Εισαγωγή 54
4.2 Ιστορικό – Παρούσα Κατάσταση 54
4.3 Ελλάδα και Βαλκάνια 58
4.3.1 Ιστορική αναδρομή μέχρι το Τέλος του Ψυχρού Πολέμου 58
4.3.2 Ελλάδα και Βαλκάνια μετά το Τέλος του Ψυχρού πολέμου 59
4.3.3 Άξονες της Ελληνικής Στρατηγικής σχετικά με τα Βαλκάνια. 62
4.3.4 Eλληνική Eξωτερική Πολιτική για τα Bαλκάνια και Διμερείς Σχέσεις 64
4.3.5 Παράμετροι και στόχοι Eλληνικής Eξωτερικής Πολιτικής. 67
4.3.6 Διμερείς Σχέσεις της Ελλάδος με τις Βαλκανικές Χώρες 68
4.4 Τουρκία  - Βαλκάνια – Καύκασος – Μέση Ανατολή 68
4.4.1 Η Τουρκία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο 68
4.4.2 Τουρκική Στρατηγική στον Καύκασο- Κεντρική Ασία 69
4.4.3 Τουρκική Στρατηγική στην Μέση Ανατολή 70
4.4.4 Τουρκική Στρατηγική στα Βαλκάνια 70
4.4.5 Αποτελέσματα Τουρκικής Στρατηγικής στον Καύκασο-Μέση Ανατολή-Βαλκάνια 72
4.4.6 Τουρκική Εξωτερική Πολιτική για τα  Βαλκάνια και  Διμερείς Σχέσεις   73
4.4.7 Εκτιμήσεις-Αναλύσεις για την Τουρκική Εξωτερική πολιτική 77
4.5 Επιπτώσεις Αμερικανικής Στρατιωτικής Παρουσίας για την Ελλάδα 80
4.6 Επιπτώσεις Αμερικανικής Στρατιωτικής Παρουσίας για την Τουρκία 85
4.7 Μερικά Συμπεράσματα 86
Βιβλιογραφία 101
Πηγογραφία 103
5 Παραρτήματα 106
5.1 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α’: Χάρτες 106
5.2 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β’: Πίνακες 111
5.3 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ’   ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ 114
5.4 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ’  ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ-ΣΤΟΧΩΝ ΕΛΛ. ΕΞΩΤ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ 131
5.5 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε’  ΔΙΜΕΡΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ 135


 
1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1.1 Γενικά
Η κατάρρευση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού,  η διάλυση της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, και ο  διαμελισμός της πρώην Γιουγκοσλαβίας, με τις επακολουθήσασες τραγωδίες στη Βοσνία και Κοσσυφοπέδιο, απετέλεσαν συμπτώματα της βαθιάς κρίσεως που άρχισε με το τέλος του Ψυχρού πολέμου. Η αισιοδοξία για τη «Νέα Τάξη», αντικαταστάθηκε γρήγορα από σκεπτικισμό. Και αυτό διότι αντί να οδηγήσει(η «Νέα Τάξη») σε άμεση επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, απελευθέρωσε φυγόκεντρες δυνάμεις που απείλησαν και απειλούν  ακόμη, τη σταθερότητα στη Βαλκανική και όχι μόνο. Από την κρίση αυτή αναδείχθηκε μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής(ΗΠΑ) και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως(ΕΕ). Η διαφορά αυτή συνίσταται στο ότι οι ΗΠΑ έχουν τους ευρείς  ορίζοντες της «Παγκόσμιας Δύναμης», ενώ η ΕΕ  παραμένει περιφερειακή, εσωστρεφής και εγκλωβισμένη. Αυτό διότι οι ΗΠΑ ήταν εκείνες που ασχολήθηκαν άμεσα και αποφασιστικά με την κρίση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η Ελλάδα βρέθηκε στη φάση  αυτή της μετάβασης σε κυρίαρχη θέση από πλευράς συντελεστών ισχύος και  η μοναδική  χώρα μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή.  Έτσι η Ελλάδα έπρεπε να αναπροσανατολίσει την εξωτερική και την όλη πολιτική της  διεκδικώντας σταθεροποιητικό και όχι μόνο ρόλο στην περιοχή.
Από την πλευρά τους οι βαλκανικές χώρες,  παλαιές και νέες, πριν, αλλά κυρίως  μετά   τη στρατιωτική επέμβαση του Ν.Α.Τ.Ο. στη Βοσνία, Σερβία και στο Κοσσυφοπέδιο, τροποποίησαν ριζικά τους διεθνείς προσανατολισμούς και συμμαχίες τους. Έτσι σταδιακά προσανατολίσθηκαν προς τις συμμαχίες και οργανισμούς της Δύσης, ιδιαίτερα δε προσκολλήθηκαν στη μοναδική Υπερδύναμη, τις Η.Π.Α.  Ειδικότερα έθεσαν ως πρώτιστο εθνικό τους στόχο την ένταξή τους στο Ν.Α.Τ.Ο. και την Ε.Ε. και τη δημιουργία στενών σχέσεων – συμμαχίας με τις Η.Π.Α., με συνέπεια την έντονη στρατιωτική και όχι μόνο παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή. 
 
1.2 Σκοπός
Η ανάλυση της ακολουθούμενης από τις ΗΠΑ υψηλής στρατηγικής στην περιοχή των Βαλκανίων και η σε υλοποίηση της στρατηγικής αυτής αμερικανική  στρατιωτική παρουσία  στις  χώρες της περιοχής. Η εκτίμηση των επιπτώσεων της εν λόγω στρατηγικής και παρουσίας των Η.Π.Α. στην Ελλάδα και την Τουρκία.

1.3 Προϋποθέσεις
 Η γενικότερη διεθνής κατάσταση δεν αναμένεται να διαφοροποιηθεί σημαντικά.
 Η μελέτη θα επικεντρωθεί στη διάσταση της Αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στα Βαλκάνια.
 Η γενικότερες γεωπολιτικοστρατηγικές αντιλήψεις των ΗΠΑ για την περιοχή των Βαλκανίων δεν αναμένεται, επίσης  να διαφοροποιηθούν σημαντικά
 Δεν αναμένονται σημαντικές εξελίξεις και αλλαγές στους γενικούς διεθνείς προσανατολισμούς των χωρών της περιοχής των Βαλκανίων.
1.4  Περίληψη Μελέτης
1.4.1 Α’ Παράγοντας: Η Γεωστρατηγική Αξία των Βαλκανίων στη Σύγχρονη Εποχή και ο Ρόλος τους σε Σχέση με τα Στρατηγικά Συμφέροντα των Η.Π.Α. στην Ευρύτερη Περιοχή
Η ανάλυση του πρώτου παράγοντα επικεντρώνεται στη σημασία του βαλκανικού χώρου υπό το πρίσμα της παγκόσμιας στρατηγικής της υπερδύναμης.  Αρχικά γίνεται σύντομη ιστορική αναφορά των προσανατολισμών των Η.Π.Α. υπό την προεδρία Κλίντον και  ακολουθεί η αναλυτική περιγραφή των διαφοροποιήσεων που επιβλήθηκαν από τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.  Τα τελευταία οδήγησαν σε έναν επαναπροσανατολισμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και στη σημαντική διαφοροποίηση του αμυντικού δόγματος των Η.Π.Α..  Αναλύεται διεξοδικά το νέο αμερικάνικο αμυντικό και στρατιωτικό δόγμα και δίνεται έμφαση, τόσο στις νέες επιχειρησιακές ανάγκες, όσο στη νέα πολιτική διάταξης υπερπόντιων βάσεων που εδράζεται σε στρατηγικούς, πολιτικούς, επιχειρησιακούς και οικονομικούς παράγοντες.  Με το νέο αμερικανικό δόγμα ασφάλειας, ως προϋποτιθέμενη συνθήκη, εξετάζεται ο ρόλος των Βαλκανίων στην αμερικανική στρατηγική, ο οποίος είναι απόρροια των ιδιαίτερων γεωγραφικών, πολιτικών και οικονομικών χαρακτηριστικών τους.

Μερικά Συμπεράσματα
Ως βασικό συμπέρασμα του παράγοντα διατυπώνεται η εκτίμηση ότι υπό το πλαίσιο των νέων απαιτήσεων, τα Βαλκάνια καθίστανται χρήσιμα πεδία στήριξης επιχειρήσεων σε περιοχές του Ευρασιατικού χώρου κι όχι γεωγραφικές περιοχές όπου ο αμερικανικός στρατός προτίθεται να επιχειρεί όπως συνέβαινε στο παρελθόν.  Οι παράγοντες του: α) χαμηλού κόστους, β) των επιχειρησιακών δυνατοτήτων που προσφέρονται εξαιτίας της εγγύτητας με τη Μαύρη Θάλασσα και μέσω αυτής με την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή και,  γ) των ευμενών εσωτερικών πολιτικών συνθηκών, που επιτρέπουν την απρόσκοπτη συνεργασία με τον αμερικανικό παράγοντα, καθιστούν τα Βαλκάνια ελκυστικό πεδίο εκμετάλλευσης από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.

1.4.2 Β’ Παράγοντας :Η Στρατιωτική Παρουσία των Η.Π.Α. στα Βαλκάνια: Στρατηγικά Πλεονεκτήματα για τις Η.Π.Α. και οι Επιπτώσεις – Επιδράσεις στα Κράτη της Περιοχής

Ανάλυση
Η ανάλυση του δεύτερου παράγοντα περιστρέφεται γύρω από τα αποτελέσματα της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην επιδίωξη των σκοπών της υπερδύναμης και των κρατών της περιοχής.  Η ανάλυση υιοθετεί μια μεθοδολογική προσέγγιση δύο πυλώνων πολιτικής δράσης:  α) της διαδικασίας της ΝΑΤΟϊκής διεύρυνσης και μετάλλαξης και β) των διμερών πολιτικοστρατιωτικών σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών με τα κράτη της Βαλκανικής.  Μέσω του πρώτου πυλώνα περιγράφονται αναλυτικά, και συσχετίζονται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, τόσο η σημερινή παρουσία του ΝΑΤΟ στο βαλκανικό χώρο, όσο και η διαδικασία διεύρυνσής του στην περιοχή, η οποία ακολουθεί πιστά τις αμερικανικές πολιτικές επιλογές.  Στα πλαίσια του δεύτερου πυλώνα παρουσιάζονται αναλυτικά οι διμερείς πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις που οι Η.Π.Α. έχουν συνάψει με τα κράτη των Ανατολικών Βαλκανίων και διατυπώνονται εκτιμήσεις για τα στρατηγικά αποτελέσματα της εν λόγω συνεργασίας.

Συμπεράσματα
Ως κύρια  συμπεράσματα της ανάλυσης του δεύτερου παράγοντα αναδεικνύονται τα πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά οφέλη που αποκομίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και οι εταίροι τους, αλλά αποδεικνύεται ότι δεν επισκιάζουν τις ήδη διαμορφωμένες συμμαχικές σχέσεις στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.  Για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η στρατιωτική παρουσία στα Βαλκάνια εξασφαλίζει τόσο την απρόσκοπτη επιρροή στο χώρο της Μαύρης Θάλασσας, ο οποίος αποτελεί εφαλτήριο για την πρόσβαση στην Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή, όσο και τη διαρκή ρυθμιστική παρουσία σε μια περιοχή καίριου στρατηγικού ενδιαφέροντος.  Από την πλευρά τους, οι Βαλκανικές χώρες αποκομίζουν την πολιτική στήριξη της Ουάσινγκτον στα πλαίσια της Συμμαχίας αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ παράλληλα ολοκληρώνουν την αμυντική τους θωράκιση με τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών τους και τη διπλή εγγύηση ασφάλειας που προκύπτει τόσο από τους ευρωπαϊκούς όσο και τους ευρωατλαντικούς θεσμούς.

1.4.3 Γ’ Παράγοντας: Η Στρατιωτική Παρουσία των Η.Π.Α. στα Βαλκάνια.  Οι επιπτώσεις στα Εθνικά Συμφέροντα Ελλάδος και Τουρκίας και στις Σχέσεις με τις Χώρες της Βαλκανικής

4.1 Ανάλυση
Κατά  την ανάλυση του παράγοντα γίνεται αρχικά μια συνοπτική αναφορά στην όλη πολιτικοστρατηγική κατάσταση των Βαλκανίων, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού πολέμου, μέχρι σήμερα. Τονίζεται ιδιαίτερα η πολιτική, στρατηγική και στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή αυτή. Ακολούθως αναλύεται η νέα διαμορφωθείσα κατάσταση και οι ευκαιρίες, προκλήσεις και απειλές για τα συμφέροντα της Ελλάδος. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στους νέους ρόλους που κλήθηκε η χώρα μας να αναλάβει, ως η μόνη χώρα της περιοχής που βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση από απόψεως παραγόντων ισχύος, αλλά και ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, σε σχέση με τις λοιπές βαλκανικές χώρες. Στη συνέχεια αναλύεται η ελληνική εξωτερική πολιτική, θεωρητικά, αλλά και από επίσημες και ανεπίσημες πηγές του ΥΠΕΞ, για να διαπιστωθεί η στρατηγική που ακολουθείται για να αντιμετωπισθούν οι ως άνω προκλήσεις, ευκαιρίες και απειλές. Αντίστοιχη ανάλυση επιχειρείται  και για την τουρκική εξωτερική πολιτική, με τις σχετικές διαπιστώσεις, λαθών, ευκαιριών και προκλήσεων. Τέλος αναλύονται οι επιπτώσεις, θετικές και αποθετικές που η σημαντική στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια έχει για τις δύο χώρες.   Ως κυριότερα συμπεράσματα από την ανάλυση θα μπορούσαν να αναφερθούν:

Συμπεράσματα
Η επέμβαση των ΗΠΑ στα Βαλκάνια,   η μετάλλαξη του ΝΑΤΟ και η επέκτασή του στην περιοχή, συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία σε όλες τις βαλκανικές χώρες αισθήματος ασφαλείας και προσμονής εντάξεώς τους στους Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς. 
Η συμμετοχή της  Ελλάδας στο ΝΑΤΟ   και στην ΕΕ   εξασφάλισαν για τη χώρα μας,  όταν   άρχισε να διαμορφώνεται το νέο στρατηγικό περιβάλλον, «περιφερειακή ηγεμονική» θέση στον καταμερισμό ισχύος στα Βαλκάνια. Έτσι η Ελλάδα «κλήθηκε», μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, να παίξει ρόλο τοπικής «μεγάλης δυνάμεως» ή τοπικού «σταθεροποιητικού παράγοντα» στα Βαλκάνια.  Αυτό αποτελούσε μια σημαντική πρόκληση, μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα.    
 Η πραγματική και κύρια απειλή για την Ελλάδα από τα Βαλκάνια  είναι να βυθιστεί η περιοχή σε μια νέα αστάθεια τύπου Γιουγκοσλαβίας. 
 Από  ότι φαίνεται η επαναπροσδιορισθείσα τουρκική πολιτική δίνει περισσότερο βάρος στη Μέση Ανατολή και Καύκασο και μικρότερο στα Βαλκάνια. 
Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στα Βαλκάνια δεν είναι άμοιρος και αρνητικών συνεπειών και επιπτώσεων για τη χώρα μας.  Σε κάθε περίπτωση η εξασφάλιση σταθερότητας στην περιοχή, είναι τόσο σημαντική για τη στρατηγική μας   και την προώθηση των εθνικών μας συμφερόντων, που οι αρνητικές επιπτώσεις θεωρούνται ως ήσσονος σημασίας, καίτοι οι επιπτώσεις αυτές καταγράφονται και καταβάλλεται προσπάθεια για περιορισμό τους.
 
1.5 Γενικά Συμπεράσματα
1.5.1    Στο όλο διεθνές σύστημα το οποίο ανέκυψε διαδοχικά μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και  τη δραματική όξυνση του προβλήματος της τρομοκρατίας και τις κατ’ αυτού αναληφθείσες επιχειρήσεις, οι απαιτήσεις επέβαλαν,  τόσο την γεωγραφικά ευρύτερη δραστηριοποίηση της αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής όσο και την εσωτερική της μεταρρύθμιση.  Αυτή η μεταρρύθμιση προβλέπει   νέου τύπου και μορφής  βάσεις. Οι  βάσεις αυτές  θα είναι   χαμηλού κόστους, εφήμερου χαρακτήρα και θα συσταθούν σε  κράτη, τα οποία έχουν έμπρακτα αποδείξει ότι συμμερίζονται του στόχους του πολέμου  και τα οποία προσφέρουν έδαφος και υποστήριξη με μικρό οικονομικό αντίκρυσμα.  Οι βάσεις αυτές  θα χρησιμοποιούνται κυρίως ως χώροι αποθήκευσης, μεταστάθμευσης και προκεχωρημένης εκπαίδευσης  αμερικανικών  Σχηματισμών και Μονάδων και δεν θα έχουν το μέγεθος και τη λειτουργικότητα των Κυρίων Βάσεων στην Ευρώπη κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.  Κατά συνέπεια, ο σχεδιασμός για το νέο δίκτυο βάσεων, το μέγεθος   και η αποστολή τους δεν συνεπάγεται εξ’ ορισμού την παροχή υψηλών στρατηγικών, πολιτικών και οικονομικών ανταλλαγμάτων στις χώρες όπου οι βάσεις θα φιλοξενούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν   οφέλη.  Υπό αυτό το πρίσμα, οι αμερικανικές βάσεις στα Βαλκάνια ενώ αποτελούν χρήσιμο εργαλείο στην εφαρμογή της παγκόσμιας στρατηγικής των Η.Π.Α. εντούτοις δεν αντιστρέφουν ή δεν επηρεάζουν σημαντικά της προϋπάρχουσες στα πλαίσια του ΝΑΤΟ πολιτικές ισορροπίες κι επομένως δεν αποτελούν πηγή ανησυχίας για τους περιφερειακούς εταίρους του ΝΑΤΟ.
1.5.2.    Υπό το πρίσμα του νέου αμερικανικού δόγματος που ανέκυψε από τη κατάρρευση του Ανατολικού Συνασπισμού, αλλά και την έξαρση της τρομοκρατίας, ο ρόλος των Βαλκανίων διαφοροποιείται ριζικά. Έτσι πέρα από τη δεδομένη σημαντική γεωστρατηγική και στρατιωτική αξία τους, τα Βαλκάνια θεωρούνται και σήμερα, όπως και κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, ως σημαντικός χώρος ανάσχεσης της Ρωσίας από νότου, αλλά και ως πεδίο στήριξης και υποστήριξης επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία και για έλεγχο και πολιτική επιρροή της ευαίσθητης, κυρίως από  απόψεως διακινήσεως καυσίμων και φυσικού αερίου, περιοχής της Μαύρης Θάλασσας. Επίσης διευκολύνουν τη διαχείριση της διαρκώς αυξανόμενης ενεργειακής επιρροής της  Ρωσίας, ενώ συγχρόνως εμπλουτίζουν το αμερικανικό πολιτικό κεφάλαιο προσελκύοντας τις βαλκανικές χώρες στο αμερικανικό άρμα, αφού τις καθιστούν ενθέρμους υποστηρικτές της πολιτικής της.  Για να επιτευχθούν όμως οι στόχοι της υπερδυνάμεως, πρέπει στην περιοχή των Βαλκανίων να σταθεροποιηθεί, διότι   τυχόν αποσταθεροποίησή της,   θα αυξήσει το πολιτικό και στρατιωτικό κόστος της αμερικανικής παρουσίας, αλλά και θα καταστήσει τα Βαλκάνια ελκυστικότερο πεδίο ανάπτυξης δράσεων που σχετίζονται με την τρομοκρατία, αλλά και ενδεχομένως να προκαλέσει επέμβαση άλλων δυνάμεων, όπως της Ρωσίας. Τα προαναφερθέντα σημαίνουν ότι η επίτευξη σταθερότητας στα Βαλκάνια αποτελεί βασικό  παράγοντα εξυπηρετήσεως και υλοποιήσεως των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ.
1.5.3.    Με τη λήξη του ψυχρού πολέμου   οι  χώρες της Βαλκανικής , βρέθηκαν οικονομικά και πολιτικά αποδυναμωμένες,    στρατηγικά «μετέωροι», σε κενό ασφαλείας και αμυντικά ακάλυπτες, ενώ πολλές  από αυτές είχαν να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα συνοχής και εσωτερικών αντιθέσεων, εθνικών και θρησκευτικών, οι οποίες εξελίχθηκαν σε σοβαρές και αιματηρές συρράξεις, που οδήγησαν το διεθνές σύστημα ασφαλείας σε κρίσεις. Οι συρράξεις αυτές είχαν ως συνέπεια την άμεση επέμβαση(πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική) των ΗΠΑ στην περιοχή. Η επέμβαση αυτή υλοποιήθηκε κυρίως από το ΝΑΤΟ, αλλά και από αμερικανικά στρατεύματα. Όλα αυτά οδήγησαν στη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια. Η στρατιωτική αυτή παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια συνεχίζεται και σήμερα με δύο παράλληλες διαδικασίες: την ένταξη των χωρών της Βαλκανικής στο ΝΑΤΟ και την ανάπτυξη διμερών σχέσεων σε πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο. Δεδομένου ότι η σταθερότητα στην περιοχή αποτελεί τόσο αμερικανικό όσο και ευρωπαϊκό συμφέρον, το ΝΑΤΟ, αλλά και η ΕΕ, καθίσταται το όχημα με το οποίο επιδιώκεται η αναίμακτη και με βάση τα ιδεώδη του θεσμικού φιλελευθερισμού παγίωση μιας ισορροπίας μεταξύ των κρατικών οντοτήτων των Βαλκανίων. Αυτό αποτελεί και το μέγιστο, θα λέγαμε, πολιτικό και στρατηγικό εθνικό σκοπό του συνόλου των κρατών της Βαλκανικής.  Η εισδοχή στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ εξασφαλίζει έμμεσα την απρόσκοπτη προσέγγιση των κρατών της Βαλκανικής στους δυτικούς δημοκρατικούς θεσμούς, την δυνητική επίλυση των διαφορών   σε προβληματικές περιοχές, όπως εκείνες του Κοσόβου και της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, την μακροπρόθεσμη οικονομική τους ανάπτυξη και τη σύγκλιση των εξωτερικών τους προσανατολισμών με τα προστάγματα της Δύσης, κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.  Παράλληλα, η ένταξη στο ΝΑΤΟ αποφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες πολιτικά και στρατιωτικά οφέλη, τόσο μέσα από την πολιτική συνδιαλλαγή που προηγείται της ένταξης, όσο και με την υποστήριξη των αμερικανικών επιλογών μετά την ένταξη.  Με αυτό τον τρόπο οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφάλισαν και εξασφαλίζουν μέσω του ΝΑΤΟ το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο για να διεξαγάγουν την παγκόσμια στρατηγική τους, χωρίς να κατηγορούνται για μονομέρεια και εν μέρει επιμερίζουν το κόστος της παγκόσμιας δράσης τους διευρύνοντας αριθμητικά τους συμμάχους τους. Μετά το πέρας των κρίσεων και την επέμβαση ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ η όλη  κατάσταση στις βαλκανικές χώρες βελτιώνεται σημαντικά. Εν τούτοις εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά προβλήματα. Το επίπεδο των προβλημάτων διαφέρει κατά χώρα.
1.5.4.    Η συμμετοχή της  Ελλάδας στο ΝΑΤΟ   και στην ΕΕ   εξασφάλισαν για τη χώρα μας,  στα τέλη της 10ετίας του 80 και στις αρχές του 90, που  άρχισε να διαμορφώνεται το νέο στρατηγικό περιβάλλον, «ηγεμονική» θέση στον καταμερισμό ισχύος στα Βαλκάνια. Έτσι η Ελλάδα κλήθηκε, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, να παίξει ρόλο τοπικής «μεγάλης Δυνάμεως» ή τοπικού «σταθεροποιητικού παράγοντα» στα Βαλκάνια.  Αυτό αποτελούσε μια σημαντική πρόκληση, μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα.    Στα αρχικά στάδια η Ελλάδα, λόγω εμπλοκής στο «Μακεδονικό πρόβλημα», δεν επιθυμούσε ή δεν ήταν σε θέση να αναλάβει ένα τέτοιο ρόλο. Έστω και αργά (τέλη 1992) η ελληνική εξωτερική πολιτική στράφηκε προς το κύριο αυτό εθνικό της συμφέρον – εθνικό  στόχο, που  είναι η Ελλάδα να κατακτήσει ηγετική θέση στη Βαλκανική σκηνή προωθώντας τη πολιτική και οικονομική σταθερότητα   και την ενσωμάτωση των βαλκανικών κρατών στη Δύση(ΕΕ-ΝΑΤΟ). Εξίσου σημαντικός στρατηγικός στόχος της ελληνικής εξωτερική πολιτικής, μη ομολογημένος επίσημα, είναι η ανάληψη από τη χώρα μας   ρόλου διεθνούς «ηγεμονικού σταθεροποιητή» στην περιοχή, μέσω του οποίου η Δύση θα προωθεί τα συμφέροντά της στην περιοχή.   Η ανάληψη ενός τέτοιου ρόλου από   την χώρα μας διευκολύνεται από την  έλλειψη ανταγωνισμού, τουλάχιστον κατά την παρούσα περίοδο, των Μεγάλων Δυνάμεων στα Βαλκάνια, κάτι βέβαια που πιθανόν να μη διαρκέσει πολύ.  Βέβαια συστατικό στοιχείο της διάρκειας ισχύος του παράγοντα αυτού είναι η ύπαρξη σταθερότητας, που σε  μεγάλο βαθμό εξασφαλίζει η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ και εν μέρει της ΕΕ στη περιοχή.  Η πλεονεκτική αυτή θέση βέβαια δεν θα διαρκέσει εσαεί και θα μειώνεται όσο κυρίως η Ελλάδα χάνει την υπεροχή της από την αύξηση των συντελεστών ισχύος των άλλων Βαλκανικών χωρών και   δεν φροντίζει να ισχυροποιεί τη θέση της με νέα ερείσματα.
1.5.5.     Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ προς τα Βαλκάνια,   επιτρέπουν την άμεση σύνδεση της Ελλάδας με τον ενιαίο γεωγραφικό Ευρωατλαντικό χώρο, για πρώτη φορά μετά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ότι αυτό συνεπάγεται για  νέες αναπτυξιακές προοπτικές ευημερίας, αλλά και διασυνοριακής συνεργασίας, καλή γειτονίας, που είναι συνώνυμα της σταθερότητας.
1.5.6.    Η προοπτική της εντάξεως στο ΝΑΤΟ, ή στις διάφορες μορφές συνεργασίας- προθαλάμους του οργανισμού( όπως η PfP και η MAP) των λοιπών βαλκανικών χωρών, αλλά και η παρουσία σημαντικών ειρηνευτικών και άλλων στρατιωτικών αποστολών, αποτελούν ευκαιρία για ευρεία εφαρμογή έντονης Στρατιωτικής Διπλωματίας. Την ευκαιρία αυτή οι ελληνικές ΕΔ πρέπει   να εκμεταλλευθούν άμεσα και  στο έπακρο και σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι σήμερα, για την υποβοήθηση των εθνικών μας συμφερόντων. Για τους ρόλους αυτούς πιθανόν να απαιτηθεί η συγκρότηση ειδικού φορέα, αλλά και η συνεργασία με   εξωστρατιωτικούς φορείς(ΣΕΕΘΑ, Ενώσεις Αποστράτων Αξιωματικών κα), για τη χρησιμοποίηση ε.α. αξιωματικών, που   γνωρίζουν τις  διαδικασίες  αυτές.
1.5.7.    Η κατάσταση όμως στα Βαλκάνια δεν είναι μόνο ευκαιρίες, αλλά και απειλές. Η πραγματική και κύρια απειλή για την Ελλάδα από τα Βαλκάνια  είναι να βυθιστεί η περιοχή σε μια νέα αστάθεια τύπου Γιουγκοσλαβίας. Παρά τα βήματα προόδου, ο κίνδυνος   ελλοχεύει. Η ειρήνη που έχει  επικρατήσει στις επίφοβες περιοχές είναι ασταθής, ενώ η τελική ρύθμιση στο Κόσσοβο δεν γνωρίζουμε τι αντιδράσεις θα πυροδοτήσει.   Άλλη απειλή για την Ελλάδα είναι η έξαψη και η εμφάνιση, για διαφόρους λόγους, των ευρισκομένων «εν υπνώσει» και υποβοσκουσών σε πολλές από  τις βαλκανικές χώρες αλυτρωτικών-επεκτατικών τάσεων και εναντίον της χώρας μας, που μπορεί, υπό κατάλληλες συνθήκες να μεταλλαχθούν σε «εν δυνάμει» απειλές, για η χώρα μας.  Οι απειλές αυτές μειώνονται με την  ομαλοποίηση των σχέσεων και την πολιτική σταθερότητα στην Βαλκανική, που υποβοηθείται από ενδογενείς βαλκανικούς παράγοντες, όπως η ανάληψη προσπαθειών από όλα τα κράτη για την  άμβλυνση των πολλών αντιθέσεων, εθνικιστικών και άλλων συνδρόμων που ακόμη υπάρχουν, αλλά και από εξωγενείς, σημαντικότερος των οποίων είναι η αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια και η προώθηση των διαδικασιών ένταξης των χωρών αυτών στους Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς.
1.5.8.    Η Τουρκία μετά το πέρας του Ψυχρού πολέμου και τη διάλυση της ΕΣΣΔ, προσπάθησε να καλύψει το στρατηγικό κενό που δημιουργήθηκε από τη διάλυση αυτή στο γεωγραφικό χώρο της πρώην υπερδύναμης και ιδιαίτερα στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, όπου διακυβεύονται κρίσιμα γεωπολιτικο – οικονομικά συμφέροντα για τη Δύση, αλλά και   στη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια. Πρόβαλε για το σκοπό αυτό και επεξεργάσθηκε μια στρατηγική που θα της επέτρεπε να εμφανισθεί με αναβαθμισμένο ρόλο «ηγεμονικού σταθεροποιητή» ή κατ’ άλλους ως κύριος παίκτης και στυλοβάτης της δυτικής Συμμαχίας, η ως «Περιφερειακή Υπερδύναμη».    Το σχέδιο όμως αυτό ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων της Τουρκίας, δηλαδή με επιστημονικούς όρους η υψηλή στρατηγική της Τουρκίας παρουσίαζε αναντιστοιχία μεταξύ μέσων και σκοπών, με συνέπεια να αποτύχει στους περισσότερους από τους τεθέντες στόχους.
1.5.9.    Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας σχετικά με τα Βαλκάνια, στα πλαίσια και του παραπάνω σχεδίου, έχει δύο όψεις: μέχρι το 1992 η Τουρκία προσπαθούσε   να αποφεύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μονομερής και μεροληπτική. Για εσωτερικούς όμως λόγους       ( αντίδραση κοινής γνώμης για τις βιαιότητες των Σέρβων εις βάρος των μουσουλμάνων της Βοσνίας ) η   στάση αυτή του σταθεροποιητικού παράγοντα  άρχισε να διαφοροποιείται. Η αλλαγή στάσεως οδήγησε σε εμπλοκή, η οποία     προκάλεσε περιφερειακές αντιδράσεις, με κυριότερες αυτές της Ρωσίας και Βουλγαρίας. Μετά την αρχική  αποτυχία, η οποία βέβαια ουδέποτε ομολογήθηκε, της τουρκική εξωτερικής πολιτικής να αναλάβει ηγετικό ρόλο στα Βαλκάνια, φαίνεται ότι  επαναπροσδιορίσθηκαν , το εύρος και το  μέγεθος των στόχων της. Από  ότι φαίνεται η  νέα τουρκική πολιτική δίνει περισσότερο βάρος στη Μέση Ανατολή και Καύκασο και μικρότερο στα Βαλκάνια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχει  στόχους για την περιοχή αυτή, απλώς έχουν αλλάξει οι προτεραιότητες. Γενικά η Τουρκία,  φαίνεται να κινείται  προσεκτικά και ενεργεί ως κύριος υποστηρικτής και εκφραστής των νατοϊκών σχεδίων, ενεργειών και αποφάσεων. Πάντως δεν φαίνεται να της έχει ανατεθεί ρόλος   «ηγεμονικού σταθεροποιητή» στα Βαλκάνια. Σε κάθε όμως περίπτωση η Τουρκία παίζει ενεργό ρόλο στα Βαλκάνια.  διότι σύμφωνα και με την επίσημα διακηρυγμένη, σήμερα, τουρκική εξωτερική πολιτική   τα Βαλκάνια κατέχουν εξαιρετική και ξεχωριστή θέση.  Η διατήρηση της ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, αλλά και η ανάπτυξη καλών σχέσεων με τις χώρες της Βαλκανικής είναι ζωτικής σημασίας για την Τουρκία. Επίσης η Τουρκία διακηρύττει ότι  είναι εξαιρετικά επείγον για τους Ευρωατλαντικούς και Ευρωπαϊκούς θεσμούς να συμπεριλάβουν και τις λοιπές χώρες της περιοχής.  Συγχρόνως αναπτύσσει έντονη στρατιωτική διπλωματία στην  περιοχή .
1.5.10    Υπάρχει έντονος σκεπτικισμός για τις παραπάνω διακηρύξεις της  Τουρκίας   για την επιθυμία της για  σταθερότητα στην περιοχή των Βαλκανίων, κυρίως  για το πώς εννοεί τη σταθερότητα αυτή, σε σχέση με τα εθνικά της συμφέροντα και την προώθησή τους.  Η ελληνική εξωτερική πολιτική θα πρέπει να αντιμετωπίζει με κάθε καχυποψία την Τουρκική πολιτική, αλλά και με ρεαλισμό. Δηλαδή ως έναν εν δυνάμει ανταγωνιστή της και στο χώρο αυτό.  Εξ’ άλλου παρά τις διακηρύξεις της, περί αμεροληψίας, είναι σαφής η προτίμησή της   σε συγκεκριμένες χώρες των Βαλκανίων, όπως τη Βουλγαρία, την Αλβανία,  και την ΠΓΔΜ, τις οποίες και  χρησιμοποιεί και ως αντίβαρο και μοχλό πιέσεως εις βάρος της Ελλάδος, αλλά και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Ρουμανία.   
1.5.11.    Η  Ελλάδα διαθέτει, σε σχέση με την Τουρκία, αλλά και με τις περισσότερες των βαλκανικών χωρών, στη βαλκανική πολιτική της ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Το ότι είναι μέλος της ΕΕ, με ότι αυτό συνεπάγεται για τις διμερείς σχέσεις με τις βαλκανικές χώρες. Συγχρόνως αυτό σημαίνει  ότι  κάθε επέκταση του ρόλου της ΕΕ στην  περιοχή των Βαλκανίων σηματοδοτεί αύξηση του ρόλου της Ελλάδος και λειτουργεί υπέρ των συμφερόντων της.
1.5.12     Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία, και υπό τους δύο πυλώνες της(ΝΑΤΟ-ΗΠΑ), στα Βαλκάνια έχει θετικές και αποθετικές επιπτώσεις για την Ελλάδα. Εφόσον έχει αποδειχθεί ότι η παρουσία αυτή συμβάλλει στην επίτευξη σταθερότητας στην περιοχή και επειδή η σταθερότητα αυτή αποτελεί όρο «εκ των ων ουκ άνευ», για την επιτυχία των  κύριων  στρατηγικών στόχων  της Ελλάδος στα Βαλκάνια, γίνεται σαφές ότι η εξασφάλιση της σταθερότητος στην περιοχή αποτελεί το βασικό θετικό στοιχείο της παρουσία αυτής. Με άλλα λόγια  η εξασφάλιση σταθερότητας στην περιοχή, είναι τόσο σημαντική για τη στρατηγική μας   και την προώθηση των εθνικών μας συμφερόντων, που οι αρνητικές επιπτώσεις θεωρούνται ως ήσσονος σημασίας, καίτοι οι επιπτώσεις αυτές καταγράφονται και καταβάλλεται προσπάθεια για περιορισμό τους. Προσωπικά οι μελετητές πιστεύουν ότι ορισμένες από τις επιπτώσεις μπορεί, σε συνδυασμό με τυχόν  κατάλληλες διεθνείς συγκυρίες,   να εξελιχθούν σε σημαντικές  απειλές για την Ελλάδα. Στις θετικές επιπτώσεις καταγράφονται επίσης και οι ακόλουθες:
 α. Η προαναφερθείσα ευκαιρία για τις ελληνικές ΕΔ να παίξουν σημαντικό  ρόλο στη στρατιωτική διπλωματία στην περιοχή, ως μέλος του ΝΑΤΟ  και της ΕΕ. 
 β. Η παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια συνέβαλλε και συμβάλλει στην έλλειψη ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων(ΗΠΑ-Ρωσία-ΕΕ κ.α.) στα Βαλκάνια. Αυτό  θεωρείται  ότι  συμβάλλει στην εμπέδωση της σταθερότητας στην περιοχή, αλλά και στη διευκόλυνση των ελληνικών διπλωματικών και άλλων προσπαθειών για εξασφάλιση του ηγετικού ρόλου στα Βαλκάνια. Η έλλειψη όμως αυτή ανταγωνισμού, εκτιμάται ότι δεν θα διαρκέσει εσαεί, γι’ αυτό και επιβάλλεται οι ελληνικές ενέργειες για το σκοπό αυτό να είναι ταχείες, σύντονες και αποφασιστικές, αλλέως πως κινδυνεύουμε να χάσουμε την ευκαιρία.
γ. Υφίσταται πολύ ισχυρό το ενδεχόμενο, οι ΗΠΑ κυρίως, αλλά και η ΕΕ μετά την εξασφάλιση της σταθερότητας στα Βαλκάνια να επιδιώξουν και να πιέσουν, στα πλαίσια των δικών τους στρατηγικών επιλογών στον άξονα Ευρώπη-Βαλκάνια-Ευρασία για την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος.     Εάν κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί και δε λειτουργήσει εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, θα αποτελέσει θετικό στοιχείο   της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στα Βαλκάνια
δ. Αδιευκρίνιστες παραμένουν οι επιπτώσεις, που   η αμερικανική  παρουσία  στα Βαλκάνια έχει   με τις   προοπτικές δημιουργίας ή αποτροπής του λεγομένου «μουσουλμανικού τόξου». Σε κάθε περίπτωση οι πιθανότητες αυτές από μόνες τους έχουν περιορισθεί και θα περιορίζονται όσο αυξάνει ην σταθερότητα στην περιοχή. Επομένως στα πλαίσια της συμβολής της αμερικανικής παρουσίας στην επίτευξη σταθερότητας, θεωρείται θετική η συμβολή της στην αποτροπή δημιουργίας του τόξου.
1.5.13  Ως αρνητικές επιπτώσεις της αμερικανικής παρουσίας θεωρούνται:
α.  Παρά την προσαναφερθείσα διαπίστωση ότι  οι αμερικανικές βάσεις στα Βαλκάνια  δεν αντιστρέφουν της προϋπάρχουσες στα πλαίσια του ΝΑΤΟ πολιτικές ισορροπίες κι επομένως δεν αποτελούν πηγή ανησυχίας για τους περιφερειακούς εταίρους του ΝΑΤΟ, εν τούτοις η παρουσία τους πρέπει να συνδυαθεί με το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι βαλκανικές χώρες έχουν καταχωρηθεί από την αμερικανική Διοίκηση(Administration) και τις   επί μέρους υπηρεσίες της, αλλά και από μεγάλο μέρος της  αμερικανικής κοινής γνώμης, στους «πρόθυμους»(Willing) συμμάχους των ΗΠΑ, στις εκάστοτε στρατηγικές επιλογές τους, με ότι αυτό  συνεπάγεται για την υποστήριξη από πλευράς ΗΠΑ των συμφερόντων των χωρών αυτών. Κάτι  που μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσει εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων. Αυτό θα πρέπει να συνδυασθεί και με την   «συμπάθεια», που η αμερικανική κοινή γνώμη, αυθόρμητα ή κατάλληλα κατευθυνόμενη, αντιμετωπίζει τα μικρά κυρίως κράτη της Βαλκανικής ή τυχόν μειονότητες, όταν μάλιστα σε αυτά σταθμεύουν αμερικανικές ή νατοϊκές δυνάμεις.
β.  Υπάρχει ενδεχόμενο    να δημιουργηθούν εσωτερικές κρίσεις, στις χώρες που υπάρχουν βάσεις των ΗΠΑ ή και του ΝΑΤΟ,  στην περίπτωση που η κοινή γνώμη των χωρών αυτών αντιδράσει λόγω υπερεκμεταλλεύσεως ή και καταχρήσεως από πλευράς των αμερικανών των μεγάλων προνομίων που αυτές παρέχουν σε αυτούς και το προσωπικό τους. Κρίσεις που ενδεχομένως να ενεργήσουν ως αποσταθεροποιητικοί παράγοντες και να επηρεάσουν τη σταθερότητα στην περιοχή.
γ.   Τυχόν υπερεπέκταση(overexpantion) της  αμερικανικής παρουσίας  στα Βαλκάνια μπορεί να επηρεάσει ζωτικά ρωσικά συμφέροντα και να προκαλέσει επεμβάσεις πάσης φύσεως της Ρωσίας στα Βαλκάνια, κάτι που θα επηρεάσει, ως είναι φυσικό, και τα ελληνικά συμφέροντα και ρόλους στην περιοχή
  δ.  Αμφίσημες έως και αδιευκρίνιστες είναι οι επιπτώσεις, που η παρουσία έχει στην επέκταση του ρόλου της ΕΕ στην περιοχή.  Σε κάθε περίπτωση   είναι εμφανής, πρόσφατα, η τάση υποκαταστάσεως των δυνάμεων του  ΝΑΤΟ, από τον δυνάμεις της ΕΕ. Εκτιμάται ότι είναι πολύ ενωρίς για να γίνει ακριβής εκτίμηση του εύρους της υποκαταστάσεως αυτής.  Σε κάθε περίπτωση  η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, από πολλούς θεωρείται ότι  εμποδίζει και καθυστερεί ή και ακυρώνει τις προσπάθειες της ΕΕ για την πολιτική της ολοκλήρωση με την ανάπτυξη αυτόνομου αμυντικού βραχίονα, αλλά και ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου στα Βαλκάνια. Αυτό λειτουργεί εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, διότι μεγαλύτερος και πιο αυτόνομος ρόλος της ΕΕ   στα Βαλκάνια θα ηύξανε το ρόλο της Ελλάδος ως μέλους της ΕΕ, εις βάρος της Τουρκίας.
5.14. Σχετικά με τις επιπτώσεις που η αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια έχει στα τουρκικά συμφέροντα, θα μπορούσαμε να επαναλάβομε, ότι αναφέραμε και για την Ελλάδα. Δηλαδή εφ’ όσον η επίτευξη σταθερότητας είναι ομολογημένος στρατηγικός στόχος της τουρκικής πολιτικής στην περιοχή, ότι συμβάλλει στη σταθερότητα, ευνοεί και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τουρκίας. Και σε αυτή την περίπτωση ισχύει τo ερώτημα, εάν και κατά   πόσο  η Τουρκία επιδιώκει,   όπως διακηρύττει, τη σταθερότητα στην περιοχή, ή τουλάχιστον το πώς την εννοεί, οπότε αλλάζουν και οι  σχετικές εκτιμήσεις. Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη των αμερικανικών βάσεων σε Βαλκανικές χώρες, όπως η Βουλγαρία, Ρουμανία, Κόσσοβο και Βοσνία, και η ΝΑΤΟϊκή παρουσία έχει και θετικές, λόγω συμβολής στη σταθερότητα, αλλά και αρνητικές  επιπτώσεις, με την έννοια της αυξήσεως της στρατηγικής αξίας των χωρών αυτών, ως προς τις ΗΠΑ, σε σχέση με την Τουρκία, σε περίπτωση βέβαια που υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων.
Στις θετικές, για την Τουρκία,  επιπτώσεις καταγράφεται  η ευχερέστερη, συνεπεία της σταθερότητας, επικοινωνία της Τουρκίας με την Κεντρική Ευρώπη, με ότι αυτό σημαίνει για την οικονομία και την εξέλιξη της χώρας αυτής.
Η απώθηση της Ρωσίας από τα βαλκανικά πράγματα,  είναι ενδεχόμενο να την στρέψει   προς την Τουρκία. Πρόσφατα παρουσιάζονται σοβαρές ενδείξεις για αναβάθμιση των σχέσεων των δύο χωρών.  Μια τέτοια εξέλιξη είναι αμφίσημη για την Τουρκία. Μπορεί από τη μια πλευρά να είναι θετικό στοιχείο, αλλά από την άλλη μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις στη Δύση-ΗΠΑ.
Τέλος η ύπαρξη σταθερότητας στα Βαλκάνια υποβοηθά την υλοποίηση σημαντικών προγραμμάτων ενεργειακών αγωγών  από την Κασπία και αλλού, δια μέσου των Βαλκανίων, προς την Ευρώπη. Μια τέτοια εξέλιξη θα λειτουργήσει εις βάρος της Τουρκίας, τόσο από απόψεως μειώσεως των εσόδων από διελεύσεις πλοίων από το Βόσπορο, όσο και λόγω ενδεχομένης υποβάθμισης του αγωγού Μπακού-Τσεϋχάν, που τόσο υπολογίζει η Τουρκία.  Η παράκαμψη του Βοσπόρου θα έχει όμως θετικές περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις για την Τουρκία στην περιοχή.

1.6. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Εκτιμήθηκε ότι οι προτάσεις της μελέτης θα πρέπει να περιορισθούν μόνο σε θέματα που έχουν σχέση με τις Ένοπλες Δυνάμεις και να μην επεκταθούν σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, διότι εκφεύγουν των αρμοδιοτήτων του διατάξαντος τη μελέτη. Εάν παρ’ όλα αυτά απαιτούνται τέτοιες προτάσεις η επιτροπή είναι σε θέση να τις υποβάλλει.
1.6.1    Να μελετηθεί η περαιτέρω επέκταση  και    εντατικοποίηση αυτού που αποκαλούμε στρατιωτική διπλωματία, με βάση  τα διαμορφούμενα νέα δεδομένα στα Βαλκάνια. Για το αντικείμενο απαιτείται στενή συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών, για τη διακρίβωση των αναγκών και της αναγκαιότητας εμπλοκής κατά περίπτωση. Ειδικότερα:
 Να γίνεται η μεγίστη εκμετάλλευση, στα πλαίσια των δυνατοτήτων, των εκάστοτε ευκαιριών για συμμετοχή στρατιωτικού προσωπικού σε ειρηνευτικές και άλλες παρεμφερείς αποστολές του  ΝΑΤΟ, της ΕΕ, του ΟΑΣΕ,   και άλλων ευρωπαϊκών και ευρωατλαντικών θεσμών. 
 Να σχεδιασθεί η οργάνωση συστήματος παροχής βοήθειας, υπο τη μορφή «τεχνοφνωσίας», προς τις υποψήφιες για ένταξη στο ΝΑΤΟ ή τις διάφορες  διαδικασίες αυτού  όπως  η PfP, MAP, χώρες της Βαλκανικής. Για το θέμα αυτό να εξετασθεί η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως εν αποστρατεία αξιωματικών, που έχουν σχετική εμπειρία διαδικασιών ΝΑ ΤΟ, για το σκοπό αυτό. Επίσης η αναγκαιότητα συγκροτήσεως ειδικού φορέα στο ΓΕΕΘΑ ή ΥΕΘΑ, που θα ασχολείται αποκλειστικά με τα θέματα αυτά.
 Να επεκταθεί η ήδη παρεχόμενη εκπαίδευση στελεχών, τόσο και σε άλλες χώρες, όσο και σε άλλους τομείς ή σχολές εκπαιδεύσεως.
 Να μελετηθεί η ανάληψη και άλλων παρεμφερών με τη διαβαλκανική Ταξιαρχία πρωτοβουλιών.
 Να εξετασθεί, σε συνεργασία με το ΥΠΕΞ, η δυνατότητα και σκοπιμότητα να χρησιμοποιηθούν οι ΕΔ και σε περιπτώσεις πολιτιστικής συνεργασίας με τις λοιπές βαλκανικές χώρες, τομέας που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικός από τους διπλωμάτες μας.
1.6.2    Στις σχετικές εκτιμήσεις των επιτελών των Γενικών Επιτελείων των ΕΔ να λαμβάνονται πάντα υπόψη, εκτός από την «εν δυνάμει» απειλή και οι «εν υπνώσει» τέτοιες, σε συνδυασμό με τις ασίγαστες, για πολλές χώρες, αλυτρωτικές και επεκτατικές τάσεις εναντίον της Ελλάδος και όχι μόνο. Εκτιμούμε ότι αυτό θα οδηγήσει σε σωστές αποφάσεις δομής δυνάμεων, εξοπλιστικών προγραμμάτων, επάνδρωσης κλπ.
1.6.3    Οι επίσημες τουρκικές διακηρύξεις περί ειρήνης και φιλίας στα Βαλκάνια να αντιμετωπίζονται με μεγάλη επιφυλακτικότητα, αλλά και ρεαλισμό.
Να δοθούν, εάν κριθεί αναγκαίο, στο προσωπικό των ΕΔ, οδηγίες όπως στις σχέσεις και επαφές   του με προσωπικό των ΗΠΑ, αλλά και άλλων συμμάχων, να κάνουν έντεχνα διάκριση μεταξύ των περιπτωσιακών,  νεόκοπων συμμάχων όπως είναι   οι βαλκανικές χώρες, με τους σταθερούς και παραδοσιακούς συμμάχους τους, όπως είναι η Ελλάδα.
1.6.4     Επειδή εκ των πραγμάτων οι υπηρετούντες αξιωματικοί και οπλίτες σε ειρηνευτικές και άλλες αποστολές στο εξωτερικό ασκούν στα πλαίσια τη αποστολής τους  εξωτερική πολιτική,   χωρίς την απαραίτητη υποδομή, εκτιμάται ότι    θα πρέπει να εξετασθεί η δυνατότητα συγκροτήσεως ειδικού σχολείου ή πραγματοποιήσεως ειδικών σεμιναρίων, τουλάχιστον, στο  προσωπικό που υπηρετεί με διάφορες μορφές στις βαλκανικές χώρες. Επίσης να εξετασθεί σκοπιμότητα και δυνατότητα αριθμός στελεχών των ΕΔ να φοιτά στη Διπλωματική Ακαδημία. Επίσης απαιτείται στενή συνεργασία με το ΥΠΕΞ  για τον προσδιορισμό των αντικειμένων-θεμάτων που οι ΕΔ και το προσωπικό τους θα μπορούσαν να υποβοηθήσουν την προώθηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.  

 

 
ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ
2 ΑΝΑΛΥΣΗ Α’ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ: Η ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΩΝ Η.Π.Α. ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ

2.1 Εισαγωγή- Ιστορικό

Ο συγκρουσιακός χαρακτήρας των διεθνών σχέσεων και τα διλήμματα ασφάλειας που νομοτελειακά δεσπόζουν στο διεθνές πεδίο προσφέρουν μια ερεβώδη θέαση του πεπρωμένου οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης ουσιαστικά καταδικάζοντάς τη στην αέναη επιδίωξη της ισχύος ως μοναδικής διόδου για την επιβίωση.  Δεδομένου του διαρκούς φόβου για την ανάδειξη μιας αντίπαλης δύναμης-σφετεριστή της πρωτοκαθεδρίας, μια μεγάλη δύναμη επιδιώκει ανηλεώς, σύμφωνα με τον Mearhseimer, την επέκταση τόσο επειδή δεν μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια το διεθνή συσχετισμό ισχύος όσο και εξ’ αιτίας της ανυπέρβλητης δυσκολίας που εμφανίζει η ασφαλής πρόβλεψη του συσχετισμού ισχύος στο απώτερο μέλλον.   Υπό το φως των παραπάνω, η ηγεμονία αποτελεί το μονόδρομο για οποιαδήποτε μεγάλη δύναμη και απαιτεί τον προσανατολισμό όλων των παραγόντων ισχύος προς την επίτευξη αυτού του σκοπού.  Αποτέλεσμα είναι η εξωτερική συμπεριφορά της υπερδύναμης να αποσκοπεί στη διατήρηση της ηγεμονικής της θέσης μέσα από τη διαμόρφωση μιας υψηλής στρατηγικής στα πλαίσια της οποίας το διεθνές περιβάλλον διαγιγνώσκεται, οι πολιτικοί στόχοι ιεραρχούνται, οι διεθνής νομιμοποίηση χειραγωγείται κατά το μέτρο του εφικτού και τα μέσα προς την επίτευξη του στόχου μεγιστοποιούνται σε χρησιμότητα.
Το γεγονός ότι τα παγκόσμια γεωπολιτικά δεδομένα παραμένουν, εν πολλοίς, σταθερά αφήνει περιθώρια για τον εντοπισμό των ψηγμάτων της συνέχειας που χαρακτηρίζει την παγκόσμια στρατηγική των Η.Π.Α., τουλάχιστον όσον αφορά στους μακροπρόθεσμους εθνικούς στόχους.  Πριν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στα κείμενα των Halford Mackinder και Νicholas Spykman περιγράφηκε αναλυτικά μια αειθαλής διαμάχη μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων για την επικράτηση στην Ευρασιατική Νήσο που από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών θα επιτυγχάνονταν με την επέκταση της ναυτικής ισχύος και τον έλεγχο μιας ευρύτατης περιφέρειας.   Η Ευρασιατική νήσος χαρακτηρίστηκε από αμφότερους του γεωπολιτικούς ως το τρόπαιο μιας συνετής στρατηγικής, η οποία τελικά θα απέφερε την ασφάλεια μέσα από την εξασφάλιση πρόσβασης σε θαλάσσιες οδούς, ενεργειακές πηγές και φυσική προστασία.  Το κλειδί για την επικράτηση σε αυτή την αχανή περιοχή, ή αλλιώς ο μοχλός με τον έλεγχο του οποίου καθίσταται εφικτή η επιρροή στην Ευρασία, τοποθετούνταν σε μια περιοχή η οποία περιελάμβανε την Κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και σχεδόν το σύνολο της περιμέτρου της Ευρασίας.  Ο έλεγχος της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Ευρώπης καθιστούσε εφικτό τον έλεγχο της ανοικτής έκτασης της Κεντρικής Ασίας, της «Κεντρικής Γης» (Heartland), μιας περιοχής γεωγραφικά περίκλειστης και πλούσιας σε πλουτοπαραγωγικές πηγές που εκτείνονταν από τις παρυφές της Κασπίας θάλασσας μέχρι και τις κεντρικές περιοχές της Κίνας.  Η δύναμη η οποία θα κυριαρχούσε στο χερσαίο αυτό τμήμα της γης θα μπορούσε να απαγορεύσει σε οποιαδήποτε άλλη να την προσβάλλει δια θαλάσσης.   Η σημασία της αποδίδονταν από τον Mackinder με τη γνωστή ρήση: «Όποιος κυριαρχεί στην Ανατολική Ευρώπη ελέγχει την Κεντρική γη, Όποιος κυριαρχεί στην Καρδιά της Γης ελέγχει την Παγκόσμια Νήσο, Όποιος κυριαρχεί στην Παγκόσμια Νήσο ελέγχει τον Κόσμο» . Υπ’ αυτό το γεωπολιτικό σκεπτικό, ο ευρωπαϊκός χώρος δεν έπαψε και δεν πρόκειται να πάψει να αποτελεί σημαντική περιοχή ενδιαφέροντος για τις Η.Π.Α. καθ’ ότι αποτελεί εφαλτήριο για το διαχρονικό στόχο οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης. 
Η λήξη του Ψυχρού Πολέμου και ο κατακερματισμός της ισχύος του ανατολικού μπλοκ σήμανε την άρση της απαγόρευσης πρόσβασης στα ενδότερα της Παγκόσμιας Νήσου και την ανάδυση ευκαιριών για την εξασφάλιση ελέγχου σε ένα σημαντικό μέρος της για τις Η.Π.Α..  Η νέα διεθνής κατάσταση ομοίαζε στην προ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ρευστότητα μολονότι στην μεταψυχροπολεμική εποχή οι Η.Π.Α. είχαν διευρύνει αποφασιστικά την απόσταση στρατιωτικής ισχύος μεταξύ εκείνων και των ανταγωνιστών τους.  Στο κέντρο της αμερικανικής στρατηγικής παρέμεινε η ανάσχεση οποιουδήποτε κινδύνου που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην εξαιρετικά ευρεία γεωγραφική έκταση της Κεντρικής Ασίας, ο έλεγχος της οποίας θα απέδιδε κρίσιμα πλεονεκτήματα και θα διευκόλυνε την άνοδο στη διεθνή ιεραρχία. Ουσιαστικά, οι Η.Π.Α. ακολούθησαν κι ακολουθούν μια στρατηγική που ευνοεί την πρόσβαση στους, κατά το παρελθόν, ανεξερεύνητους κι ανεκμετάλλευτους γεωγραφικούς χώρους της Ευρασίας, οι οποίοι θα της δώσουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την ηγεμονία της απέναντι σε εχθρούς και φίλους, μεγιστοποιώντας την ασφάλειά της απέναντι σε παραδοσιακούς (εχθρικά κράτη) και ασύμμετρους (τρομοκρατικία κ.α.) κινδύνους και παράλληλα ελαχιστοποιώντας την εξάρτησή της από τους παραγωγούς κρίσιμων πρώτων υλών, κυρίως ενεργειακών προϊόντων. 
Ο αγώνας για την εξασφάλιση της ενέργειας αποτελεί κεντρική επιδίωξη οποιασδήποτε δύναμης, ανεξαρτήτως μεγέθους και ρόλου στη διεθνή κονίστρα στη βιομηχανική και μετα-βιομηχανική εποχή.  Η στέρηση ενεργειακών πόρων δεν συνεπάγεται απλώς τη γραμμική μείωση των δυνατοτήτων του κράτους.  Δεδομένου ότι η ενέργεια είναι δομικό συνεκτικό στοιχείο με πολλαπλά οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά και στρατιωτικά αποτελέσματα, μια γραμμική μείωση της ενεργειακής προσφοράς συνεπάγεται μια γεωμετρική υποβάθμιση της κρατικής ισχύος συνολικά.  Για τις Η.Π.Α. η ενέργεια αποτέλεσε σημαντική, αν κι όχι πάντα την πρωτεύουσα, παράμετρο στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, ειδικά μετά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 που σηματοδότησαν μια εποχή ενεργειακής εξάρτησης καθώς οι εισαγωγές πετρελαίου ξεπέρασαν την εγχώρια προσφορά.   Ιστορικά, στο ζήτημα της ενέργειας η αμερικάνικη πολιτική παρουσίασε ένα δυισμό: σε κάποιες περιόδους υποστηρίζονταν η αποφασιστική κρατική παρέμβαση στο εξωτερικό ώστε να εξασφαλιστεί η ασφάλεια της προσφοράς ενέργειας, ενώ σε κάποιες άλλες η αγορά αφέθηκε μόνη της να διαμορφώσει τις συνθήκες της αγοράς ενέργειας μέσα από τον μηχανισμό της προσφοράς και της ζήτησης.  Μακροσκοπικά και μακροχρόνια, εντούτοις, η επιδίωξη ελέγχου των τεραστίων αποθεμάτων ενεργειακών πόρων της Ευρασιατικής ηπείρου είναι διαρκής καθότι ο ευρύτερος χώρος της Ευρασίας περιλαμβάνει περίπου το 75% των παγκόσμιων αποθεμάτων γαιανθράκων σε αντίθεση με το 3,5% που βρίσκονται εντός της επικράτειας των Η.Π.Α..  Το παραπάνω δεδομένο προσδίδει στον ευρασιατικό χώρο μοναδική αξία και καθιστά τον έλεγχό του αναπόφευκτη επιδίωξη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Ο έλεγχος της  Ευρασίας συνεπάγεται εκ των πραγμάτων την αμερικανική υπεροχή έναντι των ανταγωνιστικών μεγάλων δυνάμεων όσο και την χειραγώγηση κρατών με κεντρικό γεωστρατηγικό ρόλο.  Οι ενεργειακοί πόροι της Ευρασίας θα είναι το έπαθλο στον μαινόμενο αγώνα των Η.Π.Α. με τη Ρωσία, τη Γαλλία, την Κίνα, την Ινδία και την Ιαπωνία.  Δεδομένου ότι όλα τα εν λόγω κράτη αποτελούν μεταβιομηχανικές ή βιομηχανικές δυνάμεις με διαρκώς αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες, η εξασφάλιση των ενεργειακών αποθεμάτων και των αμυντικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει η Ευρασία καθίσταται αναπόφευκτα κρίσιμη. 
Στο μεταψυχροπολεμικό τοπίο, επομένως, οι Η.Π.Α. αποτελούν μεν τη μοναδική υπερδύναμη, αλλά καλούνται να επεκτείνουν τον έλεγχό τους και να διαχειριστούν την περισσότερο ασταθή από ότι στο παρελθόν γεωγραφική περιοχή της Ευρασίας ως το πεδίο στο οποίο θα μπορούσε δυνητικά να αναπτυχθεί ένας σημαντικός αντίπαλος.  Η στόχευση αυτή καθίσταται σημαντικότερη και από το γεγονός ότι στην Ευρασία τοποθετούνται οι σημαντικότερες οικονομίες πραγματικής ή δυνητικής παγκόσμιας επιρροής.  Ως επακόλουθο, οι νέοι «μοχλοί» δεν εντοπίζονται, κατά τον Brzezinski, σε εκτενείς γεωγραφικές περιοχές, όπως στην προπολεμική και ψυχροπολεμική εποχή, αλλά αποτελούνται από κράτη υψηλής στρατηγικής σημασίας στα οποία οι Η.Π.Α. οφείλουν να δραστηριοποιούνται ώστε να τα διαφυλάτουν από «κακόβουλες» επιρροές και να προωθούν τα αμερικανικά συμφέροντα.  Τέτοια κράτη είναι η Ουκρανία, το Αζερμπαϊτζάν, η Νότια Κορέα, η Τουρκία και το Ιράν.   Ανεξάρτητα του κατά πόσο η ανάλυση του Brzezinski προσεγγίζει την πραγματικότητα οφείλει κανείς να παραδεχτεί ότι θέτει στο κέντρο της ανάλυσης το ζήτημα της σταθεροποίησης του ευρασιατικού χώρου μέσα από την αμερικανική παρουσία στις παρυφές του και τη διαμόρφωση και διατήρηση δημοκρατικών καθεστώτων εγγύς των μακροχρόνιων αντιπάλων.
Σε γεωστρατηγικό επίπεδο οι παραπάνω στόχοι συνεπάγονται την ανάληψη δράσης για την κάλυψη του κενού ισχύος που σχηματίστηκε στο χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, στον οποίο οι Η.Π.Α. επεκτείνουν την επιρροή τους μέσα από τη σύναψη εταιρικών ή συμμαχικών σχέσεων.  Τέτοιου είδους σχέσεις συνάφθηκαν, τόσο με χώρες που αμέσως μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου επιθυμούσαν την εξασφάλιση της ακεραιότητάς τους απέναντι σε μία όχι  και τόσο χρονικά απόμακρη αναβίωση της ρωσικής περιφερειακής ηγεμονίας (Ουκρανία, Βαλτικές Χώρες, Ουζμπεκιστάν), όσο και από κράτη τα οποία συνάπτοντας στενότερες σχέσεις με την παγκόσμια δύναμη επεδίωξαν την οικονομική ανάπτυξη μέσω της σύμπλευσης με τις Η.Π.Α. (τα περισσότερα κράτη της ανατολικής Ευρώπης και των ανατολικών Βαλκανίων).  Η σημερινή διάταξη των στρατιωτικών δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών αποσκοπεί  στην εμβάθυνση   και στη διεύρυνση αυτών των σχέσεων και εναρμονίζει τις πολιτικές τους διαστάσεις με τις επιχειρησιακές ανάγκες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Δεδομένου του ότι οι υλιστικοί παράγοντες καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τα εθνικά συμφέροντα, και οι τελευταίοι προκύπτουν στα πλαίσια ενός γεωπολιτικά σταθερού περιβάλλοντος, μπορεί ο αναλυτής να ισχυριστεί ότι παρ’ όλες τις διεθνείς συγκυρίες ο προσανατολισμός της υπερδύναμης παραμένει σταθερός.  Για λόγους ασφάλειας πολιτικής, στρατιωτικής, οικονομικής και ενεργειακής, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν με συνέπεια την επέκταση της επιρροής τους προς τα ανατολικά εντούτοις τα μέσα και ο ρυθμός με τον οποίο ακολουθούν τη στρατηγική τους επηρρεάζονται από τις διεθνείς συγκυρίες και τα πολιτικά ανακλαστικά της εκάστοτε προεδρίας.  Οι ιδεολογικές εκφάνσεις των αμερικανικών πολιτικών μορφωμάτων έχουν ως απόρροια την ταλάντωση απέναντι σε θεμελιώδη ζητήματα του διεθνούς γίγνεσθαι, όπως η διαμάχη μεταξύ του ουτοπικού και του ρεαλιστικού στα διεθνή πράγματα, το νομικό, πολιτικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο της διεθνούς τάξης, τον ευεργετικό ή μη ρόλο της ηγεμονίας, την έννοια της δημοκρατίας και τις προεκτάσεις της στη διεθνή σταθερότητα.  Η ρεαλιστική νόρμα η οποία προϋποθέτει την μονολιθικότητα του κράτους, τη σταθερότητα της δράσης του με κριτήριο την επαύξηση ή διατήρηση της ισχύος δεν περιγράφει παρά μόνο μια πτυχή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από τον 20ο αιώνα κι έπειτα.  Ειδωμένη από μια εναλλακτική οπτική, η ρεαλιστική νόρμα δεν αποτελεί παρά την αντίδραση απέναντι στον ιδεολογικά διαποτισμένο ουτοπισμό, ο οποίος αποτέλεσε και αποτελεί ακατανίκητη δύναμη στην πολιτική, εσωτερική κι εξωτερική, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. 
Συμπερασματικά, η ανάλυση που ακολουθεί βασίζεται, πρώτον, στην παραδοχή ότι η σημερινή εξωτερική πολιτική δεν αποτελεί τομή στους διαχρονικούς προσανατολισμούς των Η.Π.Α. αλλά αποτελεί τμήμα των, εν πολλοίς, γνωστών επιδιώξεων οποιασδήποτε δύναμης επιθυμεί να διατηρήσει την, έστω και επισφαλή, ηγεμονία της.  Δεύτερον, ότι ενώ οι γενικότερες κατευθύνσεις μιας μεγάλης δύναμης προδιαγράφονται αδρά από τα γεωπολιτικά δεδομένα και το διεθνή καταμερισμό ισχύος, παραταύτα, διακυμάνσεις και παρεγκλίσεις μπορούν να παρουσιαστούν στην κρατική συμπεριφορά. Οι διακυμάνσεις και παρεγκλίσεις αυτές οφείλονται είτε σε συγκυριακά φαινόμενα, όπως η έξαρση του τρομοκρατικού κινδύνου, είτε στα εκάστοτε χαρακτηριστικά των πολιτικών δυνάμεων που κυβερνούν, όπως οι διαφορετικές κοσμοθεωρίες μεταξύ δημοκρατικών και ρεπουμπλικάνων και των εσωτερικών τους ομαδοποιήσεων.  Στις επόμενες παραγράφους παρατίθονται συνοπτικά  οι διαστάσεις της αμερικάνικης υψηλής στρατηγικής κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, την πρώιμη μεταψυχροπολεμική εποχή και την μετά την 11η Σεπτεμβρίου αναδιαμόρφωση του παγκόσμιου περιβάλλοντος ασφάλειας. (βλ. Πίνακας 2.)

2.2 Η Γεωστρατηγική Αξία των Βαλκανίων από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι και την Ουιλσονική Πολιτική Κλίντον: δόγμα ασφάλειας, στρατιωτική διάταξη και εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια

          Η εν γένει στρατηγική και στρατιωτική αξία των Βαλκανίων θεωρείται  γνωστή και δεν επεκτεινόμεθα.
Η στρατιωτική παρουσία των Η.Π.Α. ήταν, είναι και θα είναι μέχρι την ολοκλήρωση της μεταρυθμιστικής διαδικασίας διάταξης υπερπόντιων βάσεων, το απαύγασμα μιας μακράς πολιτικοστρατιωτικής διαδικασίας η οποία ξεκίνησε από τη στιγμή που οι Η.Π.Α. αναδείχτηκαν σε παγκόσμια δύναμη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.  Επρόκειτο για την κατασταλλαγμένη στρατηγική αποσώβησης του Σοβιετικού κινδύνου που προέκυψε από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και η οποία χαρακτηρίζονταν από σταθερότητα σε στρατηγικό και στατικότητα σε τακτικό επίπεδο.  Οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις στην Ευρώπη παρείχαν, αφενός, μια πολιτική «σκανδάλη» η οποία εξασφάλιζε επαρκή και αξιόπιστη αποτροπή έναντι της σοβιετικής επιθετικότητας και, αφετέρου, τον πολλαπλασιαστή ισχύος του δυτικού στρατοπέδου μέσα από τη στάθμευση σχετικά ολιγάριθμων αλλά ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων στο κέντρο του ευρωπαϊκού γεωγραφικού χώρου και πολλαπλάσιων με δυνατότητα ταχείας μεταφοράς στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων.   Αυτή η στρατηγική της παγκόσμιας ανάσχεσης (containment) αποτέλεσε τη σταθερή επιλογή των Η.Π.Α. καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου και αντιστάθμιζε την απώλεια της πρωτοβουλίας έναντι της Σοβιετικής Ένωσης με την υψηλή ετοιμότητα και τη μεγάλη ένοπλη ισχύ από την πλευρά των δυτικών δημοκρατιών. 
Τα αποτελέσματα της εν λόγω στρατηγικής σε επίπεδο τακτικής ήταν η δημιουργία μιας δύναμης κι ενός δικτύου βάσεων που αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση του σοβιετικού στρατιωτικού μηχανισμού του οποίου οι γεωγραφικές αφετηρίες ήταν γνωστές και η κατεύθυνση του οποίου ήταν, εν πολλοίς, προδιαγεγγραμένη.  Σε επίπεδο στρατιωτικού σχεδιασμού, το δυτικό στρατόπεδο προετοίμαζε επιχειρήσεις υπό την ασφαλή εκτίμηση ότι οι σοβιετικές δυνάμεις θα προήλαυναν στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων από την ανατολική Ευρώπη προς τη δυτική και αναγκαστικά θα διέσχιζαν τη Δυτική Γερμανία.  Με αυτό τον τρόπο η συμβατική πτυχή της αμερικάνικης στρατηγικής, εκπεφρασμένη από την υιοθετημένη στρατηγική του ΝΑΤΟ, είχε σταθερό στρατηγικό προσανατολισμό και στατικές τακτικές επιλογές που επιβάλλονταν από τα γεωγραφικά δεδομένα του ευρωπαϊκού χώρου και τη θέση της Ε.Σ.Σ.Δ. ως εξ’ ανατολών κινδύνου.
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ανέτρεψε εν μέρει τον αμερικανικό σχεδιασμό, στο βαθμό που η απειλή της σοβιετικής επιθετικότητας υποβαθμίστηκε σημαντικά.  Ο κίνδυνος σοβιετικής επέκτασης στην Ευρώπη εξαλείφτηκε υπό τη σκιά της μαζικής ρωσικής οικονομικής και πολιτικής παρακμής αν και στη γλώσσα της γεωπολιτικής η Ρωσία ως διάδοχος της Ε.Σ.Σ.Δ. παρέμενε ένας σημαντικός διεθνής δρων, ο οποίος θα μπορούσε να προβάλλει προσκόματα στη μακροχρόνια αμερικάνικη στρατηγική προβολής ισχύος στο παγκόσμιο γενικά και στο ευρασιατικό ειδικά βεληνεκές.   Εξάλλου, χωρίς να δύναται να προβάλει στρατιωτική ισχύ στον ευρωπαϊκό χώρο η Ρωσία, εντούτοις, δύναται ακόμα και σήμερα να επηρρεάζει αποφασιστικά τις χώρες οι οποίες βρίσκονται εγγύτερα στα σύνορά της.    Σε κάθε περίπτωση, η διάταξη των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων σε σχέση με τα μεταψυχροπολεμικά δεδομένα δεν επιτύγχανε τη σύζευξη μεταξύ των σκοπών των Η.Π.Α. και των διαθέσιμων μέσων καθ’όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990.  Με βάση τις απαιτήσεις των νέων διεθνοπολιτικών συνθηκών η παγκόσμια διάταξη των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων κρίθηκε παρωχημένη σε επίπεδο γεωστρατηγικό και  χαρακτηρίστηκε από χαμηλό δείκτη κόστους προς απόδοση σε οικονομικό επίπεδο.  Η κατιούσα χρησιμότητα των ψυχροπολεμικών βάσεων οδήγησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε μια σταδιακή απόσυρση των αμερικάνικων δυνάμεων από τα μέχρι τότε παραδοσιακά κέντρα συγκέντρωσής τους (βλ. Χάρτης 1).  Χαρακτηριστικά, από το κυριότερο θέατρο επιχειρήσεων, το ευρωπαϊκό, απαγκιστρώθηκαν σταδιακά ένα αρχηγείο στρατού, δύο μεραρχίες, δύο μηχανοκίνητα συντάγματα, συνολικά αποσύροντας περίπου 270.000 αμερικανούς στρατιώτες.  Αντίστοιχα η αεροπορία απέσυρε περισσότερες από έξι πτέρυγες μάχης κι έκλεισε επτά αεροπορικές βάσεις, συνολικά αποσύροντας περισσότερους από 160.000 αεροπόρους.
Τα Βαλκάνια τοποθετήθηκαν στο κέντρο της προσοχής της αμερικάνικης διπλωματίας σε μια περίοδο που ο Ουιλσονισμός του Κλίντον κυριαρχούσε ως σχολή και η αποσυμπίεση που προήλθε από τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου ανέτρεψε τις σταθεροποιητικές δυνάμεις του διπολικού συστήματος.  Ο Ουιλσονισμός, ως παράδοση εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α. που προέρχεται από τις αξίες και την πολιτική του Αμερικανού Προέδρου Woodrow Wilson, πρεσβεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αντίληψη της μοναδικότητάς τους και είναι διατεθειμένες να αξιοποιούν την ηγεμονική τους θέση, να επεμβαίνουν σε εκτεταμένα μήκη και πλάτη του κόσμου και να προωθούν αξίες που αποτελούν τις θεμελιώδεις λίθους της αμερικάνικης κοινωνίας, δηλαδή την ελευθερία έτσι όπως εκπροσωπείται πολιτικά από την αμερικανική δημοκρατία και το ελεύθερο εμπόριο ως σημαντική πτυχή της. Ο φιλελεύθερος ιδεαλισμός της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ξεκινάει από τον ευσεβή πόθο του εκδημοκρατισμού και της προστασίας των  ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά συχνά διολισθαίνει στην επιβολλή ενός απολυταρχικού διεθνισμού ο οποίος συνεπάγεται την επιβολή στο σύνολο των κρατών του διεθνούς συστήματος των αμερικανικών πολιτικών και οικονομικών επιταγών.  Παρά την εκμετάλλευση της πολυμερούς διπλωματίας ως φορέα νομιμοποίησης της εξωτερικής πολιτικής, ο Ουιλσονισμός καταλήγει συχνά σε σταυροφορικού τύπου ένοπλες επεμβάσεις με συχνά μεικτά και μερικές φορές καταστροφικά αποτελέσματα.  Χαρακτηριστικά, ο αμερικανός πρόεδρος Κλίντον προχώρησε σε τέσσερεις στρατιωτικές επεμβάσεις μέσα στα έξι από τα οκτώ χρόνια της προεδρίας του από τις οποίες καμία μέχρι σήμερα δεν έχει αποφέρει ευνοϊκά, σύμφωνα με τις αμερικανικές προσδοκίες, και διαρκή πολιτικά αποτελέσματα.
Η Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία τέθηκε στο στόχαστρο των Η.Π.Α. στα πλαίσια της τρίτης «φιλελεύθερης επέμβασης» (μετά τη Σομαλία στα 1993 και την Αϊτή στα 1994), η οποία επιβλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις αντιδράσεις της αμερικανικής κοινής γνώμης και την αναποτελεσματικότητα της εμβρυακής κοινής εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αιματοχυσία του κροατικού του 1991 και του βοσνιακού της περιόδου 1992-1995 πολέμου δημιούργησε πολιτικές πιέσεις στην κυβέρνηση Κλίντον, η οποία ενεργοποιήθηκε για την ανάληψη διπλωματικής και στρατιωτικής δράσης.    Η αμερικανική  πολιτική επεδίωξε τη σύμπραξη μεταξύ Κροατών και Μουσουλμάνων, η οποία και κατέληξε τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 1995 σε χερσαίες επιθέσεις εναντίον των σερβοβοσνιακών δυνάμεων.  Αμέσως μετά, το ΝΑΤΟ επενέβη με αεροπορικές δυνάμεις με αποτέλεσμα οι Σέρβοι να υποχωρήσουν εώς ότου να κατέχουν το 49% του εδάφους της Βοσνίας, σε αντίθεση με το αντίστοιχο 70% που προέβλεπαν τα διεθνή σχέδια για την ειρήνευση της Βοσνίας.  Αποτέλεσμα της επέμβασης και της περιστολής της Σερβικής ισχύος ήταν η υπογραφή της Συνθήκης Ντέιτον/Παρισίου, που ειρήνευσε τη Βοσνία με βάση μια πολύπλοκη τριμερή ομοσπονδιακή συνταγματική ρύθμιση, στην ουσία όμως εγκαθίδρυσε ένα δυτικό προτεκτοράτο σε μια περιοχή που ακόμα και σήμερα εμφανίζει πολιτικά φυγόκεντρες τάσεις.
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική δραστηριοποιήθηκε και πάλι μετά το 1998 όταν οι μαζικές εκδιώξεις αλβανοφώνων   από τον σερβικό στρατό προκάλεσαν  αναστάτωση στην αμερικάνικη κοινή γνώμη.  Μετά την, σχεδόν εξ’ολοκλήρου οφειλόμενη στον αμερικάνικο παράγοντα, αποτυχία των συνομιλιών του Ραμπουγιέ και του Παρισιού το Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1999, το ΝΑΤΟ προχώρησε σε περιορισμένους αεροπορικούς βομβαρδισμούς οι οποίοι σταδιακά κλιμακώθηκαν από τη μία πειθαναγκάζοντας τον Μιλόσεβιτς να υποχωρήσει και να συνθηκολογήσει και από την άλλη καταστρέφοντας μεγάλο μέρος των υποδομών του Κοσόβου και κληροδοτόντας οικονομική δυσπραγία και πολιτική αστάθεια μέχρι σήμερα.  Ο πόλεμος του Κοσόβου κατέδειξε, αφενός, την αδιαφιλονίκητη, σαρωτική και παγκόσμιας εμβέλειας αμερικανική στρατιωτική υπεροπλία και, αφετέρου, τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της ουιλσονικής πολιτικής παράδοσης σε περιοχές όπου δεν διακυβεύονται σημαντικά αμερικανικά συμφέροντα, αλλά όπου η αμερικάνικη ιδεολογία επιτάσσει την επέμβαση για την επιβολή της, κατά τα αμερικάνικα πρότυπα, δημοκρατίας και του ανθρωπισμού.
 
2.3 Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου: ο επαναπροσανατολισμός της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και ο νέος ρόλος των Βαλκανίων

Το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, άλλαξε ριζικά το διεθνές τοπίο και μετέβαλε σημαντικά το ρόλο που η αμερικανική ένοπλη ισχύς καλούνταν να διαδραματίσει παγκοσμίως.  Ουσιαστικά, επιτάχυνε τις εν εξελίξει διαδικασίες αναδιάρθρωσης και αναδιάταξης του αμερικανικού στρατού καταδεικνύοντας την ανάγκη προσαρμογής σε νέες απειλές που ξέφευγαν από τη βεστφαλιανή οπτική   του διεθνούς γίγνεσθαι και από τις κλασσικές μορφές δυτικού πολέμου.
Η νεοεκλεγείσα ηγεσία Μπους αντέδρασε με τα ανακλαστικά που επέβαλε ο Τζακσονικός της προσανατολισμός .  Ο τελευταίος αποτελεί την πλεόν εθνικιστική παράδοση εξωτερικής πολιτικής και πρεσβεύει έναν νεοαπομονωτισμό, ο οποίος αφενός αποσκοπεί στην προάσπιση του αμερικανικού συμφέροντος μέσα από τη δυνατόν λιγότερη εμπλοκή σε πολυμερή διεθνή σχήματα που περιορίζουν τα περιθώρια πολιτικής και, αφετέρου, απορρίπτει οποιασδήποτε ιδεολογικής προέλευσης εξωτερική επέμβαση ως περιττή και βλαπτική για την αμερικάνικη ισχύ. Τη νεοαπομονωτική ωστόσο έκφανση του Τζακσονισμού διαδέχεται η μονομερής και αποφασιστική επέμβαση στο εξωτερικό στην περίπτωση που θίγονται καίρια αμερικανικά συμφέροντα ή, πολύ περισσότερο, απειλείται η εδαφική ακεραιότητα των Η.Π.Α..  Σε αυτή την περίπτωση οι Τζακσονικοί υποστηρίζουν εκτεταμένες επεμβάσεις στις οποίες επιδιώκουν αποφασιστικά αποτελέσματα με τη μέγιστη χρήση της κρατικής, και στις περιπτώσεις που απαιτείται, της στρατιωτικής ισχύος ώστε να προστατευθεί η κυριαρχία και το κύρος των Η.Π.Α.. 
Η 11η Σεπτεμβρίου έφερε στην επιφάνεια τις αλλαγές που σταθερά προέκυπταν στο μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον ασφάλειας˙ ο εχθρός έπαυσε σε μεγάλο βαθμό να είναι με σαφήνεια γεωγραφικά προσδιορισμένος και το είδος των απειλών διαφοροποιήθηκε γεωγραφικά, ποιοτικά και ποσοτικά.  Η νέα αμερικανική εμπειρία κατέδειξε ότι η απόλυτη συμβατική υπεροχή της υπερδύναμης ώθησε τους αντιπάλους της στη χρήση μη συμβατικών μορφών ένοπλης ισχύος, γεγονός που θύμισε αρκετά στους αναλυτές των αμυντικών ζητημάτων την ρήση του διακεκριμένου ιστορικού Martin Van Creveld στα 1989 πως «όποιος έχει αυτιά για να ακούσει, ας ακούσει:  η κραυγή Lucifer ante portas αντηχεί ήδη και νέες μορφές πολέμου απειλούν να τερματίσουν τον εύθραυστο πολιτισμό μας».  
 Η μοναδική, μετά το Pearl Harbor, επίθεση στην επικράτεια των Η.Π.Α. τον τελευταίο αιώνα σήμανε τη μερική μεταστροφή της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α. καθώς επέβαλε νέες μεσοπρόθεσμες προτεραιότητες ελλείψει απειλών από άλλες μεγάλες δυνάμεις.   Η καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας τοποθετήθηκε στο επίκεντρο της νέας αμερικανικής στρατηγικής ασφάλειας και τα ζητήματα που βρίσκονταν στο κέντρο της εξωτερικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 πέρασαν στη λήθη. 
Η νέα διεθνοπολιτική κατάσταση και οι συνακόλουθες προκλήσεις σκιαγραφήθηκαν στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας του 2002 (National Security Strategy 2002 - εφ’εξής NSS 2002).  Οι Η.Π.Α. καλούνταν να αντιμετωπίσουν το τρίπτυχο τρομοκρατία – τυρρανία – τεχνολογία. Με άλλα λόγια τον τρομοκρατικό κίνδυνο, ο οποίος είχε μόλις προκαλέσει καταστροφές στην υπερδύναμη, τα τυρρανικά κράτη τα οποία είτε απειλούσαν το σταθερό διακρατικό σύστημα είτε τροφοδοτούσαν τη διεθνή τρομοκρατία και τη νέα τεχνολογία οι οποία καταργούσε το μονοπώλιο άσκησης μαζικής βίας από μια μικρή ομάδα κρατών.  Το NSS 2002 ουσιαστικά αντικαθιστούσε την παλαιότερη εκτίμηση απειλών όσον αφορά στην κρατική ασφάλεια αφού έθετε στο περιθώριο παραδοσιακές ανταγωνιστικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα, οι τελευταίες αναγνωρίζονταν ως εν δυνάμει πολύτιμοι αρωγοί στο νέο αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία.   Η αμερικανική στρατηγική περιστρέφονταν τώρα γύρω από τέσσερις άξονες που αφορούσαν στην τρομοκρατία: την παρεμπόδιση (prevention), την πρόληψη (preemption), την άμυνα (defense) και τη διαχείριση συνεπειών (consequence management).  
Ο κεντρικός πυρήνας του δόγματος ουσιαστικά απέρριπτε την παθητική στάση των Η.Π.Α. απέναντι στους εξωτερικούς κινδύνους και υιοθετούσε, πρώτον, τις κατά περίπτωση προληπτικές πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στα πολιτικά μορφώματα που υποθάλπτουν την τρομοκρατία˙ δεύτερον, τη διατήρηση της υπάρχουσας αποτρεπτικής ισχύος του κράτους απέναντι σε κλασσικές, με τα Βεστφαλιανά πρότυπα, απειλές˙ τρίτον, τη δράση σε όλα τα μήκη του κόσμου με σκοπό την παρεμπόδιση των τρομοκρατών να οργανώσουν και να αποκτήσουν τα απαραίτητα μέσα για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων˙ τέταρτον, την οργάνωση του κρατικού μηχανισμού των Η.Π.Α. γύρω από την αποτελεσματική αντιμετώπιση καταστροφών εφόσον προέκυπταν.  Παράλληλα, το νέο δόγμα έκανε λόγο για τη σημασία διαμόρφωσης συνασπισμών «προθύμων» (coalitions of the willing) να υπιβοηθήσουν τις Η.Π.Α. στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας τόσο μέσα από τους διεθνείς μηχανισμούς πολυμερούς διπλωματίας όσο και έξω από αυτούς με πολλαπλές ad hoc συμφωνίες.  Με άλλα λόγια, οι Η.Π.Α. θα επιδίωκαν την πραγμάτωση των εθνικών στόχων μέσα από ένα διπλωματικό σχήμα ευελιξίας στο οποίο η πολυμερής διπλωματία θα δρούσε μεν επιβοηθητικά αλλά θα αντικαθίσταντο από μονομερή δράση εφόσον ο χρόνος και οι στρατιωτικές απαιτήσεις θα το επέβαλαν.
 Υπό μια γεωπολιτική οπτική η NSS 2002 παρουσίασε σε επίσημο τόνο τη στροφή της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α. σε δύο εκτενείς γεωγραφικές περιοχές που κατά την περίοδο διακυβέρνησης Κλίντον βρίσκονταν εκτός του κεντρικού πυρήνα σχεδίασης: α) την Κεντρική Ασία όπου με κέντρο το Αφγανιστάν οι αμερικανικές υπηρεσίες εντόπισαν τις κεντρικές βάσεις της αλ Κάιντα και ανέλαβαν πολεμική δράση και β) τη Μέση Ανατολή, η οποία περιελάμβανε κράτη τα οποία απειλούσαν την αμερικάνικη ασφάλεια είτε επειδή εξέτρεφαν τρομοκράτες είτε επειδή τα ίδια απειλούσαν τις Η.Π.Α. με τη δυνητική ανάπτυξη όπλων μαζικής καταστροφής.  Ο γεωγραφικός χώρος των Βαλκανίων θέτονταν στο περιθώριο υπό τη σκιά των άμεσων απειλών που αντιμετώπιζαν οι Η.Π.Α..

2.4 Το Αμερικάνικο Στρατιωτικό Δόγμα του 2004: επιπτώσεις στην παγκόσμια διάταξη των αμερικανικών στρατευμάτων

Η νέα υψηλή στρατηγική των Η.Π.Α., όπως προαναφέρθηκε, απαιτεί α) τη δυνατότητα επέμβασης σε πολλαπλές γεωγραφικές τοποθεσίες απομακρυσμένες μεταξύ τους, β) την αντιμετώπιση αντιπάλων διαφόρων ειδών και τακτικής, γ) την ταυτόχρονη προστασία της αμερικανικής επικράτειας από τρομοκρατικές απειλές, δ) την απόκτηση νέων συμμάχων και διατήρηση των παλαιότερων με σκοπό την εξασφάλιση της πολιτικής υποστήριξής τους και τον επιμερισμό του κόστους του αντιτρομοκρατικού πολέμου και ε) μεγάλη στρατηγική ευελιξία ώστε νέου και ανεξερεύνητου είδους απειλές να αντιμετωπίζονται με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Οι απαιτήσεις της νέας υψηλής στρατηγικής διαμόρφωσαν τη νέα Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική (National Military Strategy, εφ’ εξής NMS 2004), η οποία υιοθετήθηκε επισήμως στα 2004 αλλά πρακτικά ακολουθούνταν από το 2002. Με βάση την NSM 2004 οι τέσσερις βασικοί στόχοι της στρατιωτικής στρατηγικής των Η.Π.Α.  είναι η προστασία των Η.Π.Α. από άμεση επίθεση, η διασφάλιση στρατηγικών οδών ώστε να εξασφαλίζεται η ελευθερία δράσης του αμερικάνικου στρατού, η εγκαθίδρυση προϋποθέσεων ασφάλειας ώστε να προωθείται η διεθνής τάξη και η ενίσχυση των συμμαχικών δεσμών.
 Το περιβάλλον ασφάλειας που περιγράφεται στην NMS 2004 εντοπίζει τρία νέα δεδομένα που επιδρούν στην αποτελεσματικότητα των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων:  Πρώτον, την ευρύτητα σε είδος και τακτική των δυνητικών αντιπάλων η οποία υποχρεώνει τον αμερικάνικο στρατό να καλύψει είδη επιχειρήσεων απέναντι σε τακτικούς στρατούς κρατών που αποτελούν απειλή για την αμερικάνικη ασφάλεια αλλά και σε μη κρατικούς δρώντες που καταφεύγουν σε ανταρτοπόλεμο.  Δεύτερον, την ένοπλη δράση τόσο σε ανοικτά πεδία μάχης όπου τα κλασσικά προτερήματα του αμερικάνικου στρατού (ταχύτητα, φονικότητα και ακρίβεια) είναι αποτελεσματικά όσο και σε πυκνοκατοικημένες περιοχές ή περιοχές με δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες όπου ο αντίπαλος δύναται να αποφεύγει τα από ξηράς, αέρος και θαλλάσσης πλήγματα και να βασίζεται στη γνώση του εδάφους, στη χρήση του κλίματος, στη διασπορά και στην ευκινησία του.  Τρίτον, τη διάχυση της τεχνολογίας η οποία υποβαθμίζει το, μέχρι πρότινος δεδομένο, αποφασιστικό πλεονέκτημα του αμερικανικού στρατού σε στρατιωτικά συστήματα νέας γενιάς.  Απόρροια του NMS 2004 είναι ο αμερικανικός στρατός να ακολουθεί σήμερα ένα δόγμα «1-4-2-1» το οποίο αφορά:
• Στην υπεράσπιση της αμερικάνικης επικράτειας (1).
• Σε επιχειρήσεις προωθημένης αποτροπής σε τέσσερεις γεωγραφικές περιοχές ταυτόχρονα (4) δηλαδή στην τιμωρία μη αποδεκτών πολιτικών και δράσεων από απειλητικά κράτη, στην περιστολή των επιθετικών τους δυνατοτήτων, τη στέρηση καταφυγίου από αυτά σε μικρό χρόνο και διαφορετικές τοποθεσίες με μια δύναμη η οποία θα μπορεί να αναλαμβάνει πληθώρα αποστολών.
• Στην ταχεία επικράτηση σε δύο εκτεταμένες πολεμικές συγκρούσεις σε απόμακρες γεωγραφικές τοποθεσίες (2) δηλαδή στην ανάληψη δράσης η οποία θα έχει ως σκοπό την καταστροφή των στρατιωτικών δυνάμεων του αντιπάλου μέσα από ορθόδοξο κι ανορθόξο πόλεμο.
• Στην επίτευξη διαρκούς αποτελέσματος σε μία από τις δύο προηγούμενες (1), με άλλα λόγια, στη στρατιωτική νίκη αλλά και στη μετέπειτα διατήρηση αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, η οποία σε συνδιασμό με διπλωματικά και οικονομικά μέσα θα επιφέρει την παγίωση μιας επωφελούς για τις Η.Π.Α. κατάστασης.
Την υποδομή του δόγματος αποτέλεσε μια άνευ προηγουμένου αναβάθμιση στρατιωτικών ικανοτήτων η οποία ανακλάται καταρχήν στις αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες (βλ.Πίνακας 1). Οι αμυντικές δαπάνες κλήθηκαν να καλύψουν τα κόστη της στρατιωτικής ισχύος, η οποία χρησιμοποιούνταν εκτεταμένα σε δύο διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές (Ιράκ και Αφγανιστάν) αποκομμένες μεταξύ τους και αντλούσες διοικητική υποστήριξη από βάσεις διεσπαρμένες σε παγκόσμιο πια επίπεδο.
Από τη στιγμή της υιοθέτησης της NSS 2002 οι Η.Π.Α. διακύρητταν ότι «για να αντιπαλέψουν την αβεβαιότητα και να αντιμετωπίσουν τις πολυάριθμες προκλήσεις ασφάλειας [...] θα απαιτήσουν βάσεις και σταθμούς μέσα αλλά και πέρα από τη Δυτική Ευρώπη και τη Νοτιοανατολική Ασία, όπως και προσωρινές συμφωνίες πρόσβασης για την ανάπτυξη των αμερικανικών δυνάμεων σε απομακρυσμένες τοποθεσίες» .  Ως απόρροια της NSS 2002 η NMS 2004 αντικαθιστούσε σε σπουδαιότητα τις ψυχροπολεμικές στρατιωτικές βάσεις, οι οποίες βρίσκονταν σχεδόν αποκλειστικά στο ευρωπαϊκό πεδίο μάχης και στη νοτιοανατολική Ασία, με άλλες σε μεγαλύτερη εγγύτητα ως προς τα εν εξελίξει πεδία μάχης.  Υπό τα νέα γεωστρατηγικά δεδομένα, οι έξι σημαντικότερες στρατιωτικές βάσεις των Η.Π.Α. τοποθετούνται τώρα στη Γκουάμ στο δυτικό Ειρηνικό ωκεανό, στο Ιράκ, στη Βουλγαρία, στην ατόλλη Diego Garcia στον Ινδικό Ωκεανό, στο Guantanamo στην Κούβα και στο Κιργιστάν στην Κεντρική Ασία.
Υπό το φως των παραπάνω και υπό τη διαρκή πίεση του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία, η κυβέρνηση Μπους θεώρησε ότι το δίκτυο υπερπόντιων βάσεων των Η.Π.Α. δεν έπρεπε απλά να τροποποιηθεί αλλά να εξελιχτεί θεμελιωδώς σε φιλοσοφία κι εφαρμογή. Οι προτάσεις που σχετίζονταν με την υπερπόντια διάταξη των αμερικάνικων δυνάμεων διατυπώθηκαν στις 16 Αυγούστου 2004 από τον ίδιο τον Πρόεδρο Bush και η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης πρόκειται να επιφέρει τη μεγαλύτερη αλλαγή στη διάταξη των υπερπόντιων αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων τα τελευταία πενήντα χρόνια.   Σε αριθμούς, αφορά στη μεταφορά 70.000 στρατιωτών και 100.000 μελών των οικογενειών τους από βάσεις στη Γερμανία, την Ιαπωνία και τη Νότιο Κορέα προς νέες τοποθεσίες εναρμονισμένες με τις υπάρχουσες στρατηγικές ανάγκες των Η.Π.Α..  Σε σχεδιασμό, διαφοροποιεί εξ’ ολοκλήρου τη σύνθεση των αμερικανικών βάσεων και προκρίνει περισσότερες, μικρότερες και λιγότερο εξειδικευμένες εις βάρος των μεγαλύτερων και πολυσύνθετων βάσεων όπως εκείνες που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη τα τελευταία πενήντα χρόνια.
2.4.1 Η Νέα Πολιτική Υπερπόντιων Στρατιωτικών Βάσεων: στόχοι και παράγοντες διαμόρφωσης

 Η μεταρρύθμιση στην πολιτική υπερπόντιων βάσεων βρίσκεται σε εξέλιξη και θα είναι πολύχρονη, δυσχερής και απαιτητική τόσο σε επίπεδο στρατιωτικής οργάνωσης όσο και σε επίπεδο οικονομικής στήριξης.  Εντούτοις, η κυβέρνηση Bush δικαιολογεί τις προωθούμενες μεταρρυθμίσεις στη διάταξη των ενόπλων δυνάμεων θέτοντας έξι ζητήματα για τα οποία πρέπει να βρεθούν λύσεις.
1. Οι νέες συνθήκες που παρουσιάστηκαν στις εξωτερικές σχέσεις των Η.Π.Α. και οι οποίες αντικατοπτρίζονταν στη NSS 2002 πολλαπλασίασαν τις ανάγκες για ευελιξία και ταχύτητα αντίδρασης του αμερικάνικου στρατού.
2. Η παρουσία του Αμερικάνικου στρατού σε υπερπόντιες περιοχές έχει μέσα στα τελευταία 50 χρόνια διογκωθεί πέρα από το όριο της χρησιμότητας και θα πρέπει για λόγους κόστους και απόδοσης να σμικρυνθεί.
3. Οι ευμεγέθεις αμερικάνικες βάσεις στη Γερμανία δεν εξασφαλίοζουν την ταχεία ανάπτυξη στρατευμάτων στην Αφρική και την Κεντρική Ασία.
4. Οι αμερικάνικες βάσεις στη Νότιο Κορέα είναι μικρές, διάσπαρτες, απαρχαιωμένες και τοποθετημένες εγγύτατα των συνόρων με τη Βόρεια ώστε να είναι δυνητικά εκτεθειμένες σε πυρά.
5. Μερικές βάσεις είναι ιδιαιτέρως κοντά σε κατοικημένες περιοχές αυξάνοντας τις τριβές με τους τοπικούς πληθυσμούς.
6. Οι μονοετής θητεία των στρατευμάτων στην Κορέα μειώνει τη συνοχή τους και την μαχητική τους ικανότητα.
Η μεταρρυθμιστική διαδικασία της διάταξης των αμερικανικών δυνάμεων θα πρέπει, σύμφωνα με την Κοινοβουλευτική επιτροπή που συστήθηκε για να εποπτεύσει το σχέδιο, να λαμβάνει υπόψη μια σειρά στρατηγικούς, πολιτικούς, επιχειρησιακούς και οικονομικούς παράγοντες οι οποίοι, αφενός, είναι ενδεικτικοί νέων επιχειρησιακών απαιτήσεων και, αφετέρου, προδιαγράφουν τα κράτη τα οποία μπορούν να αναπτύξουν συνεργατικές δράσεις με τις Η.Π.Α.:
2.4.1.1 Στρατηγικοί Παράγοντες - Γεωπολιτικές Συνθήκες

Η διάταξη των Ενόπλων Δυνάμεων θα πρέπει να εξυπηρετεί την αποσώβηση των απειλών που αντιμετωπίζουν οι Η.Π.Α. σήμερα και που θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον και των οποίων το γεωγραφικό και ποιοτικό εύρος είναι εξαιρετικά μεγαλύτερο από ότι στο παρελθόν.  Γεωγραφικά οι απειλές προέρχονται από ένα «τόξο αστάθειας» (βλ.;X;arthw 2), το οποίο εκτείνεται από την Δυτική Άφρική προς τη Νοτιοδυτική, Νότια και Νοτιοανατολικά Ασία, τον Ειρηνικό και μέχρι τις Άνδεις.   Μέσα σε αυτό το τόξο περιλαμβάνονται καίριας σημασίας κέντρα παραγωγής και διανομής ενέργειας όσο και στρατηγικής σημασίας θαλάσσιες οδοί, τον έλεγχο των οποίων οι Η.Π.Α. δεν μπορούν να απωλέσουν εφόσον επιθυμούν να παραμείνουν μια πλανητική δύναμη.  Χαρακτηριστικά, στα πλαίσια του τόξου αστάθειας μπορεί κανείς να εντοπίσει περίπου το 60% των αποδεδειγμένων αποθεμάτων πετρελαίου και το 80% του φυσικού αερίου.   Ταυτόχρονα, στα πλαίσια του τόξου αυτού οι αμερικανικές υπηρεσίες εντοπίζουν τη μέγιστη πολιτική αστάθεια σε κράτη τα οποία δυνητικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν εστίες τρομοκρατικών πυρήνων ικανών να δράσουν εναντίον των  αμερικανικών συμφερόντων.
Στην μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή, οι απειλές μεταλάσσονται και δεν περιορίζονται σε εκείνες της αμιγούς στρατιωτικής υφής, αλλά περιλαμβάνουν την πρόσβαση σε ενεργειακές πηγές, την εξασφάλιση των ελεύθερων οδών εμπορίου και τις απρόσκοπτες διεθνείς συναλλαγές.   Πρόκειται δηλαδή για οποιεσδήποτε απειλές που θέτουν σε κίνδυνο την παραδοσιακή βάση ισχύος των Η.Π.Α. που είναι η μεγέθυνση της κρατικής ισχύος παραγόμενη από τον οικονομικό φιλελευθερισμό και τροφοδοτούμενη από το ανθηρό εμπόριο, τη φθηνή ενέργεια και τις διαρκώς αυξανόμενες διεθνείς συναλλαγές.  Η μετεξέλιξη των απειλών μέσα σε αυτά τα πλαίσια σημαίνει διαρκώς αυξανόμενες αριθμητικά επιχειρήσεις σε διαρκώς διευρυνούμενους γεωγραφικούς ορίζοντες.
Το γεγονός αυτό συνεπάγεται τη στρατιωτική παρουσία σε γεωγραφικά σημεία τόσο εντός του «τόξου της αστάθειας» όσο και στην περιφέρεια αυτού ώστε στα πρώτα να σταθμεύουν δυνάμεις που βρίσκονται κοντά σε πραγματικά και δυνητικά πεδία μάχης και τα δεύτερα να χρησιμοποιούνται ως εφαλτήρια στρατιωτικών δυνάμεων προς τα σημεία ενδιαφέροντος.  Με αυτό το σκεπτικό είναι ευνόητο ότι οι περισσότερες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην Ευρώπη μετακινούνται στην ανατολική της πτέρυγα (δηλαδή στις νεοεισαχθήσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Ανατολικών Βαλκανίων) προκειμένου να προσεγγίσουν γεωγραφικά τις περιοχές στις οποίες αυτή τη στιγμή εστιάζεται το αμερικανικό ενδιαφέρον δηλαδή τη Μέση Ανατολή και την Κασπία Θάλλασσα για τον ενεργειακό τους ρόλο και τον Κεντρικό Ευρασιατικό χώρο για τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας.

2.4.1.2 Πολιτικοί Παράγοντες – Σχέσεις με Συμμάχους, Εταίρους και Φίλους

Στο διαμορφούμενο σχεδιασμό διάταξης των αμερικάνικων βάσεων συνυπολογίζονται οι σχέσεις με συμμάχους, εταίρους και φίλους, έτσι όπως έχουν οριστεί οι τελευταίοι από τους παραδοσιακούς συνασπισμούς όπως το ΝΑΤΟ, από τη συνεργασία σε πεδία επιχειρήσεων (Αφγανιστάν, Ιράκ) και από την παροχή πολιτικών και οικονομικών διευκολύνσεων στις ενέργειες που αναλαμβάνει ο αμερικανικός στρατός ανά τον κόσμο (όπως η πολιτική στήριξη των Δέκα του Βίλνιους).   Με άλλα λόγια, οι Η.Π.Α. καταβάλλουν προσπάθεια να εναρμονίσουν τη διάταξη των δυνάμεών τους σε παγκόσμιο επίπεδο λαμβάνοντας υπόψη, τόσο τις διαμορφωμένες και υπό διαμόρφωση απειλές όσο και τις διμερείς διπλωματικές σχέσεις, οι οποίες ιστορικά συμπλήρωναν και ενίοτε υποκαθιστούσαν την ένοπλη ισχύ τους.  Ο συνυπολογισμός των διπλωματικών σχέσεων πολλαπλασιάζει την πολυπλοκότητα του αμερικανικού σχεδιασμού γιατί απαιτεί τη διαχείριση τεσσάρων ειδών προκλήσεων που μέχρι στιγμής αντιμετωπίζονται με μεικτά αποτελέσματα από το State Department: 
Πρώτον, η αμερικάνικη στρατιωτική παρουσία έχει ad ipsum ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα, προάγει την αλληλεγγύη μεταξύ της υπερδύναμης και των συμμάχων της και η ενδεχόμενη απόσυρση από μια σύμμαχο χώρα δύναται να κλονήσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη.  Ειδικότερα, η απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από τον ευρωπαϊκό χώρο δημιουργεί πολιτικές τριβές οι οποίες σχετίζονται με την δέσμευση των Η.Π.Α. για την άμυνα της Ευρώπης και τις σχέσεις της με τους Ευρωπαίους συμμάχους της. 
Δεύτερον, η στρατιωτική παρουσία των Η.Π.Α. παρέχει σημαντικές προσόδους στα κράτη που φιλοξενούν βάσεις μέχρι σήμερα και η ενδεχόμενη απόσυρσή τους δύναται να προκαλέσει οικονομική δυσπραγία και συνακόλουθα πολιτική εχθρότητα.   Δεδομένης της μέχρι τώρα μακροχρόνιας παραμονής αμερικάνικων δυνάμεων σε χώρες της Ευρώπης, οι οικονομίες στην περιφέρεια των βάσεων έχουν αναπτυχθεί με γνώμωνα την εξυπηρέτηση των αμερικανικών αναγκών. Η απομ΄ςκρυνση των δυνάμεων αυτών θα αποδιοργανώσει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.  Αντίστροφα, τα περισσότερα υποψήφια για νέες βάσεις κράτη είναι ακριβώς για τους παραπάνω λόγους περισσότερο από διαθέσιμα να φιλοξενήσουν τον αμερικάνικο στρατό.
Τρίτον, η δημιουργία βάσεων αποκλειστικά στη βάση στρατηγικών κριτηρίων δημιουργεί πολιτικά προβλήματα στις περιπτώσεις που οι χώρες είναι μεν σύμμαχοι των Η.Π.Α. αλλά δεν ενστερνίζονται τις δημοκρατικές αρχές τις οποίες οι Η.Π.Α. υποτίθεται ότι με αποφασιστικότητα προωθούν.   Ένα τέτοιο ενδεχόμενο καθίσταται αναλογικά πιθανότερο όσο οι στρατηγικές ανάγκες των Η.Π.Α. μεγεθύνονται και η απαιτήσεις όσον αφορά στα κριτήρια δημοκρατικότητας αμβλύνονται υπό την πίεση των διαθέσιμων επιλογών.
Τέταρτον,   παραδοσιακοί και υψηλής γεωστρατηγικής και πολιτικής αξίας χώρες-σύμμαχοι των Η.Π.Α. αντιμετωπίζουν, ενίοτε, δυσχέρειες εξυπηρέτησης των αμερικανικών αναγκών είτε εξ’αιτίας συγκρουόμενων ζωτικών συμφερόντων είτε λόγω εσωτερικών πολιτικών τριβών.  Η άρνηση της Τουρκίας να παράσχει στρατιωτικές διευκολύνσεις στις Η.Π.Α. κατά την πρώτη φάση του πολέμου στο Ιράκ προέκυψε τόσο από την πάγια αντικουρδική τουρκική πολιτική και όσο και από την οξεία αντίδραση της τουρκικής κοινής γνώμης απέναντι στον αμερικανικό επεμβατισμό.  Τέτοιες καταστάσεις, έχουν  στρατηγικές αλλά και πολιτικές προεκτάσεις από την  επιδείνωση τών σχέσεων, και  συνέβαλλαν ώστε η αμερικάνικη εξωτερική πολιτική να αναζητά τώρα περισσότερο συνεργατικούς, αν όχι πειθήνιους, συμμάχους στον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας.
Η σύνοψη των παραπάνω κριτηρίων και προβλημάτων αποδόθηκε από την εποπτική επιτροπή του Κογκρέσου μέσα από τη διατύπωση ότι «η δομή βάσεών μας δεν είναι απλά ένα παράγωγο της στρατηγικής, είναι ένας οδηγός της από μόνη της» .  Υπ’ αυτό το πρίσμα, οι Η.Π.Α. καλούνται να αναπτύξουν ένα δίκτυο βάσεων στο οποίο οι στρατηγικές επιταγές αναγκαστικά κανονικοποιούνται από τις πολιτικές πραγματικότητες και οι βέλτιστες επιλογές δυνητικά περιορίζονται από τους πολιτικούς και ιδεολογικούς στόχους.  Συνοπτικά και περισσότερο πρακτικά, οι Η.Π.Α. θα δημιουργούν βάσεις σε χώρες, οι οποίες διάκεινται φιλικά ή ταυτίζονται πολιτικά με την υπερδύναμη κι έχουν ήδη επιδείξει διάθεση να προσεγγίσουν τις δυτικές πολιτικές δομές ώστε το πολιτικό κόστος της συνεργασίας να παραμένει χαμηλό και να μην επισκιάζει τα γεωστρατηγικά ωφέλη.

2.4.1.3 Επιχειρησιακοί Παράγοντες – Η έμφαση στις στρατιωτικές δυνατότητες

 Ο σημαντικότερος παράγοντας ο οποίος επηρρεάζει τη λήψη αποφάσεων στο ζήτημα της δημιουργίας νέων στρατιωτικών βάσεων είναι αναμφισβήτητα οι επιχειρησιακές ανάγκες.  Καθώς η γεωγραφική ταυτότητα του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας διαφέρει ριζικά από εκείνη του συμβατικού πολέμου εναντίον εθνικών στρατών, οι Η.Π.Α. είναι υποχρεωμένες να προχωρήσουν σε μια μεταρρύθμιση της οποίας τα αποτελέσματα θα γίνονται εμφανή σε πραγματικό χρόνο.  Ο όγκος των αμερικανικών δυνάμεων θα πρέπει να μετεγκατασταθεί, οι νέες υποδομές θα πρέπει να κατασκευαστούν και οι νέες συμφωνίες με κράτη που επιθυμούν να φιλοξενήσουν βάσεις θα πρέπει να συναφθούν τη στιγμή που οι Η.Π.Α. είναι σε βάθος εμπλεγμένες στον πόλεμο του Ιράκ και σε σημαντικό βαθμό δραστηριοποιημένες στο Αφγανιστάν, παρόλο που στο τελευταίο το ΝΑΤΟ έχει αναλάβει πια τα ηνία. 
 Με βάση το προαναφερθέν δόγμα «1-4-2-1» οι Η.Π.Α. οφείλουν να διαθέτουν επαρκείς σε ισχύ πυρός, ετοιμότητα κι ευελιξία δυνάμεις ώστε να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα συγκρούσεων σε διαφορετικές και απομακρυσμένες μεταξύ τους τοποθεσίες.  Το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων τοποθετείται σε δεύτερη μοίρα και ο σχεδιασμός δίνει έμφαση στις απαιτήσεις όσον αφορά τις πολεμικές ικανότητες των σχηματισμών κι όχι στα αριθμητικά δεδομένα τους, τα οποία και αποτελούσαν συντελεστή ισχύος στο «παραδοσιακό» τακτικό περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου.   Οι απαιτήσεις αυτές απαιτούν καταρχήν παροχή υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης μέρος της οποίας αναγκαστικά θα λαμβάνει χώρα εκτός αμερικάνικης επικράτειας σε μερικές από τις νέες βάσεις οι οποίες αναπτύσσονται.  Παράλληλα θα πρέπει οι υπερπόντιες δυνάμεις να έχουν ταχεία και ευχερή πρόσβαση σε στρατιωτικό υλικό, γεγονός που αναγκαστικά οδηγεί σε ριζική αναδιοργάνωση της σύνθεσης των νέων βάσεων.  Οι νέες στρατιωτικές βάσεις που δεν θα βρίσκονται εντός εμπόλεμων ζωνών δεν θα ακολουθούν το πρότυπο των εκτεταμένων κτιριακών συμπλεγμάτων με πολυάριθμο προσωπικό, εξελιγμένο τεχνικό εξοπλισμό και αποθέματα πολεμικού υλικού και καυσίμων αλλά αντίθετα οι λειτουργίες αυτές θα κατακερματίζονται δημιουργώντας τρία νέα είδη βάσεων:
1. Κύριες Βάσεις (Main Operating Bases - MOB).  Οι βάσεις αυτού του τύπου θα είναι υπερπόντιες, ολιγάριθμες, με μόνιμο αμερικάνικο προσωπικό, υψηλή προστασία και με άριστη πρόσβαση από αέρα και θάλασσα.  Θα αποτελούν το κέντρο έναρξης επιχειρήσεων τροφοδοτώντας με δυνάμεις τους συγκεκριμένους γεωγραφικούς τόπους στους οποίους οι επιχειρήσεις θα πραγματοποιούνται.  Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων βάσεων αποτελούν σήμερα η αεροπορική βάση Ramstein στη Γερμανία και η ναυτική βάση Rota στην Ισπανία.
2. Συνεργατικές Τοποθεσίες Ασφάλειας (Cooperative Security Locations - CSL).  Οι βάσεις αυτές θα επανδρώνονται με ολιγάριθμο ή και καθόλου   προσωπικό των ΗΠΑ.  Θα εκμισθώνονται από κράτη που επιθυμούν να τις φιλοξενήσουν και θα λειτουργούν με την εμπλοκή εργολάβων του Αμερικανικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας ή με τη στήριξη των τοπικών κυβερνήσεων.  Η κύρια λειτουργία τους θα αφορά στην τοποθέτηση στρατιωτικού υλικού και καυσίμων ώστε να επιλύεται το πρόβλημα διαθεσιμότητάς τους και να μειώνονται οι ανάγκες επιμελητείας για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης.  Τέτοιου είδους βάσεις αποτελούν ήδη η Bondsteel στο Κόσοβο, η Eagle στη Βοσνία και η Ιncirlik στην Τουρκία.
3. Προωθημένες Επιχειρησιακές Τοποθεσίες (Forward Operating Sites - FOS). Θα επανδρώνονται με ολιγάριθμο προσωπικό αμερικανών και ο ρόλος τους θα είναι καταρχήν η μετατροπή τους σε πλήρους λειτουργίας στρατιωτικές βάσεις σε μικρό χρόνο και με μικρό κόστος αν αυτό κριθεί απαραίτητο από το στρατηγικό σχεδιασμό. Ταυτόχρονα θα χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και τη συνεκπαίδευσή τους με τις αντίστοιχες δυνάμεις της φιλοξενούσας χώρας.   Τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν η βάση της Σούδας στην Κρήτη και η βάση Kogalniceau στην ανατολική Βουλγαρία που χρησιμοποιείται ως τέτοια από το 2003.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις αφήνουν να διαφανεί ότι ένα σημαντικό μέρος των υπό ανάπτυξη αμερικανικών βάσεων δεν προσλαμβάνει την ίδια οικονομική, στρατιωτική και πολιτική βαρύτητα με εκείνες οι οποίες δημιουργήθηκαν κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.  Νέες Κύριες Επιχειρησιακές Βάσεις δεν θα κατασκευαστούν ενώ οι Στρατηγικές Τοποθεσίες Ασφάλειας και οι Προωθημένες Επιχειρησιακές Τοποθεσίες θα είναι περισσότερες σε αριθμό και λιγότερο συγκεντρωτικές όσον αφορά στις δυνάμεις που θα φιλοξενούν και στο πολεμικό υλικό που θα αποθηκεύουν.  Παράλληλα, η στρατηγική αναβάθμιση της περιοχής στην οποία θα συσταθούν οι Συνεργατικές Τοποθεσίες Ασφάλειας και οι Προωθημένες Επιχειρησιακές Τοποθεσίες δεν θα είναι αποφασιστικής σημασίας και τα οικονομικά ωφέλη που θα παρέχουν στις χώρες οικοδεσπότες θα είναι έμμεσα (κυρίως ad hoc επενδύσεις σε υποδομές) κι όχι άμεσα και ανάλογα με εκείνα που προσέφεραν μεγάλες βάσεις όπως η αεροπορική βάση του Remstein στη Γερμανία.  Οι βάσεις σχεδιάζονται με την προοπτική του εφήμερου και εξ’αρχής βασίζονται στην επίτευξη της βέλτιστης αναλογίας κόστους προς απόδοση ελαχιστοποιόντας το πρώτο και εξασφαλίζοντας τη δεύτερη.
2.4.1.4 Οικονομικοί Παράγοντες – Η Μείωση του Κόστους της Ηγεμονίας

 Το κόστος της δυνατότητας ανάληψης δράσης σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου συνεπάγεται εξαιρετικά υψηλές αμυντικές δαπάνες.  Η διαρκής επέκταση της επιρροής μιας δύναμης σε όλο και περισσότερο εκτεταμένα γεωγραφικά πλάτη απεικονίζεται από μια καμπύλη φθίνουσας χρησιμότητας όπου μετά από ένα σημείο τα κόστη επέκτασης υπερβαίνουν τα προσδοκώμενα οφέλη.  Για την αποσώβηση του φαινομένου της υπερεπέκτασης (overexpantion) η υπερδύναμη πρέπει να βελτιώνει κατά το δυνατόν τις οικονομικές της δυνατότητες τόσο μεγενθύνοντας τις προσόδους της αλλά, κυρίως και περισσότερο άμεσα, ρυθμίζοντας στο βαθμό του εφικτού τα κόστη της εξωτερικής της πολιτικής και της αμυντικής της στάσης.   Πρόκειται για ένα διαχρονικό φαινόμενο, ταυτόσημο όλων των αυτοκρατορικών δομών, από την Αθήνα του Θουκυδίδη των κλασσικών χρόνων , μέχρι την Ναπολεόντια επέκταση και τη σημερινή αμερικανική εμπλοκή σε παγκόσμια κλίμακα.
 Ο υπολογισμός του κόστους του υπερπόντιου δικτύου βάσεων των Η.Π.Α.  ανατέθηκε από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Γερουσίας στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσσου και παραδόθηκε το Μάιο του 2004.  Η έκθεση που συντάχθηκε ενσωμάτωσε τα κόστη του υπάρχοντος δικτύου βάσεων και παρουσίασε τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις για το μέλλον έτσι όπως αυτές προτάθηκαν και συζητήθηκαν από την αμερικάνικη κυβέρνηση. 
Από την έκθεση του Κογκρέσσου και από το είδος των παράλληλων διαδικασίων της μεταρρύθμισης προκύπτει ότι η περικοπή του κόστους των υπερπόντιων βάσεων των Η.Π.Α. είναι συντελεστής καταρχήν του επιθυμητού αριθμού στρατιωτικών μονάδων που σταθμεύουν σε υπερπόντιες περιοχές και αφετέρου, του ρυθμού κυκλικής εναλλαγής και του καθεστώτος συνοδείας των στρατιωτικών από τις οικογένειές τους.  Δεδομένου πως, ούτως ή άλλως, η αμερικάνικη κυβέρνηση έχει δηλώσει τη διάθεσή της για μείωση του αριθμού των αμερικανών εκτός επικράτειας, διαφαίνεται η προώθηση ενός σεναρίου το οποίο θα προβλέπει τη μείωση κατά περίπου 50% των αμερικανών σε Ευρώπη και Ασία.  Σε αυτή την περίπτωση η εναλλακτική λύση που φαίνεται να προωθείται από την αμερικανική κυβέρνηση αφορά στη μείωση κατά 50% των δυνάμεων σε Γερμανία και Νότιο Κορέα και επιστροφή τους στην αμερικανική επικράτεια.  Οι δυνάμεις που θα εναπομείνουν στη Γερμανία θα εναλλάσσονται κυκλικά σε Προωθημένες Επιχειρησιακές Τοποθεσίες στην Ανατολική Ευρώπη όπου θα εκπαιδεύονται με προαποθηκευμένο υλικό. Προϋποτιθέμενης της πολιτικής μείωσης αλλά όχι εξάλειψης των αμερικάνικων υπερπόντιων δυνάμεων, οι Η.Π.Α. θα προβούν σε μια επένδυση που θα κυμανθεί ανάμεσα σε 4,8 και 5,8 δισεκατ. δολλάρια αλλά τα ετήσια πάγια έξοδά τους θα μειωθούν κατά 500 εκατ. δολλάρια.
Σε κάθε περίπτωση, και με οποιοδήποτε τρόπο κι αν προκύψει η αναδιάταξη των αμερικάνικων δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο, το κόστος με το οποίο θα επιβαρυνθεί η αμερικάνικη οικονομία θα είναι σημαντικό κυρίως επειδή η απόσυρση από τις παραδοσιακές βάσεις στην Ευρώπη θα σημάνει την απώλεια 50 χρόνων επενδύσεων και την απαίτηση νέων σε διαφορετικούς γεωγραφικούς τόπους.  Επαγωγικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιδιώξουν τη σύσταση βάσεων σε χώρες στις οποίες το κόστος κατασκευής, συντήρησης και λειτουργίας θα είναι το δυνατόν μικρότερο.  Το γεγονός αυτό αυτόματα αποκλείει από το σχεδιασμό τις χώρες της Ευρώπης, οι οποίες είναι παραδοσιακοί σύμμαχοι των Η.Π.Α. αλλά έχουν επιτύχει οικονομική ανάπτυξη τέτοια που να απαιτεί αυξημένες δαπάνες για κατασκευή υποδομών, απασχόληση προσωπικού και λειτουργικά έξοδα.  Ο αμερικανικός σχεδιασμός θα δώσει βάρος στις ζώνες της Ευρώπης που δεν έχουν ακόμα επιτύχει σύγκλιση με το μέσο ευρωπαϊκό όρο οικονομικής ανάπτυξης και που μπορούν να προσφέρουν πρόσβαση με εξαιρετικά χαμηλό κόστος.  Ακριβώς τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν τα φιλικά προσκείμενα προς τις Η.Π.Α. κράτη των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης.
 
2.5 Η Γεωστρατηγική Αξία των Βαλκανίων υπό τη Νέα Διάταξη των Αμερικάνικων Στρατευμάτων

2.5.1   Γεωστρατηγικά Χαρακτηριστικά
Τα κράτη των Βαλκανίων, ιδιαίτερα των ανατολικών, αποτελούν αυτή τη στιγμή γεωγραφικές τοποθεσίες εξόχως κατάλληλες για στρατιωτική εκμετάλλευση από την υπερδύναμη. Με άλλα λόγια καθίστανται απαραίτητες έδρες από τις οποίες ο αμερικανικός στρατός μπορεί να μεταφερθεί με ταχύτητα και ασφάλεια είτε ανατολικά, ώστε να διασφαλίσει την επιρροή στον κεντρικό τομέα της κεντρικής Ασίας, είτε νοτιοανατολικά ώστε να μπορεί να διενεργεί επιχειρήσεις στην ευαίσθητη από πολιτικής και ενεργειακής άποψης Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική. Επίσης να συμβάλλουν στην από νότου ανάζχεση της Ρωσίας. Οι απόσταση που χωρίζει τα ανατολικά Βαλκανικά κράτη από τη Μέση Ανατολή και τις παρυφές της Κεντρικής Ασίας είναι κατά  πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη των παλαιότερων αμερικανικών ψυχροπολεμικών βάσεων της  Κεντρικής Ευρώπης (βλ.Χάρτης 3).  Για τη μετακίνηση στρατευμάτων στο Αζερμπαϊτζάν, πλησίον της Κασπίας Θάλασσας, απαιτούνται δεκαεπτά ημέρες από βάσεις στα Βαλκάνια έναντι εικοσιπέντε ημερών από αντίστοιχες στη Γερμανία.  Το δεδομένο αυτό καθίσταται ακόμα σημαντικότερο αν συνυπολογιστεί ότι το μεγάλο μέρος των αμερικανικών δυνάμεων μεταφέρεται με σκάφη του αμερικάνικου ναυτικού και δεν είναι αερομεταφερόμενο.  Τότε η βαλκανική λύση καθίσταται ακόμα ελκυστικότερη (βλ.Χάρτης 6).   Η Βουλγαρία και η Ρουμανία παρέχουν δυνατότητες θαλάσσιας μεταφοράς στη Μαύρη Θάλασσα ουσαστικά καθιστόντας τη μια γέφυρα μεταξύ της Ευρώπης και του τριγώνου Μέση Ανατολή – Καύκασος – Κεντρική Ασία.  Ταυτόχρονα παρέχουν δυνατότητες αερομεταφοράς προς τα κέντρα επιχειρήσεων τουλάχιστον για ελαφρές αμερικάνικες δυνάμεις οι οποίες, όπως και κατά την εισβολή στον Περσικό του 1991, στο Αφγανιστάν το 2002 και στο Ιράκ το 2003 προπορεύονται των κυρίων στρατευμάτων. 
Η γεωστρατηγική αξία των Βαλκανίων δεν ορίζεται αποκλειστικά από τη δυνητική χρήση της ως εφαλτήριο δυνάμεων προς τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία.  Το γεγονός ότι η Μαύρη θάλλασα αποτελεί ενεργειακή δίοδο όσο και γεωγραφική περιοχή με ανταγωνιζόμενα γεωπολιτικά συμφέροντα που για αιώνες διατηρούνται την καθιστά σημαντική για τις Η.Π.Α.. Αν και η Μαύρη θάλλασα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο του αμερικάνικου ενδιαφέροντος εντούτοις συνδέεται με το καθεστώς ενεργειακής εξάρτησης του Ευρωπαϊκού χώρου, το οποίο θα αναλυθεί αμέσως παρακάτω, τις διαφαινόμενες εντάσεις μεταξύ της Ρωσίας, Ουκρανίας, Γεωργίας και Μολδαβίας όπως και την αναθέρμανση των Τουρκορωσικών σχέσεων που ενοχλεί ιδιαιτέρως την Ουάσινγκτον. 
Η Ρωσία έχει από το 2004 και μετά εντείνει τις πιέσεις της προς την Ουκρανία και τη Γεωργία.  Στην πρώτη περίπτωση την πολιτική κυριαρχία του φιλοδυτικού Yushchenko διαδέχτηκε η ανόρθωση των λιγότερο φιλοδυτικών πολιτικών δυνάμεων του Yanukovich, η οποία συνακόλουθα επιβράδυνε τις διαδικασίες προσέγγισης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και δυσχέρανε την αμερικανική επιρροή στη χώρα.  Αντίστοιχα, η Ρωσία αύξησε τις πιέσεις της προς τη Γεωργιανή κυβέρνηση υποδαυλίζοντας πολιτικά τις αποσχιστικές τάσεις σε Νότια Οσσετία και Αμπχαζία επιδιώκοντας την ανάσχεση της φιλοδυτικής στροφής της χώρας η οποία ήδη συμμετέχει στο πρόγραμμα Συνεργασία για την Ειρήνη του ΝΑΤΟ.   Η ίδια πολιτική ακολουθήθηκε από τη Ρωσία και στην περίπτωση της Τρανσνίστριας της Μολδαβίας με σκοπό την απόσχισή της και την ενσωμάτωσή της στο Ρωσικό κράτος.  Η Τουρκορωσικές σχέσεις επίσης προσφέρουν λόγους ανησυχίας στις Η.Π.Α..  Οι Τουρκικές και Ρωσικές απόψεις για τον τρόπο διαχείρισης του χώρου της Μαύρης Θάλασσας συγκλίνουν στην απόρριψη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας από τα μικρότερα παράκτια κράτη για συντονισμό δράσεων πέρα από το BSEC (Black Sea Economic Cooperation Organization) και την Black-SEAFOR.  Αμφότερες οι χώρες απέρριψαν,  τόσο τις προσπάθειες της Ρουμανίας για την ανάπτυξη του Black Sea Forum, που θα αφορούσε σε συντονισμό σε ζητήματα ασφάλειας,  όσο και τις προτάσεις του ΝΑΤΟ για επέκταση των επιχειρήσεων Active Endeavour στο χώρο της Μαύρης Θάλασσας.   Από τα παραπάνω φαίνεται ότι εμμέσως πλην σαφώς Τουρκία και Ρωσία προωθούν ένα καθεστώς συνδιαχείρισης των θαλασσίων μαζών που παρεμβάλλονται μεταξύ τους γεγονός που περιορίζει δραματικά τις αμερικανικές επιλογές ειδικά σε περιόδους κρίσης των διμερών σχέσεων με τις παραπάνω χώρες.
 Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυριαρχία επί της Μαύρης θάλασσας προσφέρει στις Ηνωμένες πολιτείες μια σειρά από πλεονεκτήματα: α) τη δυνατότητα να αποκτήσουν απευθείας πρόσβαση στις Ουκρανικές ή τις Γεωργιανές ακτές και να καταστούν ανασταλτικοί ρυθμιστές σε περίπτωση εκτράχυνσης των σχέσεων της Ρωσίας με τους γείτονές της. β) την παράκαμψη της Τουρκίας τόσο για ενδεχόμενες επιχειρήσεις στα βάθη της Κεντρικής Ασίας όσο και για την άσκηση ελέγχου και προβολή ισχύος με ζητήματα που σχετίζονται με την ενέργεια ή τη ρωσική επιρροή  γ) τη στήριξη συμμάχων κρατών ως αντιστάθμισμα στις μεγαλύτερες δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή.  Για την εξασφάλιση τέτοιων πλεονεκτημάτων απαιτείται αμερικάνικη στρατιωτική συνεργασία με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία ως μοναδικά παράκτια κράτη με σταθερές πολιτικές δομές και με αποδεδειγμένα φιλοδυτικό προσανατολισμό.
  Από πλευράς οικονομικού κόστους τα Βαλκάνια επίσης παρουσιάζουν κρίσιμα πλεονεκτήματα.  Το κόστος τους αναμένεται ότι αποτελεί απλά ένα κλάσμα του αντίστοιχου κόστους των εν Γερμανία αμερικανικών βάσεων το οποίο έφτανε μέχρι και τα 7 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο.  Για να γίνει το τελευταίο καταννοητό αρκεί  κανείς να συγκρίνει έναν κλασσικό δείκτη οικονομικού κόστους, το κατά κεφαλήν εισόδημα, μεταξύ της Γερμανίας και των Βαλκανικών κρατών.  Το κατά κεφαλήν εισόδημα στη Γερμανία αγγίζει τα 31.400 δολάρια ετησίως ενώ σε Βουλγαρία και Ρουμανία ανέρχεται στα 10.400 και 8.800 δολάρια αντίστοιχα.   Αυτό συνεπάγεται μειωμένα κόστη απασχόλησης προσωπικού και χαμηλό κόστος εκμετάλλευσης ακινήτων.  Στην περίπτωση που ακολουθηθεί η πολιτική της μείωσης των υπερπόντιων αμερικάνικων δυνάμεων περίπου στο μισό και της επανατοποθέτησής των εν Ευρώπη σταθμεύοντων στα Βαλκάνια, τότε τουλάχιστον από πλευράς κόστους τα Βαλκάνια αναδεικνύονται στην πιο συμφέρουσα επιλογή, ακόμα κι αν λάβει κανείς υπόψη τις περιορισμένες επενδύσεις που θα απαιτηθούν.
2.5.2 Ενεργειακοί Παράγοντες

Η γεωγραφική θέση των Βαλκανίων στη νοτιοδυτική πλευρά της Μαύρης Θάλασσας αναπόφευκτα τα εμπλέκει στους ευρύτερους ενεργειακούς ανταγωνισμούς του χώρου της Κεντρικής Ασίας.  Η Μαύρη Θάλασσα  αποτελεί ήδη, και θα αποτελεί μέχρι και την ολοκλήρωση ενός κολοσσιαίου δικτύου αγωγών στην περιφέρειά της, τη σημαντικότερη οδό δια της οποίας το πετρέλαιο της Κεντρικής Ασίας εξάγεται.  Το πετρέλαιο μεταφέρεται από τιν περιοχή της Κασπίας στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και φορτώνεται σε πλωτά  μέσα στα λιμάνια της νότιας Ρωσίας (Novorosiisk, Tuapse), της Ουκρανίας (Sevastapol, Feodosiya, Odessa) και της Γεωργίας (Supsa, Batumi) για να καταλήξει μέσω του Βοσπόρου στη Μεσόγειο και στα κράτη καταναλωτές (βλ. Χάρτης 3). Ο υπό κατασκευή αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, παρακάμπτει ακριβώς τον Βόσπορο   σε αυτό δε έγκειται κατά μεγάλο ποσοστό η μεγάλη σημασία του. Παράλληλα διαμορφώνεται ένα πλέγμα αγωγών αερίου στην περιφέρεια τη Μαύρης Θάλασσας με σκοπό την εξάλειψη του προβλήματος κυκλοφοριακού κορεσμού του Βοσπόρου και την απευθείας πρόσβαση στις αγορές ενέργειας με μικρότερο κόστος.  Το μεγαλύτερο και επιχειρησιακό πρόγραμμα αγωγών είναι αυτή τη στιγμή το επονομαζόμενο BTC και αφορά σε έναν αγωγό πετρελαίου ο οποίος συνδέει το Baku του Αζερμπαϊτζάν, με το Tbilisi στη Γεωργία και το Ceyhan sτην Τουρκία.  Πρόκειται για έναν αγωγό ο οποίος ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2005 και ο οποίος έχει μήκος 1776 χιλιόμετρα.  Η χρηματοδότησή του πραγματοποιήθηκε με κεφάλαια που προέρχονταν από τη Μεγάλη Βρετανία, το Αζερμπαϊτζάν, τις Η.Π.Α., την Ιταλία, την Τουρκία, τη Νορβηγία και την Ιαπωνία.  Από εκεί και πέρα σχεδιάζονται και πραγματοποιούνται ένας μεγάλος αριθμός προγραμμάτων εκ των οποίων κάποια είναι ανταγωνιστικά. 
Ο αγωγός αερίου Nabucco θα συνδέει την Τουρκία με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και θα καταλήγει στην Ουγγαρία και θα έχει συνολικό μήκος 3.300 χλμ μεταφέροντας φυσικό άεριο από την Κασπία, κυρίως το Αζερμπαϊτζάν, στην Ευρώπη (βλ. Χάρτης 4).  Θα έχει χωρητικότητα περίπου 30 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα αερίου και θα αρχίσει να κατασκευάζεται το 2008 για να χρησιμοποιηθεί το 2011.  Το συνολικό του κόστος ανέρχεται στα 5,8 δισεκατομμύρια δολλάρια και θα χρηματοδοτηθεί από μια κοινοπραξία εταιριών από την Αυστρία (OMV), την Ουγγαρία (MOL), τη Ρουμανία (Transgaz), τη Βουλγαρία (Bulgargaz) και την Τουρκία (BOTAS).   Το ανταγωνιστικό του πρόγραμμα αφορά στον αγωγό Blue Stream και, ειδικότερα, την επέκτασή του μέσω των Βαλκανίων.  Ο Blue Stream κατασκευάστηκε από την Ρωσικών συμφερόντων Gazprom και την ιταλική ENI με σκοπό τη ενεργειακή διασύνδεση Ρωσίας και Τουρκίας.  Πρόκειται για έναν αγωγό ο οποίος ξεκινάει από το Izobilnoy της νότιας Ρωσίας και καταλήγει στο λιμάνι της Σαμσούντας στην Τουρκία (βλ. Χάρτης 5).  Το πρόγραμμα κατασκευής του αγωγού ήταν στην ουσία η αντίδραση στην κατασκευή του δυτικής υποστήριξης αγωγού Baku – Tbilisi – Ceyhan ο οποίος παρότι ακριβότερος είχε το πλεονέκτημα της πλήρους παράκαμψης της Ρωσίας.   O αγωγός λειτουργεί από το Νοέμβριο του 2005, εντούτοις, η παρουσία του Nabucco τείνει να τροποποιήσει τα σχέδιά του. H επέκταση του αγωγού Blue Stream ήδη σχεδιάζεται σε μια σύμπραξη της Gazprom με εταίρους στην Ουγγαρία ώστε ο αγωγός να επιμηκυνθεί και να καλύψει όλο το ενεργειακό φάσμα της νότιας Ευρώπης.
Στην περιφέρεια της Μαύρης Θάλασσας εκτιλύσσεται επομένως ένα αγώνας ταχύτητας για την όσο το δυνατόν ταχύτερη κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης από ανταγωνιστικά κράτη. Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει με κάθε θυσία την απαλλαγή της από ένα καθεστώς μονοπωλειακής ενεργειακής εξάρτησης, κυρίως από τη Ρωσία.  Χαρακτηριστικά, όσον αφορά στο φυσικό αέριο που εισάγεται μέσω της Ρωσική Gazprom, η Γαλλία είναι εξαρτημένη κατά 22%, η Γερμανία κατά 40%, η Τουρκία κατά 60%, η Αυστρία κατά 65%, η Τσεχία κατά 79%, η Βουλγαρία κατά 97% και η Σλοβακία 100%.   Τα ήδη οξυμένα ευρωπαϊκά ανακλαστικά στο εν λόγω ζήτημα όξυνε περαιτέρω η διαμάχη επί της παροχής ενέργειας της Ρωσίας με την Ουκρανία και, λίγους μήνες αργότερα, με τη Λευκορωσία.  Οι περιστάσεις απλά κατέδειξαν το προφανές, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να συντονιστεί ώστε να αποτρέψει μια ολοκληρωτική ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία. 
Η αμερικανική πολιτική στην περιοχή επιδιώκει τη σταθεροποίηση του τοπικού υποσυστήματος κυρίως μέσα από την ανάπτυξη συνεργατικών δράσεων μεταξύ των κρατών, αλλά ένα τέτοιο ενδεχόμενο καθίσταται λιγότερο πιθανό όσο οι πολιτικές διαμάχες της Ρωσίας με τις γειτονικές της χώρες παραμένουν.   Έτσι, παράλληλα με τις διπλωματικές προσπάθειες συντονισμού των ευρωπαϊκών με τις αμερικανικές πολιτικές επιλογές και την ενίσχυση των όποιων προσπαθειών διαμόρφωσης πλαισίων διαπραγμάτευσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ισχυρό κίνητρο να επιδιώξουν την απευθείας επιρροή στην περιοχή. Πρώτον, επειδή για τη λειτουργία των αγωγών απαιτείται η περιφερειακή σταθερότητα και, δεύτερον, επειδή ο ανταγωνισμός μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ρωσίας βαίνει εντεινόμενος και η διατήρηση της ηγεμονίας των Η.Π.Α. επιβάλλει την κατά το δυνατόν περιστολή της Ρωσικής ισχύος στο ευρωπαϊκό βάθρο ισχύος.  Με αυτό το σκεπτικό, οι σύμμαχοι των Η.Π.Α. στα Βαλκάνια είναι και οι μοναδικοί οι οποίοι μπορούν να εξασφαλίσουν, τόσο την πολιτική εκπροσώπηση των συμφερόντων τους στο χώρο της Μαύρης Θάλασσας, όσο και τη στρατιωτική παρουσία των ιδίων όσο και των Αμερικανών σε περίπτωση που κάτι τέτοιο απαιτηθεί.

2.6 Συμπεράσματα

Στο σύστημα το οποίο ανέκυψε διαδοχικά μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική στρατιωτική ηγεμονία και η δραματική όξυνση του προβλήματος της τρομοκρατίας απαίτησε, τόσο την γεωγραφικά ευρύτερη δραστηριοποίηση της αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής, όσο και την εσωτερική της μεταρρύθμιση.  Υπό συνθήκες κλιμακούμενης έντασης στις εν εξελίξει επιχειρήσεις του αμερικανικού στρατού, αλλά και με την πρόβλεψη περαιτέρω αύξησης των επιχειρησιακών απαιτήσεων σε νέα γεωγραφικά πλάτη, ο αμερικανικός στρατός υφίσταται τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές τη μεγαλύτερη μετάλλαξη των τελευταίων πενήντα ετών.  Η νέα γεωγραφική κατανομή των δυνάμεών του επιφέρει αναπόφευκτα ένα νέο αποτύπωμα (footprint) αμερικάνικης ισχύος σε περιοχές που μέχρι πριν από μια δεκαετία ήταν πολύ μακρινές και χωρίς ιδιαίτερη σημασία, ώστε να δαπανηθούν χρόνος και πόροι για την αμυντική χρήση τους.  Το νέο αποτύπωμα μπορεί να αναβαθμίζει κάποιες γεωγραφικές περιοχές και τα κράτη που τις καταλαμβάνουν και να υποβαθμίζει άλλες. Συνοψίζοντας την ανάλυση περί της νέας μορφής που προσλαμβάνει το δίκτυο υπερπόντιων βάσεων των Η.Π.Α. θα πρέπει να τονιστούν τα εξής:
• Η μεταρρύθμιση του δικτύου υπερπόντιων βάσεων των Η.Π.Α. αποτελεί μια έκφανση της αλλαγής του αμυντικού περιβάλλοντος μετά τη λήξη του Ψυχρού πολέμου και την ανάδυση του τρομοκρατικού κινδύνου.
• Οι επιχειρησιακοί παράγοντες του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας αλλά και της αειθαλούς αμερικανικής στρατηγική επιρροής στην ευρασιατική νήσο υπαγορεύουν τη σύσταση νέων βάσεων στην ανατολική ζώνη της Ευρώπης, εγγύς των δυνητικών πεδίων μάχης, που θα χρησιμοποιούνται ως σημεία αλμάτων του αμερικάνικου στρατού κι όχι ως βάσεις μόνιμης παρουσίας.
• Η πολιτική πραγματικότητα του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας και οι εκάστοτε επιχειρησιακές ανάγκες επιβάλλουν τη σύσταση νέων βάσεων σε κράτη τα οποία έχουν έμπρακτα αποδείξει ότι συμμερίζονται του στόχους του πολέμου και είτε είναι απαλλαγμένα είτε προτίθενται να υπερκεράσουν τις όποιες εσωπολιτικές δυσχέρειες αφορούν στη λειτουργία τους.
• Οι οικονομικές συνθήκες της υπερδύναμης απαιτούν τη μεσομακροπρόθεσμη περικοπή του κόστους των επιχειρήσεων και συνακόλουθα του δικτύου βάσεων των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.  Οι νέες βάσεις θα είναι εξ’ επινοήσεως χαμηλού κόστους, εφήμερου χαρακτήρα και θα συσταθούν σε ευρωπαϊκά κράτη που προσφέρουν έδαφος και υποστήριξη με μικρό οικομικό αντίκρισμα.
• Το σύνολο του αμερικάνικου σχεδιασμού για το νέο δίκτυο βάσεων δεν αποσκοπεί εξ’ορισμού του στην παροχή υψηλών στρατηγικών, πολιτικών και οικονομικών ανταλλαγμάτων στις χώρες όπου οι βάσεις θα φιλοξενούνται.  Σε καμία περίπτωση τα οφέλη για τα κράτη οικοδεσπότες(host nations) δεν θα πλησιάσουν εκείνα των αντίστοιχων επί Ψυχρού Πολέμου.
Υπό το πρίσμα του νέου αμερικανικού στρατηγικού δόγματος ο ρόλος των Βαλκανίων, πέραν της διατηρούμενου ρόλου ανασχέσεως της Ρωσίας από νότου, διαφοροποιείται ριζικά σε σχέση με το παρελθόν. Τα Βαλκάνια αντιμετωπίζονται σήμερα ως πεδίο στήριξης επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία κι όχι ως χώρος ανάληψης στρατιωτικής δραστηριότητας των Η.Π.Α.. Τέτοιες δραστηριότητες διέθεταν περιεχόμενο μόνο κατά την περίοδο που ο φιλελεύθερος ιδεαλισμός άκμαζε στις Η.Π.Α. και η σταθερότητα της περιοχής συνδέονταν με την υπόσκαψη των καθεστώτων που δεν συνεργάζονταν σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο με την υπερδύναμη. Αντιθέτως, σήμερα τα κράτη των Βαλκανίων αποτελούν χρήσιμη γεωστρατηγική βάση, η οποία  εντάσσεται στα πολιτικά και στρατιωτικά μέσα που αποσκοπούν στην προώθηση των δύο σημαντικότερων στόχων της υπερδύναμης: την διαχρονική επιδίωξη της διατήρηση της ηγεμονικής θέσης και την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας η οποία, σε άγνωστο χρονικό ορίζοντα, θα παραμένει σε υψηλή θέση στην αμερικάνικη ατζέντα. 
Οι δύο αυτοί στόχοι συνδέονται αναπόσπαστα με διεθνοπολιτικά ζητήματα στα οποία τα κράτη της Βαλκανικής, και ιδιαίτερα εκείνα της ανατολικής πτέρυγας, μπορούν να εξυπηρετήσουν τα αμερικάνικα συμφέροντα.  Πρώτον, αποτελούν πολιτικά σταθερούς συμμάχους της Δύσης σε μια περιοχή η οποία επιτρέπει την πρόσβαση στους χώρους της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας υπό ευνοϊκούς όρους και με χαμηλό κόστος˙  δεύτερον, εξασφαλίζουν την πολιτική επιρροή στην ευαίσθητη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας˙ τρίτον, διευκολύνουν τη διαχείρηση της διαρκούς αυξανόμενης ενεργειακής επιρροής της Ρωσίας και, τέταρτον, εμπλουτίζουν το αμερικανικό πολιτικό κεφάλαιο που συνίσταται στην έμπρακτη στήριξη των αμερικανικών επιλογών από χώρες που είτε αποτελούν είτε φιλοδοξούν να αποτελέσουν μέλη του ΝΑΤΟ και της  Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Η.Π.Α. αντιμετωπίζουν τα Βαλκάνια ως μια περιοχή τέτοιας πολιτικής σταθερότητας που δεν χρήζει της προσοχής της αμερικάνικης διπλωματίας.  Αντιθέτως η ανάγκη να αποφευχθεί σήμερα η αποσταθεροποίηση της περιοχής, η οποία θα αυξήσει το πολιτικό και στρατιωτικό κόστος της αμερικάνικης παρουσίας, αλλά και θα καταστήσει τα Βαλκάνια ελκυστικότερο πεδίο ανάπτυξης δράσεων που σχετίζονται με την τρομοκρατία, έμμεσα εξασφαλίζει ένα διαρκές και πρόσθετο αμερικάνικο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη Χερσόνησο του Αίμου.

 
3 ΑΝΑΛΥΣΗ Β’ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ: Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ  ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ Η.Π.Α. ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ Η.Π.Α. ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Ο ακριβής προσδιορισμός της σημερινής και της μελλοντικής πραγματικής διάταξης των αμερικανικών βάσεων ανά τον κόσμο είναι πρακτικά αδύνατος και ξεφεύγει από τα όρια αυτής της ανάλυσης.  Σε κάθε περίπτωση, οι αμερικάνικες βάσεις  εκτός επικρατείας ξεπερνούν τις 700 σε αριθμό κι ένα ελάχιστο μέρος από αυτές είναι κατεγαγγραμένο στη βιβλιογραφία και στα στοιχεία που παρέχονται από το αμερικάνικο υπουργείο εθνικής άμυνας.  Τα γεωγραφικά στοιχεία, η στρατιωτική σύνθεση, όπως και ο στρατηγικός ρόλος τους είναι ευνόητο πως δεν δίνονται στη δημοσιότητα  ενώ υπάρχει πιθανότητα αρκετές βάσεις να λειτουργούν υπό «σημαία ευκαιρίας» οπότε τυπικά να λειτουργούνται από χώρες συμμάχους αλλά ουσιαστικά από τον αμερικάνικο στρατό.   Παρόλα αυτά ο γενικός εντοπισμός των βάσεων είναι θεωρητικά εφικτός από την άποψη ότι γνωρίζοντας τις γεωγραφικές περιοχές υψηλού αμερικανικού ενδιαφέροντος και διακρίνοντας τα είδη των απειλών μπορεί κανείς να εξαγάγει συμπεράσματα που σχετίζονται με την πολιτική που ακολουθείται στη διασπορά των αμερικάνικων στρατιωτικών βάσεων.  Ειδικότερα για τα Βαλκάνια η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή εξελίχθηκε μέσα από δύο πυλώνες εξωτερικής πολιτικής: α) μέσα από την προώθηση των βαλκάνιων  συμμάχων στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και, β) μέσα από τις διμερείς πολιτικές και στρατιωτικές σχέσεις που οι Η.Π.Α. με στρατηγικό σχεδιασμό έχουν αναπτύξει.


3.1 Η Στρατηγική Διεύρυνσης του ΝΑΤΟ

Η ανάλυση του προηγούμενου παράγοντα κατέδειξε ότι τα αμερικανικά συμφέροντα εστιάζονται τόσο στη διατήρηση της ηγεμονικής θέσης των Η.Π.Α.  απέναντι σε κράτη που μπορούν να αναρριχηθούν μεσομακροπρόθεσμα στην ιεαρχία της διεθνούς ισχύος όσο και στην πάταξη της τρομοκρατίας, η οποία συνιστά μια γεωγραφικά διεσπαρμένη απειλή και βρίσκεται σε υψηλή θέση στην ατζέντα εξωτερικής πολιτικής.  Ο εν λόγω στρατηγικός προσανατολισμός διαχύθηκε σε διάστημε ολίγων μόνο ετών στις δομές και την αποστολή του ΝΑΤΟ.  Στην ουσία παγιώθηκε και καλλιεργήθηκε στον ευρωπαϊκό χώρο εξαιτίας του γεγονότος ότι η πλειοψηφία των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ευθυγραμμίστηκε με τις Η.Π.Α. στο ζήτημα του Ιράκ και διαμόρφωσε αντίστοιχες δυναμικές εντός κι εκτός του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου.
Kεντρικός άξονας της μελέτης των εσωτερικών εξελίξεων του ΝΑΤΟ είναι η μετάλλαξή του από έναν αυστηρά αμυντικό οργανισμό της εποχής του Ψυχρού Πολέμου σε έναν πολιτικό οργανισμό της μετα-ψυχροπολεμικής εποχής.  Το «νέο στρατηγικό δόγμα» του ΝΑΤΟ, το οποίο υιοθετήθηκε το Νοέμβριο του 1991 ουσιαστικά ξεκίνησε μια διαδικασία βαθιάς αλλαγής του οργανισμού η οποία αποσκοπούσε: α) στην ανάληψη νέου τύπου επιχειρήσεων που θα προασπίζονταν τη σταθερότητα σε έναν εξαιρετικά ευρή γεωγραφικό χώρο και ταυτόχρονα β) τη διεύρυνσή του προς ανατολάς ώστε  να συμπεριλάβει το σύνολο των ευρωπαϊκών (δυτικών και ανατολικών) κρατών.  Η ανάγκη να ενταχθούν στον οργανισμό κράτη που ανήκαν μέχρι πρότινος στη σοβιετική σφαίρα, τα λεγόμενα «κράτη υπό μετάβαση» δημιούργησε ένα νέο σύνολο προϋποτιθέμενων συνθηκών ένταξης, απόλυτα σύμφωνο με τα δυτικά, εν πολλοίς αμερικανικά, πρότυπα ευνομούμενης δημοκρατίας.  Το ΝΑΤΟ επέβαλε στα υποψήφια προς ένταξη μέλη ένα «κεκτημένο» το οποίο αποτελούνται από τρεις «τάξεις κανόνων» που αφορούσαν στα εξής.  Πρώτον, τους κανόνες διεθνούς ειρήνης όπως το δικαίωμα συλλογικής αυτοάμυνας, το δόγμα της μη επίθεσης, της υποχρέωσης ελέγχου των εξοπλισμών και του σεβασμού των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε..  Δεύτερον, τους κανόνες της διεθνούς οικονομίας, δηλαδή την προάσπιση της ελευθερίας του εμπορίου, το σεβασμό του δικαίου της θάλασσας και τη διεθνή συνεργασία.  Τρίτον, τους κανόνες εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης, δηλαδή το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη στήριξη της δημοκρατίας.
Κατά το τελευταίο κύμα διεύρυνσής του, το ΝΑΤΟ κάλυψε γεωγραφικά τη νοτιοανατολική Ευρώπη και το ανατολικό τμήμα των Βαλκανίων. Στους κόλπους του περιήλθαν η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σλοβακία και η Σλοβενία.  Η εισδοχή των νέων μελών επιβλήθηκε στην πράξη από την υπερδύναμη υπό το σκεπτικό διαμόρφωσης ευνοϊκότερων πολιτικών συνθηκών στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο.  Οι Ηνωμένες Πολιτείες επεδίωκαν την εμπλοκή των εν λόγω χωρών στο ΝΑΤΟ καθώς διέγνωσαν ότι μπορούσαν να βασιστούν στα νέα μέλη, αφενός, για να ενισχύσουν την παγκόσμια στρατηγική τους δημιουργώντας μια νέα ομάδα κρατών, έτοιμων να συμβάλλουν σε επιχειρήσεις αμερικανικών συμφερόντων και, αφετέρου, για να αποκτήσουν πρόσθετη πολιτική υποστήριξη στον πολιτικό χώρο της Ευρώπης όπου επιδιώκουν να διαχειριστούν τον άξονα Γαλλίας-Γερμανίας.  Επιπλέον, η ενεργός σύμπραξη με τη Βουλγαρία  και τη Ρουμανία εξασφάλιζε τις προϋποθέσεις για ευρύτερη δραστηριοποίηση στο χώρο της Μαύρης Θάλασσας, η οποία καθίσταται αποφασιστικής σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.
Ο αναγνώστης θα πρέπει να γνωρίζει ότι τα εμπλεκόμενα συμφέροντα στα Βαλκάνια δεν περιορίζονται αποκλειστικά σε εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.  Δεδομένου ότι τα προβλήματα της διαμόρφωσης καθεστώτος ασφάλειας, της τήρησης του νόμου και της διαφάνειας εμμένουν, στην περιοχή διακυβεύονται επίσης και ευρωπαϊκά συμφέροντα.  Όσον αφορά στους Ευρωπαίους, οι στόχοι συνοψίζονται στη σταθεροποίηση της περιοχής, ώστε να αποφευχθεί το κόστος διαχείρισης μια κρίσης πλησίον των ανατολικών συνόρων της Ε.Ε., στην αποτελεσματική αντιμετώπιση τους οργανωμένου εγκλήματος που ενδημεί στην περιοχή και στην αποτροπή δημιουργίας ενός νέου μεταναστευτικού κύματος, ιδιαίτερα προς τις νεοεισαχθείσες και πολιτικά ευαίσθητες χώρες της Ένωσης.  Ταυτόχρονα, οι Ευρωπαίοι αποβλέπουν και στη διαμόρφωση ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξη εμπορικών δραστηριοτήτων με τα βαλκανικά κράτη.   Mπορούμε έτσι να υποστηρίξουμε ότι τουλάχιστον όσον αφορά στη ΝΑΤΟϊκή παρουσία στα Βαλκάνια παρατηρείται σύμπνοια μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών και των Η.Π.Α..
Από την πλευρά των χωρών των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης γενικότερα, η επιδίωξη προσέγγισης με την υπερδύναμη πηγάζει από την ανάγκη εξασφάλισης των βασικών εθνικών απαιτήσεων σταθερότητας, ασφάλειας και ανάπτυξης.  Κατ’ ουσίαν, η υψηλή στρατηγική των νεοεισαχθέντων χωρών εδράζεται σε δύο άξονες: τη διατήρηση της συνοχής και αποτελεσματικότητας του ΝΑΤΟ ως παρόχου συλλογικής ασφάλειας απέναντι σε μια ενδεχόμενο αναβίωση του ρωσικού κινδύνου και τη διαρκή εμπλοκή των Η.Π.Α. στα ζητήματα της Ευρώπης, κυρίως ως αντίβαρο στον άξονα Γαλλίας – Γερμανίας.  Βέβαια δεν παραλείπουν να επιδιώκουν, ως μέρος της ίδιας στρατηγικής τους την ένταξλη τους και στην ΕΕ, για εξασφάλιση οικονομικών, κυρίως, ωφελειών.  Ο τρίτος πυλώνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορά στην κοινή εξωτερική πολιτική και ασφάλεια δεν θεωρείται ακόμα αξιόπιστος ή αρκούντως αποτελεσματικός από τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.  Το γεγονός αυτό κατέστη ιδιαιτέρως εμφανές όταν στις 30 Ιανουαρίου του 2003 δέκα νεοεισαχθέντα, υπό ένταξη ή με ενταξιακές προοπτικές κράτη της Ε.Ε. (Αλβανία, Βουλγαρία, Κροατία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, Ρουμανία, Σλοβακία και Σλοβενία) υπέγραψαν στο Βίλνιους την επιστολή υποστήριξης των αμερικάνικων σχεδίων για εισβολή και αλλαγή καθεστώτος στο Ιράκ.  Με την ενεργή υποστήριξη προς τις Η.Π.Α. τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων πέτυχαν τόσο την υποστήριξη του σημαντικότερου νατοϊκού μέλους όσο και την ενεργότερη εμπλοκή του στο χώρο της ανατολικής Ευρώπης μέσα από τη σύσταση στρατιωτικών βάσεων στο έδαφός τους.
Στο σημερινό Βαλκανικό περιβάλλον, το ΝΑΤΟ ως δυτικός βραχίονας διαχείρισης των ζητημάτων ασφάλειας καλείται, πρώτον, να διαχειριστεί και να διαφυλάξει την ειρήνη στην περιοχή μέσα από τις αποστολές που έχει αναλάβει.  Δεύτερον, να συμβάλλει στην πολιτική και πολιτειακή σταθεροποίηση των κρατών της περιοχής μέσα από τις προβλεπόμενες για σταδιακή προσέγγιση ή μελλοντική ένταξη διαδικασίες στις οποίες οι τελευταίοι έχουν εισαχθεί, δηλαδή το Membership Action Plan [MAP] και το Partnership for Peace [PfP].  Η επιτυχής εξέλιξη των παραπάνω διαδικασιών θα αποφέρει στο ΝΑΤΟ περισσότερους και στρατιωτικά ισχυρότερους συμμάχους και πλήρη αξιοποίησή τους, εφόσον θα έχουν αντιμετωπιστεί τα προβλήματα διαλειτουργικότητας που μέχρι στιγμής παραμένουν δυσεπίλυτα. Παράλληλα, το πρόγραμμα Partnership for Peace θα συνεχίσει να δρα συμπληρωματικά με το Ευρωπαϊκό Stabilization and Association Process [SAP] , σκοπεύοντας στην ευχερέστερη προσέγγιση των βαλκανικών κρατών στον ευρωπαϊκό πολιτικό και οικονομικό χώρο .  Τρίτον, το ΝΑΤΟ καλείται να αντλήσει στρατιωτικούς πόρους από τα κράτη της περιοχής για την περαιτέρω εμπλοκή του στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, μετά από την ενεργοποίησή του στο μεταπολεμικό Αφγανιστάν.
Επομένως, για  να κατανοήσει κανείς τη σημασία του ΝΑΤΟ, για τις στρατιωτικές διαστάσεις της αμερικάνικης παρουσίας στα Βαλκάνια, θα πρέπει να αποκρυσταλλωθεί, αφενός, η έκταση και ο ρόλος της σημερινής παρουσίας του ΝΑΤΟ στην περιοχή και, αφετέρου, η πολιτική των νέων βαλκανικών μελών και οι προοπτικές των υπό ένταξη κρατών των Βαλκανίων.

3.1.1 ΝΑΤΟϊκή Παρουσία στα Βαλκάνια

Όσον αφορά στη σημερινή παρουσία του ΝΑΤΟ, τον βασικό επιχειρησιακό του χώρο αποτελεί το Κόσοβο. Στο Κόσοβο, το ΝΑΤΟ διαδραματίζει ρόλο εγγυητή της ειρήνης σε συνεργασία με τον ΟΑΣΕ και την Ε.Ε..  Περίπου 15.000 νατοϊκοί στρατιώτες [προερχόμενοι από συμμαχικές χώρες και εταίρους] επιχειρούν στην περιοχή υπό την ηγεσία του Γερμανού Αντιστρατήγου Ronald Kather. Με δεδομένο ότι οι προσπάθειες ανάκαμψης της οικονομίας του Κοσόβου και της σταθεροποίησης του πολιτικού του συστήματος δεν έχουν μέχρι τώρα ευοδωθεί, η αποστολή του ΝΑΤΟ στην περιοχή καθίσταται ολοένα περισσότερο απαραίτητη και δύσκολη, όπως άλλωστε κατέδειξαν και οι ταραχές του Μαρτίου του 2004.  Οι ταραχές και η δυσχερής καταστολή τους αποκάλυψαν την έλλειψη δυνατοτήτων της KFOR για διαχείριση πλήθους, αλλά και μια σειρά από διαρθρωτικές ατέλειες που έχουν να κάνουν με τον πολυεθνικό χαρακτήρα των νατοϊκών στρατευμάτων.  Πολλές από τις μονάδες της νατοϊκής δύναμης καθυστέρησαν σημαντικά ή και αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις συμμαχικές επιχειρήσεις αναμένοντας εντολές από το εθνικό τους κέντρο. Το γεγονός ότι οι αστυνομικές/στρατιωτικές δυνάμεις που σχεδιάζεται να υποκαταστήσουν το ΝΑΤΟ στην περιοχή είτε παρουσιάζουν χαμηλές επιχειρησιακές δυνατότητες   είτε η σύνθεσή τους είναι προβληματική οδηγεί στο ασφαλές  συμπέρασμα ότι το ΝΑΤΟ δύσκολα θα προχωρήσει σε βραχυμεσοπρόθεσμη απεμπλοκή.  Για τον Υφυπουργό των Εξωτερικών κ. Nicholas Burns, εξάλλου, τα Βαλκάνια πρέπει να σταθεροποιηθούν, ώστε να εξασφαλίσουν οφέλη από την γειτονία με κράτη τα οποία βρίσκονται ήδη εγγύτερα στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Μέχρι τότε οι Η.Π.Α. θα παραμείνουν στην περιοχή ώστε «η δουλειά να τελειώσει».   Η ανάγκη εξεύρεσης συμμάχων στην περιφέρεια του Κοσόβου, που θα συμβάλλουν αποφασιστικά και σύμφωνα με τις νατοϊκές επιταγές στις επιχειρήσεις καθίσταται έτσι  σημαντική.
3.1.2 Οι Βαλκάνιοι Σημερινοί και Δυνητικοί Εταίροι του ΝΑΤΟ και των Η.Π.Α.

Από τις εννέα χώρες των Βαλκανίων τρία έχουν ήδη καταστεί πλήρη μέλη της συμμαχίας.  Αυτό ήταν αποτέλεσμα όχι μόνο της εξέλιξης του εσωτερικού τους πολιτικού συστήματος και της υιοθέτησης των νατοϊκών προτύπων στο στρατιωτικό τομέα αλλά, κυρίως, της σύγκλισής τους με τα αμερικανικά συμφέροντα.  Η Βουλγαρία και η Ρουμανία υπήρξαν από τις πρώτες που εκδήλωσαν την υποστήριξή τους στην μετά την 11η Σεπτεμβρίου αμερικανική στρατηγική τόσο στα πλαίσια του Ο.Η.Ε. όσο και με απτές στρατιωτικές ενισχύσεις.  Αμφότερες επέτρεψαν τη χρήση εδάφους, θαλάσσης και αέρα για τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού σε επιχειρήσεις στο Ιράκ.  Διέθεσαν, παράλληλα, ειδικευμένες μονάδες αντιμετώπισης βιοχημικού και πυρηνικού πολέμου στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Αμφότερες συμμετείχαν ενεργά στην ISAF [International Security Assistance Forces] στο Αφγανιστάν ενώ η Βουλγαρία είχε ήδη στο ενεργητικό της την παραχώρηση διευκολύνσεων κατά τη διάρκεια των νατοϊκών επιχειρήσεων «Allied Force» και «Joint Guardian» σε Σερβία και Κόσοβο αντίστοιχα.  Το σημαντικότερο, η Βουλγαρία αρνήθηκε αντίστοιχο δικαίωμα στη ρωσική αεροπορία γεγονός που μεταφράστηκε σε σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα για τις  Η.Π.Α..  Επίσης, η Βουλγαρία υπήρξε η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Π.Γ.Δ.Μ. στα 1992 ουσιαστικά συγκλίνοντας με τις ανεπίσημες αλλά υπαρκτές αμερικάνικες επιταγές.  Αποτέλεσμα των παραπάνω και των συνεχιζόμενων στενών αμερικανοβουλγαρικών επαφών είναι να θεωρείται η Βουλγαρία ως ο σημαντικότερος βαλκανικός σύμμαχος των Η.Π.Α. σήμερα.

 ΑΛΒΑΝΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ ΒΟΣΝΙΑ ΕΡΖΕΓΟ-ΒΙΝΗ ΚΡΟΑΤΙΑ ΚΟΣΣΟΒΟ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟ ΠΓΔΜ ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΣΕΡΒΙΑ
PfP X X X X  X X X X
MAP X X  X   X X 
NATO  X      X 

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η αμερικάνικη υποστήριξη της υποψηφιότητας των χωρών για το ΝΑΤΟ ήταν αναμενόμενη από πολιτικής και οικονομικής άποψης.  Τα αντικειμενικά δεδομένα των υποψηφίων της ανατολικών Βαλκανίων εξασφάλιζαν ότι στη ζυγαριά μεταξύ οικονομικού και πολιτικού κόστους, η πολιτική εισφορά των χωρών της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας παρέκαμπτε τα οικονομικά ζητήματα.  Προσέφερε τη στήριξη των αμερικανικών στρατηγικών επιλογών και τη διατήρηση της αμερικάνικης δέσμευσης στην Ευρώπη με περιορισμένο πολιτικό κόστος, εν μέσω ταραγμένων διατλαντικών σχέσεων λόγω της επέμβασης στο Ιράκ.   Η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στο ΝΑΤΟ τον Απρίλιο και το Μάρτιο του 2004 απλά επισφράγισε μια πολύχρονη προσέγγιση των χωρών των Ανατολικών Βαλκανίων με την υπερδύναμη.
Από τις χώρες της Βαλκανικής που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ, μια σημαντική μερίδα έσπευσε να συνάψει σχέσεις με τη συμμαχία από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 κι έπειτα.  Η Αλβανία εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Συνεργασία για την Ειρήνη» (εφ’εξής PfP) από το 1994, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας από το 1995, η Κροατία από το 2000 ενώ η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη εντάχθηκαν στο PfP μόλις στις 14 Δεκεμβρίου του 2006.  Το πρόγραμμα PfP λειτουργεί υπό το Ευρατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας και στόχος του είναι να ωθήσει τις χώρες-μέλη στην υιοθέτηση του χαλαρού, σε σχέση με τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολιτικού και στρατιωτικού κεκτημένου αναφέρθηκε πιο πάνω. Στην πραγματικότητα, το PfP αποτελεί το βαρόμετρο στις σχέσεις της εκάστοτε χώρας με τη Συμμαχία κι εξασφαλίζει την εποπτεία των εσωτερικών τους διαδικασιών με μακρόπνοο στόχο την ένταξη. 
Οι τρεις χώρες οι οποίες προβλέπεται να εξεταστούν ως υποψήφια μέλη στο γύρο διαπραγματεύσεων του 2008 είναι η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (εφ’εξής ΠΓΔΜ), η Κροατία και η Αλβανία. Και οι τρεις έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα Membership Action Plan (εφ’εξής MAP) και βρίσκονται σε φάση μεταρρυθμίσεων προκειμένου να συγκλίνουν με τα νατοϊκά κριτήρια. Σύμφωνα με τα πορίσματα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ, η ΠΓΔΜ έχει επιδείξει σημαντική πρόοδο στον τομέα των μεταρρυθμίσεων.  Ο διοικητής της ΝΑΤΟϊκής δύναμης στα Σκόπια υπογράμμισε ότι η κατάσταση στη χώρα χαρακτηρίζεται ως σταθερή και οι μέχρι τώρα εκθέσεις που συντάχθηκαν από τα αρμόδια όργανα δείχνουν ότι στον τομέα της ασφάλειας η ΠΓΔΜ έχει κάνει μεγάλα βήματα.   Παρα ταύτα, πρόοδος μένει ακόμα να πραγματοποιηθεί στο ζήτημα του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της οικονομίας, αν και η σοβαρότητα των εν λόγω ζητημάτων δεν συνδέεται αυτόματα με τη σταθερότητα της χώρας και την ενδεχόμενη ένταξή της.  Τόσο η Κροατία όσο και η Αλβανία βρίσκονται σε παράλληλη πορεία.  Η Κροατία ουσιαστικά άνοιξε το δρόμο για τη Συμμαχία συνεργαζόμενη πλήρως με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στα ζητήματα της έκδοσης κατηγορουμένων για εγκλήματα πολέμου και τώρα βρίσκεται στην τελική ευθεία για την ένταξη.  Η Αλβανία, αντίστοιχα, διεξήγαγε με επιτυχία τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2005 αντλώντας με αυτό τον τρόπο αναγνώριση προόδου από τη Συμμαχία,  αλλά οι δημοτικές εκλογές του 2007 απογοήτευσαν τη διεθνή κοινότητα η οποία, μέσω του ΟΑΣΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά όχι και του ΝΑΤΟ, κατηγόρησε την Κυβέρνηση Berisha για παρατυπίες και ελλειπή στήριξη των δημοκρατικών διαδικασιών . Οι παραπάνω προσπάθειες αφομοίωσης των δημοκρατικών θεσμών υπόκεινται στο συντονισμό που προκύπτει μέσα από την αναβάθμιση των επαφών μεταξύ του ΝΑΤΟ και των εν λόγω χωρών.  Το ΝΑΤΟ σύστησε μια σειρά τοπικών αρχηγείων, τα οποία είχαν ως στόχο την υποβοήθηση των πολιτικοστρατιωτικών διαδικασιών που απαιτούνται για την ένταξη.  Συστήθηκε ένα Στρατηγείο στο Σαράγεβο της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης (NHQSa - Ιούλιος 2006), ένα στα Σκόπια της ΠΓΔΜ (NHQSk - Μάρτιος 2006), κι ένα στα Τίρανα της Αλβανίας (NHQTi - Ιανουάριος 2006).  Τα εν λόγω Στρατηγεία λειτουργούν υπό ένα καθεστώς οικονομικής και χρονικής πίεσης καθώς οι διαδικασίες βελτιστοποίησης της απόδοσης του οργανισμού επιβάλλουν την τέλεση των καθηκόντων τους με διαρκώς μειούμενο προσωπικό.  Μέσα στο 2006 το απασχολούμενο προσωπικό μειώθηκε σε ποσοστά από 40% μέχρι και 80%.  Παρ’ όλα αυτά, τα αποτελέσματα της εν λόγω συνεργασίας στη χρονική περίοδο του 2006 κρίνονται ως θετικά.  Αξιόπιστες πηγές του ΝΑΤΟ αναφέρουν ότι σημαντική πρόοδος επιτεύχθηκε στους τομείς της αναδιοργάνωσης των ενόπλων δυνάμεων των χωρών, της εκπαίδευσης των στρατιωτικών σωμάτων και της αφομοίωσης των ΝΑΤΟϊκών προτύπων σε επίπεδο συντάγματος. Η συνεχιζόμενη εξέλιξη των στρατιωτικών οργανισμών των βαλκανικών κρατών θα διευκολύνει σημαντικά την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ.
Ο σημαντικότερος παράγοντας, εντούτοις, ο οποίος ωθεί τις υποψηφιότητες της ΠΓΔΜ, της Κροατίας και της Αλβανίας είναι η συμμετοχή τους στη Χάρτα της Αδριατικής.  Η Χάρτα της Αδριατικής είχε ως σκοπό τόσο την ενίσχυση και τη συνεργασία των εν λόγω χωρών με τις Η.Π.Α. προκειμένου να ενταχθούν το ταχύτερο δυνατόν στο ΝΑΤΟ όσο και την περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεών τους με τις ίδιες τις Η.Π.Α..  Υπ’ αυτό το πρίσμα οι Η.Π.Α. εξελίχθηκαν σε αποφασιστικό παράγοντα στήριξης των υποψηφιοτήτων τους στο ΝΑΤΟ δεδομένου ότι και οι τρεις χώρες προσέφεραν υποστήριξη πολιτική και στρατιωτική στις επιχειρήσεις των Η.Π.Α. σε Αφγανιστάν και Ιράκ.  Στα πλαίσια της Χάρτας οι Η.Π.Α. υπέγραψαν σειρά συμφωνιών με την Αλβανία που ξεκινούσαν από διακηρύξεις ενάντια στην τρομοκρατία κι έφταναν μέχρι και σε στρατιωτική συνεργασία και δυνατότητες μεταστάθμευσης αμερικανών στρατιωτών.   Αντίστοιχα, οι σχέσεις Κροατίας – Η.Π.Α. χαρακτηρίστηκαν από συνεργασία στο Αφγανιστάν και παροχή οικονομικής βοήθειας.  Όσον αφορά, δε, τη συνεργασία των Η.Π.Α. με τη ΠΓΔΜ, αυτή χαρακτηρίστηκε από απόλυτη σύμπνοια με τις αμερικάνικες πολιτικές επιταγές.  Το κοινοβούλιο της ΠΓΔΜ ενέκρινε τον Ιανουάριο του 2003 την αποστολή ειδικών δυνάμεων στο Ιράκ  των οποίων η παραμονή θα είναι μακροχρόνια και βρίσκεται ήδη στο δεύτερο κύκλο της.

3.2 Διμερείς Πολιτικοστρατιωτικές Σχέσεις στα Βαλκάνια

Οι Η.Π.Α. δεν εξασφάλισαν τη στρατιωτική παρουσία στα Βαλκάνια μόνο μέσω των ΝΑΤΟϊκών διαδικασιών.  Ένα μέρος των υποδομών που χρησιμοποιούνται για την υπόβοήθηση των δράσεων της KFOR είναι αμιγώς αμερικάνικες βάσεις των οποίων η λειτουργία ουσιαστικά “υπενοικιάζεται” στο ΝΑΤΟ.  Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα είναι οι μεγαλύτερες βάσεις των Βαλκανίων, δηλαδή οι αμερικάνικες Camp Bondsteel πλησίον του Urosevac και Camp Montieth στη Gnhilane, υπό τον τίτλο “Δύναμη Αετός”  (Task Force Falcon).  Αμερικανική, αντίστοιχα είναι και η Camp Able Sentry η οποία επιχειρεί στα Σκόπια.  Οι βάσεις αυτές σχεδιάστηκαν και  κατασκευάστηκαν σε βραχύ χρονικό διάστημα ώστε να εξυπηρετήσουν τις αρχικές υψηλές απαιτήσεις προβολής ισχύος στην περιοχή.  Η κυρίαρχη τάση σήμερα, εντούτοις, είναι η σταδιακή εκλογίκευση του μεγέθους και του συνεπακόλουθου κόστους τους, ώστε να καταστούν Συνεργατικές Τοποθεσίες Ασφάλειας ή Προωθημένες Επιχειρησιακές Τοποθεσίες.  Η νέα τους μορφή θα τις εντάξει στο νέο αμερικανικό στρατιωτικό δόγμα, το οποίο προβλέπει οι βάσεις των βαλκανίων να είναι εφαλτήρια επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή κι όχι σημεία διεξαγωγής επιχειρήσεων.
Οι υποδομές των βάσεων του Κοσόβου μπορούν να εξυπηρετήσουν τη νέα αμερικάνικη στρατηγική.  Παραταύτα, η γεωγραφική τους θέση αποτελεί απαύγασμα των αναγκών διαχείρησης της εσωτερικής κατάστασης του Κοσόβου και δεν εξυπηρετεί τους στόχους που τέθηκαν μετά το 2001.  Ουσιαστικά, η γεωστρατηγική αξία των εν λόγω βάσεων μειώθηκε ανάλογα με τη αξία του Κοσόβου ως αντικειμένου της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α..  Σε αυτό το πλαίσιο η σύσταση νέων βάσεων κατέστη απαραίτητη και οδήγησε στη σταδιακή μετατόπιση των αμερικανικών στρατευμάτων ανατολικότερα και εγγύς των ακτών της Μαύρης Θάλλασας.
Οι Η.Π.Α. προχώρησαν μέσα στο 2005 και το 2006 σε υπογραφές συμφωνιών με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία προκειμένου να τους δοθούν δικαιώματα χρήσης βάσεων κοντά στις ακτές της Μαύρης Θάλλασας.  Κάποιες από τις βάσεις αυτές είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί μέσω ad hoc συμφωνιών βραχέως χρόνου για τις ανάγκες των αμερικανικών επιχειρήσεων στο Ιράκ το 2003.  Η αεροπορική βάση Kogalniceanu στην νοτιοανατολική Ρουμανία αποτέλεσε κόμβο για 7.000 αμερικανούς στρατιώτες και τον εξοπλισμό τους ενώ μια δύναμη 3500 στρατιωτών στάθμευσε εκεί για μερικούς μήνες.   Αντίστοιχα, σε Βουλγαρικές βάσεις πραγματοποιήθηκαν ασκήσεις αμερικανικών δυνάμεων με και χωρίς τη συμμετοχή αντίστοιχων βουλγαρικών από το 2003 μέχρι και το 2006.
Η συμφωνία σύστασης αμερικανικών βάσεων στη Ρουμανία υπογράφτηκε στις 12 Ιουνίου του 2005 και προβλέπει τη χρήση από τις Η.Π.Α. τριών εγκαταστάσεων του ρουμανικού στρατού ξηράς και μίας αεροπορικής βάσης.  Πρόκειται για τα στρατόπεδα Smardan, Babadag, Cincu και την αεροπορική βάση Mihail Kogalniceanu.   Το Smardan είναι μια αχανής στρατιωτική εγκατάσταση, έκτασης περίπου 8500 εκταρίων και χωρητικότητας 600 στρατιωτών, και σε συνδυασμό με το Babadag, έκτασης 2700 εκταρίων και χωρητικότητας 250 στρατιωτών, θα αποτελούν χώρους μεταστάθμευσης αλλά και, λόγω της μεγάλης έκτασης, εκπαίδευσης των αμερικανικών δυνάμεων.  Η αεροπορική βάση Mihail Kogalniceanu είναι στην πραγματικότητα μια ψυχροπολεμική βάση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η οποία λόγω μήκους διαδρόμου (3500 μέτρα) μπορεί να δεχθεί ακόμα και μεγάλα μεταγωγικά αεροσκάφη όπως τα C-17 και τα C-5 εξασφαλίζοντας εξαιρετικές δυνατότητες αερομεταφοράς.  Με βάση τις αμερικανικές επίσημες δηλώσεις οι βάσεις αυτές δεν πρόκειται να ενταχθούν οργανικά και πολιτικά στον αμερικανικό στρατό, αλλά θα παραμείνουν υπό Ρουμανική σημαία και θα διοικούνται από Ρουμάνους διοικητές.
Η συμφωνία με τη Βουλγαρία υπογράφτηκε στις 28 Απριλίου 2006 και είχε ως αντικείμενο τη χρήση δύο αεροπορικών βάσεων κι ενός πεδίου εκπαίδευσης.  Πρόκειται για τις αεροπορικές βάσεις Bezmer και Graf Ignatievo και για το πεδίο βολής Novo Selo. Η Novo Selo και η Bezmer θα είναι είναι οι κύριες επιχειρησιακές βάσεις ενώ το Graf Ignatievo θα έχει ρόλο υποβοηθητικό.  Εξάλλου, η Novo Selo έχει αποτελέσει πεδίο συνεκπαίδευσης αμερικανικών και βουλγαρικών δυνάμεων εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν επενδύσεις περίπου 3 εκατ. δολαρίων υπό τη μορφή υπηρεσιών, αποθεμάτων και εξοπλισμού που αγοράστηκε από την εγχώρια αγορά.  Οι βάσεις αυτές θα παραμείνουν υπό Βουλγαρική διοίκηση και σημαία και ο ρόλος των αμερικανών διοικητών θα είναι συμβουλευτικός κι όχι συν-διοικητικός.   Παράλληλα, η λειτουργία των βάσεων θα περιορίζεται από τους όρους της Βουλγαρικής νομοθεσίας και η τελευταία θα έχει το δικαίωμα να εφαρμόσει τις ποινές του νόμου εφόσον επικαλεστεί εθνικό συμφέρον.  Οι βάσεις θα καταστούν πλήρως επιχειρησιακές μέσα στο 2007 και θα φιλοξενούν μέχρι και 2500 αμερικανούς στρατιώτες, οι οποίοι θα διαμένουν και θα εκπαιδεύονται σε αυτές χωρίς την παρουσία των οικογενειών τους και για λιγότερο από 6 μήνες κάθε φορά.  Τα οικονομικά ωφέλη θα είναι σημαντικά για την τοπική κοινωνία, αλλά περιορισμένα για το σύνολο του κράτους.  Οι Η.Π.Α. προτίθενται να καταβάλλουν περίπου 40-50 εκατ. δολάρια για κτηριακές εγκαταστάσεις, 5-10 εκατ. για υποδομές οδικού δικτύου, 900 χιλιάδες με 1,3 εκατ. δολάρια ετησίως για τη συντήρηση των παραπάνω, ενώ συμβόλαια θα υπογραφούν με τοπικές επιχειρήσεις για την παροχή τροφής, καυσίμων και άλλων αναλωσίμων.   Επομένως, οι οικονομικές δαπάνες που συνεπάγεται η χρήση των βάσεων θα προσανατολίζονται σε έναν περιβάλλοντα χώρο και δεν θα παίρνει τη μορφή απευθείας πληρωμών προς την εκάστοτε κυβέρνηση.
Τα στρατεύματα τα οποία θα χρησιμοποιούν τις βάσεις και στις δύο χώρες τίθενται υπό την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Διοίκησης (European Command) του αμερικανικού στρατού και διαμορφώνουν την Joint Task Force East.  Πρόκειται δηλαδή για την ανατολική πτυχή των εν Ευρώπη αμερικανικών δυνάμεων, οι οποίες θα εκμεταλλεύονται τις εγκαταστάσεις για μεταστάθμευση, εξοπλισμό και εκπαίδευση δυνάμεων και θα επιχειρούν στο Ιράκ, το Αφγανιστάν ή σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της Κεντρική Ασίας και της Μέσης Ανατολής απαιτηθεί.  Οι κύριες συμφωνίες συνοδεύονται από μια σειρά παράπλευρων συμφωνιών μικρότερης σημασίας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται εγγυήσεις ασφάλειας υψηλότερες από εκείνες των συμμάχων του ΝΑΤΟ ή εγκατάσταση και λειτουργία οπλικών συστημάτων στην περιοχή.  Ουσιαστικά, οι βάσεις σε Ρουμανία και Βουλγαρία θα αποτελούν  Προωθημένες Επιχειρησιακές Τοποθεσίες (Forward Operating Sites - FOS). Θα επανδρώνονται με ολιγάριθμο προσωπικό αμερικανών και ο ρόλος τους θα είναι καταρχήν η μετατροπή τους σε πλήρους λειτουργίας στρατιωτικές βάσεις σε μικρό χρόνο και με μικρό κόστος αν αυτό κριθεί απαραίτητο από το στρατηγικό σχεδιασμό.

3.3 Συμπεράσματα

Η στρατιωτική παρουσία των Η.Π.Α. στα Βαλκάνια σχετίζεται με δύο παράλληλες διαδικασίες: την ένταξη των Βαλκανικών κρατών στο ΝΑΤΟ και την ανάπτυξη διμερών σχέσεων σε πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο. 
Δεδομένου ότι η σταθερότητα στην περιοχή αποτελεί τόσο αμερικανικό όσο και ευρωπαϊκό συμφέρον, το ΝΑΤΟ(και η ΕΕ) καθίσταται το όχημα με το οποίο επιδιώκεται η αναίμακτη και με βάση τα ιδεώδη του θεσμικού φιλελευθερισμού παγίωση μιας ισορροπίας μεταξύ των κρατικών οντοτήτων των Βαλκανίων.  Η εισδοχή στο ΝΑΤΟ (και την ΕΕ) εξασφαλίζει έμμεσα την απρόσκοπτη προσέγγιση των κρατών στους δυτικούς δημοκρατικούς θεσμούς, την δυνητική επίλυση των εδαφικών ζητημάτων σε προβληματικές περιοχές όπως εκείνες του Κοσόβου και της Βοσνίας Ερζεγοβίνης στο πλαίσιο της πολυμερούς διπλωματίας, την μακροπρόθεσμη οικονομική τους ανάπτυξη και τη σύγκλιση των εξωτερικών τους πολιτικών με τα προστάγματα της Δύσης, κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.  Παράλληλα, η ένταξη στο ΝΑΤΟ αποφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες πολιτικά και στρατιωτικά ωφέλη τόσο μέσα από την πολιτική συνδιαλλαγή που προηγείται της ένταξης όσο και με την υποστήριξη των αμερικανικών επιλογών μετά την ένταξη.  Με αυτό τον τρόπο οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφάλισαν και εξασφαλίζουν μέσω του ΝΑΤΟ το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο για να διεξάγουν την παγκόσμια στρατηγική τους χωρίς να κατηγορούνται για μονομέρεια και εν μέρει επιμερίζουν το κόστους της παγκόσμιας δράσης τους διευρύνοντας αριθμητικά τους συμμάχους τους.
Η διμερείς σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και ειδικά των κρατών της ανατολικής Βαλκανικής, κι όχι μόνο, προσφέρουν στις Η.Π.Α. τη δυνατότητα αποτελεσματικής εφαρμογής της παγκόσμιας στρατηγικής υπερπόντιων βάσεων που απαιτείται προς την επίτευξη των στόχων του αμερικανικού δόγματος ασφάλειας.  Η διμερείς συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ των Η.Π.Α., της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας εξασφαλίζουν τη δυνατότητα προβολής ισχύος στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία που οι βάσεις στα κεντρικά Βαλκάνια μέχρι πρότινος αδυνατούσαν να προσφέρουν υπό ευνοϊκούς επιχειρησιακούς όρους.  Οι βάσεις οι οποίες θα χρησιμοποιούνται από τα αμερικανικά στρατεύματα στα ανατολικά Βαλκάνια θα αποτελούν Συνεργατικές Τοποθεσίες Ασφάλειας κι επομένως θα χρησιμοποιούνται κυρίως ως χώροι μεταστάθμευσης και προκεχωρημένης εκπαίδευσης των αμερικανών στρατιωτών, ενώ σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να αγγίξουν το μέγεθος και τη λειτουργικότητα των Κυρίων Βάσεων που κατασκευάστηκαν στη Γερμανία, την Μεγάλη Βρετανία και την Ιταλία κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.  Αυτό συνεπάγεται ότι το πολιτικό βάρος που θα προσδίδουν θα είναι περιορισμένο και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να επικαλύψει το αντίστοιχο των υπολοίπων δυτικών συμμάχων στην περιοχή.  Αντίστοιχα, τα οικονομικά ωφέλη που θα απορρέουν από τη χρήση τους θα επικεντρώνονται στην τοπική κοινωνία και δεν θα αποτελέσουν σημαντική αναβάθμιση των κρατικών προσόδων όπως συνέβη με τις αμερικανικές βάσεις του Ψυχρού Πολέμου.  Υπό αυτό το πρίσμα, οι αμερικανικές βάσεις στα Βαλκάνια, ενώ αποτελούν χρήσιμο εργαλείο στην εφαρμογή της παγκόσμιας στρατηγικής των Η.Π.Α. εντούτοις δεν αντιστρέφουν της προϋπάρχουσες στα πλαίσια του ΝΑΤΟ πολιτικές ισορροπίες κι επομένως δεν αποτελούν πηγή ανησυχίας για τους περιφερειακούς εταίρους του ΝΑΤΟ.
 
4 ΑΝΑΛΥΣΗ Γ’ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ: Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ Η.Π.Α. ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ: ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ

4.1 Εισαγωγή

Τρόπος αναλύσεως του παράγοντα: αρχικά θα γίνει  μια σύντομη ιστορική αναδρομή στα διαδραμματισθέντα σημαντικά γεγονότα που ακολούθησαν τη διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ακολούθως θα γίνει αναφορά στην εν γένει κατάσταση κάθε Βαλκανικής χώρας, πλην  Ελλάδος Τουρκίας, τα στοιχεία για τις οποίες θεωρούνται δεδομένα και γνωστά, από ιστορικής, εθνικής, οικονομικής καταστάσεως, συμμαχιών και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς κλπ. Ακολουθεί ανάλυση της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σχετικά με τα Βαλκάνια και την κατάσταση των διμερών σχέσεων της Ελλάδος με τις Βαλκανικές χώρες. Στη συνέχεια γίνεται ανάλογη ανάλυση για την αντίστοιχη Τουρκική εξωτερική πολιτική και τις διμερείς σχέσεις.  Τέλος γίνεται η εκτίμηση των επιπτώσεων της αμερικανικής παρουσίας στα Βαλκάνια σε Ελλάδα και Τουρκία.

4.2  Ιστορικό – Παρούσα Κατάσταση

Η διάλυση της ΕΣΣΔ και γενικά η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, σήμανε το τέλος του Ψυχρού πολέμου και εξάλειψαν, τουλάχιστον προσωρινά, τον κίνδυνο για ένα τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο με κέντρο την Ευρώπη.  Είναι γεγονός ότι το νέο διαμορφωθέν περιβάλλον παρέχει ικανοποιητική ασφάλεια για τους λαούς της Δύσης, από ότι οποιαδήποτε άλλη διεθνής συγκυρία.  Παράλληλα όμως η διάλυση του Ανατολικού Συνασπισμού δημιούργησε συνθήκες ρευστότητος και αστάθειας στην Ανατολική Ευρώπη. Οι συνθήκες αυτές παρουσιάσθηκαν πολύ έντονες και θερμές, από οποιοδήποτε άλλη περιοχή, στα Βαλκάνια. Κύρια συνέπεια ήταν η διάλυση της πρώην Ομοσπόνδου Γιουγκοσλαβίας, η προτελευταία πράξη της οποίας παίχθηκε τον Μάιο του 2006 με την ανεξαρτητοποίηση του Μαυροβουνίου μετά το σχετικό Δημοψήφισμα.   Τελευταία θεωρείται η επικείμενη απόφαση της διεθνούς κοινότητας για το καθεστώς στο Κοσσυφοπέδιο. Διάλυση, η οποία έτσι όπως έγινε απλά επιβεβαίωσε τον χαρακτηρισμό των Βαλκανίων ως  της πυριτιδαποθήκης της Ευρώπης. Πράγματι για τα Βαλκάνια μπορεί να λεχθεί ότι το τέλος του Ψυχρού πολέμου απελευθέρωσε ασίγαστους, ευρισκομένους «εν υπνώσει» εθνικισμούς, θρησκευτικές και εθνοτικές διαφορές και μισαλλοδοξίες. Οι διαφορές και τάσεις αυτές που υπέβοσκαν σε πολλές από τις χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας, εκδηλώθηκαν πλέον έντονα στις Βαλκανικές χώρες, με συνέπεια να ακολουθήσουν εθνοτικές, κυρίως, συγκρούσεις με εκατόμβες θυμάτων και  εθνικές εκκαθαρίσεις, που δεν είχαν προηγούμενο στη μεταπολεμική Ευρώπη.   Αυτή η έξαρση των εθνικιστικών συρράξεων στα Βαλκάνια οδήγησε σε ανάληψη  πρωτοβουλιών της διεθνούς κοινότητας, είτε για να  παρέμβει ή  αλλού να επέμβει, για να συμβάλλει στην επίλυση των διαφορών και την ειρήνευση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), δυστυχώς, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της κρίσεως, δεν κατόρθωσε να αρθρώσει  και διαμορφώσει κοινή εξωτερική πολιτική, διότι   κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη  ενεργούσε σύμφωνα   με τα στενά εθνικά της συμφέροντα με συνέπεια να αδυνατούν να συμφωνήσουν σε κοινή ευρωπαϊκή γραμμή. Η αδυναμία συτή ανέδειξε τις ΗΠΑ σε ρυθμιστή της καταστάσεως. Πράγματι οι ΗΠΑ, στα πλαίσια της δικής τους ηγεμονικής πολιτικής και στρατηγικής, είχαν κάθε συμφέρον να επέμβουν άμεσα και ποικιλοτρόπως, υποκαθιστώντας και  αυτόν τον ΟΗΕ ακόμη, και να σύρουν το χορό της επιλύσεως των ενδοβαλκανικών διαφορών.  Έτσι οι ΗΠΑ, εκμεταλλευόμενες τις διαφορές ή ατολμία των ευρωπαίων, κατόρθωσαν και στη Βαλκανική να αναγνωρισθούν ως η μοναδική δύναμη, που οι χώρες της Βαλκανικής μπορούσαν να εμπιστευθούν τις τύχες τους για να αποκτήσουν την ασφάλεια, πρωτίστως, αλλά και την  οικονομική ένταξή τους στους θεσμούς της ελεύθερης αγοράς, μέσω της ΕΕ βέβαια. Για την ένταξή τους όμως αυτή υπολόγιζαν στην υποστήριξη των ΗΠΑ, η οποία επιβάλλοντας την ένταξή τους  στο ΝΑΤΟ, έστω και χωρίς πλήρη ύπαρξη των σχετικών κριτηρίων, εξανάγκαζαν έτσι την ΕΕ να ακολουθήσει και να επισπεύσει την ένταξη των χωρών αυτών στην ΕΕ και τους λοιπούς Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς. Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι οι Βαλκανικές χώρες από την επομένη, σχεδόν, της καταρρεύσεως του Ανατολικού Συνασπισμού ή της ανεξαρτητοποιήσεώς τους από την πρώην Γιουγκοσλαβία,  κατά  περίπτωση, εξέφρασαν έντονη την επιθυμία και επεδίωξαν( έθεσαν ως μέγιστο εθνικό τους στόχο), να ενταχθούν πλήρως στα δυτικά συστήματα ασφαλείας και οικονομίας. Με άλλα λόγια να ενσωματωθούν πλήρως στη Δύση και το δυτικό τρόπο ζωής.   Είναι γεγονός ότι ο στόχος αυτός συμβάδιζε πλήρως προς τα ευρύτερα συμφέροντα της Δύσης, αν και η  Ευρώπη όπως προαναφέρθηκε ήταν για διαφόρους λόγους, στα αρχικά στάδια, διστακτική να αναλάβει το κόστος αυτής της ταχείας ενσωμάτωσης των καθυστερημένων οικονομιών των χωρών της περιοχής στους κόλπους της. Η ραγδαία όμως υπερκέρασή της από τις ΗΠΑ με την προώθηση και επαύξηση του ρόλου τους σε όλες τις πρώην κομμουνιστικές χώρες, συμπεριλαμβανόμενων και των Βαλκανικών, ανάγκασε τους  Ευρωπαίους να ακολουθήσουν εσπευσμένα.  Έτσι είτε για να μην υστερήσουν, ή υπείκοντες στις απαιτήσεις της υπερδυνάμεως, απεφάσισαν την ένταξη των χωρών και της Βαλκανικής στο Ευρωπαϊκό κλαμπ , δηλαδή την ΕΕ. Και έπραξαν ορθά, διότι η Ευρώπη κινδύνευε και εν μέρει κινδυνεύει ακόμη,  να καταστεί μια όαση ασφάλειας και ευημερίας εν μέσω μιας ερήμου αστάθειας και  περιφερειακών συγκρούσεων. Ευνόητο  τυγχάνει, ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο για προφανείς λόγους.    Ήδη αυτή τη στιγμή Βουλγαρία, Ρουμανία και Σλοβενία, αποτελούν μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ενώ οι λοιπές Βαλκανικές χώρες έχουν πάρει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το δρόμο για ένταξη στους Οργανισμούς αυτούς, οι  οποίοι μαζί με τη ΔΕΕ και ΟΑΣΕ αποτελούν τους βασικούς θεσμούς της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης.  Λεπτομέρειες επί της καταστάσεως κάθε χώρας στα Παραρτήματα Γ,Δ, και Ε. Από την πλευράς τους οι ΗΠΑ, έχοντας τους  ευρείς ορίζοντες της παγκόσμιας υπερδύναμης, ασχολήθηκαν με συνέπεια, έγκαιρα και ανελλιπώς με τις εξελίξεις στην Νοτιοανατολική Ευρώπη με όλους τους τρόπους και μέσα.    Σε κάθε όμως περίπτωση σε αρκετές περιπτώσεις, οι ΗΠΑ προσπάθησαν να μετατοπίσουν το βάρος για τις Βαλκανικές εξελίξεις στην ΕΕ. Ειδικότερα κατά το 1991 και 1992 κατά το έκρηξη της Γιουγκοσλαβικής κρίσης, οι ΗΠΑ είναι αλήθεια ότι αρνήθηκαν να αναλάβουν πρωτοβουλία και άφησαν τις πρωτοβουλίες και ευθύνες για τις εξελίξεις στην τότε ΕΟΚ. Δυστυχώς όμως η ΕΕ δεν ανταποκρίθηκε στις ιστορικές απαιτήσεις και ευθύνες, για τους γνωστούς εγγενείς λόγους(ανετοιμότητα, έλλειψη μηχανισμών χειρισμού κρίσεων και το σπουδαιότερο κοινής εξωτερικής πολιτικής και αμύνης). Συνέπεια ήταν ότι η Ευρώπη δεν μπόρεσε να προωθήσει μια ενιαία Βαλκανική πολιτική κατά την κρίσιμη φάση του Γιουγκοσλαβικού προβλήματος. Έτσι η κρίση ξέφυγε από τον έλεγχο της διεθνούς  κοινότητος στο σύνολό της.  Σε υλοποίηση αυτής της αποστασιοποιημένης πολιτικής οι ΗΠΑ αρνούνταν μέχρι το 1992 να αναγνωρίσουν οποιαδήποτε αποσχιζόμενη από την Ομόσπονδο Γιουγκοσλαβία δημοκρατία. Τον Μάρτιο 1992 και υπό την πίεση των τετελεσμένων και επειδή το   όλο πρόβλημα είχε λάβει πλέον διαβαλκανικές διαστάσεις και έτεινε να γίνει παγκόσμιου ενδιαφέροντος θέμα, η πολιτική αυτή των ΗΠΑ άλλαξε. Η αλλαγή   επήλθε υπό την πίεση τετελεσμένων γεγονότων, όπως το ότι  η επανασύσταση της πρώην Γιουγκοσλαβίας υπό άλλη μορφή(χαλαρή συνομοσπονδία) ήταν αδύνατη. Η όλη κρίση απειλούσε με αποσταθεροποίηση ολόκληρη την περιοχή, με αμεσότερο κίνδυνο να επεκταθεί στο Κόσσοβο και στην Αλβανία.    Τότε οι ΗΠΑ ανέλαβαν σημαντικές πρωτοβουλίες και προσπάθειες διπλωματικής αρχικά φύσεως. Συγχρόνως εξακολούθησαν να υποστηρίζουν τις όποιες προσπάθειες της ΕΕ για την επίλυση της κρίσεως. Η κρίση στη Βοσνία και ιδιαίτερα η πολιορκία του Σεράγεβο από τους Σέρβους, άλλαξαν το διεθνές κλίμα εις βάρος της Σερβίας. Έτσι από τον Μάιο 1992 η Σερβία μετετράπη σε «μαύρο πρόβατο» της διεθνούς κοινότητας, η δε διεθνής κοινή γνώμη εξηγέρθη εναντίον της και της πολιτικής της. Υπό την πίεση λοιπόν αυτή η διεθνής ηγεσία διαχείρισης  της Γιουγκοσλαβικής κρίσης περιήλθε στα χέρια των ΗΠΑ. Ακολούθησαν η   απόφαση του ΟΗΕ  για επιβολή οικονομικού αποκλεισμού(«Εμπάργκο») κατά της νέας Γιουγκοσλαβίας και το πάγωμα των καταθέσεων της Γιουγκοσλαβίας στις ΗΠΑ. Στη συνέχεια   με   αποφάσεις του ΟΗΕ(Ιούλιος - Οκτώβριο  1992)   αποφασίζεται η από τη θάλασσα και ξηρά επιτήρηση  του «Εμπάργκο» από ναυτικές δυνάμεις και παρατηρητές αντίστοιχα.  Συγχρόνως αποφασίζεται η καθιέρωσης ζώνης απαγορεύσεως πτήσεων  υπεράνω της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Ακολούθησαν μεσολαβητικές προσπάθειες για την  εξεύρεση λύσεως στην κρίση, χωρίς όμως αποτέλεσμα, για να οδηγηθούμε σε άμεση στρατιωτική επέμβαση από τη νέα κυβέρνηση του προέδρου Κλίντον. Αρχικά είχαμε αεροπορικές επιδρομές εναντίον των Σέρβων της Βοσνίας, για να οδηγηθούμε στην εμπλοκή του ΝΑΤΟ, με την  επίδοση τελεσιγράφου προς τις δύο αντιμαχόμενες  πλευρές για κατάπαυση του πυρός και άρση της πολιορκίας του Σεράγεβο και τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας 20 χιλιομέτρων. Το τελεσίγραφο έληξε στις 20 Φεβρουαρίου 1994, αφού έγινε δεκτό από τους εμπλεκόμενους. Αυτή η επιτυχία υπήρξε μια εύκολη νίκη για το ΝΑΤΟ, που προδιέθετε για την αποφασισμένη ήδη μετεξέλιξή του και τους μελλοντικούς του ρόλους και αποστολές. Τελικά η ειρήνη επετεύχθη μετά από πολιτική παρέμβαση των ΗΠΑ, που ασκώντας την επιβολή τους επέβαλαν, τόσο τη σύναψη της Συμφωνίας του Dayton\Παρισίων, όσο και την εφαρμογή της, τουλάχιστον, στα αρχικά της στάδια, με την παρουσία των Ενόπλων Δυνάμεών  τους στη Stabilization Force(SFOR). Τέλος στην   κρίση του Κοσσυφοπεδίου, το 1999, οι ΗΠΑ χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ,  αυτή τη φορά, επέβαλαν με τη χρήση των όπλων λύση, η βιωσιμότητα της οποίας θα εξαρτηθεί από την τύχη των διαπραγματεύσεων, οι οποίες σημειωτέον βρίσκονται αυτή την εποχή που συντάσσεται η μελέτη στο τελικό στάδιο.
Μετά την σύντομη ιστορική αναδρομή της κρίσεως των Βαλκανίων ακολουθεί μια συνοπτική αναφορά της καταστάσεως των Βαλκανικών χωρών από απόψεως ιστορικής, εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής, οικονομικής, διπλωματικής, συμμαχιών, συμμετοχής στους διεθνείς οργανισμούς. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από τις επίσημες ιστοσελίδες του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας  Πληροφοριών( CIA) των ΗΠΑ.  Για την διευκόλυνση των χρηστών της μελέτης, αλλά και για την οικονομία της μελέτης τα στοιχεία αυτά παρέχονται στο Παράρτημα Γ’.  Εδώ απλώς αναφέρονται λίαν συνοπτικά στοιχεία επί της πολιτικής και οικονομικής καταστάσεως των Βαλκανικών χωρών. Ειδικότερα το σύνολο των βαλκανικών χωρών αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά, πολιτικά  προβλήματα, ενώ μερικά και προβλήματα εσωτερικής σταθερότητος. Ως κύρια προβλήματα θεωρούνται η υψηλή ανεργία, η παραοικονομία, η μεγάλη διαφθορά, η αδυναμία των θεσμών και άλλα. Εξαίρεση αποτελεί η Σλοβενία, η οποία ευθύς εξ’ αρχής δεν αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, λόγω της καλής οικονομικης καταστάσεως που είχε από τον καιρό που ανήκε στην Ομοσπονδία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Επίσης πολύ λιγότερα προβλήαμτα αντιμετωπίζουν και οι χώρες μέλη ήδη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ Βουλγαρία και Ρουμανία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν ακόμη μακρά περίοδο προσαρμογής. Το πλεονέκτημα με αυτές είναι  ότι ως μέλη της ΕΕ, έχουν σημαντική βοήθεια πάσης φύσεως.

4.3 Ελλάδα και Βαλκάνια

4.3.1 Ιστορική αναδρομή μέχρι το Τέλος του Ψυχρού Πολέμου
 
Η Βαλκανική είναι στενά συνυφασμένη με την Ελλάδα και τον Ελληνισμό γενικότερα, στη διαδρομή της Ιστορίας.  Κατά την ακμή του εποικισμού των ελληνικών Πόλεων-Κρατών, σημαντικές αποικίες δημιουργήθηκαν στις ακτές της Βαλκανικής, τόσο στη Μαύρη θάλασσα, όσο και στη Αδριατική.  Συγχρόνως τα Ελληνικά Φύλλα κατά τη κάθοδό της χρησιμοποίησαν τις φυσικές γεωγραφικές λεωφόρους της Βαλκανικής, για να καταλήξουν στην Ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.
Κατά την περίοδο του Φιλίππου και του Μ. Αλεξάνδρου, οι ισχυρές οροσειρές της Βαλκανικής καταλήφθηκαν για να εξασφαλίσουν την κάλυψη των πλευρών της εκστρατείας.
Κατά την Ελληνική Μεσαιωνική Εποχή, το Βυζάντιο μέχρι λίγο πριν την κατάρρευσή του, στην κατοχή των εδαφών της Βαλκανικής και στα οικονομικά και στρατηγικά οφέλη εξ’ αυτής στήριζε  την ύπαρξή του.  Ενώ κατά την ακμή του η Βαλκανική υπήρξε σημαντικό τμήμα στην Επικράτειά του,  από το οποίο αντλούσε το εκλεκτότερα των στρατιωτικών τμημάτων του και σημαντικό μέρος της ισχύος του.  Διαρκούσης της Οθωμανικής κυριαρχίας, ο υπόδουλος πλέον Ελληνισμός, καίτοι κάτω από ξένη κυριαρχία, βρήκε ευρύ πεδίο οικονομικής, εμπορικής και πολιτιστικής επεκτάσεως, αλλά και «εν πολλοίς» κυριαρχίας του σε πολλές περιοχές των Βαλκανίων.  Η Ελληνική γλώσσα εθεωρείτο και η γλώσσα της Ελίτ της Βουλγαρίας, Ρουμανίας και μέρους της Σερβίας. Οι ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας (σημερινής Ρουμανίας) διοικούνταν από επιφανείς ηγεμόνες Ελληνικής καταγωγής.  Όλα αυτά είχαν ως συνέπεια πολλοί φωτισμένοι βαλκάνιοι νεωτεριστές διανοούμενοι,  όπως ο δικός μας Ρήγας Φερραίος, ονειρεύονταν ένα ελεύθερο πολυεθνικό, πολυπολιτισμικό βαλκανικό κράτος,  μετά την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού.   Μετά την δημιουργία των πρώτων εθνικών βαλκανικών κρατών η απελευθέρωση των ομοεθνών τους, αλλά και η αντιμετώπιση του κοινού εχθρού, συνετέλεσαν στον παραμερισμό των πολλών μεταξύ τους αντιθέσεων και στη σύναψη των σχετικών συμμαχιών, λίγο πριν τους Βαλκανικούς πολέμους, οι οποίοι είναι γεγονός ότι μεγάλωσαν σημαντικά τα κράτη αυτά, εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Μετά το  θρίαμβο του νικηφόρου Α! Βαλκανικού Πολέμου  δυστυχώς ο άκρατος εθνικισμός  και οι φιλοδοξίες  της Βουλγαρίας, σε συνδυασμό με τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, οδήγησαν στο Β! Βαλκανικό Πόλεμο, μεταξύ των πρώην συμμάχων και στην ουσία στην αντιπαλότητα, ιστορική πολλές φορές, μεταξύ των βαλκανικών χωρών, αλλά και των εντός αυτών εθνοτήτων. Η λαίλαπα του Α! Παγκοσμίου Πολέμου επισημοποίησε τους διαχωρισμούς αυτούς με την Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία να εντάσσονται στην Αντάντ, τη δε Βουλγαρία στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες καταλαμβάνοντας ολόκληρη τη Σερβία και μεγάλο μέρος της Β. Ελλάδος. Μετά τη νίκη των Δυνάμεων της Αντάντ και το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, διαμορφώθηκαν τα μέχρι το 1990 σύνορα των χωρών της Βαλκανικής.
 Ο Β’ ΠΠ βρίσκει και πάλι τα κράτη της Βαλκανικής σε διαφορετικά στρατόπεδα/ σχηματισμούς.  Ελλάδα- Σερβία στη Δύση, Βουλγαρία, Αλβανία, Ρουμανία στον Άξονα. Η γερμανοιταλική κατοχή όξυνε τις εθνοτικές εσωτερικές (όπως στη περίπτωση της Γ/Β), αλλά και τις εξωτερικές διαφορές.  Δυστυχώς και μετά το τέλος του Β’ ΠΠ ο διαχωρισμός συνεχίσθηκε με άλλη αυτή τη φορά μορφή. Όλες οι χώρες της Βαλκανικής, πλην Ελλάδος, εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό στρατόπεδο με διαφόρους εξαρτήσεις η κάθε μια.   Αυτό είχε ως συνέπεια η Ελλάδα να απομονωθεί στην ΝΑ άκρη της Ευρώπης και να περιβάλλεται από μέλη ενός ισχυρού συνασπισμού του Συμφώνου της Βαρσοβίας.  Η ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ αρχικά το 1952 και στην ΕΕ αργότερα εξασφάλισαν για τη χώρα μας το αναγκαίο περιβάλλον ασφάλειας, αλλά και οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης.

4.3.2 Ελλάδα και Βαλκάνια μετά το Τέλος του Ψυχρού πολέμου

 Ως προελέχθη η ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ   και στην ΕΕ αργότερα εξασφάλισαν για τη χώρα μας το αναγκαίο περιβάλλον ασφάλειας, αλλά και οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης.  Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, στα τέλη της 10ετίας του 80 και στις αρχές του 90, που διελύθη η πρώην ΕΣΣΔ και το σύμφωνο της Βαρσοβίας και άρχισε να διαμορφώνεται το νέο στρατηγικό περιβάλλον, η Ελλάδα να βρεθεί σε πολύ πλεονεκτική θέση σε σχέση με τις λοιπές βαλκανικές χώρες.  Σύμφωνα με το σύνολο σχεδόν των αναλυτών η Ελλάδα την εποχή εκείνη και με την ανατολή της «νέας τάξης πραγμάτων» κατείχε «ηγεμονική» θέση στον καταμερισμό ισχύος στα Βαλκάνια. Χαρακτηριστικό οικονομικό παράδειγμα το Ελληνικό ΑΕΠ ήταν περίπου ίσο με το ΑΕΠ όλων των Βαλκανικών χωρών (δεν συμπεριλαμβάνεται η Τουρκία).  Συγχρόνως ήταν η πλέον πληθυσμιακά ομοιογενής χώρα των Βαλκανίων και διέθετε και διαθέτει τις ισχυρότερες Ένοπλες Δυνάμεις στην περιοχή. Πέραν αυτών ανήκε στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ που αποτελούσαν όνειρο και  εθνικό στόχο, ΟΛΩΝ ανεξαιρέτως  των Βαλκανικών χωρών.  Αυτά διότι οι Βόρειοι γείτονες της Ελλάδος, βρέθηκαν οικονομικά και πολιτικά αποδυναμωμένοι,    στρατηγικά «μετέωροι», σε κενό ασφαλείας και αμυντικά ακάλυπτοι, ενώ πολλοί από αυτούς είχαν να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα συνοχής και εσωτερικών αντιθέσεων. Όλα  αυτά, σε συνδυασμό με τις διαφαινόμενες λόγω των εσωτερικών εθνοτικών και άλλων αντιθέσεων, διαλυτικές τάσεις στην τότε Γ/Β και τους μετέπειτα εμφυλίους πολέμους, οδήγησαν τη Δύση σε μια ρεαλιστικότερη (με βάση δηλαδή τις απόψεις της θεωρίας της Real Politic) προσέγγιση αντιμετώπισης της κρίσεως στα Βαλκάνια με την επιλογή και χρησιμοποίηση τοπικών «μεγάλων Δυνάμεων» ή τοπικών «σταθεροποιητικών παραγόντων». 
 Η Ελλάδα και όπως θα δούμε και η  Τουρκία, κλήθηκαν να παίζουν ένα τέτοιο ρόλο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η πρώτη στα Βαλκάνια και η δεύτερη στην ΜΑ και όχι μόνο.   Αυτό αποτελούσε μια σημαντική πρόκληση, μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα.   Ευκαιρία  και πρόκληση  συγχρόνως ήταν και η εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την υλοποίηση της πρώτης και κύριας ευκαιρίας, δηλαδή της ανάληψης ενός τέτοιου σημαντικού και δύσκολου ρόλου, ο οποίος προϋποθέτει ταχύτητα και ευελιξία στην οργάνωση,  σχεδίαση και εκτέλεση στόχων.   Όλα αυτά απαιτούσαν τη βελτίωση των οικονομικών της χώρας, αλλά και τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης και όχι μόνο. Δυστυχώς στα αρχικά στάδια η Ελλάδα εμπεπλεγμένη, όπως ήταν,  στον κυκεώνα του «Μακεδονικού» δεν επιθυμούσε ή δεν ηδύνατο να αναλάβει ένα τέτοιο ρόλο επικεντρώνοντας το σύνολο του διπλωματικού δυναμικού της στο μεμονωμένο, αν και πολύ σοβαρό, θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ, γεγονός το οποίο λειτούργησε ως αντιπερισπασμός και περισπασμός για τα ευρύτερα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας. Συγχρόνως  δημιούργησε και προβλήματα με τους συμμάχους μας, πολλοί από τους οποίους θεώρησαν τη στάση μας αποσταθεροποιητική για το νέο κρατίδιο.  Παράλληλα η επικέντρωσή μας αυτή λειτούργησε και στον αποπροσανατολισμό – αμέλεια, σε διεθνές επίπεδο, στην αντιμετώπιση της κύριας απειλής, της Τουρκικής, στην οποία δώσαμε ερείσματα επεμβάσεων στα Βαλκανικά θέματα.   Θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε εκτενώς με το υπόψη θέμα, διότι το θεωρούμε κομβικό στην όλη εξέλιξη της βαλκανικής στρατηγικής μας, δεν θα το πράξουμε όμως, διότι θεωρούμε ότι εκφεύγει των ορίων της παρούσας μελέτης.  Θα αρκεσθούμε μόνο στις διαπιστώσεις αυτές  που συμφωνούν το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων αναλυτών αλλά και ξένων. 
Έστω και αργά (τέλη 1992) η ελληνική εξωτερική πολιτική αντελήφθη το άσκοπο της μονομέρειας στην εμπλοκή της με το θέμα της ΠΓΔΜ και  στράφηκε προς το κύριο εθνικό της συμφέρον την ανάληψη ενός ηγετικού πολιτικού και οικονομικού ρόλου  στα Βαλκάνια. ρόλο που όπως προελέχθη είχε όλες τις δυνατότητες να παίξει, διότι υπερτερούσε των άλλων βαλκανικών χωρών, σε όλους τους καλουμένους παράγοντες ισχύος.   Έτσι   αργά, φοβισμένα, είναι αλήθεια στην αρχή, άρχισε ο επαναπροσανατολισμός της εξωτερικής μας πολιτικής προς την κατεύθυνση αυτή. Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου,   λόγω των τότε γεωπολιτικών συνθηκών, δεν μπορούσε να αναλάβει τέτοιο ρόλο, διότι ήταν αποκομμένη από τους Βόρειους γείτονες της και η   Σοβιετική Ένωση δεν θα επέτρεπε σε καμία των περιπτώσεων την επέκταση της Ελληνικής επιρροής  σε κομμουνιστικά καθεστώτα 
Ένας άλλος παράγων που διευκολύνει την ανάληψη του ρόλου αυτού από   την χώρα μας στα Βαλκάνια είναι η έλλειψη ανταγωνισμού, τουλάχιστον κατά την παρούσα περίοδο, των Μεγάλων Δυνάμεων στα Βαλκάνια, κάτι βέβαια που πιθανόν να μη διαρκέσει πολύ.  Βέβαια συστατικό στοιχείο της διάρκειας ισχύος του παράγοντα αυτού είναι η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ και εν μέρει της ΕΕ στη περιοχή.
 Συμπερασματικά οι προκλήσεις της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι οι ως άνω παράγοντες που δημιουργούν τις ευκαιρίες, δηλαδή η κυρίαρχη θέση της Ελλάδος στον περιφερειακό καταμερισμό ισχύος και το ότι τα Βαλκάνια δεν είναι διαιρεμένα σε ζώνες ανταγωνισμού και επιρροής, αλλά κυριαρχούνται από την παρουσία των ΗΠΑ και της ΕΕ, οι οποίες επιθυμούν και ευνοούν αυτές τις ευκαιρίες.  Η πλεονεκτική αυτή θέση επίσης δεν θα διαρκέσει εσαεί και θα μειώνεται όσο κυρίως η Ελλάδα χάνει την υπεροχή της από την αύξηση των συντελεστών ισχύος των άλλων Βαλκανικών χωρών και   δεν φροντίζει να ισχυροποιεί τη θέση της με νέα ερείσματα.
Η κατάσταση όμως στα Βαλκάνια δεν είναι μόνο ευκαιρίες αλλά και απειλές. Αφού   αναλύσαμε τις ευκαιρίες ας  επιχειρήσουμε στη συνέχεια και να εντοπίσουμε και αναλύσουμε τις απειλές για τη χώρα μας, που προέρχονται από την  περιοχή των Βαλκανίων. Η πραγματική και κύρια απειλή για την Ελλάδα από τα Βαλκάνια  είναι να βυθιστεί η περιοχή σε μια νέα αστάθεια τύπου Γιουγκοσλαβίας. Αν και οι μέχρι τώρα φόβοι για την εξάπλωση της κρίσεως στο Κόσσοβο, ή στην ΠΓΔΜ, δεν έχουν επιβεβαιωθεί μέχρις στιγμής, ο κίνδυνος ωστόσο ελλοχεύει. Η ειρήνη που έχει  επικρατήσει στις επίφοβες περιοχές είναι ασταθής, ενώ η τελική ρύθμιση στο Κόσσοβο δεν γνωρίζουμε τι αντιδράσεις θα πυροδοτήσει. (ήδη οι πρώτες έντονες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν με την ανακοίνωση του τελικού σχεδίου του ειδικού διαπραγματευτή). Κρίσεις, τύπου Αλβανίας, μπορεί εκδηλωθούν και από την  κακή οικονομική κατάσταση πολλών από τις βαλκανικές χώρες. Άλλη απειλή για την Ελλάδα είναι η έξαψη και η εμφάνιση, για διαφόρους λόγους, των ευρισκομένων «εν υπνώσει» και υποβοσκουσών σε πολλές από  τις βαλκανικές χώρες αλυτρωτικών-επεκτατικών τάσεων, που μπορεί, υπό κατάλληλες συνθήκες να μεταβληθούν σε «εν δυνάμει» απειλές. 

4.3.3 Άξονες της Ελληνικής Στρατηγικής σχετικά με τα Βαλκάνια. 

 Μετά τη γενική   ανάλυση των σχέσεων της Ελλάδος με τα Βαλκάνια ας δούμε δι’ ολίγον τους άξονες της Ελληνικής Στρατηγικής σχετικά με τα Βαλκάνια.
 Ιδανικά, ο προσδιορισμός  των στόχων της υψηλής μας στρατηγικής   είναι αποτέλεσμα μεθοδικής ανάλυσης και προσεκτικής διαπίστωσης (εξακρίβωσης) προτεραιοτήτων. Δυστυχώς στη πράξη τα πράγματα δεν γίνονται ακριβώς έτσι, διότι υπεισέρχονται εξωγενείς πολιτικοί και άλλοι  παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν αρνητικά την όλη  σχεδίαση\διαμόρφωση και  υλοποίησή  της   στρατηγικής και   τακτικής  αντίστοιχα.  Ένας ορθολογικός και συστηματικός τρόπος προσδιορισμού των εθνικών στόχων προϋποθέτει τον εντοπισμό των εθνικών συμφερόντων και των ευκαιριών, αλλά και των  απειλών για τα συμφέροντα  που προκύπτουν από τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον.  Σύμφωνα με  έγκυρους αναλυτές τρεις είναι οι κύριοι εθνικοί στόχοι της χώρας:
Ο πρώτος είναι η αποτροπή της τουρκικής απειλής στον Έβρο,    Αιγαίο και Κύπρο, της μόνης εν δυνάμει απειλής που αντιμετωπίζει σήμερα η Χώρα μας.
Ο δεύτερος βασικός εθνικός στόχος είναι η ενεργή συμμετοχή μας στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με  ότι αυτό σημαίνει από οικονομικής, πολιτικής και αμυντικής πολιτικής, χωρίς βέβαια να αλλοιώνονται οι εθνικές και πολιτισμικές παραδόσεις μας και τέλος,
ο τρίτος εθνικός στόχος είναι η Ελλάδα να κατακτήσει ηγετική θέση στη Βαλκανική σκηνή προωθώντας τη πολιτική και οικονομική σταθερότητα στα Βαλκάνια και την ενσωμάτωση των βαλκανικών κρατών στη Δύση(ΕΕ-ΝΑΤΟ), αλλά και την πολιτική και άλλη διείσδυση σε αυτά. 
 Κύρια μέσα για την υλοποίηση των ως άνω στόχων της Υψηλής Στρατηγικής θεωρούνται η Οικονομική ανάπτυξη, συνδυαζόμενη και με τον εκσυγχρονισμό του Δημόσιου Τομέα, την πολιτική ωριμότητα και την  ολοκλήρωση των Δημοκρατικών θεσμών, την εμβάθυνση της δημοκρατίας, με ότι αυτά σημαίνουν και απαιτούν.  Η  Στρατιωτική Στρατηγική αποτελεί ένα σημαντικό μέσο για την υλοποίηση των στόχων της υψηλής στρατηγικής, ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων και στην οποία είναι ανάγκη να  ανατεθεί σημαντικός ρόλος.    Σημαντικός μοχλός της Στρατιωτικής Στρατηγικής είναι η Στρατιωτική Διπλωματία, στην οποία, όπως θα αναφερθεί ακολούθως έχει ήδη διανοιγεί σημαντικού εύρους πεδίο εκμεταλλεύσεως από την Ελλάδα. 
 Σχετικά τέλος με την διεθνή νομιμοποίηση  της εξωτερικής μας πολιτικής δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κοινή γνώμη και πολιτική ηγεσία ταυτίζονται στην διαπίστωση ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην σωστή πλευρά της διεθνούς νομιμοποίησης. Αυτό διότι  η Ελλάδα είναι συνεπής με τούς κανόνες που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, τα καταστατικά των διεθνών οργανισμών και γενικά στο πνεύμα της εποχής .  

4.3.4 Eλληνική Eξωτερική Πολιτική για τα Bαλκάνια και Διμερείς Σχέσεις

Ας δούμε τώρα ποια είναι η επίσημη ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια. Πηγές της παρούσας ενότητας είναι η επίσημη ιστοσελίδα του ΥΠΕΞ (www.mfa.gr.com), ανεπίσημες   ενημερώσεις του μελετητή από παλαιούς διπλωμάτες μέλη του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης, αλλά και από τα πρακτικά ημερίδας  της Σχολής Εθνικής Αμύνης με θέμα: «Αποτίμηση του Μεταψυχροπολεμικού τοπίου στα Βαλκάνια –Διπλωματικές – οικονομικές – Στρατιωτικές επιδράσεις και προοπτικές για την Ελλάδα», που πραγματοποιήθηκε στις 7 Δεκ. 2006. Αρχικά θα γίνει περιληπτική αναφορά στην Ελληνική Εξωτερική πολιτική  προς τα Βαλκάνια, συνολικά, και εν συνεχεία πως διαγράφονται σήμερα οι διμερείς σχέσεις στη Χώρα μας με κάθε μια από τις Βαλκανικές χώρες.
Η ελληνική Εξωτερική πολιτική για τα Βαλκάνια, σε γενικές γραμμές,   συνίσταται στην ανάληψη όλων εκείνων των πρωτοβουλιών, τόσο μεμονωμένα, όσο και στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών και Ευρωατλαντικών θεσμών, για την εξασφάλιση στην περιοχή των Βαλκανίων, πολιτικής και οικονομικής σταθερότητος, με παράλληλη ανάπτυξη σε όλους τους τομείς(δημοκρατική ομαλότητα, λειτουργία των θεσμών, συνεργασία, ανάπτυξη και ευημερία).
Ο πρωταρχικός αυτός στρατηγικός στόχος της  εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος στα Βαλκάνια, δηλαδή της  δημιουργίας των προϋποθέσεων για σταθερότητα εκπηγάζει από πολλούς λόγους, οι οποίοι έχουν αναφερθεί στην εισαγωγική ανάλυση  του παρόντος   και υλοποιείται με την αμέριστη υποστήριξη, αλλά και παροχή της κατάλληλης βοήθειας για την  εκπλήρωση των σχετικών   κριτηρίων, ώστε να καταστεί δυνατή η ένταξη όλων ανεξαιρέτως των χωρών της Βαλκανικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και τους λοιπούς Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς.  Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η υποστήριξη της Ελλάδος για ένταξη   στους Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς των χωρών της Βαλκανικής δεν είναι άνευ όρων για όλες τις χώρες. Επισημαίνουμε τον όρο της επιλύσεως του θέματος του ονόματος για την ΠΓΔΜ   και του σεβασμού των δικαιωμάτων της Ελληνικής μειονότητος για την Αλβανία.
Επίσης υποβοηθείται με προώθηση από τη χώρα μας πρωτοβουλιών για την οικονομική ενίσχυση και ανάπτυξη, μετάπτωση\προσαρμογή των οικονομιών των χωρών αυτών στην οικονομία της αγοράς. Αλλά και με την παροχή βοήθειας προς τις χώρες αυτές, υπό τη μορφή τεχνογνωσίας(know how), σε θεσμούς όπως ο συνήγορος του πολίτη, μετάπτωση- προσαρμογή των Ενόπλων Δυνάμεων των χωρών στα πρότυπα του ΝΑΤΟ, στην εκπαίδευση του προσωπικού των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και των στελεχών των ΕΔ. Ομοίως με τη διευκόλυνση και προώθηση επενδύσεων Ελλήνων και ξένων στις χώρες αυτές. Στις σχέσεις μας με τις βαλκανικές χώρες ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην εκμετάλλευση της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδος, με κατάλληλη προώθηση θέσεων, πολιτισμικής και άλλης παρεμφερούς συνεργασίας και προβολής. Σημαντικός παράγων στην υλοποίηση της πολιτικής αυτής αποτελεί η ανάπτυξη έντονης Στρατιωτικής Διπλωματίας με εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας για συμμετοχή στρατιωτικού προσωπικού  σε ειρηνευτικές και άλλες αποστολές στις Βαλκανικές χώρες, αλλά και  που περιλαμβάνει επίσης: εκπαίδευση στελεχών-οπλιτών, συγκρότηση – συμμετοχή σε μεικτές πολυεθνικές μονάδες κ.α.. Εκτιμάται ότι η Στρατιωτική  Διπλωματία θα είχε μεγαλυτερες και περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας εάν τα στελέχη των ΕΔ που την ασκούν, έχουν υποστεί κατάλληλη ενημέρωση από τους αρμόδιους επιτελείς του ΥΠΕΞ. Η ομαλοποίηση των σχέσεων και η πολιτική σταθερότητα στην Βαλκανική υποβοηθείται σημαντικά από την ανάληψη προσπαθειών για την από όλα τα μέρη και όχι μονομερώς, άμβλυνση των πολλών αντιθέσεων, που ακόμη υπάρχουν, αλλά και εθνικιστικών και άλλων συνδρόμων, τόσο μεταξύ της χώρας μας με άλλες βαλκανικές χώρες, αλλά και μεταξύ των λοιπών βαλκανικών χωρών. Αντιθέσεις, οι οποίες θα εξακολουθήσουν να υφίστανται επί μακρό ακόμη χρόνο και μάλιστα όσο εξακολουθούν να είναι εκτός Ευρωπαϊκών και Ευρωατλαντικών θεσμών.
Εξίσου σημαντικός στρατηγικός στόχος της ελληνικής εξωτερική πολιτικής, μη ομολογημένος επίσημα όμως, είναι η ανάληψη από τη χώρα μας ηγετικού πολιτικού και οικονομικού ρόλου στα Βαλκάνια, αλλά και ρόλου διεθνούς «ηγεμονικού σταθεροποιητή» στην περιοχή, μέσω του οποίου η Δύση θα προωθεί τα συμφέροντά της στην περιοχή. Ο ρόλος αυτός έχει επισημανθεί ως στρατηγικός στόχος από όλους σχεδόν τους αναλυτές.
Αναλυτικότερα και κατά τομέα η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει ως ακολούθως:
Ο στρατηγικός στόχος της  εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος στα Βαλκάνια είναι: η δημιουργία των προϋποθέσεων για σταθερότητα, δημοκρατική ομαλότητα, λειτουργία των θεσμών, συνεργασία, ανάπτυξη και ευημερία, καθώς και η εκπλήρωση των σχετικών πολιτικών κριτηρίων ώστε να καταστεί δυνατή η ένταξη όλων ανεξαιρέτως των χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και τους λοιπούς Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς.   Από απόψεως συμμετοχής των χωρών της Βαλκανικής έχει ήδη αναφερθεί ότι Βουλγαρία, Ρουμανία, και Σλοβενία, είναι ήδη μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, κατά δε την πρόσφατη σύνοδο της συμμαχίας στη Ρίγα απευθύνθηκε πρόσκληση  στις 3 χώρες που είναι ήδη εντεταγμένες στο πρόγραμμα προετοιμασίας για ένταξη, στο Membership Action Plan και αυτές είναι όπως έχει ήδη αναφερθεί η Αλβανία, η Κροατία, και η ΠΓΔΜ.   Στην ίδια σύνοδο ελήφθη επίσης η πολύ σημαντική απόφαση   που   αφορά στη Σερβία, το Μαυροβούνιο και τη Βοσνία Ερζεγοβίνη ως προς την ένταξή τους στο πρόγραμμα για τη συνεργασία για την ειρήνη. 
Τις αδυναμίες της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Βαλκάνια, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, διαδέχθηκε μετά τις νατοϊκές επιχειρήσεις στο Κόσσοβο, μία πλέον συντεταγμένη, συντονισμένη και αποτελεσματική πολιτική. Ο συνδυασμός στόχων και μέσων (κυρίως μέσω των χρηματοδοτικών ενισχύσεων και της Διαδικασίας Σύνδεσης και Σταθεροποίησης), καθώς και η ανάδειξη δημοκρατικών κυβερνήσεων σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες της Βαλκανικής επιτρέπουν μεγαλύτερη αισιοδοξία για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς την οποία είναι προσανατολισμένη στο θέμα αυτό και η Ελληνική εξωτερική πολιτική. 
Από τη σκοπιά της ελληνικής θεώρησης, τόσο η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς τα Βαλκάνια, όσο και η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον ίδιο γεωγραφικό χώρο (Σλοβενία ήδη κράτος μέλος από 1.5.2004, Ρουμανία και Βουλγαρία από 1-1-2007, η Κροατία πρόκειται να επαναρχίσει τις διακοπείσες ενταξιακές διαπραγματεύσεις),    επιτρέπουν την άμεση σύνδεση της Ελλάδας με τον ενιαίο γεωγραφικό Ευρωατλαντικό χώρο, για πρώτη φορά μετά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό  σημαίνει ότι η Ελλάδα αποκτά  το πρώτο σύνορο-γέφυρα με το γεωγραφικό χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των «27».  Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για  τη Μακεδονία και τη Θράκη, που αποτελούν πλέον αναπόσπαστο συστατικό τμήμα ενός ευρύτατου,  ευρωπαϊκού, ενιαίου πολιτικού και οικονομικού χώρου. Αναδύονται έτσι νέες αναπτυξιακές προοπτικές ευημερίας και είναι βέβαια γνωστό ότι διασυνοριακή συνεργασία, καλή γειτονία, ανάπτυξη και ευημερία είναι συνώνυμα της σταθερότητας.
Η μελλοντική ένταξη των υπολοίπων βαλκανικών χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ διευρύνει και ενισχύει την περίμετρο της ζώνης σταθερότητας στην περιοχή μας. Είναι φυσικό οι χώρες αυτές να καταστούν τώρα ελκυστικότερες για άμεσες επενδύσεις και να συμβάλουν στην επιτάχυνση των περιοχικών έργων υποδομών (μεταφορές, ενέργεια) και στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης.
Ένα άλλο σημείο της εξωτερικής πολιτικής που πρέπει να επισημανθεί είναι το ότι η προοπτική της εντάξεως στο ΝΑΤΟ, ή στις διάφορες μορφές συνεργασίας- προθαλάμους του οργανισμού( όπως η PfP και η MAP) αποτελεί πεδίο εφαρμογής έντονης Στρατιωτικής Διπλωματίας υπό την έννοια παροχής πάσης φύσεως βοήθειας και τεχνογνωσίας από μέρους των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων προς τις χώρες αυτές. Ειδικότερα: η τεχνογνωσία σε σχέση με θέματα ΝΑΤΟ και η εμπειρία των Ελλήνων Αξιωματικών όλων των Κλάδων, λόγω της μακροχρόνιας ένταξης της   Ελλάδος,   είναι πάρα πολύ σημαντική. Η χώρα μας εκμεταλλεύεται την  πρόκληση αυτή. Πλην όμως    παρουσιάζονται νέες ευκαιρίες διευρύνσεως του ρόλου αυτού. Συγκεκριμένα πρέπει άμεσα, ει δυνατόν, και κατά  προτεραιότητα   να εκμεταλλευθούμε έτι περαιτέρω τις δυνατότητες που έχουμε να συμμετάσχουμε πολύ ενεργά στην προετοιμασία των χωρών αυτών για την ένταξή τους σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο στο πολιτικό, αλλά στο στρατιωτικό κυρίως  επίπεδο με τη   συνεργασία για την προσφορά τεχνικής βοήθειας, την προσφορά τεχνογνωσίας. 
Από την άλλη πλευρά, η ένταξη των βαλκανικών χωρών στους Ευρατλαντικούς θεσμούς απαρέγκλιτα προϋποθέτει: την υιοθέτηση αρχών και αξιών, κοινώς αποδεκτών από τους θεσμούς αυτούς και  οι οποίες αποτελούν τα θεμέλια τους: δημοκρατία, κράτος δικαίου, σεβασμός ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων, αλληλεγγύη και οικονομία της αγοράς, σεβασμός του διεθνούς δικαίου, το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων, ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων και περιφερειακή συνεργασία. Όλα αυτά συμβάλλουν στην επίτευξη σταθερότητος και αμβλύνουν τις εντάσεις και αντιθέσεις. Η ελληνική εξωτερική πολιτική θεωρεί ως όρους « εκ των ων ουκ άνευ» για τη σταθερότητα και ειρήνη στην περιοχή το σεβασμό  και την πλήρη  εφαρμογή των Συμφωνιών (Dayton, Αχρίδας, Βελιγραδίου) και των Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας που διευθετούν προβλήματα της περιοχής (1244/99 για Κόσοβο και 1345/2001 για πΓΔΜ και Κόσοβο). 

4.3.5 Παράμετροι και στόχοι Eλληνικής Eξωτερικής Πολιτικής.     
 
Ως παράμετροι και στόχοι στρατηγικής της Ελλάδος θεωρούνται:
 Η εξάλειψη των γενεσιουργών αιτίων αστάθειας.
 Ενδυνάμωση του ρόλου της Κοινωνίας των Πολιτών για την περιφερειακή συνεργασία και        την πρόληψη συγκρούσεων
 Προώθηση ανοχής και συμφιλίωσης
 Στρατηγική Μ.Μ.Ε
 Αναμόρφωση των Δυνάμεων Ασφαλείας και αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, διαφθοράς και παραστρατιωτικών οργανώσεων
 Η σημασία της οικονομικής διάστασης.
Ανάλυση των  επί μέρους αυτών παραμέτρων γίνεται στο Παράρτημα Δ’.
4.3.6 Διμερείς Σχέσεις της Ελλάδος με τις Βαλκανικές Χώρες
Οι διμερείς σχέσεις της Ελλάδος με τις Βαλκανικές χώρες αναλύονται στο Παράρτημα Ε’.

4.4 Τουρκία  - Βαλκάνια – Καύκασος – Μέση Ανατολή

4.4.1 Η Τουρκία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο

 Μετά το τέλος του ΨΠ η Τουρκία βρέθηκε στην ανάγκη μιας ριζικής αναθερώρησης της εξωτερικής της πολιτικής.  Κύριοι παράγοντες και παράμετροι που επέβαλαν κάτι τέτοιο ήταν  οι κοσμογονικές αλλαγές που έλαβαν χώρα με τη διάλυση της Σοβιετικής αυτοκρατορίας και την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Αυτά όλα είχαν  άμεσες και σημαντικές επιπτώσεις στις μέχρι τότε σταθερές  διαμορφώσεως της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και προσανατολισμών της. Συγκεκριμένα κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου το κύριο επιχείρημα αλλά και παράμετρος της Τουρκικής διπλωματίας, που μετρούσε σημαντικά για τη Δύση και τις ΗΠΑ, ήταν ότι η Τουρκία ήταν η μόνη χώρα του ΝΑΤΟ που είχε χερσαία σύνορα με τη Σοβιετική Ένωση(ΕΣΣΔ).   Επί πλέον το γεγονός ότι η Τουρκία κάλυπτε το χερσαίο χώρο μεταξύ της Λεκάνης της Ανατολικής Μεσογείου και την ΕΣΣΔ και συνέβαλε στην περίσχεση από το νότο της ΕΣΣΔ (containtment). Ο  δεύτερος παράγων ήταν ότι η θέση της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή είχε αναβαθμισθεί σημαντικά μετά τη πτώση του καθεστώτος του Σάχη στην Περσία, που μέχρι τότε λειτουργούσε  ως Δυτική Δύναμη στην ΜΑ και την Κεντρική Ασία.
Η πολιτική ηγεσία της Τουρκίας, ορθά ενεργούσα, αλλά και υπείκουσα στις εντολές του Κεμαλισμού, που πρέσβευαν την ανάγκη Δυτικού προσανατολισμού της Τουρκίας, εγκατέλειψε, μετά το τέλος του Β! ΠΠ, την ουδετερότητα   και εκμεταλλεύθηκε τις δύο ως άνω παραμέτρους του διεθνούς  συστήματος και ανέλαβε το ρόλο του διεθνούς στυλοβάτη της  Δύσεως. Ως αντάλλαγμα   πήρε την ένταξη στο ΝΑΤΟ, εγγύηση για την ασφάλειά της.  Επίσης έλαβε γενναιόδωρη διεθνή στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, πολιτική ανοχή στον επεκτατισμό της κατά την εισβολή στην Κύπρο, αλλά  και για την καταπίεση των Κούρδων. 
Με το τέλος όμως του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ο ρόλος της Τουρκίας ως δύναμης πρώτης γραμμής της δυτικής συμμαχίας μειώθηκε.  Συγχρόνως όμως ανοίχθηκαν νέοι ορίζοντες για την τουρκική εξωτερική πολιτική, τους οποίους η τότε τουρκική πολιτική ηγεσία, και κυρίως ο φιλόδοξος ηγέτης Οζάλ, έσπευσαν να   αδράξουν, διαμορφώνοντας μια πιο φιλόδοξη Στρατηγική σε τρία μέτωπα. Στρατηγική  που φιλοδοξούσε να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε από τη διάλυση του Ανατολικού Συνασπισμού και παραπέμπει στο γεωγραφικό χώρο της πρώην υπερδύναμης και ιδιαίτερα στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, όπου διακυβεύονται κρίσιμα γεωπολιτικο – οικονομικά συμφέροντα για τη Δύση αλλά και έμμεσα στη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια.
 Έτσι λοιπόν η Τουρκία εμφανίσθηκε ή μάλλον προσπάθησε να εμφανισθεί ως ικανή να καλύψει το κενό αυτό.  Πρόβαλε για το σκοπό αυτό και επεξεργάσθηκε μια στρατηγική που θα της επέτρεπε να εμφανισθεί με αναβαθμισμένο ρόλο «ηγεμονικού σταθεροποιητή» ή κατ’ άλλους ως κύριος παίκτης και στυλοβάτης της δυτικής Συμμαχίας, η ως «Περιφερειακή Υπερδύναμη».  Η στρατηγική αυτή σε γενικές γραμμές εκδηλώθηκε ως εξής κατά περιοχή. 

4.4.2 Τουρκική Στρατηγική στον Καύκασο- Κεντρική Ασία

Στην  περιοχή αυτή η τουρκική ηγεσία ανέσυρε στην επιφάνεια στο δόγμα του «παντουρκισμού» που ήκμασε και απετέλεσε τον Πυρήνα των Νεότουρκων και είχε τεθεί από τον Κεμάλ στο περιθώριο. Ανακάλυψε λοιπόν τους τουρκογενείς και τουρκόφωνους πληθυσμούς των νέων ανεξάρτητων κρατών της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως που γεννήθηκαν μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.  Ο τεράστιος αυτός χώρος, πράγματι, είναι μια μεγάλη πρόκληση, τόσο από στρατηγικής και πολιτικής, όσο και οικονομικής πλευράς. Στις χώρες αυτές η Τουρκία, πέραν από την ανάπτυξη διμερών σχέσεων, υποσχέθηκε αφειδώς βοήθεια πάσης φύσεως. Στον Καύκασο η πολιτική της Τουρκία επικεντρώθηκε στη δημιουργία των σχέσεων με το Αζερμπαιτζάν, το οποίο γλωσσικά είναι η εγγύτερη προς την Τουρκία πρώην Σοβιετική Δημοκρατία.  Έτσι αναγνώρισε το Αζερμπαϊτζάν στις    9-10-91 και πρότεινε σειρά μέτρων για σύσφιξη διμερών οικονομικών σχέσεων.  Πέραν όμως αυτών υποστήριζε το Αζερμπαϊζτζάν διπλωματικά.  Κύρια πολιτική έκφανση της τουρκικής πολιτικής στην περιοχή αυτή απετέλεσε η εμπλοκή της στη διένεξη Αρμενίας- Αζερμπαϊτζάν με το θέμα του θύλακα του Ναγκόρνο- Κάραμπαχ.  Η πολιτική όμως αυτή την έφερε σε αντίθεση με τη Ρωσία και το Ιράν, που είχαν για δικούς τους λόγους τις ίδιες βλέψεις, για τη περιοχή και ιδιαίτερα για το Αζερμπαϊτζάν. Το γεγονός  αυτό απετέλεσε την αχίλλειο πτέρνα της τουρκικής πολιτικής στον Καύκασο. 

4.4.3 Τουρκική Στρατηγική στην Μέση Ανατολή

Η Μέση Ανατολή απετέλεσε το δεύτερο γεωπολιτικό χώρο διείσδυσης και ενεργητικής  παρουσίας και στρατηγικής αναβάθμισης της Τουρκίας.  Την καίρια ευκαιρία την οποία η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε, είναι αλήθεια με πολλές εσωτερικές αντιδράσεις και κραδασμούς, την έδωσε η Ιρακινή εισβολή στο κουβέϊτ.   Η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990 και ο επακολουθήσας πόλεμος του Κόλπου έδωσε στον τότε πρόεδρο Τουργκούτ Οζάλ αφορμή για ενεργό ανάμειξη στον πόλεμο,  τόσο με συμμετοχή τουρκικών στρατευμάτων, όσο και με χρησιμοποίηση των Αμερικανικών βάσεων της χώρας του για τις επιχειρήσεις της μεγάλης Συμμαχίας(Coalition) που είχε συγκροτηθεί ειδικά για τον πόλεμο αυτό.   Βραχυπρόθεσμα και πιθανόν μεσοπρόθεσμα η εμπλοκή  αυτή της Τουρκίας απεδείχθη επωφελής σε πολιτικοδιπλωματικό, αλλά και σε οικονομικό επίπεδο, συμβάλλοντας σημαντικά στον υπό ανάληψη νέο ρόλο του «ηγεμονικού σταθεροποιητή». 
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέπεται ο σημαντικός ρόλος που έχει η Τουρκία στην περιοχή λόγω του ελέγχου των μεγαλυτέρων υδατίνων πόρων της περιοχής της Μέσης Ανατολής. 
Μια άλλη παράμετρος αυτού του νέου ρόλου θεωρείται η συναφθείσα συμφωνία αμυντικής συνεργασίας Τουρκίας- Ισραήλ.
Τέλος ως τελευταία σημαντική αρνητική εξέλιξη στην προοπτική αυτή της Τουρκίας σε σχέση με τις ΗΠΑ πρέπει να θεωρηθεί η άρνησή της να επιτρέπει τη διέλευση Αμερικανικών στρατευμάτων από το έδαφός της κατά την εισβολή του Ιράκ το Μάρτιο του 2003.

4.4.4 Τουρκική Στρατηγική στα Βαλκάνια
 
Η Τουρκική εξωτερική πολιτική όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο δεν θα μπορούσε να μην ασχοληθεί με τα Βαλκάνια, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.  Ιστορικά από τις αρχές του 19ου αιώνα η Οθωμανική αυτοκρατορία υποχρεώθηκε   να μειώνει σταθερά την κυρίαρχη παρουσία της στο Βαλκανικό χώρο, ενώ με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου(ΠΠ) και την διάλυση της αυτοκρατορίας της, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά το χώρο, αλλά και να αποδεχθεί την απομάκρυνση του συνόλου σχεδόν του τουρκικού   πληθυσμού.  Τα τελευταία, προ του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, χρόνια η Τουρκία ήλθε σε ρήξη με την Βουλγαρία λόγω των προβλημάτων της εκεί τουρκικής μειονότητας.  Οι σχέσεις των δύο χωρών  αποκαταστάθηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
 Με την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στα Βαλκάνια, η τουρκική πολιτική βρέθηκε σε κρίσιμο δίλημμα.  Από την μια πλευρά η Τουρκία μπορούσε να επιλέξει την παραδοσιακή πολιτική του προστάτη των μουσουλμανικών πληθυσμών των Βαλκανίων σε βάρος των διμερών της σχέσεων με τις ορθόδοξες Βαλκανικές χώρες, που διαβιούσαν οι πληθυσμοί αυτοί.  Από την άλλη η Τουρκία μπορούσε να προωθήσει μια πολιτική διαβαλκανικής συνεργασίας και σταθερότητας.  Οι δύο βέβαια αυτές επιλογές απαιτούν πολύ λεπτούς χειρισμούς, διότι η μια αντιμάχεται την άλλη και δύσκολα μπορούν να συγκερασθούν και  να συνδυασθούν. Ο Οζάλ επέλεξε τον ευρύτερο ρόλο της Τουρκίας ως παράγοντα σταθερότητας και ασφάλειας. Ο   Οζάλ επέλεξε, σοφά, την πολιτική, που είχε ως γνώμονα τις δυτικές προτεραιότητες και το ρόλο που η Δύση θα επιθυμούσε να παίξει η Τουρκία. Αρχικά, προσπάθησε να αποφύγει την εμπλοκή σε ενδοβαλκανικές διαμάχες, ώστε να παρουσιάζεται ως μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος των Βαλκανίων. Σημαντικότερη πρωτοβουλία του Οζάλ ήταν η Παρευξίνεια Συνεργασία, που συμπεριέλαβε έναν ευρύτερο των Βαλκανίων χώρο(Βαλκάνια, Ρωσία, Ουκρανία, Μολδαβία, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν, Αρμενία και Ελλάδα). Με την πρωτοβουλία του αυτή ο Οζάλ επεδίωξε να καταστήσει τη χώρα του έναν από τους κύριους συντελεστές της νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Η συμμετοχή της Ελλάδος και   Αρμενίας αποσκοπούσε στο να καταδείξει στη διεθνή κοινότητα ότι η χώρα του ήταν υπεράνω τοπικών αντιθέσεων και αντιπαλοτήτων, προκειμένου να συμβάλει στη σταθερότητα στην περιοχή. Ήταν δηλαδή ένας παράγοντας σταθερότητας. Παράλληλα βελτίωσε τις μέχρι τότε τεταμένες σχέσεις της Τουρκίας με τη Βουλγαρία. Οι σχέσεις, ως γνωστόν, είχαν διαταραχθεί λόγω της πολιτικής Ζίβκωφ, ο οποίος είχε προωθήσει πολιτική εκβουλγαρισμού της τουρκικής και γενικότερα της μουσουλμανικής μειονότητας της Βουλγαρίας, που είχε οδηγήσει 300.000 πρόσφυγες στην Τουρκία).  
 Η τουρκική εξωτερική πολιτική στο θέμα της Γιουγκοσλαβίας ακολούθησε την αυτή γραμμή της μη εμπλοκής σε τοπικές διαμάχες. Η Άγκυρα μέχρι το Μάιο του 1992, απέφευγε να λάβει αντισερβικές θέσεις, φροντίζοντας να ακολουθεί τη Δύση στο θέμα αυτό.  Έτσι κατά το πρώτο εξάμηνο του  1991 υποστήριζε τη συνοχή της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και εναντιώθηκε στις αποσχιστικές τάσεις της Σλοβενίας και Κροατίας. Την ίδια στάση τήρησε στα αρχικά στάδια της Βοσνιακής κρίσης, αρνούμενη να αναγνωρίσει την Βοσνία. Έτσι οι αναγνωρίσεις των αποσχιζομένων δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας έγιναν στις 7-2-92, μερικές εβδομάδες μετά την αναγνώρισή τους από την τότε ΕΟΚ, και αφ΄ότου είχε καταστεί σαφές ότι θα ακολουθούσαν οι ΗΠΑ. Συμπερασματικά  η Τουρκία, μέχρι το Μάιο του 1992, απέφευγε κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μονομερής και μεροληπτική.  Όταν όμως άρχισαν οι έντονες αντιδράσεις της τουρκικής κοινής γνώμης για τις βιαιότητες των Σέρβων εις βάρος των μουσουλμάνων της Βοσνίας, η επιμελώς καλλιεργηθείσα στάση του σταθεροποιητικού παράγοντα υπεράνω πολιτικών διενέξεων άρχισε να διαφοροποιείται. Η αλλαγή στάσεως εκδηλώθηκε με τις έντονες τουρκικές πιέσεις, προς Ευρώπη και ΗΠΑ, για διεθνή στρατιωτική επέμβαση στη  Βοσνία, χωρίς όμως ανταπόκριση. Η εμπλοκή αυτή της Τουρκίας στη Γιουγκοσλαβική κρίση, υπό την συνεχώς αυξανόμενη πίεση της κοινής γνώμης, γινόταν με την πάροδο του χρόνου πλέον έντονη.  Η εμπλοκή όμως αυτή    δημιούργησε την εντύπωση ότι η Τουρκία σχεδίαζε την συγκρότηση του «Μουσουλμανικού τόξου» των Βαλκανίων, γεγονός που δημιούργησε περιφερειακές αντιδράσεις, με κυριότερες αυτές της Ρωσίας. Είναι χαρακτηριστικό, αλλά και σημειολογικό το ότι η Ρωσία εγκαινίασε την αντιτουρκική της αντίδραση, με την επίσημη επίσκεψη του προέδρου Γιέλτσιν στην Αθήνα στις 30-6-1993, κατά τη διάρκεια της οποίας μίλησε για μουσουλμανικό κίνδυνο.   Ανάλογη αντίδραση υπήρξε και από πλευράς Βουλγαρίας, η οποία εκδηλώθηκε με την έντονη αντίδραση της Σόφιας στη συμμετοχή Τούρκων κυανοκράνων στη Βοσνία.

4.4.5 Αποτελέσματα Τουρκικής Στρατηγικής στον Καύκασο-Μέση Ανατολή-Βαλκάνια

Εν κατακλείδι το πείραμα Οζάλ κατά την περίοδο 1989-1992 απετέλεσε ένα μεγαλόπνοο, πράγματι, σχέδιο, το οποίο εάν επετύγχανε, θα καθιέρωνε την Τουρκία ως περιφερειακή υπερδύναμη, ή ως «ηγεμονικό σταθεροποιητή» στην ευρύτερη περιοχή Βαλκάνια-Καύκασος-Μέση Ανατολή, στα πλαίσια της ευρύτερης πολιτικής της Δύσεως και θα υποβοηθούσε την Τουρκία στην επίτευξη  στρατηγικών στόχων της, όπως η ένταξή της στην ΕΕ. Το σχέδιο όμως αυτό ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων της Τουρκίας, δηλαδή με επιστημονικούς όρους η υψηλή στρατηγική της Τουρκίας παρουσίαζε αναντιστοιχία μέσων και σκοπών, με συνέπεια να αποτύχει στους περισσότερους από τους τεθέντες στόχους.  
Για τον Καύκασο έχουμε ήδη αναφερθεί. Στη Μέση Ανατολή η Τουρκία μπορεί να κέρδισε πολιτικά, οικονομικά και σε κύρος ως προς τη Δύση, αλλά απώλεσε τα σοβαρά ερείσματα που είχε σε μεγάλη μερίδα του αραβικού κόσμου. Οι κύριες όμως απώλειες αφορούν στο κουρδικό. Οι τουρκικές εκτιμήσεις προέβλεπαν πτώση του καθεστώτος και του ιδίου του Σαντάμ Χουσείν, μετά το τέλος του πόλέμου του Κόλπου. Κάτι τέτοιο όμως  δεν έγινε, και μετά τον πόλεμο το καθεστώς προέβη σε απηνείς διώξεις του κουρδικού στοιχείου του βορείου Ιράκ, με συνέπεια ένα κύμα από 500.000 περίπου πρόσφυγες να εισέλθουν στο τουρκικά εδάφη της Ανατολίας. Οι πρόσφυγες αυτοί μπορεί μεν να  επέστρεψαν, είχαν όμως δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα στις διωκτικές αρχές για την εξόντωση των μαχητών του PKK. Κυριότερη όμως συνέπεια ήταν ότι μετά τον πόλεμο οι διεθνείς επεμβάσεις συνέτειναν στη δημιουργία ημιαυτόνομου κουρδικού κράτους στο βόρειο Ιράκ, η ηγεσία και ο στρατός του οποίου απετέλεσαν τον μοναδικό εσωτερικό σύμμαχο των ΗΠΑ κατά την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Έτσι ο κίνδυνος δημιουργίας ανεξαρτήτου κουρδικού κράτους σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερος από ποτέ. Επομένως στη Μέση Ανατολή η τουρκική πολιτική να παίξει το ρόλο του «ηγεμονικού σταθεροποιητή» μπορεί να μην απέτυχε, δεν θεωρείται όμως ότι προσκόμισε σημαντικά πολιτικά και στρατηγικά οφέλη τα οποία η Τουρκία ανέμενε.
Στα Βαλκάνια η αποτυχία υπήρξε, ως προελέχθη, πλέον εμφανής και απετέλεσε σοβαρή πολιτική ήττα σε πολιτικό επίπεδο, με συνέπεια τη μείωση του κύρους της χώρας στις βαλκανικές χώρες. Επίσης η Παρευξίνεια Συνεργασία ξέφυγε από τον έλεγχο της Τουρκίας και έχει ευνοήσει άλλες δυνάμεις της περιοχής μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα. Παράδειγμα η έδρα της Παρευξίνειας Τράπεζας είναι στην Θεσσαλονίκη και όχι στην Κωνσταντινούπολη που επιθυμούσε η Τουρκία. Ανάλογη υπέρ των ελληνικών κεφαλαίων είναι η οικονομική διείσδυση της Ελλάδος .   Οι  αιτίες, οι οποίες προκάλεσαν ή συν έτειναν στην αποτυχία αυτή, έχουν ήδη αναφερθεί κατά την προηγηθείσα ανάλυση, εδώ απλώς θα επιχειρηθεί η κωδικοποίησή τους. Ειδικότερα:
α. Οι οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες της Τουρκίας δεν επαρκούσαν για να υποστηρίξουν και να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις, τους δύσκολους ρόλους και αποστολές, που απέρρεαν από την πολιτική αυτή.
β. Η τουρκική κοινωνία, οι δομές της και το όλο πολιτικό σύστημα της χώρας, δεν μπορούσαν να ενσωματώσουν ή και να υποστηρίξουν την πολιτική αυτή. Επιβεβαίωση αποτελούν οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης, οι οποίες ανάγκασαν την κυβέρνηση να αλλάξει την πολιτική της στην Αρμενία και Βοσνία. Και από παράγων σταθερότητας, που προσπαθούσε να εμφανισθεί, να μετατραπεί σε μέρος του προβλήματος προκαλώντας αντιδράσεις άλλων περιφερειακών δυνάμεων στις  περιοχές αυτές.
γ. Η αντίδραση περιφερειακών δυνάμεων στις περιοχές αυτές, όπως της Ρωσίας, του Ιράν, κ.α., με κύρια αιτία την αντίδραση της Ρωσίας. Οι αντιδράσεις   αυτές φαίνεται ότι  παραβλέφθηκαν ή υποτιμήθηκαν από   κακές εκτιμήσεις από μέρους των  Τούρκων αρμοδίων και ηγεσίας.  
δ. Η συμφωνία, τέλος Τουρκίας-Ισραήλ ενίσχυσε τα ερείσματα της Τουρκίας στις ΗΠΑ κυρίως, ενέτεινε όμως την ήδη, μετά τον πόλεμου του κόλπου καχυποψία μεγάλης μερίδας του αραβικού κόσμου.

4.4.6 Τουρκική Εξωτερική Πολιτική για τα  Βαλκάνια και  Διμερείς Σχέσεις
4.4.6.1 Τουρκική Εξωτερική Πολιτική για τα  Βαλκάνια
Τα  ακόλουθα στοιχεία προέρχονται από την  ιστοσελίδα του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών(www.mfa.gov.tr). Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία αυτά: τα Βαλκάνια έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή και Παγκόσμιο ιστορία. Η περιοχή αυτή κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην τουρκική εξωτερική πολιτική. Αυτό εκπηγάζει από το γεγονός ότι η Τουρκία είναι αναπόσπαστο μέρος των Βαλκανίων. Έτσι η διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητος στα Βαλκάνια είναι ζωτικής σημασίας για την Τουρκία.
Η Τουρκία, ως  περιφερειακή χώρα, δίνει  ιδιαίτερη σημασία στις σχέσεις της με τις Βαλκανικές χώρες. Μακράς διάρκειας σταθερές και φιλικές, όπως και σχέσεις καλής γειτονίας με τις χώρες της περιοχής, στη βάση του αμοιβαίου  σεβασμού της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητος, καθώς και μη παρέμβαση\επέμβαση στις εσωτερικές τους υποθέσεις, συνθέτουν ένα ευνοϊκό πεδίο για περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων στην περιοχή.
Σπουδαίοι δεσμοί υφίστανται μεταξύ των λαών: της Τουρκίας και των άλλων βαλκανικών χωρών. Τα Βαλκάνια αποτελούν την είσοδο της Τουρκίας στην ηπειρωτική Ευρώπη. Υπάρχουν άτομα τουρκικής καταγωγής σε διάφορες βαλκανικές χώρες. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν Τούρκοι στην Τουρκία, των οποίων οι παππούδες, γονείς ή και αυτοί  οι ίδιοι έχουν μεταναστεύσει από όλη τη βαλκανική χερσόνησο.  Συγκρούσεις στην περιοχή συχνά προκαλούν  σοβαρές συνέπειες για την Τουρκία, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μεγάλου αριθμού προσφύγων, οι οποίοι  εισρέουν, μετά από κάθε  μεγάλη σύγκρουση.
Κατά  συνέπεια, το τουρκικό ενδιαφέρον για την τύχη των Βαλκανίων είναι δυνατό και γι’  αυτό το λόγο η Τουρκία ήταν στην πρώτη γραμμή των διεθνών προσπαθειών για να σταματήσει η αιματοχυσία κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στη Βοσνία και το Κόσσοβο. Τουρκικά  στρατεύματα, αξιωματικοί της αστυνομίας και παρατηρητές εξακολουθούν να υπηρετούν σε διάφορα μέρη της πρώην Γιουγκοσλαβίας, για να εμπεδώσουν την ασφάλεια και ένα καλό επίπεδο ζωής για τους κατοίκους των περιοχών αυτών.  Η Τουρκία έχει διαθέσει  σημαντικά  ποσά βοήθειας στις βασανισμένες από τον πόλεμο χώρες\έθνη, για να τα βοηθήσουν στις προσπάθειες ανασυγκρότησης και αποκατάστασή  τους.
  Επειδή οι οικονομικές και πολιτικές σχέσεις και συνεργασία είναι   ενιαίες, η Τουρκία πιστεύει, ότι πρέπει να καθιερωθεί και διατηρηθεί καλύτερη συνεργασία μεταξύ του Συμφώνου Σταθερότητος και  της SEECP, η οποία είναι η μόνη και γνήσια πρωτοβουλία προερχομένη από το εσωτερικό της περιοχής. Η SEECP είναι ένα  πρότυπο κοινών σκοπών των χωρών της περιοχής να αναπτύξουν\βελτιώσουν τη μεταξύ τους συνεργασία και να επιτύχουν διαρκή σταθερότητα στην ΝΑ Ευρώπη. Αποτελεί σταθερή πίστη για την Τουρκία, ότι είναι τώρα ο κατάλληλος χρόνος, που η λέξη Βαλκάνια να   απαλλαγεί από τις αρνητικές και  να αρχίσει να  έχει θετικές έννοιες, όπως «αμοιβαίος σεβασμός» και «ειρηνική συμβίωση». Το επίπεδο της ατομικής  οικονομικής ευμάρειας και ευημερίας των χωρών της Βαλκανικής έχει άμεση επίπτωση στην ασφάλεια και σταθερότητα στην περιοχή. Αντίστοιχα, η σταθερότητα και ασφάλεια στην Ευρώπη, ως σύνολο, δεν μπορεί να επιτευχθεί και διατηρηθεί, εάν η ΝΑ Ευρώπη μαστίζεται από οικονομική και κοινωνική αναστάτωση.
Εν κατακλείδι, η Τουρκία πιστεύει ότι, είναι εξαιρετικά επείγον για τους Ευρωατλαντικούς και Ευρωπαϊκούς θεσμούς να περιλάβουν την περιοχή σε μια σχεδίαση διαρκούς ειρήνης, σταθερότητος και ευημερίας και συγχρόνως, να θεωρήσουν τις διαφορετικές ιστορικές κληρονομιές ως συστατικά στοιχεία του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και κουλτούρας.

4.4.6.2 Διμερείς Σχέσεις με Αλβανία

Η Τουρκία θεωρεί την Αλβανία ως μια φιλική και αδελφή χώρα. Η κοινή ιστορική, ανθρωπιστική και πολιτισμική κληρονομιά φέρνει τις δύο χώρες πλησιέστερα και οι σχέσεις ξεπερνούν τα σύνορα της πολιτικής. Κατόπιν αυτών  οι Τουρκοαλβανικές σχέσεις είναι σε άριστο επίπεδο. Ανεξάρτητα από τις πολύ στενές σχέσεις υπάρχουν και πολιτικά προβλήματα στην ατζέντα. Μια από τις πλέον σημαντικές πλευρές των διμερών σχέσεων είναι το στρατιωτικό επίπεδο. Οι   σχέσεις μεταξύ Αλβανίας και Τουρκίας στο στρατιωτικό πεδίο έχουν φθάσει σε ξεχωριστό επίπεδο. Η στρατιωτική βοήθεια της Τουρκίας στην Αλβανία θα συνεχισθεί με τη μορφή υποστηρίξεως Διοικητικής Μερίμνης και εκπαιδεύσεως. Εν τούτοις, παρά το ότι παρουσιάζονται ενθαρρυντικά σημεία, οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ Τουρκίας  και Αλβανίας. απέχουν πολύ από το να χαρακτηρισθούν ικανοποιητικές. Η Τουρκία θεωρεί την Αλβανία ως μια σημαντική χώρα για την ειρήνη και τη σταθερότητα στα Βαλκάνια και εκτιμά τη συμβολή της γι’ αυτό το σκοπό. Συγχρόνως η Τουρκία είναι ευχαριστημένη βλέποντας τις προόδους της Αλβανίας για την Ευρωπαϊκή και Ευρωατλαντική  ενσωμάτωσή της. Η Τουρκία είναι έτοιμη να επεκτείνει την υποστήριξή της στις προσπάθειες της Αλβανίας προς αυτούς τους στόχους. Η συνεργασία της Τουρκίας με την Αλβανία σε διμερές επίπεδο καθώς και σε πολυεθνικά φόρα θα συνεχισθεί και στο μέλλον.

4.4.6.3 Διμερείς Σχέσεις με   Βουλγαρία

  Οι διμερείς σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Βουλγαρίας έχουν αναπτυχθεί, κατά την τελευταία δεκαετία, μετά την απόρριψη από το νέο Σύνταγμα των πολιτικών της προηγούμενης ηγεσίας, που  αφορούσαν στην Εθνική Τουρκική μειονότητα της χώρας, και έχουν υποστεί ποιοτικό μετασχηματισμό. Συμφωνίες έχουν υπογραφεί σε όλα τα επίπεδα, ενώ έχουν εξευρεθεί λύσεις σε μερικά από τα από μακρού υφιστάμενα διμερή  προβλήματα. Επί πλέον, έχει ολοκληρωθεί το νομικό πλαίσιο για την βελτίωση των διμερών εμπορικών και οικονομικών σχέσεων, με συνέπεια την ταχεία αύξηση των ανταλλαγών σε αυτά τα πεδία σε μια μικρή χρονική περίοδο .
Ως χώρα που βοήθησε σημαντικά, ισχυρά και αποφασιστικά την υποψηφιότητα της Βουλγαρίας για ένταξή της στο ΝΑΤΟ, η Τουρκία είναι   ευχαριστημένη  που είδε την Βουλγαρία ως μέλος του ΝΑΤΟ από τον Μάιο του 2004.

4.4.6.4 Διμερείς Σχέσεις με  Κροατία

Οι διμερείς πολιτικές σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Κροατίας έχουν αναπτυχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Οι επισκέψεις υψηλού επιπέδου μεταξύ των δύο χωρών έχουν αποδείξει ότι είναι ωφέλιμες. Η Τουρκία εκτιμά τις προσπάθειες και τα επιτεύγματα της Κροατίας στη διαδικασία εκδημοκρατισμού, επιστροφής των προσφύγων, ιδιωτικοποίησης, οικονομικών προσαρμογών και ενσωματώσεως στους Ευρωατλαντικούς Οργανισμούς. Η Τουρκία επίσης αξιολογεί θετικά την τρέχουσα πολιτική της Κροατίας σχετικά με τη διατήρηση ενός  περιβάλλοντος  διαρκούς ειρήνης και ασφαλείας στην περιοχή, το οποίο θα συμβάλλει στον εκδημοκρατισμό και σταθερότητα της περιοχής των Βαλκανίων

4.4.6.5 Διμερείς Σχέσεις με   Βοσνία-Ερζεγοβίνη

Λόγω των βαθέων ιστορικών δεσμών, η Βοσνία –Ερζεγοβίνη πάντοτε ήταν  μια από  τις χώρες οι οποίες κατέχουν ιδιαίτερη     θέση  στην Τουρκική εξωτερική πολιτική. Η Τουρκία πιστεύει ότι  η επανίδρυση της πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής κρατικής οντότητας της Βοσνία-Ερζεγοβίνης, μέσα από  προβλέψεις που θα εξασφαλίζουν την ανεξαρτησία, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα εντός των αναγνωρισμένων διεθνώς συνόρων της, είναι υψίστης   σπουδαιότητος. Η Τουρκία, ως μέλος του PIC( Peace Implementation Council) της συμφωνίας του Dayton, πιστεύει ότι η πραγματική ευθύνη, ικανότητα και εξουσία για εφαρμογή της συμφωνίας του Dayton και για να μετατραπεί η Βοσνία-Ερζεγοβίνη σε χώρα ειρήνης και ευημερίας, ανήκει στους κατοίκους της χώρας αυτής.

4.4.6.6 Διμερείς Σχέσεις με  ΠΓΔΜ

Λόγω των ιστορικών και πολιτισμικών δεσμών μεταξύ της ΠΓΔΜ και της Τουρκίας, οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει στενές και φιλικές σχέσεις τα τελευταία χρόνια. Η Τουρκία προσδίδει μεγάλη σημασία στην ασφάλεια, σταθερότητα, ευημερία και εδαφική ακεραιότητα της ΠΓΔΜ και έχει καλοδεχθεί την υπογραφή της συμφωνίας  πλαισίου του Αυγούστου 2001 και την αποδοχή των Συνταγματικών προσθηκών που αποφασίσθηκαν από τη συμφωνία αυτή. Η Τουρκία προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αναλογική συμμετοχή της Τουρκικής εθνικής μειονότητας στη χώρα, σύμφωνα με το πνεύμα της συμφωνίας πλαίσιο.
Η Τουρκία συμμετείχε στην επιχείρηση του ΝΑΤΟ που επέβλεψε στη συλλογή του οπλισμού, όπως προεβλέπετο από τη συμφωνία  πλαίσιο, αλλά και στην εμπέδωση περιβάλλοντος ασφαλείας στη χώρα, και διέθεσε προσωπικό για το σκοπό αυτό. Επίσης η Τουρκία συμμετέσχε στην υποστηριχθείσα και από το ΝΑΤΟ ευρωπαϊκή επιχείρηση «Concordia”  μετά την αντικατάσταση του ΝΑΤΟ από την ΕΕ στην ΠΓΔΜ. Η επιχείρηση αυτή  αντικαταστάθηκε από την αστυνομική επιχείρηση «Proxima», η οποία διοικείται από την  ΕΕ την 15-12-2003. Η Τουρκία επιθυμεί να συμμετέχει και στην επιχείρηση «Proxima». Η Τουρκία θα συνεχίσει να υποστηρίζει τις προσπάθειες της ΠΓΔΜ  για εθνική συμφιλίωση και επιβεβαίωση ότι δεν θα υπάρξει επιστροφή στη βία. Η Τουρκία επίσης εκτιμά και συνεχίζει να υποστηρίζει τις προσπάθειες και τα επιτεύγματα της χώρας αυτής για την Ευρωπαϊκή και Ευρωατλαντική ενσωμάτωσή της.

4.4.6.7 Διμερείς Σχέσεις με   Ρουμανία

Η Τουρκία θεωρεί τη Ρουμανία ως φίλη χώρα. Η κοινή ιστορία που μοιράσθηκαν Τουρκία και Ρουμανία συμβάλλει στη δημιουργία των σταθερών  θεμελίων επάνω στα οποία στηρίζονται οι άριστες σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί. Σήμερα, οι Ρουμανοτουρκικές σχέσεις είναι πράγματι σε άριστο επίπεδο. Οι Οικονομικοί και εμπορικοί δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών έχουν   φθάσει σε μη αναμενόμενο επίπεδο επίσης. Η Τουρκία θεωρεί τη Ρουμανία ως μια σημαντική χώρα για την ειρήνη και  σταθερότητα στην περιοχή των Βαλκανίων και αξιολογεί τη συνεισφορά της σε αυτό το σκοπό. Συγχρόνως, η Τουρκία εκτιμά την ταχύτατη πρόοδο της Ρουμανίας στην κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής και Ευρωατλαντικής ενσωμάτωσης.
Ως ένας κύριος υποστηρικτής της εντάξεως της Ρουμανίας στο ΝΑΤΟ, η Τουρκία ευχαρίστως καλωσορίζει τη Ρουμανία ως ένα από τα νέα μέλη της συμμαχίας. Η Τουρκία στοχεύει στην περαιτέρω ενδυνάμωσης της συνεργασίας της με τη Ρουμανία σε διμερές επίπεδο, όπως επίσης και στα πολυεθνική φόρα στο μέλλον.

4.4.6.8 Διμερείς Σχέσεις με   Σερβία

Η Τουρκία αξιολογεί ως σημαντικές της σχέσεις της με τη Σερβία, η οποία θεωρείται ως γειτονική χώρα. Η Τουρκία εύχεται η χώρα συμβάλλει στη σταθερότητα και στην ειρήνη στην περιοχή. Η Τουρκία σκοπεύει να συνεχίσει τις στενές φιλικές και συνεργατικές σχέσεις  με τη Σερβία. Η Τουρκία υποστηρίζει πλήρως την ενσωμάτωση της Σερβίας στους Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς.

4.4.6.9 Διμερείς Σχέσεις με   Μαυροβούνιο 
 
4.4.7 Εκτιμήσεις-Αναλύσεις για την Τουρκική Εξωτερική πολιτική  

Μετά την ιστορική αναδρομή της Τουρκικής εξωτερική πολιτικής από το τέλος του Ψυχρού πολέμου, που έχει αναφερθεί ανωτέρω και την ανάλυση της επίσημης εξωτερικής πολιτικής, όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του Τουρκικού  ΥΠΕΞ, θεωρήθηκε  ότι η όλη εικόνα πρέπει να συμπληρωθεί με αντίστοιχες αναλύσεις και εκτιμήσεις ειδικών αναλυτών. Έχουμε ήδη αναφέρει για την αποτυχία της πολιτικής Οζάλ και τους λόγους που την προκάλεσαν. Υπενθυμίζουμε εδώ απλώς, ότι η πολιτική αυτή στόχευε στην ανάληψη από την Τουρκία ρόλου «ηγεμονικού  σταθεροποιητή» σε τρεις μείζονος στρατηγικής και όχι μόνο περιοχές: τα Βαλκάνια, τη Μέση  Ανατολή και τον Καύκασο.   Η αποτυχία αυτή, η οποία βέβαια ουδέποτε ομολογήθηκε από τουρκικής πλευράς, είχε ως συνέπεια επαναπροσδιορισμό, εάν όχι της όλης εξωτερικής πολιτικής στις περιοχές αυτές, τουλάχιστον του εύρους και του μεγέθους των στόχων της, με συνέπεια να γίνει λιγότερο φιλόδοξη και προσαρμοσμένη στη βασική αρχή της στρατηγικής περί αντιστοιχίας μέσων και σκοπών.  Από ότι φαίνεται η επαναπροσδιορισθείσα τουρκική πολιτική δίνει περισσότερο βάρος στη Μέση Ανατολή και Καύκασο και μικρότερη στα Βαλκάνια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχει  στόχους για την περιοχή αυτή, απλώς έχουν αλλάξει οι προτεραιότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του ενδιαφέροντος στα Βαλκάνια είναι το ότι υπεστήριξε την ένταξη Βουλγαρίας, Ρουμανίας στο ΝΑΤΟ και μάλιστα επαίρεται γι’ αυτό, αλλά και  αναπτύσσει στενές σχέσεις με τις δύο αυτές χώρες, όπως και με Αλβανία, Ρουμανία, ΠΓΔΜ και Βοσνία-Ερζεγοβίνη.   Επίσης   υποστηρίζει την ένταξη και άλλων χωρών στη συμμαχία, 
Μεταξύ των διαφόρων αναλυτών υπάρχει διαφορά ως  προς την εκτίμηση του όλου ρόλου που έχει ανατεθεί από τις ΗΠΑ και τη Δύση γενικότερα, στην Τουρκία στη διεθνή σκακιέρα. Μια μερίδα θεωρεί ότι  της έχει ανατεθεί ο ρόλος του «ηγεμονικού σταθεροποιητή» ή Pivot state για τις περιοχές  Μέσης Ανατολής και Καυκασίας, ενώ άλλη θεωρεί ότι ο ρόλος της Τουρκίας δεν υπερβαίνει το ρόλο μιας ισχυρής περιφερειακή δύναμης ή στρατηγικού  εταίρου.  Για την παρούσα ανάλυση εκείνο που σημειώνεται ιδιαίτερα είναι  ότι και στην πλέον ευνοϊκή για την Τουρκία άποψη δεν προκύπτει ότι   Τουρκία   παίζει, ή ότι  μπορεί να παίξει,  ρόλο ηγεμονικού σταθεροποιητή ή ότι  της έχει ανατεθεί τέτοιος ρόλος στα Βαλκάνια. Σε κάθε όμως περίπτωση η Τουρκία παίζει ενεργό ρόλο στα Βαλκάνια. Συγκεκριμένα ο ρόλος που φιλοδοξεί  να διαδραματίσει συνίσταται στην προώθηση των διμερών σχέσεων με όλες τις χώρες, όπως  διακηρύττει, αλλά είναι σαφής η προτίμηση σε συγκεκριμένες χώρες των Βαλκανίων, όπως τη Βουλγαρία, την Αλβανία,  και την ΠΓΔΜ, τις οποίες και  χρησιμοποιεί και ως αντίβαρο και μοχλό πιέσεως εις βάρος της Ελλάδος, αλλά και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η Ρουμανία. Η Τουρκία υπεστήριξε την ένταξη Βουλγαρίας και Ρουμανίας στο ΝΑΤΟ και μάλιστα επαίρεται γι’ αυτό, και υποστηρίζει την εκπεφρασμένη στρατηγική των λοιπών από  τις προμνησθείσες χώρες στον Οργανισμό. Συγχρόνως αναπτύσσει έντονη στρατιωτική διπλωματία στις περιοχές που το ΝΑΤΟ ή οι ΗΠΑ για διαφόρους λόγους εγκαθιστούν στρατιωτικές δυνάμεις. Γενικά η Τουρκία, μετά τις αντιδράσεις που δημιούργησε η άκριτη υποστήριξή της προς τις μουσουλμανικές δυνάμεις στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, φαίνεται να κινείται πολύ προσεκτικά και ενεργεί ως κύριος υποστηρικτής και εκφραστής των νατοϊκών σχεδίων, ενεργειών και αποφάσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση της στην κρίση του Κοσόβου, κατά τη διάρκεια της οποίας συνεργάσθηκε πλήρως με τη Δύση, αλλά και την Ελλάδα ακόμη, για την αντιμετώπιση της όλης κρίσεως και για την εγκατάσταση και επάνδρωση της KFOR(στην οποία και συμμετέχει).   Η Τουρκία διακηρύττει σε όλα τα φόρα και σε όλους τους τόνους ότι επιθυμεί και εργάζεται για τη σταθερότητα της περιοχής των Βαλκανίων. Βεβαίως ανακύπτει το ερώτημα για το πώς εννοούν τη σταθερότητα αυτή, σε σχέση με τα εθνικά τους συμφέροντα και την προώθησή τους. Και εάν άλλες χώρες εμπιστεύονται τις διακηρύξεις αυτές, εμείς στην Ελλάδα, αλλά και πολλές βαλκανικές χώρες, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πολιτική Οζάλ στην ουσία ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε, απλά τέθηκε σε δεύτερη μοίρα. Και ως γνωστόν η πολιτική αυτή προέβλεπε τη δημιουργία ενός «διεθνή εξωτερικού περίγυρου», στον οποίο η Τουρκία θα έπαιζε το ρόλο του ηγεμόνα ή τουλάχιστον του «ηγεμονικού σταθεροποιητή».   Επίσης δεν πρέπει να μας διαφεύγει η προσπάθεια για τη δημιουργία του λεγόμενου «Μουσουλμανικού  Τόξου», ήταν έμπνευση της Τουρκίας, ασχέτως εάν υποστηρίχθηκε και από άλλες ισλαμικές χώρες. Όπως επίσης ότι    κάθε εκτίμηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι σε πολλές βαλκανικές χώρες υπάρχουν τουρκογενείς και ότι από  μεγάλο μέρος της τουρκικής ελίτ, υποστηρίζεται η άποψη ότι η περιοχή των Βαλκανίων μέχρι πρόσφατα ανήκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ όπως επίσημα διακηρύσσεται πολλοί  επιφανείς Τούρκοι κατάγονται από περιοχές της Βαλκανικής.  Σε κάθε περίπτωση η ελληνική εξωτερική πολιτική θα πρέπει να αντιμετωπίζει με κάθε καχυποψία την Τουρκική πολιτική, αλλά και με ρεαλισμό. Δηλαδή ως έναν εν δυνάμει ανταγωνιστή της και στο χώρο αυτό.  Αυτό διότι, όπως έχει αναφερθεί, η Ελλάδα θα πρέπει να αναζητήσει  και  επιδιώξει για τον εαυτόν της το ρόλο του «ηγεμονικού  σταθεροποιητή» στην περιοχή, άρα θα πρέπει για να το επιτύχει αυτό να εμποδίσει την Τουρκία να κατακτήσει αυτόν το ρόλο. Πολλοί θεωρούν ότι η  επίτευξη του ρόλου αυτού από  Ελλάδα θα λειτουργούσε αποτρεπτικά έναντι της Τουρκίας.   Η Τουρκία στις  επιδιώξεις της στα Βαλκάνια έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα σε σχέση με τις χώρες αυτές, αλλά και τη Δύση και φυσικά και την Ελλάδα. Πρόκειται για το ότι η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ, κάτι που την καθιστά σημαντικό συνομιλητή και εταίρο για τις βαλκανικές χώρες, διότι γνωρίζουν ότι η επίτευξη του εθνικού στόχου όλων περνά μέσα από την Ελλάδα και τις καλές σχέσεις με αυτήν.  Αντίθετα η  Τουρκία  δεν είναι μέλος της ΕΕ και ως εκ τούτου δεν έχει επιρροή και δεν είναι σε θέση να βοηθήσει τις χώρες αυτές για  να ενταχθούν στην ΕΕ. Πέραν αυτού το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ και η Τουρκία όχι, σημαίνει ότι  κάθε επέκταση του ρόλου της ΕΕ στην  περιοχή των Βαλκανίων σηματοδοτεί αύξηση του ρόλου της Ελλάδος και λειτουργεί υπέρ των συμφερόντων της.

4.5 Επιπτώσεις Αμερικανικής Στρατιωτικής Παρουσίας για την Ελλάδα

  Αφού  εξετάσθηκε η ελληνική εξωτερική πολιτική, ακολούθως  θα εξετάσουμε τις επιπτώσεις που η Αμερικανική στρατιωτική παρουσία στα Βαλκάνια έχει για την Ελλάδα. Υπενθυμίζουμε τη βασική παραδοχή, ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία εκδηλώνεται σε δύο πυλώνες. Τον ΝΑΤΟϊκό και τον καθαρά αμερικανικό. Όπως προαναφέρθηκε κύριοι και βασικοί στρατηγικοί στόχοι της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα Βαλκάνια είναι η εξασφάλιση πολιτικής σταθερότητας, η οικονομική ανάπτυξη και ευημερία των λαών της περιοχής, όπως   επίσης και η ανάληψη ηγετικού ρόλου από την Ελλάδα στην  περιοχή, μέσω πολιτικής, οικονομικής και άλλης διεισδύσεως. Ότι λοιπόν συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων αυτών θεωρείται ότι έχει θετικές επιπτώσεις για τα γενικότερα εθνικά συμφέροντα της χώρας μας. Από την όλη ανάλυση του παρόντος παράγοντα, αλλά και από έγκυρους αναλυτές προκύπτει ότι η μέχρι τώρα πολιτική και στρατηγική των ΗΠΑ στα Βαλκάνια, οι διάφορες δράσεις και επεμβάσεις που η υλοποίηση αυτής πολιτικής και στρατηγικής επέβαλε στα Βαλκάνια συνέβαλαν σημαντικά στην εξασφάλιση σταθερότητας.  Υπενθυμίζουμε  ότι ο πόλεμος στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη τελείωσε με τη σκληρή επέμβαση του ΝΑΤΟ, επίσης ότι  με αποτελεσματική παρέμβαση των ΗΠΑ επιτεύχθηκε η συμφωνία του Dayton\Παρισίων, η οποία επιβλήθηκε με την παρουσία, αρχικά, των ΕΔ των ΗΠΑ εκεί. Φυσικά δεν παραγνωρίζεται και  η σημαντική  συμβολή των άλλων διεθνών δρώντων στην περιοχή(ΟΗΕ, ΕΕ, ΔΝΤ, ΟΑΣΕ, ΔΕΕ), οι οποίοι όμως ακολούθησαν και δεν πρόλαβαν τα γεγονότα. Κάτι ανάλογο συνέβη και στην κρίση στο Κόσσοβο, με τη Νατοϊκή επέμβαση και την   δύναμη του ΝΑΤΟ, την KFOR, που εγκαταστάθηκε άμεσα στην ευαίσθητη αυτή περιοχή.
 Ως έχει πλήρως αποδειχθεί η ένταξη ή η προσμονή ένταξης των βαλκανικών χωρών στο ΝΑΤΟ(και στην ΕΕ), συμβάλλουν  σημαντικά στη σταθερότητα στην περιοχή.   Επίσης συμβάλλουν  στη δημιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος ασφαλείας, απαραίτητης προϋπόθεσης για την  προώθηση σημαντικών οικονομικών προγραμμάτων, όπως ενεργειακών, υποδομών, οικονομικής διεισδύσεως και επενδύσεων. Έτσι λοιπόν έμμεσα, πλην σαφώς, εξυπηρετείται ο ελληνικός εθνικός στόχος προσέλκυσης κεφαλαίων για οικονομική διείσδυση στις βαλκανικές χώρες.  Εκτιμάται ότι η εξασφάλιση ενός τέτοιου περιβάλλοντος ασφαλείας συνέβαλε στην οικονομική συμμετοχή μεγάλων παικτών από τις πετρελαϊκές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης και της αμερικανικής Chevron,  στον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και συνέβαλε αποφασιστικά στην αίσια ολοκλήρωση του σχεδίου. Επίσης και στην εισροή σημαντικών διεθνών κεφαλαίων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, αλλά και σε συνεργασίες μεγάλων ξένων εταιρειών με ελληνικές για επενδύσεις στα Βαλκάνια.
 Βεβαίως δεν πρέπει  να παραγνωρίζουμε το ρόλο της Ρωσίας παρόντα και μελλοντικό. Εάν υπάρχει δηλαδή ή όχι συμφωνία μη ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας στα Βαλκάνια, ή εάν η Ρωσία αποφασίσει να παίξει το δικό της ρόλο επαναδραστηριοποίησης της επιρροής της στην περιοχή, όταν αυτή κρίνει απαραίτητο και αναγκαίο στο μέλλον ή εάν εξαναγκασθεί.   Σε κάθε όμως περίπτωση η αμερικανική παρουσία, πολιτική και στρατιωτική, στα Βαλκάνια, περιορίζει μια τέτοια στρατηγική κίνηση  των Ρώσων προς τις παλαιές σφαίρες επιρροής τους στα Βαλκάνια και συμβάλλει στην έλλειψη ή τουλάχιστον περιορισμό των διεθνών ανταγωνισμών στην περιοχή. Αυτό ως είναι φυσικό συμβάλλει στην εμπέδωση της σταθερότητος στην περιοχή, αλλά και στη διευκόλυνση των ελληνικών διπλωματικών και άλλων προσπαθειών για εξασφάλιση του ηγετικού ρόλου στα Βαλκάνια. Η έλλειψη όμως αυτή ανταγωνισμού, εκτιμάται ότι δεν θα διαρκεί εσαεί, γι’ αυτό και επιβάλλεται οι ελληνικές ενέργειες για το σκοπό αυτό να είναι ταχείες και σύντονες, αλλέως πως κινδυνεύουμε να χάσουμε την ευκαιρία.
 Ως προελέχθη η διείσδυση της Ελλάδος, οικονομική και πολιτική, στις Βαλκανικές χώρες, και η ανάληψη\διαμόρφωση στην περιοχή ρόλου «περιφερειακού σταθεροποιητή» ή κατ’ άλλους «ηγεμονικού σταθεροποιητή» αποτελεί εξ’ ίσου σημαντικό στρατηγικό στόχο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ο στόχος αυτός εξυπηρετείται από την αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια, πέρα από τα προαναφερθέντα και στην περίπτωση που υπάρχει ταύτιση συμφερόντων, μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδος. Είναι   διαπιστωμένο ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν την ανάθεση τέτοιου ρόλου σε χώρες με δεσπόζουσα και κυρίαρχη θέση κυρίως στον περιφερειακό καταμερισμό  συντελεστών ισχύος   Επομένως  λόγω της πράγματι  κυρίαρχης θέσης της Ελλάδος στον περιφερειακό καταμερισμό  συντελεστών ισχύος στα Βαλκάνια είναι πολύ πιθανός  ένας τέτοιος ρόλος για την Ελλάδα. Πολλοί   αναλυτές συμφωνούν ότι αυτός ο ρόλος για τα Βαλκάνια έχει ήδη εκχωρηθεί στην Ελλάδα.  Εξ’ άλλου και ο χαρακτηρισμός της Ελλάδος από τα πλέον επίσημα χείλη των ΗΠΑ (πρόεδρος Μπους και ΥΠΕΞ ΡάΪς), ως στρατηγικού συμμάχου των ΗΠΑ, μόνο με αυτή την έννοια έχει αντίκρυσμα και δεν είναι κενός λόγος.
Μια άλλη διάσταση – επίπτωση της αμερικανικής παρουσίας, υπό τον πυλώνα του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, για την Ελλάδα είναι οι δυνητικές ευκαιρίες που δίνονται στη χώρα μας να εκμεταλλευθεί στο έπακρον την «τεχνογνωσία» που κατέχει σε θέματα σχετικά με το ΝΑΤΟ και τις διαδικασίες του, αλλά και των οργανισμών-προθαλάμων αυτού, όπως η PfP. Υπό την έννοια, να παρέξουμε στις χώρες αυτές κάθε δυνατή βοήθεια στις απαιτούμενες προσαρμογές, ώστε να καταστούν ικανές να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις\κριτήρια εντάξεώς τους στη Συμμαχία. Οι ρόλοι αυτοί θεωρούνται γνωστοί και οικείοι στον διατάξαντα τη μελέτη, γι’ αυτό το λόγο δεν επεκτεινόμεθα περαιτέρω. Απλώς θα επισημάνουμε την ανάγκη  εξέτασης της αναγκαιότητος δημιουργίας ειδικού φορέα, διακλαδικού χαρακτήρα, σε συνεργασία με εξωστρατιωτικούς φορείς(ΣΕΕΘΑ,Ενώσεις Αποστράτων Αξιωματικών κα), για τη χρησιμοποίηση ε.α. αξιωματικών, που   γνωρίζουν τις  διαδικασίες  αυτές. 
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι με τη διαφαινόμενη σταθεροποίηση στα Βαλκάνια, μετά και την επίλυση του προβλήματος του Κοσσόβου, όταν και εάν αυτό επιλυθεί,  και την ευθυγράμμιση της Σερβίας με το ΝΑΤΟ και τους λοιπούς θεσμούς, δεν απομένει τίποτε άλλο, για την πλήρη σταθερότητα του άξονα Ευρώπη-Βαλκάνια-Ευρασία, παρά η επίλυση των Ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Σύμφωνα με την άποψη  αυτή οι ΗΠΑ δεν είναι δυνατό να επιτρέψουν μια διατάραξη των προγραμμάτων κατασκευής αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου που συνδέουν τα  Βαλκάνια και δι’ αυτών την Ευρώπη με την Κασπία θάλασσα. Εάν κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί και δε λειτουργήσει εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, θα αποτελέσει θετικό στοιχείο της επεκτάσεως του ΝΑΤΟ, άρα και της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στα Βαλκάνια.
Μια  άλλη παράμετρος που δεν έχει αποσαφηνισθεί πλήρως είναι οι επιπτώσεις που η αμερικανική στρατιωτική παρουσία έχει στη δημιουργία ή όχι του λεγομένου «μουσουλμανικού τόξου», το οποίο υπό προϋποθέσεις, μπορεί να αποτελέσει εν δυνάμει απειλή για την Ελλάδα, όταν αυτό το τόξο τεθεί υπό την πολιτική επιρροή της Τουρκίας. Όπως όμως έχει διαμορφωθεί η όλη κατάσταση στα Βαλκάνια οι  προοπτικές δημιουργίας ενός τέτοιου τόξου δεν φαίνονται πιθανές ή ενδεχόμενες. Αυτό έχει πολλούς λόγους που το δικαιολογούν. Εμείς απλώς θα αναφέρουμε εδώ, ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Βαλκανικής είναι ετερογενείς και αποτελούν ένα κάθε άλλο παρά φιλοτουρκικό μέτωπο. Εξ’ άλλου τα σημαντικότερα φιλοτουρκικά μουσουλμανικά στοιχεία θεωρούνται οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί χωρών όπως η Βουλγαρία και η ΠΓΔΜ. Οι χώρες όμως αυτές είναι εκείνες που απειλούνται περισσότερο από τους πληθυσμούς αυτούς, κατά συνέπεια κάθε άλλο, παρά φιλοτουρκική στάση θα ασκήσουν και σε καμία των περιπτώσεων δεν θα επιτρέψουν τη δημιουργία του στόχου αυτού.
Βεβαίως η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στα Βαλκάνια δεν είναι άμοιρος και αρνητικών συνεπειών και επιπτώσεων για τη χώρα μας. Έμπειροι διπλωμάτες και αναλυτές θεωρούν ότι σε κάθε περίπτωση η εξασφάλιση σταθερότητος στην περιοχή, είναι τόσο σημαντική για τη στρατηγική μας   και την προώθηση των εθνικών μας συμφερόντων, που οι αρνητικές επιπτώσεις θεωρούνται ως ήσσονος σημασίας, καίτοι οι επιπτώσεις αυτές καταγράφονται και καταβάλλεται προσπάθεια για περιορισμό τους. Προσωπικά οι μελετητές πιστεύουν ότι ορισμένες από τις επιπτώσεις μπορεί, σε συνδυασμό με τυχόν  κατάλληλες διεθνείς συγκυρίες,   να εξελιχθούν σε σημαντικές  απειλές για την Ελλάδα.
Οι αρνητικές αυτές επιπτώσεις είναι οι ακόλουθες:
Πρώτον:  Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι όλες σχεδόν οι βαλκανικές χώρες έχουν καταχωρηθεί από την αμερικανική Διοίκηση(Administration) και τις   επί μέρους υπηρεσίες της, αλλά και από μεγάλο μέρος της  αμερικανικής κοινής γνώμης, στους «πρόθυμους»(Willing) συμμάχους των ΗΠΑ, στις εκάστοτε στρατηγικές επιλογές τους. Αυτό συμβαίνει διότι οι χώρες της βαλκανικής, όπως άλλωστε και όλες οι χώρες του πρώην ανατολικού συνασπισμού που εντάχθηκαν ή επιθυμούν να ενταχθούν  στους Ευρωπαϊκούς ή Ευρωατλαντικούς θεσμούς, υποστηρίζουν πλήρως και πρόθυμα τις εκάστοτε αμερικανικές στρατηγικές επιλογές. η υποστήριξη αυτή είναι πολιτική, διπλωματική, αλλά και στρατιωτική και γίνεται, έστω και εάν  έρχεται σε αντίθεση ή δεν συμβάλλει στα γενικότερα συμφέροντα της Ευρώπης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η άνευ όρων και προϋποθέσεων πολιτική υποστήριξη της   εισβολής στο Ιράκ, αλλά και η στρατιωτική τους συμμετοχή στα στρατεύματα της ad hoc συμμαχίας για την ενέργεια αυτή. . Επίσης η χωρίς δυσχερείς όρους και προϋποθέσεις ανάπτυξη σημαντικών αμερικανικών βάσεων σε Ρουμανία και Βουλγαρία την περίοδο αυτή, ενώ εκτιμάται ότι με την  ίδια ή και μεγαλύτερη ευκολία θα δυνηθούν να εγκαταστήσουν βάσεις και σε άλλες χώρες, εάν κάτι τέτοιο κριθεί αναγκαίο. Αυτή λοιπόν η ένταξη των βαλκανικών χωρών στους  «πρόθυμους»(Willing) συμμάχους των ΗΠΑ, αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο πολιτικής και στρατηγικής αναβάθμισης των χωρών αυτών, η οποία εγκυμονεί τον κίνδυνο να λειτουργήσει εις βάρος των ελληνικών εθνικών συμφερόντων στην περιοχή. Επίσης συμβάλλει στην οικονομική ενίσχυση των χωρών αυτών από την εισροή αμερικανικών κεφαλαίων για τη λειτουργία και συντήρηση των βάσεων αυτών. Ομοίως συμβάλλει στην ευχερέστερη προσαρμογή των Ενόπλων Δυνάμεων των χωρών αυτών   στις νατοϊκές δομές, κάτι που θα λειτουργήσει εις βάρος τυχόν προσπαθειών της Ελλάδος να αναλάβει  ένα τέτοιο ρόλο. Επίσης είναι ενδεχόμενο η αναβάθμιση    των χωρών αυτών να σημάνει αντίστοιχη υποβάθμιση του ρόλου της Ελλάδος. Ομοίως  σε περιπτώσεις αστάθειας ή κρίσεων η στάση των χωρών αυτών, ενδεχομένως, να είναι απρόβλεπτη και να υπάρξουν συμμαχίες με την  Τουρκία, οι οποίες να λειτουργήσουν εναντίον της Ελλάδος. Βεβαίως η συμμετοχή, ή η  προσδοκία συμμετοχής, των χωρών αυτών στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, και τους άλλους θεσμούς, απομακρύνει σημαντικά τέτοιες πιθανότητες. Αλλά όταν εκτιμώνται απειλές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη , όχι τις επιθυμίες, αλλά όλα τα δεδομένα και κυρίως οι δυνατότητες των αντιπάλων, υπαρκτών ή δυνητικών. Εξ’ άλλου δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις Βαλκανικές χώρες, έχουν  κατά το παρελθόν, αλλά και στο παρόν, άλλες εμφανώς και άμεσα και άλλες συγκεκαλυμμένα,  εκδηλώσει επεκτατικές και αλυτρωτικές  βλέψεις εναντίον της χώρας μας. Και εάν τώρα, στην παρούσα συγκυρία, οι συνθήκες δεν είναι κατάλληλες ή δεν έχουν τις σχετικές δυνατότητες να τις εκδηλώσουν ή και υλοποιήσουν, και διατηρούν τις τάσεις αυτές «εν υπνώσει», τίποτα δεν αποκλείει όταν και εφόσον δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες στο μέλλον, οι  τάσεις και βλέψεις αυτές να εκδηλωθούν και     να μετατραπούν σε απειλές «εν δυνάμει». Οι περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να θεωρούνται ως περισσότερο πιθανές για τις χώρες εκείνες που δεν θα κατορθώσουν  να ενταχθούν στους Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς.  Επίσης η πολιτική και στρατηγική αυτή αναβάθμιση δεν είναι απαραίτητο να εμφανισθεί ως απειλή άμεσα στρεφόμενη κατά της χώρας μας. Είναι ενδεχόμενο να εμφανισθεί υπό τη μορφή διεκδικήσεως αυξημένων ρόλων, στους διαφόρους οργανισμούς, εις βάρος της χώρας μας, αλλά και υπό τη μορφή προσπαθείας περιορισμού ή υποκαταστάσεως της Ελλάδος στον ηγετικό της ρόλο στην περιοχή, σε συνεργασία με τον εν δυνάμει αντίπαλο της Ελλάδος στην περιοχή, την Τουρκία και  όχι μόνο. Βεβαίως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η αμερικανική διοίκηση γνωρίζει ότι η Ελλάδα αποτελεί έναν σταθερό και όχι περιστασιακό σύμμαχο των ΗΠΑ για πολλές δεκαετίες. Οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν σφυρηλατηθεί μετά από κοινούς αγώνες και προσπάθειες, παρότι έχουν περάσει και από δυσκολίες και παρά το έντονο αντιαμερικανικό κλίμα που επικρατεί στην ελληνική κοινή γνώμη, η Ελλάδα όταν χρειάσθηκε στάθηκε στο πλευρό τους. Γνωρίζουν επίσης το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η χώρα μας στην περιοχή. Τέλος  γνωρίζουν τη μεγάλη στρατηγική αξία τόσο του ελληνικού χώρου, όσο και της βάσεως της Σούδας.
Δεύτερον:  Μια άλλη, ενδεχόμενη, συνέπεια της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στα Βαλκάνια είναι να δημιουργηθούν εσωτερικές κρίσεις, ως συνέπεια παρουσίας των αμερικανικών βάσεων, στις χώρες αυτές, που ενδεχομένως θα απειλήσουν τη σταθερότητα στην περιοχή. Αναφερόμεθα στην περίπτωση που η κοινή γνώμη των χωρών που υπάρχουν βάσεις των ΗΠΑ αντιδράσει λόγω υπερεκμεταλλεύσεως ή και καταχρήσεως από πλευράς των αμερικανών των μεγάλων προνομίων που αυτές παρέχουν σε αυτούς και το προσωπικό τους. Κάτι τέτοιο είναι ιστορικά καταγεγραμμένο και είναι πολύ πιθανόν να συμβεί, λόγω της χαλαρότητος και μονομέρειας των σχετικών συμφωνιών για την εγκατάσταση των βάσεων αυτών.    Μια τέτοια εξέλιξη ενδεχομένως να αποσταθεροποιήσει τις χώρες αυτές.
Τρίτον: Ένας γενικότερος παράγων που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, είναι το ότι τυχόν υπερεπέκταση(overexpantion) της  αμερικανικής παρουσίας  στα Βαλκάνια μπορεί να επηρεάσει ζωτικά ρωσικά συμφέροντα και να προκαλέσει επεμβάσεις πάσης φύσεως της Ρωσίας στα Βαλκάνια, κάτι που θα επηρεάσει, ως είναι φυσικό, και τα ελληνικά συμφέροντα και ρόλους στην περιοχή.  Άρα αποτελεί και αρνητική συνέπεια.
Τέταρτον:  Επίσης η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, που ως έχει αναφερθεί  θεωρείται  ως ο ένας από τους δύο πυλώνες της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στα Βαλκάνια εκτιμάται από  αναλυτές ότι εμποδίζει και καθυστερεί ή κατ’άλλους ακυρώνει τις προσπάθειες της ΕΕ για την πολιτική της ολοκλήρωση με την ανάπτυξη αυτόνομου αμυντικού βραχίονα, αλλά και ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου στα Βαλκάνια. Αυτό διότι, παρά τις μεγάλες προόδους που έχουν γίνει στον τομέα αυτό στην ΕΕ, με πρώτα δείγματα την παρουσία του αμυντικού της βραχίονα στα Βαλκάνια, με την υποκατάσταση του ΝΑΤΟ στις επιχειρήσεις του στην περιοχή, η ΕΕ και στον τομέα αυτό ακολουθεί και δεν προηγείται και λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι αυτόνομα. Κατά την άποψη ορισμένων αναλυτών μεγαλύτερος και πιο αυτόνομος ρόλος της ΕΕ στον τομέα αυτό στα Βαλκάνια θα ηύξανε το ρόλο της Ελλάδος ως μέλους της ΕΕ, εις βάρος της Τουρκίας.   
Πέμπτον:  Τέλος   αρνητικό   για την Ελλάδα στοιχείο είναι η «συμπάθεια», που η αμερικανική κοινή γνώμη, αυθόρμητα ή κατάλληλα κατευθυνόμενη, αντιμετωπίζει τα μικρά κυρίως κράτη της Βαλκανικής ή τυχόν μειονότητες, όταν μάλιστα σε αυτά σταθμεύουν αμερικανικές ή νατοϊκές δυνάμεις.  Το παρελθόν έχει να επιδείξει τέτοια παραδείγματα μονομερούς αντιμετωπίσεως προβλημάτων στα Βαλκάνια. Χαρακτηριστικότερο όλων η προβολή και η συμπάθεια της αμερικανικής κοινής γνώμης προς το αλβανικό στοιχείο κατά τη διαμάχη του με τους Σέρβους. Η τεράστια προβολή των οπλισμένων «μαχητών» του UCK
 ως απελευθερωτών, μας φέρνει στη μνήμη σκηνές απείρου κάλους. Έπρεπε να ακολουθήσουν  τα τραγικά συμβάντα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, αλλά και τα άλλα τρομοκρατικά κτυπήματα στην Ευρώπη και η εμπλοκή σε αυτά των «μαχητών» αυτών, για να αντιληφθεί η αμερικανική Διοίκηση και  λαός το ποιόν των τρομοκρατών του UCK και να απαλλαγεί, όσο ήταν δυνατόν,  η Βαλκανική   από αυτούς.

4.6 Επιπτώσεις Αμερικανικής Στρατιωτικής Παρουσίας για την Τουρκία

Σχετικά με τις επιπτώσεις που η αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια έχει στα τουρκικά συμφέροντα, θα μπορούσαμε να επαναλάβομε, ότι αναφέραμε και για την Ελλάδα. Δηλαδή εφ’ όσον η επίτευξη σταθερότητας είναι ομολογημένος στρατηγικός στόχος της τουρκικής πολιτικής στην περιοχή, ότι συμβάλλει στη σταθερότητα, ευνοεί και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τουρκίας.   Η ύπαρξη των αμερικανικών βάσεων σε Βαλκανικές χώρες, όπως η Βουλγαρία, Ρουμανία, Κόσσοβο και Βοσνία, έχει και θετικές, λόγω συμβολής στη σταθερότητα, αλλά και αρνητικές  επιπτώσεις, με την έννοια της αυξήσεως της στρατηγικής αξίας των χωρών αυτών, ως προς τις ΗΠΑ, σε σχέση με την Τουρκία, σε περίπτωση βέβαια που υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων με τις χώρες αυτές και την Τουρκία. To ερώτημα που αβίαστα  ανακύπτει είναι, εάν και κατά   πόσο, η Τουρκία επιδιώκει   όπως διακηρύττει, τη σταθερότητα, ή τουλάχιστον το πώς την εννοεί. Εάν δηλαδή επιθυμεί ή επιδιώκει επιλεκτικά και κατά περίπτωση τη σταθερότητα ή η πολιτική της αυτή είναι σταθερή. Για παράδειγμα εάν ενδεχόμενη αστάθεια στη ΠΓΔΜ εξυπηρετεί συγκεκριμένα τουρκικά συμφέροντα εις βάρος κυρίως της Ελλάδος, τότε είναι αμφίβολο εάν και κατά πόσο η Τουρκία θα σεβασθεί τις διακηρύξεις της αυτές. Με αυτή την έννοια η εξασφάλιση σταθερότητας από την αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια είναι μάλλον αντίθετη με τα τουρκικά συμφέροντα.
 Η απώθηση της Ρωσίας από τα βαλκανικά πράγματα, όπως εμφανίζεται στην παρούσα περίοδο, είναι ενδεχόμενο να στρέψει τη Ρωσία προς την Τουρκία. Πρόσφατα παρουσιάζονται σοβαρές ενδείξεις για αναβάθμιση των σχέσεων των δύο χωρών.  Μια τέτοια εξέλιξη είναι αμφίσημη για την Τουρκία. Μπορεί από τη μια πλευρά να είναι θετικό στοιχείο, αλλά από την άλλη μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις στη Δύση-ΗΠΑ.
Τέλος η ύπαρξη σταθερότητας στα Βαλκάνια υποβοηθά την υλοποίηση σημαντικών προγραμμάτων αγωγών καυσίμων και φυσικού  αερίου από την Κασπία και αλλού, δια μέσου των Βαλκανίων, προς την Ευρώπη. Μια τέτοια εξέλιξη θα λειτουργήσει εις βάρος της Τουρκίας, τόσο από απόψεως μειώσεως των εσόδων από διελεύσεις πλοίων από το Βόσπορο, όσο και λόγω υποβάθμισης του αγωγού Μπακού-Τσεϋχάν, που τόσο υπολογίζει η Τουρκία.  Η παράκαμψη του Βοσπόρου θα έχει όμως θετικές περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις για την Τουρκία στην περιοχή.
 Τέλος στα θετικά για την Τουρκία καταγράφεται η ευχερέστερη, συνεπεία της σταθερότητας, επικοινωνία της Τουρκίας με την Κεντρική Ευρώπη, με ότι αυτό σημαίνει για την οικονομία και την εξέλιξη της χώρας αυτής.

4.7 Μερικά Συμπεράσματα


Η επέμβαση των ΗΠΑ στα Βαλκάνια,   η μετάλλαξη του ΝΑΤΟ και η επέκτασή του στην περιοχή, συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία σε όλες τις βαλκανικές χώρες αισθήματος ασφαλείας και προσμονής εντάξεώς τους στους Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς. Έτσι οι Βαλκανικές χώρες  από την επομένη, σχεδόν, της καταρρεύσεως του Ανατολικού Συνασπισμού ή της ανεξαρτητοποιήσεώς τους από την πρώην Γιουγκοσλαβία,  κατά  περίπτωση, εξέφρασαν έντονη την επιθυμία και επεδίωξαν( έθεσαν ως μέγιστο εθνικό τους στόχο),  να ενσωματωθούν πλήρως στη Δύση και το δυτικό τρόπο ζωής.
Με τη λήξη του ψυχρού πολέμου   οι Βόρειοι γείτονες της Ελλάδος, βρέθηκαν οικονομικά και πολιτικά αποδυναμωμένοι,    στρατηγικά «μετέωροι», σε κενό ασφαλείας και αμυντικά ακάλυπτοι, ενώ πολλοί από αυτούς είχαν να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα συνοχής και εσωτερικών αντιθέσεων, εθνικών, θρησκευτικών. Μετά το πέρας των κρίσεων και την επέμβαση ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ η όλη  κατάσταση στις βαλκανικές χώρες βελτιώνεται σημαντικά. Εν τούτοις εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά προβλήματα. Το επίπεδο των προβλημάτων διαφέρει κατά χώρα.
Η συμμετοχή της  Ελλάδας στο ΝΑΤΟ   και στην ΕΕ   εξασφάλισαν για τη χώρα μας,  στα τέλη της 10ετίας του 80 και στις αρχές του 90, που  άρχισε να διαμορφώνεται το νέο στρατηγικό περιβάλλον, «ηγεμονική» θέση στον καταμερισμό ισχύος στα Βαλκάνια. Έτσι η Ελλάδα «κλήθηκε», μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, να παίξει ρόλο τοπικής «μεγάλης Δυνάμεως» ή τοπικού «σταθεροποιητικού παράγοντα» στα Βαλκάνια.  Αυτό αποτελούσε μια σημαντική πρόκληση, μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα.    Στα αρχικά στάδια η Ελλάδα λόγω εμπλοκής στο «Μακεδονικό πρόβλημα» δεν επιθυμούσε ή δεν ήταν σε θέση να αναλάβει ένα τέτοιο ρόλο. Έστω και αργά (τέλη 1992) η ελληνική εξωτερική πολιτική στράφηκε προς το κύριο εθνικό της συμφέρον – εθνικό  στόχο, που  είναι η Ελλάδα να κατακτήσει ηγετική θέση στη Βαλκανική σκηνή προωθώντας τη πολιτική και οικονομική σταθερότητα, αλλά και διείσδυση   και την ενσωμάτωση των βαλκανικών κρατών στη Δύση(ΕΕ-ΝΑΤΟ). Εξίσου σημαντικός στρατηγικός στόχος της ελληνικής εξωτερική πολιτικής,  είναι η ανάληψη από τη χώρα μας   ρόλου διεθνούς «ηγεμονικού σταθεροποιητή» στην περιοχή, μέσω του οποίου η Δύση, αλλά και η χώρα μας, θα προωθεί τα συμφέροντά της στην περιοχή.   Η ανάληψη ενός τέτοιου ρόλου από   την χώρα μας διευκολύνεται από την  έλλειψη ανταγωνισμού, τουλάχιστον κατά την παρούσα περίοδο, των Μεγάλων Δυνάμεων στα Βαλκάνια.  Βέβαια συστατικό στοιχείο της διάρκειας ισχύος του παράγοντα αυτού είναι η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ και εν μέρει της ΕΕ στη περιοχή.  Η υπεροχή της Ελλάδος στου συντελεστές ισχύος, όπως και η έλλειψη ανταγωνισμού δεν είναι βέβαιο ότι  θα διαρκέσει εσαεί, αλλά υπάρχει ενδεχόμενο να  μειωθεί, όσο κυρίως η Ελλάδα χάνει την υπεροχή της από την αύξηση των συντελεστών ισχύος των άλλων Βαλκανικών χωρών και   δεν φροντίζει να ισχυροποιεί τη θέση της με νέα ερείσματα. Κατόπιν αυτού επιβάλλεται οι ελληνικές ενέργειες για την εκμετάλλευση των εκάστοτε ευκαιριών πρέπει να είναι ταχείες, σύντονες και αποφασιστικές, αλλέως πως κινδυνεύουμε να χάσουμε την ευκαιρία.
Η κατάσταση όμως στα Βαλκάνια δεν είναι μόνο ευκαιρίες, αλλά και απειλές. Η πραγματική και κύρια απειλή για την Ελλάδα από τα Βαλκάνια  είναι να βυθιστεί η περιοχή σε μια νέα αστάθεια τύπου Γιουγκοσλαβίας. Παρά τα βήματα προόδου, ο κίνδυνος ωστόσο ελλοχεύει. Η ειρήνη που έχει  επικρατήσει στις επίφοβες περιοχές είναι ασταθής, ενώ η τελική ρύθμιση στο Κόσσοβο δεν γνωρίζουμε τι αντιδράσεις θα πυροδοτήσει.   Άλλη απειλή για την Ελλάδα είναι η έξαψη και η εμφάνιση, για διαφόρους λόγους, των ευρισκομένων «εν υπνώσει» και υποβοσκουσών σε πολλές από  τις βαλκανικές χώρες αλυτρωτικών-επεκτατικών τάσεων, που μπορεί, υπό κατάλληλες συνθήκες να μεταβληθούν σε «εν δυνάμει» απειλές. Οι απειλές αυτές μειώνονται με την  ομαλοποίηση των σχέσεων και την πολιτική σταθερότητα στην Βαλκανική. Επίσης από  την ανάληψη προσπαθειών από όλους για την  άμβλυνση των πολλών αντιθέσεων, εθνικιστικών και άλλων συνδρόμων που ακόμη υπάρχουν. Επίσης με την ένταξη των χωρών αυτών στους Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς.
 Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ προς τα Βαλκάνια,   επιτρέπουν την άμεση σύνδεση της Ελλάδος με τον ενιαίο γεωγραφικό Ευρωατλαντικό χώρο, για πρώτη φορά μετά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ότι αυτό συνεπάγεται για  νέες αναπτυξιακές προοπτικές ευημερίας, αλλά και διασυνοριακής συνεργασίας, καλή γειτονίας, που είναι συνώνυμα της σταθερότητας.
Η προοπτική της εντάξεως στο ΝΑΤΟ, ή στις διάφορες μορφές συνεργασίας- προθαλάμους του οργανισμού( όπως η PfP και η MAP) των λοιπών βαλκανικών χωρών αποτελεί πεδίο εφαρμογής έντονης Στρατιωτικής Διπλωματίας υπό την έννοια παροχής πάσης φύσεως βοήθειας και τεχνογνωσίας από μέρους των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων προς τις χώρες αυτές.  Ανάλογες ευκαιρείες παρουσιάζονται και από τις εκάστοτε ειρηνευτικές αποστολές. Εκτιμάται ότι η στρατιωτική  διπλωματία θα είχε μεγαλύτερες και περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας εάν τα στελέχη των ΕΔ που την ασκούν, έχουν υποστεί κατάλληλη ενημέρωση από τους αρμόδιους επιτελείς του ΥΠΕΞ.
  Η Τουρκία μετά το πέρας του Ψυχρού πολέμου προσπάθησε να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε από τη διάλυση του Ανατολικού Συνασπισμού   στο γεωγραφικό χώρο της πρώην υπερδύναμης και ιδιαίτερα στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, όπου διακυβεύονται κρίσιμα γεωπολιτικο – οικονομικά συμφέροντα για τη Δύση αλλά και έμμεσα στη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια. Πρόβαλε για το σκοπό αυτό και επεξεργάσθηκε μια στρατηγική που θα της επέτρεπε να εμφανισθεί με αναβαθμισμένο ρόλο «ηγεμονικού σταθεροποιητή» ή κατ’ άλλους ως κύριος παίκτης και στυλοβάτης της δυτικής Συμμαχίας, η ως «Περιφερειακή Υπερδύναμη».    Το σχέδιο όμως αυτό ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων της Τουρκίας, και γι’ αυτό απέτυχε «εν πολλοίς».
Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας σχετικά με τα Βαλκάνια, στα πλαίσια και του παραπάνω σχεδίου, έχει δύο όψεις: μέχρι το 1992 η Τουρκία προσπαθούσε   να αποφεύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μονομερής και μεροληπτική. Για εσωτερικούς όμως λόγους,αντίδραση κοινής γνώμης για τις βιαιότητες των Σέρβων εις βάρος των μουσουλμάνων της Βοσνίας, η   στάση αυτή του σταθεροποιητικού παράγοντα  άρχισε να διαφοροποιείται. Η αλλαγή στάσεως οδήγησε σε εμπλοκή, η οποία     προκάλεσε περιφερειακές αντιδράσεις, με κυριότερες αυτές της Ρωσίας και Βουλγαρίας.
Μετά την αρχική  αποτυχία, η οποία βέβαια ουδέποτε ομολογήθηκε, της τουρκική εξωτερικής πολιτικής να αναλάβει ηγετικό ρόλο στα Βαλκάνια, φαίνεται ότι  επαναπροσδιορίσθηκαν , το εύρος και το  μέγεθος των στόχων της. Από  ότι φαίνεται η επαναπροσδιορισθείσα τουρκική πολιτική δίνει περισσότερο βάρος στη Μέση Ανατολή και Καύκασο και μικρότερη στα Βαλκάνια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχει  στόχους για την περιοχή αυτή, απλώς έχουν αλλάξει οι προτεραιότητες. Γενικά η Τουρκία,  φαίνεται να κινείται πολύ προσεκτικά και ενεργεί ως κύριος υποστηρικτής και εκφραστής των νατοϊκών σχεδίων, ενεργειών και αποφάσεων. Πάντως δεν φαίνεται να της έχει ανατεθεί ρόλος   «ηγεμονικού σταθεροποιητή» στα Βαλκάνια. Σε κάθε όμως περίπτωση η Τουρκία παίζει ενεργό ρόλο στα Βαλκάνια. Συγχρόνως αναπτύσσει έντονη στρατιωτική διπλωματία στην  περιοχή .
Σύμφωνα με την επίσημα διακηρυγμένη, σήμερα, τουρκική εξωτερική πολιτική   τα Βαλκάνια κατέχουν σε αυτή εξαιρετική και ξεχωριστή θέση.  Η διατήρηση της ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, αλλά και η ανάπτυξη καλών σχέσεων με τις χώρες της Βαλκανικής είναι ζωτικής σημασίας για την Τουρκία. Επίσης η Τουρκία διακηρύττει ότι  είναι εξαιρετικά επείγον για τους Ευρωατλαντικούς και Ευρωπαϊκούς θεσμούς να συμπεριλάβουν και τις λοιπές χώρες της περιοχής.  Παρά τις διακηρύξεις,    είναι σαφής η προτίμηση της Τουρκίας σε συγκεκριμένες χώρες των Βαλκανίων, όπως τη Βουλγαρία, την Αλβανία,  και την ΠΓΔΜ, τις οποίες και  χρησιμοποιεί και ως αντίβαρο και μοχλό πιέσεως εις βάρος της Ελλάδος, αλλά και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η Ρουμανία.   
Υπάρχει έντονος σκεπτικισμός για τις διακηρύξεις της  Τουρκίας   για την επιθυμία της για  σταθερότητα στην περιοχή των Βαλκανίων, κυρίως  για το πώς εννοεί τη σταθερότητα αυτή, σε σχέση με τα εθνικά της συμφέροντα και την προώθησή τους.  Η ελληνική εξωτερική πολιτική θα πρέπει να αντιμετωπίζει με κάθε καχυποψία την Τουρκική πολιτική, αλλά και με ρεαλισμό. Δηλαδή ως έναν εν δυνάμει ανταγωνιστή της και στο χώρο αυτό.
Η  Ελλάδα διαθέτει σε σχέση με την Τουρκία στη βαλκανική πολιτική της ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Το ότι είναι μέλος της ΕΕ, με ότι αυτό συνεπάγεται για τις διμερείς σχέσεις με τις βαλκανικές χώρες. Συγχρόνως αυτό σημαίνει  ότι  κάθε επέκταση του ρόλου της ΕΕ στην  περιοχή των Βαλκανίων σηματοδοτεί αύξηση του ρόλου της Ελλάδος και λειτουργεί υπέρ των συμφερόντων της.
Από την όλη ανάλυση του παρόντος παράγοντα, αλλά και από έγκυρους αναλυτές προκύπτει ότι η μέχρι τώρα πολιτική και στρατηγική των ΗΠΑ στα Βαλκάνια, οι διάφορες δράσεις και επεμβάσεις που η υλοποίηση αυτής πολιτικής και στρατηγικής επέβαλε στα Βαλκάνια συνέβαλαν και συμβάλλουν σημαντικά στην εξασφάλιση σταθερότητας, εκδημοκρατισμού, ειρηνική επίλυση των διαφορών κ.α.. Επίσης    στη δημιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος ασφαλείας, απαραίτητης προϋπόθεσης για την  προώθηση σημαντικών οικονομικών προγραμμάτων, όπως ενεργειακών, υποδομών, οικονομικής διεισδύσεως και επενδύσεων. Έτσι λοιπόν έμμεσα, πλην σαφώς, εξυπηρετούνται οι ελληνικοί εθνικοί στόχοι προσέλκυσης κεφαλαίων για οικονομική διείσδυση στις βαλκανικές χώρες, και την ανάληψη  του ρόλου του «ηγεμονικού σταθεροποιητή» που έχει η Ελλάδα για την περιοχή αυτή. Ο στόχος αυτός εξυπηρετείται από την αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια, πέρα από τα προαναφερθέντα και στην περίπτωση που υπάρχει ταύτιση συμφερόντων, μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδος.  Πολλοί   αναλυτές συμφωνούν ότι αυτός ο ρόλος για τα Βαλκάνια έχει ήδη εκχωρηθεί, από τις ΗΠΑ, στην Ελλάδα. Επομένως αβίαστα  προκύπτει το συμπέρασμα,  ότι  συμβάλλει στην επίτευξη των εθνικών μας στόχων  θεωρείται ότι έχει θετικές επιπτώσεις για τα γενικότερα εθνικά συμφέροντα της χώρας μας.
  Η  αμερικανική παρουσία, υπό τον πυλώνα του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, προσδίδει στην Ελλάδα   ευκαιρίες για  να εκμεταλλευθεί στο έπακρον την «τεχνογνωσία» που κατέχει σε θέματα σχετικά με το ΝΑΤΟ και τις διαδικασίες του, αλλά και των οργανισμών-προθαλάμων αυτού, όπως η PfP. Υπό την έννοια, να παρέξουμε στις χώρες αυτές κάθε δυνατή βοήθεια στις απαιτούμενες προσαρμογές, ώστε να καταστούν ικανές να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις\κριτήρια εντάξεώς τους στη Συμμαχία. Για τους ρόλους αυτούς πιθανόν να απαιτηθεί η συγκρότηση ειδικού φορέα, αλλά και η συνεργασία με   εξωστρατιωτικούς φορείς(ΣΕΕΘΑ,Ενώσεις Αποστράτων Αξιωματικών κα), για τη χρησιμοποίηση ε.α. αξιωματικών, που   γνωρίζουν τις  διαδικασίες  αυτές.
Η παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια συνέβαλλε και συμβάλλει στην έλλειψη ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων(Ρωσία-ΕΕ κ.α.) στα Βαλκάνια. Αυτό  θεωρείται   συμβάλλει στην εμπέδωση της σταθερότητας στην περιοχή, αλλά και στη διευκόλυνση των ελληνικών διπλωματικών και άλλων προσπαθειών για εξασφάλιση του ηγετικού ρόλου στα Βαλκάνια.
Υφίσταται πολύ ισχυρό το ενδεχόμενο, οι ΗΠΑ κυρίως, αλλά και η ΕΕ μετά την εξασφάλιση της σταθερότητας στα Βαλκάνια να επιδιώξουν και να πιέσουν, στα πλαίσια των δικών τους στρατηγικών επιλογών στον άξονα Ευρώπη-Βαλκάνια-Ευρασία και την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος.     Εάν κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί και δε λειτουργήσει εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, θα αποτελέσει θετικό στοιχείο της επεκτάσεως του ΝΑΤΟ, άρα και της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στα Βαλκάνια
Αδιευκρίνιστες παραμένουν οι επιπτώσεις, που   η αμερικανική  παρουσία  στα Βαλκάνια έχει σε σχέση με τις   προοπτικές δημιουργίας του λεγομένου «μουσουλμανικού τόξου». Σε κάθε περίπτωση οι πιθανότητες αυτές από μόνες τους έχουν περιορισθεί και θα περιορίζονται όσο αυξάνει ην σταθερότητα στην περιοχή. Επομένως στα πλαίσια της συμβολής της αμερικανικής παρουσίας στην επίτευξη σταθερότητας, θεωρείται θετική η συμβολή της στην αποτροπή δημιουργίας του τόξου.
Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στα Βαλκάνια δεν είναι άμοιρος και αρνητικών συνεπειών και επιπτώσεων για τη χώρα μας.  Σε κάθε περίπτωση η εξασφάλιση σταθερότητας στην περιοχή, είναι τόσο σημαντική για τη στρατηγική μας   και την προώθηση των εθνικών μας συμφερόντων, που οι αρνητικές επιπτώσεις θεωρούνται ως ήσσονος σημασίας, καίτοι οι επιπτώσεις αυτές καταγράφονται και καταβάλλεται προσπάθεια για περιορισμό τους. Προσωπικά οι μελετητές πιστεύουν ότι ορισμένες από τις επιπτώσεις μπορεί, σε συνδυασμό με τυχόν  κατάλληλες διεθνείς συγκυρίες,   να εξελιχθούν σε σημαντικές  απειλές για την Ελλάδα. Ως αρνητικές επιπτώσεις θεωρούνται:
Α. Όλες σχεδόν οι βαλκανικές χώρες έχουν καταχωρηθεί από την αμερικανική Διοίκηση(Administration) και τις   επί μέρους υπηρεσίες της, αλλά και από μεγάλο μέρος της  αμερικανικής κοινής γνώμης, στους «πρόθυμους»(Willingς) συμμάχους των ΗΠΑ, στις εκάστοτε στρατηγικές επιλογές τους, με ότι αυτό  συνεπάγεται για την υποστήριξη από πλευράς ΗΠΑ των συμφερόντων των χωρών αυτών. Αυτό θα πρέπει να συνδυασθεί και με την   «συμπάθεια», που η αμερικανική κοινή γνώμη, αυθόρμητα ή κατάλληλα κατευθυνόμενη, αντιμετωπίζει τα μικρά κυρίως κράτη της Βαλκανικής ή τυχόν μειονότητες, όταν μάλιστα σε αυτά σταθμεύουν αμερικανικές ή νατοϊκές δυνάμεις.
Β. Υπάρχει ενδεχόμενο    να δημιουργηθούν εσωτερικές κρίσεις, στις χώρες που υπάρχουν βάσεις των ΗΠΑ ή και του ΝΑΤΟ,  στην περίπτωση που η κοινή γνώμη των χωρών που υπάρχουν βάσεις των ΗΠΑ αντιδράσει λόγω υπερεκμεταλλεύσεως ή και καταχρήσεως από πλευράς των αμερικανών των μεγάλων προνομίων που αυτές παρέχουν σε αυτούς και το προσωπικό τους. Κρίσεις που ενδεχομένως επηρεάσουν τη σταθερότητα στην περιοχή.
Γ.  Τυχόν υπερεπέκταση(overexpantion) της  αμερικανικής παρουσίας  στα Βαλκάνια μπορεί να επηρεάσει ζωτικά ρωσικά συμφέροντα και να προκαλέσει επεμβάσεις πάσης φύσεως της Ρωσίας στα Βαλκάνια, κάτι που θα επηρεάσει, ως είναι φυσικό, και τα ελληνικά συμφέροντα και ρόλους στην περιοχή
Δ.  Επίσης η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, θεωρείται ότι  εμποδίζει και καθυστερεί ή και ακυρώνει τις προσπάθειες της ΕΕ για την πολιτική της ολοκλήρωση με την ανάπτυξη αυτόνομου αμυντικού βραχίονα, αλλά και ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου στα Βαλκάνια. Αυτό λειτουργεί εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, διότι μεγαλύτερος και πιο αυτόνομος ρόλος της ΕΕ   στα Βαλκάνια θα ηύξανε το ρόλο της Ελλάδος ως μέλους της ΕΕ, εις βάρος της Τουρκίας.
Σχετικά με τις επιπτώσεις που η αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια έχει στα τουρκικά συμφέροντα, θα μπορούσαμε να επαναλάβομε, ότι αναφέραμε και για την Ελλάδα. Δηλαδή εφ’ όσον η επίτευξη σταθερότητας είναι ομολογημένος στρατηγικός στόχος της τουρκικής πολιτικής στην περιοχή, ότι συμβάλλει στη σταθερότητα, ευνοεί και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τουρκίας. To ερώτημα   που αβίαστα ανακύπτει είναι, εάν και κατά   πόσο, η Τουρκία επιδιώκει   όπως διακηρύττει, τη σταθερότητα στην περιοχή, ή τουλάχιστον το πώς την εννοεί, οπότε αλλάζουν και οι  σχετικές εκτιμήσεις. Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη των αμερικανικών βάσεων σε Βαλκανικές χώρες, όπως η Βουλγαρία, Ρουμανία, Κόσσοβο και Βοσνία, έχει και θετικές, λόγω συμβολής στη σταθερότητα, αλλά και αρνητικές  επιπτώσεις, με την έννοια της αυξήσεως της στρατηγικής αξίας των χωρών αυτών, ως προς τις ΗΠΑ, σε σχέση με την Τουρκία, σε περίπτωση βέβαια που υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων με τις χώρες αυτές και την Τουρκία.
Στις θετικές, για την Τουρκία,  επιπτώσεις καταγράφεται  η ευχερέστερη, συνεπεία της σταθερότητας, επικοινωνία της Τουρκίας με την Κεντρική Ευρώπη, με ότι αυτό σημαίνει για την οικονομία και την εξέλιξη της χώρας αυτής.
 Η απώθηση της Ρωσίας από τα βαλκανικά πράγματα,  είναι ενδεχόμενο να στρέψει τη Ρωσία προς την Τουρκία. Πρόσφατα παρουσιάζονται σοβαρές ενδείξεις για αναβάθμιση των σχέσεων των δύο χωρών.  Μια τέτοια εξέλιξη είναι αμφίσημη για την Τουρκία. Μπορεί από τη μια πλευρά να είναι θετικό στοιχείο, αλλά από την άλλη μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις στη Δύση-ΗΠΑ.
  Τέλος η ύπαρξη σταθερότητας στα Βαλκάνια υποβοηθά την υλοποίηση σημαντικών προγραμμάτων αγωγών καυσίμων και φυσικού  αερίου από την Κασπία και αλλού, δια μέσου των Βαλκανίων, προς την Ευρώπη. Μια τέτοια εξέλιξη θα λειτουργήσει εις βάρος της Τουρκίας, τόσο από απόψεως μειώσεως των εσόδων από διελεύσεις πλοίων από το Βόσπορο, όσο και λόγω ενδεχομένης υποβάθμισης του αγωγού Μπακού-Τσεϋχάν, που τόσο υπολογίζει η Τουρκία.  Η παράκαμψη του Βοσπόρου θα έχει όμως θετικές περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις για την Τουρκία στην περιοχή.

5. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
5.1 Στο όλο διεθνές σύστημα το οποίο ανέκυψε διαδοχικά μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και  τη δραματική όξυνση του προβλήματος της τρομοκρατίας και τις κατ’ αυτού αναληφθείσες επιχειρήσεις, οι απαιτήσεις επέβαλαν,  τόσο την γεωγραφικά ευρύτερη δραστηριοποίηση της αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής όσο και την εσωτερική της μεταρρύθμιση.  Αυτή η μεταρρύθμιση προβλέπει   νέου τύπου και μορφής  βάσεις. Οι  βάσεις αυτές  θα είναι   χαμηλού κόστους, εφήμερου χαρακτήρα και θα συσταθούν σε  κράτη, τα οποία έχουν έμπρακτα αποδείξει ότι συμμερίζονται του στόχους του πολέμου  και τα οποία προσφέρουν έδαφος και υποστήριξη με μικρό οικονομικό αντίκρυσμα.  Οι βάσεις αυτές  θα χρησιμοποιούνται κυρίως ως χώροι αποθήκευσης, μεταστάθμευσης και προκεχωρημένης εκπαίδευσης  αμερικανικών  Σχηματισμών και Μονάδων και δεν θα έχουν το μέγεθος και τη λειτουργικότητα των Κυρίων Βάσεων στην Ευρώπη κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.  Κατά συνέπεια, ο σχεδιασμός για το νέο δίκτυο βάσεων, το μέγεθος   και η αποστολή τους δεν συνεπάγεται εξ’ ορισμού την παροχή υψηλών στρατηγικών, πολιτικών και οικονομικών ανταλλαγμάτων στις χώρες όπου οι βάσεις θα φιλοξενούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα υπάρξουν   οφέλη.  Υπό αυτό το πρίσμα, οι αμερικανικές βάσεις στα Βαλκάνια ενώ αποτελούν χρήσιμο εργαλείο στην εφαρμογή της παγκόσμιας στρατηγικής των Η.Π.Α. εντούτοις δεν αντιστρέφουν ή δεν επηρεάζουν σημαντικά της προϋπάρχουσες στα πλαίσια του ΝΑΤΟ πολιτικές ισορροπίες κι επομένως δεν αποτελούν πηγή ανησυχίας για τους περιφερειακούς εταίρους του ΝΑΤΟ.
5.2.    Υπό το πρίσμα του νέου αμερικανικού δόγματος που ανέκυψε από τη κατάρρευση του Ανατολικού Συνασπισμού, αλλά και την έξαρση της τρομοκρατίας, ο ρόλος των Βαλκανίων διαφοροποιείται ριζικά. Έτσι πέρα από τη δεδομένη σημαντική γεωστρατηγική και στρατιωτική αξία τους, τα Βαλκάνια θεωρούνται και σήμερα, όπως και κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, ως σημαντικός χώρος ανάσχεσης της Ρωσίας από νότου, αλλά και ως πεδίο στήριξης και υποστήριξης επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία και για έλεγχο και πολιτική επιρροή της ευαίσθητης, κυρίως από  απόψεως διακινήσεως καυσίμων και φυσικού αερίου, περιοχής της Μαύρης Θάλασσας. Επίσης διευκολύνουν τη διαχείριση της διαρκώς αυξανόμενης ενεργειακής επιρροής της  Ρωσίας, ενώ συγχρόνως εμπλουτίζουν το αμερικανικό πολιτικό κεφάλαιο προσελκύοντας τις βαλκανικές χώρες στο αμερικανικό άρμα, αφού τις καθιστούν ενθέρμους υποστηρικτές της πολιτικής της.  Για να επιτευχθούν όμως οι στόχοι της υπερδυνάμεως, πρέπει στην περιοχή των Βαλκανίων να σταθεροποιηθεί, διότι   τυχόν αποσταθεροποίησή της,   θα αυξήσει το πολιτικό και στρατιωτικό κόστος της αμερικανικής παρουσίας, αλλά και θα καταστήσει τα Βαλκάνια ελκυστικότερο πεδίο ανάπτυξης δράσεων που σχετίζονται με την τρομοκρατία, αλλά και ενδεχομένως να προκαλέσει επέμβαση άλλων δυνάμεων, όπως της Ρωσίας. Τα προαναφερθέντα σημαίνουν ότι η επίτευξη σταθερότητας στα Βαλκάνια αποτελεί βασικό  παράγοντα εξυπηρετήσεως και υλοποιήσεως των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ.
5.3.    Με τη λήξη του ψυχρού πολέμου   οι  χώρες της Βαλκανικής , βρέθηκαν οικονομικά και πολιτικά αποδυναμωμένες,    στρατηγικά «μετέωροι», σε κενό ασφαλείας και αμυντικά ακάλυπτες, ενώ πολλές  από αυτές είχαν να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα συνοχής και εσωτερικών αντιθέσεων, εθνικών και θρησκευτικών, οι οποίες εξελίχθηκαν σε σοβαρές και αιματηρές συρράξεις, που οδήγησαν το διεθνές σύστημα ασφαλείας σε κρίσεις. Οι συρράξεις αυτές είχαν ως συνέπεια την άμεση επέμβαση(πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική) των ΗΠΑ στην περιοχή. Η επέμβαση αυτή υλοποιήθηκε κυρίως από το ΝΑΤΟ, αλλά και από αμερικανικά στρατεύματα. Όλα αυτά οδήγησαν στη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια. Η στρατιωτική αυτή παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια συνεχίζεται και σήμερα με δύο παράλληλες διαδικασίες: την ένταξη των χωρών της Βαλκανικής στο ΝΑΤΟ και την ανάπτυξη διμερών σχέσεων σε πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο. Δεδομένου ότι η σταθερότητα στην περιοχή αποτελεί τόσο αμερικανικό όσο και ευρωπαϊκό συμφέρον, το ΝΑΤΟ, αλλά και η ΕΕ, καθίσταται το όχημα με το οποίο επιδιώκεται η αναίμακτη και με βάση τα ιδεώδη του θεσμικού φιλελευθερισμού παγίωση μιας ισορροπίας μεταξύ των κρατικών οντοτήτων των Βαλκανίων. Αυτό αποτελεί και το μέγιστο, θα λέγαμε, πολιτικό και στρατηγικό εθνικό σκοπό του συνόλου των κρατών της Βαλκανικής.  Η εισδοχή στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ εξασφαλίζει έμμεσα την απρόσκοπτη προσέγγιση των κρατών της Βαλκανικής στους δυτικούς δημοκρατικούς θεσμούς, την δυνητική επίλυση των διαφορών   σε προβληματικές περιοχές, όπως εκείνες του Κοσόβου και της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, την μακροπρόθεσμη οικονομική τους ανάπτυξη και τη σύγκλιση των εξωτερικών τους προσανατολισμών με τα προστάγματα της Δύσης, κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.  Παράλληλα, η ένταξη στο ΝΑΤΟ αποφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες πολιτικά και στρατιωτικά οφέλη, τόσο μέσα από την πολιτική συνδιαλλαγή που προηγείται της ένταξης, όσο και με την υποστήριξη των αμερικανικών επιλογών μετά την ένταξη.  Με αυτό τον τρόπο οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφάλισαν και εξασφαλίζουν μέσω του ΝΑΤΟ το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο για να διεξαγάγουν την παγκόσμια στρατηγική τους, χωρίς να κατηγορούνται για μονομέρεια και εν μέρει επιμερίζουν το κόστος της παγκόσμιας δράσης τους διευρύνοντας αριθμητικά τους συμμάχους τους. Μετά το πέρας των κρίσεων και την επέμβαση ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ η όλη  κατάσταση στις βαλκανικές χώρες βελτιώνεται σημαντικά. Εν τούτοις εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά προβλήματα. Το επίπεδο των προβλημάτων διαφέρει κατά χώρα.
5.4.    Η συμμετοχή της  Ελλάδας στο ΝΑΤΟ   και στην ΕΕ   εξασφάλισαν για τη χώρα μας,  στα τέλη της 10ετίας του 80 και στις αρχές του 90, που  άρχισε να διαμορφώνεται το νέο στρατηγικό περιβάλλον, «ηγεμονική» θέση στον καταμερισμό ισχύος στα Βαλκάνια. Έτσι η Ελλάδα κλήθηκε, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, να παίξει ρόλο τοπικής «μεγάλης Δυνάμεως» ή τοπικού «σταθεροποιητικού παράγοντα» στα Βαλκάνια.  Αυτό αποτελούσε μια σημαντική πρόκληση, μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα.    Στα αρχικά στάδια η Ελλάδα, λόγω εμπλοκής στο «Μακεδονικό πρόβλημα», δεν επιθυμούσε ή δεν ήταν σε θέση να αναλάβει ένα τέτοιο ρόλο. Έστω και αργά (τέλη 1992) η ελληνική εξωτερική πολιτική στράφηκε προς το κύριο αυτό εθνικό της συμφέρον – εθνικό  στόχο, που  είναι η Ελλάδα να κατακτήσει ηγετική θέση στη Βαλκανική σκηνή προωθώντας τη πολιτική και οικονομική σταθερότητα   και την ενσωμάτωση των βαλκανικών κρατών στη Δύση(ΕΕ-ΝΑΤΟ). Εξίσου σημαντικός στρατηγικός στόχος της ελληνικής εξωτερική πολιτικής, μη ομολογημένος επίσημα, είναι η ανάληψη από τη χώρα μας   ρόλου διεθνούς «ηγεμονικού σταθεροποιητή» στην περιοχή, μέσω του οποίου η Δύση θα προωθεί τα συμφέροντά της στην περιοχή.   Η ανάληψη ενός τέτοιου ρόλου από   την χώρα μας διευκολύνεται από την  έλλειψη ανταγωνισμού, τουλάχιστον κατά την παρούσα περίοδο, των Μεγάλων Δυνάμεων στα Βαλκάνια, κάτι βέβαια που πιθανόν να μη διαρκέσει πολύ.  Βέβαια συστατικό στοιχείο της διάρκειας ισχύος του παράγοντα αυτού είναι η ύπαρξη σταθερότητας, που σε  μεγάλο βαθμό εξασφαλίζει η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ και εν μέρει της ΕΕ στη περιοχή.  Η πλεονεκτική αυτή θέση βέβαια δεν θα διαρκέσει εσαεί και θα μειώνεται όσο κυρίως η Ελλάδα χάνει την υπεροχή της από την αύξηση των συντελεστών ισχύος των άλλων Βαλκανικών χωρών και   δεν φροντίζει να ισχυροποιεί τη θέση της με νέα ερείσματα.
1.5.5.     Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ προς τα Βαλκάνια,   επιτρέπουν την άμεση σύνδεση της Ελλάδας με τον ενιαίο γεωγραφικό Ευρωατλαντικό χώρο, για πρώτη φορά μετά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ότι αυτό συνεπάγεται για  νέες αναπτυξιακές προοπτικές ευημερίας, αλλά και διασυνοριακής συνεργασίας, καλή γειτονίας, που είναι συνώνυμα της σταθερότητας.
5.6.    Η προοπτική της εντάξεως στο ΝΑΤΟ, ή στις διάφορες μορφές συνεργασίας- προθαλάμους του οργανισμού( όπως η PfP και η MAP) των λοιπών βαλκανικών χωρών, αλλά και η παρουσία σημαντικών ειρηνευτικών και άλλων στρατιωτικών αποστολών, αποτελούν ευκαιρία για ευρεία εφαρμογή έντονης Στρατιωτικής Διπλωματίας. Την ευκαιρία αυτή οι ελληνικές ΕΔ πρέπει   να εκμεταλλευθούν άμεσα και  στο έπακρο και σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι σήμερα, για την υποβοήθηση των εθνικών μας συμφερόντων. Για τους ρόλους αυτούς πιθανόν να απαιτηθεί η συγκρότηση ειδικού φορέα, αλλά και η συνεργασία με   εξωστρατιωτικούς φορείς(ΣΕΕΘΑ, Ενώσεις Αποστράτων Αξιωματικών κα), για τη χρησιμοποίηση ε.α. αξιωματικών, που   γνωρίζουν τις  διαδικασίες  αυτές.
5.7.    Η κατάσταση όμως στα Βαλκάνια δεν είναι μόνο ευκαιρίες, αλλά και απειλές. Η πραγματική και κύρια απειλή για την Ελλάδα από τα Βαλκάνια  είναι να βυθιστεί η περιοχή σε μια νέα αστάθεια τύπου Γιουγκοσλαβίας. Παρά τα βήματα προόδου, ο κίνδυνος   ελλοχεύει. Η ειρήνη που έχει  επικρατήσει στις επίφοβες περιοχές είναι ασταθής, ενώ η τελική ρύθμιση στο Κόσσοβο δεν γνωρίζουμε τι αντιδράσεις θα πυροδοτήσει.   Άλλη απειλή για την Ελλάδα είναι η έξαψη και η εμφάνιση, για διαφόρους λόγους, των ευρισκομένων «εν υπνώσει» και υποβοσκουσών σε πολλές από  τις βαλκανικές χώρες αλυτρωτικών-επεκτατικών τάσεων και εναντίον της χώρας μας, που μπορεί, υπό κατάλληλες συνθήκες να μεταλλαχθούν σε «εν δυνάμει» απειλές, για η χώρα μας.  Οι απειλές αυτές μειώνονται με την  ομαλοποίηση των σχέσεων και την πολιτική σταθερότητα στην Βαλκανική, που υποβοηθείται από ενδογενείς βαλκανικούς παράγοντες, όπως η ανάληψη προσπαθειών από όλα τα κράτη για την  άμβλυνση των πολλών αντιθέσεων, εθνικιστικών και άλλων συνδρόμων που ακόμη υπάρχουν, αλλά και από εξωγενείς, σημαντικότερος των οποίων είναι η αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια και η προώθηση των διαδικασιών ένταξης των χωρών αυτών στους Ευρωπαϊκούς και Ευρωατλαντικούς θεσμούς.
5.8.    Η Τουρκία μετά το πέρας του Ψυχρού πολέμου και τη διάλυση της ΕΣΣΔ, προσπάθησε να καλύψει το στρατηγικό κενό που δημιουργήθηκε από τη διάλυση αυτή στο γεωγραφικό χώρο της πρώην υπερδύναμης και ιδιαίτερα στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, όπου διακυβεύονται κρίσιμα γεωπολιτικο – οικονομικά συμφέροντα για τη Δύση, αλλά και   στη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια. Πρόβαλε για το σκοπό αυτό και επεξεργάσθηκε μια στρατηγική που θα της επέτρεπε να εμφανισθεί με αναβαθμισμένο ρόλο «ηγεμονικού σταθεροποιητή» ή κατ’ άλλους ως κύριος παίκτης και στυλοβάτης της δυτικής Συμμαχίας, η ως «Περιφερειακή Υπερδύναμη».    Το σχέδιο όμως αυτό ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων της Τουρκίας, δηλαδή με επιστημονικούς όρους η υψηλή στρατηγική της Τουρκίας παρουσίαζε αναντιστοιχία μεταξύ μέσων και σκοπών, με συνέπεια να αποτύχει στους περισσότερους από τους τεθέντες στόχους.
5.9.    Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας σχετικά με τα Βαλκάνια, στα πλαίσια και του παραπάνω σχεδίου, έχει δύο όψεις: μέχρι το 1992 η Τουρκία προσπαθούσε   να αποφεύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μονομερής και μεροληπτική. Για εσωτερικούς όμως λόγους       ( αντίδραση κοινής γνώμης για τις βιαιότητες των Σέρβων εις βάρος των μουσουλμάνων της Βοσνίας ) η   στάση αυτή του σταθεροποιητικού παράγοντα  άρχισε να διαφοροποιείται. Η αλλαγή στάσεως οδήγησε σε εμπλοκή, η οποία     προκάλεσε περιφερειακές αντιδράσεις, με κυριότερες αυτές της Ρωσίας και Βουλγαρίας. Μετά την αρχική  αποτυχία, η οποία βέβαια ουδέποτε ομολογήθηκε, της τουρκική εξωτερικής πολιτικής να αναλάβει ηγετικό ρόλο στα Βαλκάνια, φαίνεται ότι  επαναπροσδιορίσθηκαν , το εύρος και το  μέγεθος των στόχων της. Από  ότι φαίνεται η  νέα τουρκική πολιτική δίνει περισσότερο βάρος στη Μέση Ανατολή και Καύκασο και μικρότερο στα Βαλκάνια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχει  στόχους για την περιοχή αυτή, απλώς έχουν αλλάξει οι προτεραιότητες. Γενικά η Τουρκία,  φαίνεται να κινείται  προσεκτικά και ενεργεί ως κύριος υποστηρικτής και εκφραστής των νατοϊκών σχεδίων, ενεργειών και αποφάσεων. Πάντως δεν φαίνεται να της έχει ανατεθεί ρόλος   «ηγεμονικού σταθεροποιητή» στα Βαλκάνια. Σε κάθε όμως περίπτωση η Τουρκία παίζει ενεργό ρόλο στα Βαλκάνια.  διότι σύμφωνα και με την επίσημα διακηρυγμένη, σήμερα, τουρκική εξωτερική πολιτική   τα Βαλκάνια κατέχουν εξαιρετική και ξεχωριστή θέση.  Η διατήρηση της ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, αλλά και η ανάπτυξη καλών σχέσεων με τις χώρες της Βαλκανικής είναι ζωτικής σημασίας για την Τουρκία. Επίσης η Τουρκία διακηρύττει ότι  είναι εξαιρετικά επείγον για τους Ευρωατλαντικούς και Ευρωπαϊκούς θεσμούς να συμπεριλάβουν και τις λοιπές χώρες της περιοχής.  Συγχρόνως αναπτύσσει έντονη στρατιωτική διπλωματία στην  περιοχή .
5.10    Υπάρχει έντονος σκεπτικισμός για τις παραπάνω διακηρύξεις της  Τουρκίας   για την επιθυμία της για  σταθερότητα στην περιοχή των Βαλκανίων, κυρίως  για το πώς εννοεί τη σταθερότητα αυτή, σε σχέση με τα εθνικά της συμφέροντα και την προώθησή τους.  Η ελληνική εξωτερική πολιτική θα πρέπει να αντιμετωπίζει με κάθε καχυποψία την Τουρκική πολιτική, αλλά και με ρεαλισμό. Δηλαδή ως έναν εν δυνάμει ανταγωνιστή της και στο χώρο αυτό.  Εξ’ άλλου παρά τις διακηρύξεις της, περί αμεροληψίας, είναι σαφής η προτίμησή της   σε συγκεκριμένες χώρες των Βαλκανίων, όπως τη Βουλγαρία, την Αλβανία,  και την ΠΓΔΜ, τις οποίες και  χρησιμοποιεί και ως αντίβαρο και μοχλό πιέσεως εις βάρος της Ελλάδος, αλλά και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Ρουμανία.   
5.11.    Η  Ελλάδα διαθέτει, σε σχέση με την Τουρκία, αλλά και με τις περισσότερες των βαλκανικών χωρών, στη βαλκανική πολιτική της ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Το ότι είναι μέλος της ΕΕ, με ότι αυτό συνεπάγεται για τις διμερείς σχέσεις με τις βαλκανικές χώρες. Συγχρόνως αυτό σημαίνει  ότι  κάθε επέκταση του ρόλου της ΕΕ στην  περιοχή των Βαλκανίων σηματοδοτεί αύξηση του ρόλου της Ελλάδος και λειτουργεί υπέρ των συμφερόντων της.
5.12     Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία, και υπό τις δύο πυλώνες της(ΝΑΤΟ-ΗΠΑ), στα Βαλκάνια έχει θετικές και αποθετικές επιπτώσεις για την Ελλάδα. Εφόσον έχει αποδειχθεί ότι η παρουσία αυτή συμβάλλει στην επίτευξη σταθερότητας στην περιοχή και επειδή η σταθερότητα αυτή αποτελεί όρο «εκ των ων ουκ άνευ», για την επιτυχία των  κύριων  στρατηγικών στόχων  της Ελλάδος στα Βαλκάνια, γίνεται σαφές ότι η εξασφάλιση της σταθερότητος στην περιοχή αποτελεί το βασικό θετικό στοιχείο της παρουσία αυτής. Με άλλα λόγια  η εξασφάλιση σταθερότητας στην περιοχή, είναι τόσο σημαντική για τη στρατηγική μας   και την προώθηση των εθνικών μας συμφερόντων, που οι αρνητικές επιπτώσεις θεωρούνται ως ήσσονος σημασίας, καίτοι οι επιπτώσεις αυτές καταγράφονται και καταβάλλεται προσπάθεια για περιορισμό τους. Προσωπικά οι μελετητές πιστεύουν ότι ορισμένες από τις επιπτώσεις μπορεί, σε συνδυασμό με τυχόν  κατάλληλες διεθνείς συγκυρίες,   να εξελιχθούν σε σημαντικές  απειλές για την Ελλάδα. Στις θετικές επιπτώσεις καταγράφονται επίσης και οι ακόλουθες:
 α. Η προαναφερθείσα ευκαιρία για τις ελληνικές ΕΔ να παίξουν σημαντικό  ρόλο στη στρατιωτική διπλωματία στην περιοχή, ως μέλος του ΝΑΤΟ  και της ΕΕ. 
 β. Η παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια συνέβαλλε και συμβάλλει στην έλλειψη ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων(ΗΠΑ-Ρωσία-ΕΕ κ.α.) στα Βαλκάνια. Αυτό  θεωρείται  ότι  συμβάλλει στην εμπέδωση της σταθερότητας στην περιοχή, αλλά και στη διευκόλυνση των ελληνικών διπλωματικών και άλλων προσπαθειών για εξασφάλιση του ηγετικού ρόλου στα Βαλκάνια. Η έλλειψη όμως αυτή ανταγωνισμού, εκτιμάται ότι δεν θα διαρκέσει εσαεί, γι’ αυτό και επιβάλλεται οι ελληνικές ενέργειες για το σκοπό αυτό να είναι ταχείες, σύντονες και αποφασιστικές, αλλέως πως κινδυνεύουμε να χάσουμε την ευκαιρία.
γ. Υφίσταται πολύ ισχυρό το ενδεχόμενο, οι ΗΠΑ κυρίως, αλλά και η ΕΕ μετά την εξασφάλιση της σταθερότητας στα Βαλκάνια να επιδιώξουν και να πιέσουν, στα πλαίσια των δικών τους στρατηγικών επιλογών στον άξονα Ευρώπη-Βαλκάνια-Ευρασία για την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος.     Εάν κάτι τέτοιο επιβεβαιωθεί και δε λειτουργήσει εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, θα αποτελέσει θετικό στοιχείο   της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στα Βαλκάνια
δ. Αδιευκρίνιστες παραμένουν οι επιπτώσεις, που   η αμερικανική  παρουσία  στα Βαλκάνια έχει   με τις   προοπτικές δημιουργίας ή αποτροπής του λεγομένου «μουσουλμανικού τόξου». Σε κάθε περίπτωση οι πιθανότητες αυτές από μόνες τους έχουν περιορισθεί και θα περιορίζονται όσο αυξάνει ην σταθερότητα στην περιοχή. Επομένως στα πλαίσια της συμβολής της αμερικανικής παρουσίας στην επίτευξη σταθερότητας, θεωρείται θετική η συμβολή της στην αποτροπή δημιουργίας του τόξου.
5.13  Ως αρνητικές επιπτώσεις της αμερικανικής παρουσίας θεωρούνται:
α.  Παρά την προσαναφερθείσα διαπίστωση ότι  οι αμερικανικές βάσεις στα Βαλκάνια  δεν αντιστρέφουν της προϋπάρχουσες στα πλαίσια του ΝΑΤΟ πολιτικές ισορροπίες κι επομένως δεν αποτελούν πηγή ανησυχίας για τους περιφερειακούς εταίρους του ΝΑΤΟ, εν τούτοις η παρουσία τους πρέπει να συνδυαθεί με το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι βαλκανικές χώρες έχουν καταχωρηθεί από την αμερικανική Διοίκηση(Administration) και τις   επί μέρους υπηρεσίες της, αλλά και από μεγάλο μέρος της  αμερικανικής κοινής γνώμης, στους «πρόθυμους»(Willing) συμμάχους των ΗΠΑ, στις εκάστοτε στρατηγικές επιλογές τους, με ότι αυτό  συνεπάγεται για την υποστήριξη από πλευράς ΗΠΑ των συμφερόντων των χωρών αυτών. Κάτι  που μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσει εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων. Αυτό θα πρέπει να συνδυασθεί και με την   «συμπάθεια», που η αμερικανική κοινή γνώμη, αυθόρμητα ή κατάλληλα κατευθυνόμενη, αντιμετωπίζει τα μικρά κυρίως κράτη της Βαλκανικής ή τυχόν μειονότητες, όταν μάλιστα σε αυτά σταθμεύουν αμερικανικές ή νατοϊκές δυνάμεις.
β.  Υπάρχει ενδεχόμενο    να δημιουργηθούν εσωτερικές κρίσεις, στις χώρες που υπάρχουν βάσεις των ΗΠΑ ή και του ΝΑΤΟ,  στην περίπτωση που η κοινή γνώμη των χωρών αυτών αντιδράσει λόγω υπερεκμεταλλεύσεως ή και καταχρήσεως από πλευράς των αμερικανών των μεγάλων προνομίων που αυτές παρέχουν σε αυτούς και το προσωπικό τους. Κρίσεις που ενδεχομένως να ενεργήσουν ως αποσταθεροποιητικοί παράγοντες και να επηρεάσουν τη σταθερότητα στην περιοχή.
γ.   Τυχόν υπερεπέκταση(overexpantion) της  αμερικανικής παρουσίας  στα Βαλκάνια μπορεί να επηρεάσει ζωτικά ρωσικά συμφέροντα και να προκαλέσει επεμβάσεις πάσης φύσεως της Ρωσίας στα Βαλκάνια, κάτι που θα επηρεάσει, ως είναι φυσικό, και τα ελληνικά συμφέροντα και ρόλους στην περιοχή
  δ.  Αμφίσημες έως και αδιευκρίνιστες είναι οι επιπτώσεις, που η παρουσία έχει στην επέκταση του ρόλου της ΕΕ στην περιοχή.  Σε κάθε περίπτωση   είναι εμφανής, πρόσφατα, η τάση υποκαταστάσεως δυνάμεων του  ΝΑΤΟ, από τον δυνάμεις της ΕΕ. Εκτιμάται ότι είναι πολύ ενωρίς για να γίνει ακριβής εκτίμηση του εύρους της υποκαταστάσεως αυτής.  Σε κάθε περίπτωση  η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, από πολλούς θεωρείται ότι  εμποδίζει και καθυστερεί ή και ακυρώνει τις προσπάθειες της ΕΕ για την πολιτική της ολοκλήρωση με την ανάπτυξη αυτόνομου αμυντικού βραχίονα, αλλά και ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου στα Βαλκάνια. Αυτό λειτουργεί εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, διότι μεγαλύτερος και πιο αυτόνομος ρόλος της ΕΕ   στα Βαλκάνια θα ηύξανε το ρόλο της Ελλάδος ως μέλους της ΕΕ, εις βάρος της Τουρκίας.
5.14. Σχετικά με τις επιπτώσεις που η αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια έχει στα τουρκικά συμφέροντα, θα μπορούσαμε να επαναλάβομε, ότι αναφέραμε και για την Ελλάδα. Δηλαδή εφ’ όσον η επίτευξη σταθερότητας είναι ομολογημένος στρατηγικός στόχος της τουρκικής πολιτικής στην περιοχή, ότι συμβάλλει στη σταθερότητα, ευνοεί και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τουρκίας. Και σε αυτή την περίπτωση ισχύει τo ερώτημα, εάν και κατά   πόσο  η Τουρκία επιδιώκει,   όπως διακηρύττει, τη σταθερότητα στην περιοχή, ή τουλάχιστον το πώς την εννοεί, οπότε αλλάζουν και οι  σχετικές εκτιμήσεις. Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη των αμερικανικών βάσεων σε Βαλκανικές χώρες, όπως η Βουλγαρία, Ρουμανία, Κόσσοβο και Βοσνία, και η ΝΑΤΟϊκή παρουσία έχει και θετικές, λόγω συμβολής στη σταθερότητα, αλλά και αρνητικές  επιπτώσεις, με την έννοια της αυξήσεως της στρατηγικής αξίας των χωρών αυτών, ως προς τις ΗΠΑ, σε σχέση με την Τουρκία, σε περίπτωση βέβαια που υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων.
Στις θετικές, για την Τουρκία,  επιπτώσεις καταγράφεται  η ευχερέστερη, συνεπεία της σταθερότητας, επικοινωνία της Τουρκίας με την Κεντρική Ευρώπη, με ότι αυτό σημαίνει για την οικονομία και την εξέλιξη της χώρας αυτής.
Η απώθηση της Ρωσίας από τα βαλκανικά πράγματα,  είναι ενδεχόμενο να την στρέψει   προς την Τουρκία. Πρόσφατα παρουσιάζονται σοβαρές ενδείξεις για αναβάθμιση των σχέσεων των δύο χωρών.  Μια τέτοια εξέλιξη είναι αμφίσημη για την Τουρκία. Μπορεί από τη μια πλευρά να είναι θετικό στοιχείο, αλλά από την άλλη μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις στη Δύση-ΗΠΑ.
Τέλος η ύπαρξη σταθερότητας στα Βαλκάνια υποβοηθά την υλοποίηση σημαντικών προγραμμάτων ενεργειακών αγωγών  από την Κασπία και αλλού, δια μέσου των Βαλκανίων, προς την Ευρώπη. Μια τέτοια εξέλιξη θα λειτουργήσει εις βάρος της Τουρκίας, τόσο από απόψεως μειώσεως των εσόδων από διελεύσεις πλοίων από το Βόσπορο, όσο και λόγω ενδεχομένης υποβάθμισης του αγωγού Μπακού-Τσεϋχάν, που τόσο υπολογίζει η Τουρκία.  Η παράκαμψη του Βοσπόρου θα έχει όμως θετικές περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις για την Τουρκία στην περιοχή.

6. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Εκτιμήθηκε ότι οι προτάσεις της μελέτης θα πρέπει να περιορισθούν μόνο σε θέματα που έχουν σχέση με τις Ένοπλες Δυνάμεις και να μην επεκταθούν σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, διότι εκφεύγουν των αρμοδιοτήτων του διατάξαντος τη μελέτη. Εάν παρ’ όλα αυτά απαιτούνται τέτοιες προτάσεις η επιτροπή είναι σε θέση να τις υποβάλλει.
6.1    Να μελετηθεί η περαιτέρω επέκταση  και    εντατικοποίηση αυτού που αποκαλούμε στρατιωτική διπλωματία, με βάση  τα διαμορφούμενα νέα δεδομένα στα Βαλκάνια. Για το αντικείμενο απαιτείται στενή συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών, για τη διακρίβωση των αναγκών και της αναγκαιότητας εμπλοκής κατά περίπτωση. Ειδικότερα:
 Να γίνεται η μεγίστη εκμετάλλευση, στα πλαίσια των δυνατοτήτων, των εκάστοτε ευκαιριών για συμμετοχή στρατιωτικού προσωπικού σε ειρηνευτικές και άλλες παρεμφερείς αποστολές του  ΝΑΤΟ, της ΕΕ, του ΟΑΣΕ,   και άλλων ευρωπαϊκών και ευρωατλαντικών θεσμών.
 Να σχεδιασθεί η οργάνωση συστήματος παροχής βοήθειας, υπο τη μορφή «τεχνοφνωσίας», προς τις υποψήφιες για ένταξη στο ΝΑΤΟ ή τις διάφορες  διαδικασίες αυτού  όπως  η PfP, MAP, χώρες της Βαλκανικής. Για το θέμα αυτό να εξετασθεί η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως εν αποστρατεία αξιωματικών, που έχουν σχετική εμπειρία διαδικασιών ΝΑ ΤΟ, για το σκοπό αυτό. Επίσης η αναγκαιότητα συγκροτήσεως ειδικού φορέα στο ΓΕΕΘΑ ή ΥΕΘΑ, που θα ασχολείται αποκλειστικά με τα θέματα αυτά.
 Να επεκταθεί η ήδη παρεχόμενη εκπαίδευση στελεχών, τόσο και σε άλλες χώρες, όσο και σε άλλους τομείς ή σχολές εκπαιδεύσεως.
 Να μελετηθεί η ανάληψη και άλλων παρεμφερών με τη διαβαλκανική Ταξιαρχία πρωτοβουλιών.
 Να εξετασθεί, σε συνεργασία με το ΥΠΕΞ, η δυνατότητα και σκοπιμότητα να χρησιμοποιηθούν οι ΕΔ και σε περιπτώσεις πολιτιστικής συνεργασίας με τις λοιπές βαλκανικές χώρες, τομέας που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικός από τους διπλωμάτες μας.
6.2    Στις σχετικές εκτιμήσεις των επιτελών των Γενικών Επιτελείων των ΕΔ να λαμβάνονται πάντα υπόψη, εκτός από την «εν δυνάμει» απειλή και οι «εν υπνώσει» τέτοιες, σε συνδυασμό με τις ασίγαστες, για πολλές χώρες, αλυτρωτικές και επεκτατικές τάσεις εναντίον της Ελλάδος και όχι μόνο. Εκτιμούμε ότι αυτό θα οδηγήσει σε σωστές αποφάσεις δομής δυνάμεων, εξοπλιστικών προγραμμάτων, επάνδρωσης κλπ.
6.3    Οι επίσημες τουρκικές διακηρύξεις περί ειρήνης και φιλίας στα Βαλκάνια να αντιμετωπίζονται με μεγάλη επιφυλακτικότητα, αλλά και ρεαλισμό.
Να δοθούν, εάν κριθεί αναγκαίο, στο προσωπικό των ΕΔ, οδηγίες όπως στις σχέσεις και επαφές   του με προσωπικό των ΗΠΑ, αλλά και άλλων συμμάχων, να κάνουν έντεχνα διάκριση μεταξύ των περιπτωσιακών,  νεόκοπων συμμάχων όπως είναι   οι βαλκανικές χώρες, με τους σταθερούς και παραδοσιακούς συμμάχους τους, όπως είναι η Ελλάδα.
6.4     Επειδή εκ των πραγμάτων οι υπηρετούντες αξιωματικοί και οπλίτες σε ειρηνευτικές και άλλες αποστολές στο εξωτερικό ασκούν στα πλαίσια τη αποστολής τους  εξωτερική πολιτική δυστυχώς χωρίς την απαραίτητη υποδομή, εκτιμάται ότι    θα πρέπει να εξετασθεί η δυνατότητα συγκροτήσεως ειδικού σχολείου ή πραγματοποιήσεως ειδικών σεμιναρίων, τουλάχιστον, στο  προσωπικό που υπηρετεί με διάφορες μορφές στις βαλκανικές χώρες. Επίσης να εξετασθεί σκοπιμότητα και δυνατότητα αριθμός στελεχών των ΕΔ να φοιτά στη Διπλωματική Ακαδημία. Επίσης απαιτείται στενή συνεργασία με το ΥΠΕΞ  για τον προσδιορισμό των αντικειμένων-θεμάτων που οι ΕΔ και το προσωπικό τους θα μπορούσαν να υποβοηθήσουν την προώθηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.  

 

 


 
Βιβλιογραφία

 

Ξένη

• Brzezinski Zbigniew, Η Μεγάλη Σκακιέρα, Εκδόσεις Λιβάνη, 1998, σ.77.
• Ignatief Michael, Virtual War, Vintage, United Kingdom, 2001.
• Independent Task Force, Balkans 2010, Council of Foreign Relations, Center for Preventive Action, United States of America, 2002, σ. 2.
• Johnson Chalmers, The Sorrows of Empire, Henry Holt & Company, New York, σ. 153.
• Kennedy Paul, Η άνοδος και η πτώση των μεγάλων δυνάμεων, Αξιωτέλλης, Αθήνα, 1991 και Gilpin Robert, War and Change in World Politics, Cambridge University Press, 1981.
• Krasner Stephen, Defending the National Interest: Raw Materials Investment and U.S. Foreign Policy, Princeton University Press, 1978.
• Mearhseimer John, The Tragedy of Great Power Politics, W. W. Norton & Company, 2001.
• Parker Geoffrey, Η Γεωπολιτική: παρελθόν, παρόν και μέλλον, Ροές, 2002.
• Schelling Thomas, Arms and Influence, Yale University Press, New Haven and London, 1966.
• Van Creveld Martin, Technology and War, New York, The Free Press, 1989.
• Μead Walter Russel, A Special Providence: American Foreign Policy and How it Changed the World, Knopf, New York, 2001.
• Institute for Regional and international Studies(IRIS): Security challenges and development of southern Balkans, Sofia Bulgaria, 2002.
• Larabee Stephen, Lesser Ian, “Turkish Foreing Policy in a Age of Uncertainty”, Santa Monica USA, 2003,  έκδοση  RAND.
• Lesser Ian, Larabee Stefen, Zanini Michele, Vlamos Katia, “Greece’s New Geopolitics”,RAND Corporation, 2001,
• Συλλογική έκδοση:“ Security Challenges and Development of Southern Balkans” Sofia Bulgaria 2002, Institute for Regional and International Studies.
 

Ελληνική

 
• Αρβανιτόπουλος Κωνσταντίνος, Η Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο: ιδεολογικά ρεύματα, Ποιότητα, 2000, σσ. 41-51.
• Αρβανιτόπουλος Κωνσταντίνος, Ήφαιστος Παναγιώτης, Ευρωατλαντικές Σχέσεις, Ποιότητα, Αθήνα, 1999.
• Γαλανάκης Ε.,  Θέματα  Στρατιωτικής Γεωγραφίας έκδοση ΣΣΕ 1999, 
• Γιαλουρίδης Χ. – Τσάκωνας Π., «Ελλάδα και Τουρκία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου», Αθήνα 2002, εκδόσεις Ι. Σιδέρης.
• Δρούγος Αθανασίος στο περιοδικό  της Σχολής Εθνικής Αμύνης «ΑΘΗΝΑ», τεύχος Ιαν-Απρ 2006.
• Ημερίδα  της ΣΕΘΑ: «Αποτίμηση του Μεταψυχροπολεμικού τοπίου στα Βαλκάνια –Διπλωματικές – οικονομικές – Στρατιωτικές επιδράσεις και προοπτικές για την Ελλάδα» (7 Δεκ. 2006)
• Ήφαιστος Παναγιώτης, Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική: από την “ιδεαλιστική αθωώτητα” στο “πεπρωμένο του έθνους”, Οδυσσέας, Αθήνα, 1994.
• Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων(ΙΔΙΣ): «Βαλκανικές Όψεις», περιοδική έκδοση, 
• Καραμπελιάς Γεώργιος: « Ο ρόλος των ΕΔ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας και της Ελλάδος», Αθήνα 1998.
• Λουκάς Ιωάννης, Η Γεωπολιτική, Τροχαλία, Αθήνα, 2002, σ. 187.
• Μανίκας Δ.: « Ο κόσμος στον 21ο αιώνα και η ασφάλεια της Ελλάδος», Αθήνα 2004, εκδόσεις ΕΛΛΗΝ.
• Παπασωτηρίου Χαράλαμπος, «Τα Βαλκάνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου», Αθήνα 1994, εκδόσεις Παπαζήση
• Περιοδικό «Εθνικές Επάλξεις» Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Αμύνης».
• Πλατιάς Αθανάσιος Γ., Διεθνείς σχέσεις και στρατηγική στο Θουκυδίδη, Εστία, Αθήνα, 2000.
• Σαλαπασίδης Γεώργιος, “Γεωστρατηγικές και Αμυντικοπολιτικές Παράμετροι της Κρίσεως στην Αμπχασία”, Υπηρεσιακό Υπόμνημα, Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων, τευχ. 35, Ιανουάριος 2005, Αθήνα.
• Σαλαπασίδης Γεώργιος, “Διεθνής Ισλαμιστική Τρομοκρατία & Διεθνής Ασφάλεια: η περίπτωση του Ουζμπεκιστάν”, Υπηρεσιακό Υπόμνημα, τευχ. 36, Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων, Ιανουάριος 2005.
• Σέκερης Γεώργιος: «Η Ελλάδα στη Νέα Τάξη, η Εθνική μας Στρατηγική στον 21ο Αιώνα», Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 2004.
• Τριμηνιαία έκδοση Ιδρύματος Καραμανλή « Φιλελεύθερη ΕΜΦΑΣΙΣ» τεύχος 4\99.
• Φούσκας Βασίλης Κ., Ζώνες Πολέμου: Η αμερικανική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, Κολλιόπουλος Κωνσταντίνος (μετάφ.), Ποιότητα, Αθήνα, 2003.
 
Πηγογραφία

Πρωτογενής

• Bradtke Robert, “Testimony before the Senate”, Foreign Relations Committee on NATO Enlargement, March 27, 2003.
• Bugajski Janus, “The Future of NATO: Do Bulgaria and Romania Qualify?”, U.S. Senate Committee on Foreign Relations, 3 April, 2003, σ.2.
• Bureau of European and Eurasian Affairs, Background Note: Albania, Department of State, U.S., <http://www.state.gov/r/pa/ei/bgn/3235.htm>.
• Central Intelligence Agency, The World Factbook, <http://www.cia.gov/cia/publications/factbook/>.
• Commission on Review of the Overseas Military Facility Structure of the United States, Report to the President, August 15, 2005.
• Congressional Budget Office, “Options for changing the Army’s overseas basing”, May 2004.
• Crawley Vince, “Rice Signs U.S. Shared-Base Agreement with Bulgaria”, Department of State, April 28 2006 στο <http://usinfo.state.gov/eur/Archive/2006/Apr/28-844894.html>.
• European Union, The Stabilization and Association Process”, στο <http://ec.europa.eu/enlargement/enlargement_process/accession_process/how_does_a_country_join_the_eu/sap/index_en.htm>.
• Joint Chiefs of Staff, The National Military Strategy of the United States of America 2004: A Strategy for Today; A Mission for tomorrow, 2004.
• NATO Parliamentary Assembly, Visit to the FYR of Macedonia and to Kosovo by the Sub-Committee on Future Security and Defence Capabilities, 18-22 April, 2005.
• North Atlantic Council, “Riga Summit Declaration”, ,  par. 31, 29 November 2006, <http://www.nato.int/docu/pr/2006/p06-150e.htm>.
• President of the United States, The National Security Strategy of the United States of America, September 2002.
• President of the United States, The National Security Strategy of the United States of America, March 2006.
• Smith John [Rapporteur], NATO’s Ongoing Role in Balkan Security, NATO Parliamentary Assembly – Sub-Committee on Future Security and Defense Capabilities [http://www.nato-pa.int], 21 April 2005.
• The White House, “Fact Sheet: Making America More Secure by Transforming Our Military”, Office of the Press Secretary, August 16, 2004 στο <http://www.whitehouse.gov/news/releases/2004/08/20040816-5.html>.
•  U.S. Embassy in Sophia, Fact Sheet on Military Bases, January 7, 2007 στο <http://sofia.usembassy.gov/shared_facilities_faq.html>.
• United States Central Command, International Contributions to the War on Terrorism: Republic of Macedonia στο  <http://www.centcom.mil/sites/uscentcom1/CoalitionPages/Macedonia/macedonia.htm>.
• Ιστοσελίδα Υπουργείου Εξωτερικών Ελλάδος: (www.mfa.gov.gr  )
• Ιστοσελίδα Υπουργείου Εξωτερικών Τουρκίας: (www.mfa.gov.tr)
• Ιστοσελίδα  Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ(www.cia.gov.org)

 

Δευτερογενείς

•  “Economic Brief: The Blue Stream Gas Pipeline”, Power and Interest, 22 November 2005, http://www.pinr.com/report.php?ac=view_report&report_id=403&language_id=1.
• “Intelligence Brief: U.S. Military Bases in the Black Sea Region”, Power and Interest, November 19, 2005 στο <http://www.pinr.com/report.php?ac=view_printable&report_id=401&language_id=1>.
•  “Χαμένη Ευκαιρία για Προσέγγιση με τη Δύση οι Δημοτικές Εκλογές στην Αλβανία”, In.gr, 20 Φεβρουαρίου, 2007 στο <http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=780801&lngDtrID=245>.
• Alic Anes, «Α younger, savvier global terror cell», ISN Security Watch, 7 July 2006 στο <http://www.isn.ethz.ch/news/sw/details.cfm?id=16349>.
• Campbell Jurt M. & Ward Celeste Johnson, “New Battle Stations?”, Foreign Affairs, September/October 2003.
• Cohen Ariel, Irwin Conway, “U.S. Strategy in the Black Sea Region”, Backgrounder, The Heritage Foundation, December 13, 2006.
• Coon Charlie, “U.S., Bulgaria, Romania to kick off agreement with Immediate Response 2006”, Stars and Stripes, August 4, 2006 στο <http://www.estripes.com/article.asp?section=104&article=37516&archive=true>.
• Daalder Ivo H, Lindsay James M., Steinberg James B., “The Bush National Security Strategy: An evaluation”, Policy Brief #109, The Brookings Institution, October 2002, στην ιστοσελίδα (http://www.brookings.edu/comm/policybriefs/pb109.htm).
• Garamone Jim, “Jones Says Changes to U.S. Posture Will Strengthen Europe”, American Forces Press Service, Sept. 24, 2004 στο (http://www.defenselink.mil/news/Sep2004/n09242004_2004092407.html).
• Gilmore Gerry J., “Rumsfeld Honors Macedonian troops, Visits Romanian Airbase”, American Forces Press Service, October 11, 2004 στο <http://www.defenselink.mil/news/Oct2004/n10112004_2004101105.html>.
• Mamuka Tsereteli, “The Blue Stream Pipeline and the Geopolitics of Natural Gas in Eurasia”, Central Asia – Caucasus Analyst, 30 November 2005, <http://www.cacianalyst.org/view_article.php?articleid=3848&SMSESSION=NO>.
• Miles Donna, “Global Posture Realignment Will Better Support Future Ops”, American Forces Press Service, Feb 22, 2005, στο (http://www.eucom.mil/english/Transformation/Transform_Blue.asp).
• Sokolsky Richard D., “Beyond Containment: Defending U.S. Interests in the Persian Gulf”, Institute for National Strategic Studies, National Defense University, September 2002 στο (www.ndu.edu/inss/strforum/SR_03/SR_03.pdf).
• Widome Daniel, “The List: The Six Most Important U.S. Military Bases”, Foreign Policy, May 2006 στο (http://www.foreignpolicy.com/story/cms.php?story_id=3460).
• Cooley Alexander, “Base Politics”, Foreign Affairs, Vol. 84, Iss. 6, Nov/Dec 2005, New York.
• Rumer Eugene B., Simon Jeffrey, “Toward a Euroatlantic Strategy for the Black Sea Region”, Occasional Paper, Institute for National Strategic Studies, National Defense University, Issue 3, April, 2006.
• Παπασωτηρίου Χαράλαμπος, “Η υψηλή στρατηγική των Η.Π.Α. στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας”, Γεωστρατηγική, Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων, Αθήνα, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2004, σ.154.
• Παπασωτηρίου Χαράλαμπος, “Οι προκλήσεις της μεταψυχροπολεμικής εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α.”, Εκσυγχρονισμός, ΕΚΟΜΕ, Χρόνος Α’, τευχ. 4, Ιανουάριος – Μάρτιος 2002.
• Mearsheimer John, “Assesing the Conventional Balance: the 3:1 Rule and Its Critics”, International Security, Vol. 3, Issue 4, Sprin 1989.


Ειδησιογραφικές

• “Gazprom Mulls Blue Stream branch – 1”, RIA Novosti, 14 September 2006, <http://en.rian.ru/world/20060914/53888706.html>.
•  “Romania Finalizes U.S. Military Base Deal”, Reuters, 17 November 2005.
• “Balkans Hope to Land New Bases”, Deutsche Welle, 23.07.2003 στο (http://www.dw-world.de/dw/article/0,,930323,00.html).
•  “Nabucco Gas Pipeline is Approved”, BBC, 27 June, 2006, <http://news.bbc.co.uk/2/hi/business/5121394.stm>.
• Weisman Stephen R., “US is seeking to Speed Up Talks on Kosovo’s Status”, New York Times, May 20, 2005.
• Torbakov Igor, “Turkey Sides with Moscow Against Washington on Black Sea Force”, Eurasia Daily Monitor, March 3, 2006 στο <http://www.jamestown.org/publications_details.php?volume_id=414&issue_id=3639&article_id=2370832>.

 

 
5 Παραρτήματα

5.1 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α’: Χάρτες


Κατανομή Αμερικανικών Δυνάμεων Μέχρι και το 2001

Χάρτης 1 Πηγή: “Options for Changing the Army’s Overseas Basing”, Congressional Budget Office, Congress of the United States, May 2004, σ. X.


Ο Άξονας της Αστάθειας
 
;X;arthw 2 Phg;hQ WWorld Security Network(H με λευκή σκίαση περιοχή)
 (<http://www.worldsecuritynetwork.com/showArticle3.cfm?article_id=9298>

 


 
Χάρτης 3 Αναπαράσταση επί Χάρτου των Επιχειρησιακών και υπό Κατασκευή Αγωγών Πετρελαίου της Κασπίας. Πηγή: U.S. Department of Energy, Energy Information Agency


 
Χάρτης 4 Αναπαράσταση επί Χάρτου   υπό Κατασκευή Αγωγών
Πηγή: Der Standard


 
Χάρτης 5  Αγωγός Blue Stream( υπό κατασκευή)
Πηγή: Gazprom

 
Χάρτης 6 Γραφική Αναπαράσταση Ταχύτητας Επέμβασης υπό διαφορετικά προφίλ εγκατάστασης βάσεων. Πηγή: Cognressional Budget Office

 

 

 

 

 

 
5.2 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β’: Πίνακες


Αμυντικές Δαπάνες Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής 2001-2005
 2001 2002 2003 2004 2005
Εκατ. Δολλάρια σε σταθερές τιμές 2003 324.908 364.819 415.223 452.559 478.177
Ποσοστό επί του Α.Ε.Π. 3,1% 3,4% 3,8% 4% -
Ποσοστό αύξησης δαπανών  +12,3% +13,81% +8,99% +5,66%

Πίνακας 1 Αμυντικές Δαπάνες Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής 2001 – 2005.
Πηγή: Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI) στο <http://www.sipri.org>

 


 Διάγνωση Διεθνούς Περιβάλλοντος Ιεραρχημένοι Πολιτικοί Στόχοι Εξωτερική Νομιμοποίηση Μέσα Εξυπηρέτησης Στρατηγικής
Ψυχρός Πόλεμος • Διπολισμός
• Στρατιωτική Ισορροπία • Ανάσχεση Σοβιετικού Κινδύνου • Υπεράσπιση του «ελεύθερου κόσμου» • Πυρηνική Αποτροπή
• Συμβατική Ισχύς
• Εξισορροπητικός Συμμαχικός Συνασπισμός ΝΑΤΟ
1993-2001 • Ηγεμονική Θέση
• Διεθνής Ρευστότητα
• Εθνοτικές Συγκρούσεις • Διατήρηση Ηγεμονικής Θέσης
• Επέκταση Επιρροής προς Ευρασία
• Εξασφάλιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων • Ανθρώπινα Δικαιώματα
• Υπεράσπιση Μειονοτήτων
• Δημοκρατική Ειρήνη • Επιλεκτικός Πολιτικός και Στρατιωτικός Επεμβατισμός
• Πολυμερής Διπλωματία
• Συμβατική Υπεροπλία
2001-σήμερα • Ηγεμονική Θέση
• Διεθνής Ρευστότητα
• Ασύμμετρες Απειλές – Τρομοκρατία • Διατήρηση Ηγεμονικής Θέσης
• Επέκταση Επιρροής Προς Ευρασία
• Εξάπλωση Δημοκρατίας
• Πάταξη τρομοκρατίας παγκοσμίως • Προώθηση Φιλελεύθερων Θεσμών (δημοκρατία, ελεύθερη οικονομία, ανθρώπινα δικαιώματα)
• Πάταξη Τρομοκρατίας • Πολιτικός και Στρατιωτικός Επεμβατισμός
• Στρατιωτική Υπεροπλία και Αναβάθμιση
• Μονομερής Δράση και Ad Hoc Συμμαχίες Προθύμων (coalitions of the willing)

Πίνακας 2 Διαστάσεις Υψηλής Στρατηγικής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής


 
Πίνακας 3 Απαιτούμενος χρόνος επεμβάσεως βαριάς Ταξιαρχίας.
Πηγή: Congressional Budget Office

 

 


 
5.3 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ’
ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ «Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ  ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ.  ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ».
 
ΣΤΟΙΧΕΙΑ(ΙΣΤΟΡΙΚΑ-ΠΟΛΙΤΙΚΑ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ Κ.Α.) ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ

ΑΛΒΑΝΙΑ.
Η  Αλβανία  βρίσκεται στη νοτιο-ανατολική Ευρώπη και βρέχεται από την Αδριατική και το Ιόνιο πέλαγος. Όμορες χώρες: Ελλάδα, Σερβία-Μαυροβούνιο, πΓΔΜ. H χώρα έχει συνολικά χερσαία σύνορα μήκους 720 χιλιομέτρων εκ των οποίων: 282 με την Ελλάδα, 151 με τα Σκόπια, 172 με το Μαυροβούνιο και 115 με τη Σερβία. Έχει επίσης 262 χιλιόμετρα ακτογραμμή.
Έκταση:
28.748 τετρ.χλμ., εκ των οποίων 27.398 ξηρά και 1.350 ύδατα.
Πληθυσμός
Περίπου 3,6 εκ. κάτοικοι( εκτιμήσεις 2006). Ο ρυθμός αυξήσεως του πληθυσμού είναι 0,52%. Η σύνθεση του πληθυσμού στασιάζεται κυρίως ως προς την Ελληνική μειονότητα, η οποία σύμφωνα με τις αλβανικές στατιστικές δεν υπερβαίνει το 3%, ενώ το πραγματικό ποσοστό είναι περίπου 12%, με ανάλογη αναπροσαρμογή του παρουσιαζομένου αλβανικού στοιχείου, που δεν πρέπει να υπερβαίνει το 85% και όχι 97, που ισχυρίζονται.
Πρωτεύουσα : Τίρανα. Είναι η πρωτεύουσα της Αλβανίας από το 1920. Έχει  σήμερα πλέον περίπου 700.000 κατοίκους και αποτελεί το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της χώρας. Το κομβικό σημείο της πόλης είναι η πλατεία Σκεντέρμπεη.
Ιστορικά στοιχεία : Η Αλβανία απέκτησε κρατική υπόσταση το 1912(28 Νοεμβρίου), με τη βοήθεια της Ιταλίας και της Αυστρίας και πρώτο μονάρχη το βασιλιά Ζόγκου. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, συμμάχησε με την Ιταλία, στη συνέχεια όμως γνώρισε τη γερμανική κατοχή. Μετά το τέλος του πολέμου, απέκτησε σκληρό κομμουνιστικό καθεστώς υπό τον Εμβέρ Χότζα, που είχε απομονώσει διεθνώς τη χώρα. Μετά το θάνατο του Χότζα και ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, η χώρα άρχισε να βγαίνει από τη διεθνή απομόνωσή της και να κάνει αργά βήματα προς τις δημοκρατικές ελευθερίες και την οικονομία της αγοράς. Την περίοδο 1990-1992 η Αλβανία ολοκλήρωσε μία μακρά περίοδο 46 ετών ενός σκληρού ξενοφοβικού απομονωτικού και ξενοφοβικού κομμουνιστικού ζυγού\καθεστώτος και άρχισε να θεμελιώνει την πολυκομματική δημοκρατία. Το 1990 έπαψε η απαγόρευση της θρησκευτικής λατρείας που είχε επιβληθεί το 1967 και νομιμοποιήθηκαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η μετάπτωση από το ένα καθεστώς στο άλλο υπήρξε προβληματική, καθώς οι διαδοχικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τα σοβαρά προβλήματα, όπως η μεγάλη ανεργία, η  εκτεταμένη διαφθορά, η ανύπαρκτη σχεδόν υποδομή, το ισχυρά οργανωμένο έγκλημα και τις σκληρές κομματικές αντιπαραθέσεις. Η χώρα έχει πραγματοποιήσει ικανοποιητικά βήματα προόδου, πλην όμως έχει ακόμη να διανύσει πολύ δρόμο. Η εμπέδωση της δημοκρατίας δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, η οικονομία της δεν είναι σε ικανοποιητικό επίπεδο( η Αλβανία εξακολουθεί να είναι η πλέον φτωχή χώρα της Ευρώπης), η ενεργειακή και συγκοινωνιακή υποδομή είναι πενιχρή ενώ η παραοικονομία εξακολουθεί να κυριαρχεί στη χώρα(υπολογίζεται ότι ανέρχεται στο 50% του ΑΕΠ). Η κατάσταση της χώρας βελτιώνεται με βραδείς ρυθμούς. Η Αλβανία καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες για να ενταχθεί στους ευρωπαϊκούς και ευρωατλαντικούς θεσμούς (ΕΕ και ΝΑΤΟ κλπ). Από απόψεως ΝΑΤΟ στην Αλβανία εδρεύει στο Νατοϊκό στρατηγείο Τιράνων στο ΥΠΕΘΑ Αλβανίας, με αποστολή, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ και τη Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού\Ματάπτωσης, να επιχειρήσει την  αμυντική αναθεώρηση με προοπτική να αναπτύξει την μακροπρόθεσμη μετάπτωση των Αλβανικών Ενόπλων Δυνάμεων κατά την περίοδο 2006-2015. Εν τω μεταξύ συνεχίζεται η αναδιοργάνωση των Αλβανικών ΕΔ, με ιδιαίτερες επιτυχίες στους τομείς της εκπαιδεύσεως και του δόγματος. Πέραν  αυτών να σημειωθεί ότι η Αλβανία διαθέτει 50 οπλίτες στη επιχείρηση IRAQI FREEDOM  και στην ελεγχόμενη από την E Εεπιχείρηση ALTΗEA.
Η χώρα έλαβε σύμφωνα με την «Διακήρυξη Κορυφής» της Ρίγας στα   τέλη Νοεμβρίου καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη στο ΝΑΤΟ χώρας, υπό όρους, το 2008.
Πολιτικό σύστημα : Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Alfred MOISIU (24.07.02)
Πρωθυπουργός, Sali BERISHA η Κυβέρνηση προήλθε από τις εκλογές της 3ης Ιουλίου 2005 (σχηματισμός κυβέρνησης 7.09.2005)                                                                               
 Οικονομία : Ακολουθώντας το παράδειγμα των ανατολικών γειτόνων της, η Αλβανία βρίσκεται στο δύσκολο μεταβατικό στάδιο από τον κρατικό έλεγχο στην οικονομία της αγοράς. Γίνονται προσπάθειες για να ενισχυθεί η οικονομική και εμπορική δραστηριότητα. Τα τελευταία δύο χρόνια οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν σταθερά ανοδικοί ενώ ο πληθωρισμός δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα.


Νόμισμα: Λέκ (=€0,8070, 1 € = 140 lek)
ΑΕΠ: 7,5 δις $
Κατά κεφαλήν εισόδημα: 2.385 $
Πληθωρισμός: 2,9%
Ρυθμός ανάπτυξης: ~5,7%
Ανεργία: 17%

Εθνική Εορτή : Ημέρα Ανεξαρτησίας, 28 Νοεμβρίου.
Σχέσεις Αλβανίας με ΕΕ
Η ΕΕ και η Αλβανία έχουν συστηματικές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις από το την υπογραφή του σχετικού Συμφώνου Συνεργασίας το 1992. Από το 2001 βρίσκεται σε εξέλιξη Πρόγραμμα της ΕΕ για βοήθεια στην ανασυγκρότηση, ανάπτυξη και σταθεροποίηση (CARDS) της χώρας, το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί φέτος. Ακόμα, η ΕΕ έχει χρηματοδοτήσει προγράμματα υποδομής, καταπολέμησης της διαφθοράς, ενίσχυσης των δημοκρατικών θεσμών και ανασυγκρότησης του διοικητικού μηχανισμού.  Μονογραφή Συμφωνίας Σύνδεσης και Σταθεροποίησης με Ε.Ε. στις 18.2.2006.
 Επίσημη γλώσσα :  Επίσημη Αλβανικά. Ομιλούνται επίσης Ελληνικά, Σλάβικα, Ρουμάνικα κα.
Θρησκεία : Μουσουλμάνοι 70%, Χριστιανοί Ορθόδοξοι 20%, Καθολικοί 10% (εκτιμήσεις).
 
 
ΒΟΣΝΙΑ-ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗ 
Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη βρίσκεται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και βρέχεται από την Αδριατική. Όμορες χώρες: η Κροατία, η Σερβία και το Μαυροβούνιο. Το συνολικό μήκος των χερσαίων συνόρων είναι 1.459 χλμ εκ των οποίων: με Κροατία, 932, Μαυροβούνιο 225 και Σερβία 302. οι ακτογραμμές έχουν μήκος 20 χλμ.
Έκταση: 51.129 τετραγωνικά χλμ, όλα σε ξηρά.
Πληθυσμός: 4,5 εκατομμύρια κάτοικοι.  Η εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού έχει ως εξής: Βόσνιοι 48%, Σέρβοι 37,1%, Κροάτες 14,3%, άλλοι 0,6%.παρουσιάζει θετικό ρυθμό αύξησης πληθυσμού 1,35%.
Ιστορικά Στοιχεία: η Βοσνία – Ερζεγοβίνη, μια από τις ομόσπονδες δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας διακήρυξε την εθνική της κυριαρχία  τον Οκτώβριο του 1991. Ακολούθησε η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από την πρώην Γ\Β στις 3 Μαρτίου 1992, μετά από δημοψήφισμα, στο οποίο δεν συμμετείχαν οι Βόσνιοι Σέρβοι. Οι Βόσνιοι Σέρβοι υποστηριζόμενοι από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο αντέδρασαν με ένοπλη αντίσταση με σκοπό να διαμελισθεί η χώρα με βάση τις εθνικές διαχωριστικές γραμμές. Ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των εθνικών ομάδων της χώρας. Ο πόλεμος αυτός έληξε με τη  συμφωνία του Dayton στις 21 Νοεμβρίου 1995, η οποία έβαλε τέλος στην αιματηρή εμφύλια σύρραξη, η οποία διήρκεσε τρία ολόκληρα χρόνια. Η τελική συμφωνία υπεγράφη στο  Παρίσι στις 14 Δεκεμβρίου 1995.  με βάση τις συμφωνίες τα εξωτερικά σύνορα τις Βοσνίας – Ερζεγοβίνης δεν μεταβλήθηκαν, συγκροτήθηκε μια πολυεθνική και δημοκρατική κυβέρνηση υπεύθυνη για τα εξωτερικά και δημοσιονομικά θέματα. Δημιουργήθηκε επίσης και ένα  δεύτερο  κυβερνητικό επίπεδο,  συντιθέμενο  από  δύο εθνότητες ίσες περίπου σε μέγεθος. Τη Βοσνιοκροατική ομοσπονδία   της Β-Ε και τη Σερβοβοσνιακή Δημοκρατία Srpska(RS). Οι δύο  ομόσπονδες κυβερνήσεις είναι υπεύθυνες για το χειρισμό των λοιπών κυβερνητικών θεμάτων. Προβλέπεται επίσης ένα όργανο\μια αρχή( The Office of the High Representatives-OHR) υπεύθυνη για   την επίβλεψη  της εφαρμογής των πολιτικών(μη στρατιωτικών) παραμέτρων της συμφωνίας. Κατά τη διετία 1995-96 μια διεθνής δύναμη διατηρήσεως της ειρήνης(International Peacekeeping Force-IFOR), υπό την διοίκηση του ΝΑΤΟ, δυνάμεως 60.000 ανδρών περίπου εγκαταστάθηκε στη Β-Ε με αποστολή την υλοποίηση και την επίβλεψη των στρατιωτικών παραμέτρων της συμφωνίας. Η  IFOR αντικαταστάθηκε από μια μικρότερη Νατοϊκή δύναμη σταθεροποιήσεως την SFOR(NATO Stabilization Force), με αποστολή την αποτροπή επαναλήψεως των εχθροπραξιών. Ακολούθησε η  ειρηνευτική δύναμη της ΕΕ(EUFOR), η οποία αντικατέστησε την SFOR τον Δεκέμβριο του 2004. Αποστολή της είναι η διατήρηση της ειρήνης και σταθερότητος στη χώρα.
 Από πλευράς ΝΑΤΟ υπάρχει το Νατοϊκό στρατηγείο Σεράγεβο με αποστολή την παροχή βοηθείας  για την οργάνωση των ΕΔ της χώρας, ώστε να καταστούν συμβατοί με το ΝΑΤΟ. Θετική  εξέλιξη για τα θέματα των ΕΔ της χώρας είναι η επιτευχθείσα από τη Βοσνιακή προεδρία συμφωνία για το μέγεθος, τη δομή και τις θέσεις των Βοσνιακών ΕΔ. Κατά την πρόσφατη «Διακήρυξη Κορυφής», μετά τη σύνοδο κορυφής της Ρίγας στις 29 και 30 Νοεμβρίου 2006, απεφασίσθη η πρόσκληση της Β-Ε, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου να ενταχθούν στη Σύμπραξη για την Ειρήνη και στο Ευρωατλαντικό Συμβούλιο Συνεργασίας, δηλαδή σε δύο Νατοϊκούς θεσμούς, που στο παρελθόν λειτούργησαν ως προθάλαμος για την είσοδο στη Συμμαχία.
Πολιτικό σύστημα: Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «αναδυόμενη» Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
Πρόεδρος της Δημοκρατίας:  σύμφωνα με τις συμφωνίες του Dayton, οι οποίες έχουν θέση Συντάγματος, προβλέπεται και υπάρχει τριμερής προεδρία, στην ηγεσία της οποίας εναλλάσσονται κυκλικά τα μέλη της ανά οκτώ μήνες. Σήμερα(από  6 Νοεμβρίου 2006) πρόεδρος είναι ο Σέρβος Nebojsa Radmanovic,  ενώ τα δύο άλλα μέλη είναι ο Βόσνιος Haris Silajdzic και ο Κροάτης Zeliko Komsic.
Πρωθυπουργός: είναι ο   Adnan Terzic απο τις 20 Δεκεμβρίου 2002. Ο εκάστοτε πρωθυπουργός προτείνεται από την τριμερή προεδρία και εγκρίνεται από την βουλή των αντιπροσώπων. Τα μέλη της κυβερνήσεως επιλέγονται από τον πρωθυπουργό και εγκρίνονται από τη βουλή των αντιπροσώπων.
Οικονομία: Η Β-Ε και η π.ΓΔΜ θεωρούντο ως οι φτωχότερες από τις ομόσπονδες Δημοκρατίες της πρώην Γ\Β. Μολονότι η γη ανήκει στο σύνολό της σχεδόν σε ιδιώτες, ο κλήρος είναι μικρός και ανεπαρκής με συνέπεια η χώρα να εισάγει τρόφιμα. Η βιομηχανία παραμένει με υπερεπάρκεια σε προσωπικό, ένα κατάλοιπο της κομμουνιστικής δομής της  οικονομίας της πρώην Γ\Β. Επειδή ο Τίτο είχε προωθήσει την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας στη χώρα αυτή,   η Β-Ε   έχει μεν  πολλές βιομηχανίες, αλλά χωρίς εμπορική αξία και  οικονομικό αντίκρισμα για το λαό. Ο εθνοτικός εμφύλιος  στη χώρα συνετέλεσε ώστε η παραγωγή να πέσει κατακόρυφα κατά 80% από το 1992 μέχρι το 1995 και η  ανεργία να ανέλθει σημαντικά. Παρά την εσωτερική αστάθεια  η παραγωγή αυξήθηκε σημαντικά κατά την περίοδο 1996-99, αλλά ο ρυθμός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε μεταξύ 2000 και 2002. Μερική βελτίωση των δεικτών ανάπτυξης παρουσιάσθηκε την περίοδο 2003-2005. δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι οι στατιστικές δυνατότητες της χώρας είναι περιορισμένες και δεν μπορούν να συλλάβουν το μέγεθος της μαύρης αγοράς και της παραοικονομίας. Νόμισμα της χώρας, που εισήχθη το 1998, είναι η Kovertibilna Marka ή BAM, η οποία είναι σταθεροποιημένη στο Eurο και υπάρχει εμπιστοσύνη σε αυτή, ο δε τραπεζικός τομέας έχει αυξηθεί.  Η εφαρμογή ιδιωτικοποιήσεων εν τούτοις έχει μείνει πίσω και οι τοπικές εθνότητες δεν έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη και δεν είναι πρόθυμες να υποστηρίξουν ιδρύματα και πρωτοβουλίες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Τα μεγάλα ελλείμματα του Προϋπολογισμού και η υψηλή ανεργία αποτελούν τα σημαντικότερα προβλήματα της οικονομίας της χώρας. Η χώρα εξακολουθεί να λαμβάνει από τη διεθνή κοινότητα σημαντική βοήθεια για την ανοικοδόμησή της, καθώς και σημαντική ανθρωπιστική βοήθεια, πλην όμως θα πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει την εποχή που αυτές θα σταματήσουν.
                                
Νόμισμα: Kovertibilna Marka ή BAM (=$1,57, =1 Ε)
ΑΕΠ: 8,5 δις $
Κατά κεφαλήν εισόδημα: 5.200 $
Πληθωρισμός: 4,4%
Ρυθμός ανάπτυξης: ~5%
Ανεργία: 45,5%


Εθνική Εορτή : Ημέρα Ανεξαρτησίας, 25 Νοεμβρίου(1943).
Σχέσεις Β-Ε με ΕΕ
Η ΕΕ και η Β-Ε έχουν συστηματικές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις.  Η Β-Ε είναι μέλος των ακολούθων πρωτοβουλιών, οι περισσότερες των οποίων βρίσκονται υπό την αιγίδα της ΕΕ: Σύμφωνο Σταθερότητος ΝΑ Ευρώπης(ΣΣΝΑΕ), Πρωτοβουλία Συνεργασίας ΝΑ Ευρώπης(SECI), Πρωτοβουλία Αδριατικής και Ιονίου(ΠΑΙ), Διαδικασία Συνεργασίας χωρών ΝΑ Ευρώπης.
 Επίσημες γλώσσες : Βοσνιακά, Κροατικά και Σερβικά.
Θρησκεία : Μουσουλμάνοι 40%, Χριστιανοί Ορθόδοξοι 31%, Καθολικοί 15%, άλλοι 14%.

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
Η Βουλγαρία  βρίσκεται στη νοτιο-ανατολική Ευρώπη και βρέχεται από τη Μαύρη Θάλασσα. Όμορες χώρες: Ρουμανία, Σερβία-Μαυροβούνι