ΣΥΝΘΕΣΗ
ΟΜΑΔΟΣ ΜΕΛΕΤΩΝ – ΕΡΕΥΝΩΝ
ΤΟΥ Σ.Ε.ΕΘ.Α
Για τη Μελέτη
«Η Ελλάδα στο Νέο Γεωπολιτικό Περιβάλλον»
Συντονιστής Μελέτης
Αντιπτέραρχος ε.α. Γεωργούσης Ευάγγελος
Μελετητές – Ερευνητές
Αντιστράτηγος ε.α. Βλάσσης Γεώργιος
Αντιπτέραρχος ε.α. Γεωργούσης Ευάγγελος
Πρέσβυς επι τιμή Δοκιανός Σπύρος
Διδακτορικός Υπότροφος ΕΕ Τσακίρης Θεόδωρος
Στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Αθήνα Ιούνιος 2004
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΤΕΛΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΜΕΛΕΤΩΝ & ΕΡΕΥΝΩΝ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Για την Μελέτη
«Η Ελλάδα στο Νέο Γεωπολιτικό Περιβάλλον»
1. ΓΕΝΙΚΑ
α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ σελ. 3-5
β. ΣΚΟΠΟΣ σελ. 5
2. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ σελ. 5
3. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ σελ. 5-6
4. ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΜΕΛΕΤΗΣ σελ. 6-10
5. ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ σελ. 11
α. Η Επίδραση στην Ελλάδα των νέων Γεωπολιτικών Δεδομένων στο Χώρο της Μέσης Ανατολής. σελ. 11-39
β. Η Επίδραση στην Ελλάδα των νέων Γεωπολιτικών Δεδομένων στο Χώρο της Αν. Ευρώπης, Βαλκανίων και Ρωσίας. σελ. 40-60
γ. Η Εθνική Πολιτική και Στρατηγική της Τουρκίας μετά τα νέα Δεδομένα στην Περιοχή και τις Σχέσεις της με την ΕΕ και η Επίδρασή τους επί των Αντιστοίχων της Χώρας μας. σελ. 61-80
δ. Η Επίδραση της Πολιτικής και των Στρατηγικών Συμφερόντων ΗΠΑ και ΕΕ στην Περιοχή. σελ. 81-100
6. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ σελ. 101-107
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΝΕΟ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
1. ΓΕΝΙΚΑ
α. Εισαγωγή
Είναι γεγονός ότι στην εποχή μας και πολύ περισσότερο στο μέλλον, η επίδραση που θα δέχεται μία χώρα από τα διάφορα σοβαρά γεγονότα που συμβαίνουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη μας, θα είναι συνεχώς και πιο άμεση. Δεν είναι δυνατόν, ήδη από σήμερα, να ισχυρισθεί κάποιος σοβαρά, ότι μεγάλα οικονομικά ή και γεωπολιτικά γεγονότα που συμβαίνουν, για παράδειγμα στην Νότιο Αμερική ή στην Αυστραλία και τα οποία διαμορφώνουν νέα γεωπολιτικά δεδομένα στην περιοχή τους, δεν επηρεάζουν καθόλου την Ευρώπη και τις χώρες της. Η παγκοσμιοποίηση πολλών μεγεθών, που μέχρι πριν λίγα χρόνια είχαν το πολύ Ηπειρωτική ή Συμμαχική έκταση, όπως η οικονομία, οι πληροφορίες και το εμπόριο, έχει καταστήσει την αλληλοεπίδραση σχεδόν παγκόσμια. Επομένως, όσο ο χρόνος περνάει και η επιστήμη με την τεχνολογία καταργούν συνεχώς σύνορα, περιορισμούς και οριοθετημένες αντιλήψεις, οι μεταβολές που θα συμβαίνουν στο παγκόσμιο γεωπολιτικό περιβάλλον, θα επηρεάζουν λίγο ή περισσότερο, όλες σχεδόν τις χώρες και ιδιαίτερα εκείνες που είναι μέλη μεγάλων Συμμαχιών, Ενώσεων και Οργανισμών.
Η χώρα μας, ως μία από τις χώρες αυτές, είναι βέβαιο ότι επηρεάζεται από το παγκόσμιο γεωπολιτικό περιβάλλον και τις μεταβολές που σ’ αυτό συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια. Για σκοπούς όμως περιορισμού της έκτασης της παρούσας μελέτης, και για να καταστεί δυνατή αυτή η εξέταση θεμάτων που ενδιαφέρουν την χώρα μας περισσότερο, πρέπει να εστιαστεί στο γεωπολιτικό περιβάλλον της εγγύτερης περιοχής μας, αφού αυτό, εξ’ άλλου, έχει δεχθεί τις μεγάλες μεταβολές τα τελευταία χρόνια. Το περιοχικό μας γεωπολιτικό περιβάλλον παρουσιάζει ιδιαίτερο εθνικό ενδιαφέρον, αφού τα περισσότερα γεγονότα που έχουν συμβεί και τα οποία το διαμόρφωσαν ή συνεχίζουν να το διαμορφώνουν, αφορούν την δική μας χώρα όχι ως παρατηρητή, αλλά ως άμεσα σχεδόν εμπλεκόμενη, για τα περισσότερα από αυτά.
Τα γεωπολιτικά γεγονότα των τελευταίων 15 ετών, που επηρέασαν το γεωπολιτικό περιβάλλον στην περιοχή μας, αλλά και παγκόσμια, ήταν πολλά και ιδιαιτέρως σοβαρά, από κάθε άποψη, αφού δεν άφησαν σχεδόν καμία πτυχή κρατικής δραστηριότητας που να μην την επηρεάσουν. Η αρχή έγινε με την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την πτώση του τείχους του Βερολίνου, για να συνεχιστεί με την διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Τα γεγονότα αυτά είχαν καταλυτικές επιπτώσεις στο παγκόσμιο σύστημα γεωπολιτικής ισορροπίας, πάνω στο οποίο συμμαχίες και χώρες είχαν στηρίξει την λειτουργία τους και την ύπαρξή τους. Την παγκόσμια γεωπολιτική ισορροπία την καθορίζει πλέον μία και μοναδική υπερδύναμη, κατά τα δικά της συμφέροντα και για τον λόγο αυτό ίσως είναι σωστότερο να αναφερόμαστε σε παγκόσμια σχετική ισορροπία ή με άλλα λόγια για αστάθεια.
Η Ευρώπη ως ΕΕ, αλλά και ως χώρες της ιδίας Ηπείρου, όπου έγινε η έκρηξη της κομμουνιστικής κατάρρευσης, ήταν η περιοχή όπου πρώτη δέχθηκε τις ισχυρές επιπτώσεις του κοσμοϊστορικού αυτού γεγονότος. Το ΝΑΤΟ έπρεπε σύντομα να βρει και να πείσει για τους νέους λόγους ύπαρξής του, αλλά και επέκτασής του. Τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων βρέθηκαν ξαφνικά ελεύθερα, χωρίς προστάτη και οδηγό στην παγκόσμια αρένα του ενός «διαιτητού». Η ιστορία και θρησκεία του καθ’ ενός από αυτά τα κράτη, αποδείχθηκαν ότι ήταν στοιχεία ζωντανά με τεράστια εκρηκτική ισχύ, παρά τις 70 χρονες προσπάθειες εξαφάνισης τους από το καταρρεύσαν πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Η δεκαετία μετά το 1990, ήταν η χρονική περίοδος ου απαιτήθηκε για να βρουν τα κράτη των περιοχών αυτών την τελική τους μορφή και πολιτική θέση, αν και για ορισμένα εξ’ αυτών η ύπαρξη δεν έχει παγιωθεί. Η διαδικασία για την νέα γεωπολιτική διαμόρφωση των περιοχών αυτών, απαίτησε όλες τις μορφές της πολιτικής. Από την διπλωματική συνεννόηση (Τσεχία- Σλοβακία) έως τις πολεμικές συγκρούσεις (Γιουγκοσλαβία) και τις αιματηρές εσωτερικές επαναστάσεις ή εξεγέρσεις (Ρουμανία, Αλβανία).
Τα γεγονότα των Βαλκανίων άλλαξαν μέσα σε πολύ λίγα χρόνια μία κατάσταση που για τους πολλούς φαινόταν μόνιμη και παγιωμένη, αλλά που για τους ειδικούς και γνωρίζοντες, η αντίστροφη μέτρηση ουσιαστικά είχε αρχίσει από τον θάνατο του Τίτο στην Γιουγκοσλαβία. Οι εσωτερικές τάσεις και βλέψεις, σε συνδυασμό με τις επιδιώξεις των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων και της Υπερδύναμης, έκαναν την δεκαετία του 90 στην Βαλκανική να μοιάζει αρκετά με το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα.
Το κέντρο του καταρρεύσαντος συνασπισμού, η Ρωσία τα 15 αυτά χρόνια προσπαθεί να βρει τον νέο της δρόμο. Το σύστημα δεν κατέρρευσε με τον ίδιο τρόπο που κατέλαβε την εξουσία δηλαδή την επανάσταση και επιβολή εκ των κάτω, από τον λαό, αλλά το γκρέμισμα άρχισε και επήλθε εκ των άνω. Τα προβλήματα που έπρεπε να επιλυθούν ήταν πολλά και τεράστια και ορισμένα από αυτά είχαν «εξαγώγιμα» χαρακτηριστικά (οικονομικοί μετανάστες), αλλά και σοβαρές περιοχικές και όχι μόνο, επιδράσεις.
Ο πόλεμος του Κόλπου το 1991 και οι επόμενοι δύο στο Αφγανιστάν και Ιράκ, σε συνδυασμό με το γεγονός που φαινομενικά τους επέβαλε, το τρομοκρατικό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, όχι μόνο επέδρασαν στα γεωπολιτικά δεδομένα των περιοχών της Κεντρικής Ασίας και Μέσης Ανατολής, αλλά δημιούργησαν ένα νέο Γεωπολιτικό περιβάλλον το οποίο επηρέασε, επηρεάζει και θα συνεχίσει να επηρεάζει χώρες και καθεστώτα σε παγκόσμια έκταση. Το γεωπολιτικό περιβάλλον, ιδιαίτερα της Μέσης Ανατολής, δεν πρέπει να θεωρείται ολοκληρωμένο και σταθερό, αφού δύο μεγάλα προβλήματα, Ιράκ και Παλαιστινιακό, βρίσκονται σε εξελικτική φάση, εξαιρετικά κρίσιμη.
Η διαχρονική απειλή της χώρας μας, η Τουρκία, έχει δεχθεί σοβαρές επιδράσεις από το σύνολο σχεδόν των γεγονότων των τελευταίων 15 ετών. Από ορισμένα η επίδραση ήταν άμεση, διότι λόγω γεωγραφικών δεδομένων είχε άμεση ή σχεδόν άμεση εμπλοκή και από άλλα έμμεση, διότι προσπάθησε η ίδια να εμπλακεί προκειμένου να κερδίσει διπλωματικά ή οικονομικά. Η πολιτική της, επίσης, απόφαση να γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ, την έχει οδηγήσει σε μία αναγκαστική εσωτερική πολιτειακή και κοινωνική μεταρρύθμιση, η οποία ούτε εύκολη είναι, αλλά ούτε και εντελώς ακίνδυνη για την εσωτερική της ισορροπία.
Η εξελικτική πορεία όλων αυτών των σοβαρών γεγονότων της τελευταίας 15 ετίας, είχε, όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, την σφραγίδα των στρατηγικών συμφερόντων της υπερδύναμης (ΗΠΑ) και της ΕΕ. Φυσικά οι ΗΠΑ δεν επηρεάζουν μόνο τα γεγονότα που συνέβησαν και δεν καθορίζουν μόνο αυτά που οι ίδιες δημιούργησαν αλλά ασκούν πιέσεις καθοριστικές και στα εσωτερικά θέματα της ΕΕ , σε τέτοιο βαθμό που το μέλλον και οι προοπτικές της ιδιαίτερα στους τομείς της κοινής Άμυνας και Εξωτερικής Πολιτικής να κρίνονται από αυτές.
Η παρούσα μελέτη εξετάζει όλα αυτά τα δεδομένα και το γεωπολιτικό περιβάλλον που δημιουργούν, προκειμένου να καταδειχθεί το μέγεθος, αλλά και οι τομείς που επηρεάζουν την χώρα μας. Θα γίνει προσπάθεια μέσα από τα συμπεράσματα που η αναλυτική διαδικασία θα μας οδηγήσει, να καθίσταται δυνατή η εκτίμηση των πιθανών θέσεων ή ενεργειών του αναθέσαντος την εν λόγω μελέτη.
β. Σκοπός
Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εξέταση – ανάλυση της γεωπολιτικής κατάστασης στην εγγύτερη περιοχή μας και η προσπάθεια προσδιορισμού της θέσης της χώρας μας, στο υπό διαμόρφωση περιβάλλον, κυρίως από πλευράς Ασφάλειας και Εθνικής Άμυνας.
2. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
Για τους σκοπούς της μελέτης ετέθησαν οι παρακάτω προϋποθέσεις :
α. Θα εξετασθεί η θέση της χώρας μας στο γεωπολιτικό περιβάλλον της εγγύτερης περιοχής μας, όπως αυτήν ορίζουν η ΕΕ, οι χώρες της Αν. Ευρώπης και η Ρωσία, οι χώρες της Μέσης Ανατολής, η Τουρκία, η Κύπρος και επίσης η επίδραση των στρατηγικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην περιοχή αυτή.
β. Η ανάλυση και τα συμπεράσματα θα εστιασθούν κατά κύριο λόγο στη θέση της χώρας μας από πλευράς ασφάλειας και εθνικής άμυνας.
γ. Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να έχουν στρατηγικά συμφέροντα στην υπό εξέταση περιοχή, καθώς και την πολιτική βούληση, αλλά και ικανότητα να τα υποστηρίξουν.
δ. Η ΕΕ θα συνεχίσει να έχει άμεσο ενδιαφέρον για την υπό μελέτη περιοχή και θα συνεχίσει να επιδιώκει την εξυπηρέτησή του.
ε. Βασικές πηγές ενέργειας (πετρέλαιο, φυσικό αέριο και νερό) θα συνεχίσουν να είναι αναγκαίες στο εγγύς μέλλον για όλες τις χώρες και ιδιαίτερα για τις βιομηχανικές.
3. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Για την επίτευξη του σκοπού της μελέτης επελέγησαν να εξετασθούν οι κάτωθι παράγοντες :
α. Η επίδραση στην Ελλάδα των νέων γεωπολιτικών δεδομένων στο χώρο της Μέσης Ανατολής.
β. Η επίδραση στην Ελλάδα των νέων γεωπολιτικών δεδομένων στο χώρο της Αν. Ευρώπης, Βαλκανίων και Ρωσίας.
γ. Η εθνική πολιτική και στρατηγική της Τουρκίας μετά τα νέα δεδομένα στην περιοχή και τις σχέσεις της με την ΕΕ και η επίδρασή τους επί των αντιστοίχων της χώρας μας.
δ. Η επίδραση της πολιτικής και των στρατηγικών συμφερόντων ΗΠΑ και ΕΕ στην περιοχή.
4. ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΜΕΛΕΤΗΣ
Η μελέτη προσεγγίζει αναλυτικά τους βασικούς παράγοντες των οποίων η εξέλιξη κατά την γνώμη μας, καθορίζει και τα γεωπολιτικά δεδομένα της περιοχής μας. Η εξέλιξη των γεωπολιτικών δεδομένων, όπως είναι αναμενόμενο, επειδή καθορίζεται κυρίως από τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, είμαστε υποχρεωμένοι ως χώρα, να τα λαμβάνουμε υπόψη, αν θέλουμε να καθορίζουμε έγκαιρα την Εθνική μας Στρατηγική και όχι να τρέχουμε πίσω από τετελεσμένα γεγονότα και καταστάσεις.
Η ανάλυση του πρώτου παράγοντα αφορά τους εμπλεκόμενους στα γεωπολιτικά δεδομένα της ΜΑ. Κάνοντας μια μικρή ιστορική αναδρομή στα ιστορικά δεδομένα της περιοχής, παρουσιάζεται στην συνέχεια η παρούσα κατάσταση, όπως αυτή έχει δημιουργηθεί και εξελίσσεται. Για να κατανοηθεί η παρούσα κατάσταση αναλύονται οι βασικοί παράγοντες του νέου γεωπολιτικού περιβάλλοντος της ΜΑ. Παρουσιάζονται τα στοιχεία και οι αιτίες της ισλαμικής τρομοκρατίας και η πιθανή εξέλιξή της. εξετάζονται τα γεγονότα που προηγήθηκαν της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ και οι διαφορές της αμερικανικής πολιτικής μεταξύ Κλίντον και Μπους, καθώς και οι διαφορές της επέμβασης αυτής από αυτήν στο Αφγανιστάν. Αποδεικνύεται ότι οι αμερικανοί είναι αναγκασμένοι να προσφύγουν στην βοήθεια του ΟΗΕ και του ΝΑΤΟ για να ελεγχθεί η κατάσταση στο Ιράκ. Παρουσιάζεται η ιδιαίτερη σημασία του Κουρδικού παράγοντα για την ειρήνευση στην περιοχή και τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει η αμερικανική πολιτική να συγκεράσει τις επιδιώξεις Τούρκων, Σύρων, Ιρανών και Κούρδων οι οποίες είναι αντικρουόμενες. Παρουσιάζεται, επίσης η ενεργειακή κατάσταση του Ιράκ και η σημασία που αυτή έχει για την παγκόσμια οικονομική κατάσταση.
Εξετάζονται οι επιπτώσεις της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή και της στρατηγικής τους, ποιες χώρες επηρεάζονται άμεσα από τα γεγονότα που αυτή η πολιτική μεθοδεύει και που μπορεί να οδηγήσει η πολιτική αυτή. Διερευνάται πως επηρεάζεται το Παλαιστινιακό και το Κυπριακό πρόβλημα από τα νέα δεδομένα της ΜΑ, αλλά και θέματα τεράστιας σημασίας για την περιοχή όπως είναι το νερό και άλλα παγκόσμιας σημασίας, όπως τα Όπλα Μαζικής Καταστροφής.
Με την ανάλυση του δεύτερου παράγοντα επιχειρείται αφενός να κατανοήσουμε την σημασία των αλλαγών μετά το 1990 στις περιοχές Αν. Ευρώπης, Ρωσίας και των Βαλκανίων και αφετέρου τα σημεία που τα εθνικά μας συμφέροντα απαιτούν επαναπρογραμματισμό. Κατ’ αρχήν γίνεται μία ιστορική αναδρομή των εξελίξεων που έλαβαν χώρα στις περιοχές αυτές, αυτήν την ιστορική περίοδο, τι χάθηκε, τα παρέμεινε και πως μεταβλήθηκαν τα παγκόσμια δεδομένα. Τι έμεινε στη θέση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και πως αντέδρασε το ΝΑΤΟ στα νέα δεδομένα.
Στην συνέχεια αναλύεται η παρούσα κατάσταση, ανά περιοχή Ρωσία, Αν. Ευρώπη και Βαλκάνια. Η Ρωσία αναλύεται ως νέα μεγάλη δύναμη που αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα σε όλους τους τομείς δράσης της, αφού δημιουργεί από την αρχή ένα νέο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα στη θέση ενός άλλου που απέτυχε στους στόχους του, αλλά έχει αφήσει πίσω του μία ιστορία και συμφέροντα. Προσπαθεί, αφενός να υπερασπίσει τα περιοχικά και παγκόσμια συμφέροντά της και αφετέρου να διατηρήσει ισορροπίες με τις αμερικανικές, αλλά και Ευρωπαϊκές πολιτικές και πρακτικές. Εξετάζεται ο ρόλος του πετρελαίου που υπάρχει στην ρωσική επικράτεια, αλλά και στην περιφέρειά της, καθώς και η σημασία των οδών μεταφοράς αυτού προς τις αγορές της Δύσης.
Η Αν. Ευρώπη και τα Βαλκάνια εξετάζονται κάτω από τα νέα δεδομένα που δημιούργησαν η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και η ένταξη ορισμένων κρατών στην ΕΕ και άλλων στο ΝΑΤΟ, αλλά και από την προοπτική για κάποιες άλλες προς την ίδια κατεύθυνση. Επικεντρώνεται η προσπάθεια στην ανάδειξη των στοιχείων εκείνων που έχουν άμεση και έμμεση σχέση με τα δικά μας συμφέροντα στις περιοχές αυτές. Η σημασία του διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας και οι προοπτικές των νέων κρατών στα νέα δεδομένα, με έμφαση σ’ αυτά που έχουμε άμεσα συμφέροντα. Η περίπτωση της Αλβανίας εξετάζεται ιδιαιτέρως προκειμένου να φανούν οι τομείς στους οποίους τα συμφέροντά μας απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή και σχεδιασμό για την εξυπηρέτησή τους.
Ο τρίτος παράγων της μελέτης προσεγγίζει αναλυτικά την συνιστώσα της περιοχής μας Τουρκία, της οποίας η πολιτική και η Εθνική της Στρατηγική, είναι βέβαιο ότι επηρεάζει ουσιαστικά τα δικά μας εθνικά συμφέροντα. Μετά μια εισαγωγική προσέγγιση των γενικών στοιχείων, εξετάζεται η τουρκική στάση κατά την πρώτη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Τι στόχους είχε θέσει κατά περιοχή, πως εξελίχθηκαν οι προσπάθειες αυτές, τι αναθεώρησε και σε ποιους τομείς και πως λειτούργησε κινούμενη ανάμεσα στα αμερικανικά, στα ρωσικά και στα ευρωπαϊκά συμφέροντα, ανά περιοχή. Πως χειρίστηκε τα συμφέροντά της στις αραβικές και μουσουλμανικές χώρες, σε σχέση με τις συμφωνίες της με το Ισραήλ και ιδιαίτερα στα θέματα διακίνησης των πετρελαίων από την περιοχή της Κασπίας. Επίσης την ίδια αυτή περίοδο εξετάζεται η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, αναλύονται τα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε σχέση με τα δικά μας συμφέροντα και τις δικές μας επιδιώξεις.
Στη συνέχεια αναλύεται η τουρκική πολιτική μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και την νέα αμερικανική πολιτική απέναντι στην διεθνή τρομοκρατία και την επέμβασή τους στο Ιράκ. Εξετάζεται η τουρκική στάση πριν τον πόλεμο, κατά την διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν, και ποιες οι επιπτώσεις της στάσης αυτής στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις σε στρατηγικό επίπεδο. Ακόμα προσεγγίζονται ορισμένα νέα στοιχεία της τουρκικής πολιτικής απέναντι στο Ισραήλ και τις μουσουλμανικές χώρες προκειμένου να καταδειχθούν κάποιες νέες τουρκικές στρατηγικές κατευθύνσεις, αν υπάρχουν, ή αν είναι μόνο διπλωματική τακτική.
Αναλύεται τέλος η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και τα νέα δεδομένα που η προοπτική αυτή μπορεί να δημιουργήσει και στις δύο πλευρές. Εξετάζεται η εσωτερική πολιτειακή κατάσταση της Τουρκίας και πως αυτή μπορεί να εξελιχθεί κατά την ευρωπαϊκή προσέγγιση, σε συνδυασμό και με τους αμερικανικούς πολιτικούς δεσμούς που η χώρα αυτή έχει. Με ιδιαίτερη προσοχή εξετάζονται οι εσωτερικές αλλαγές στο νομικό πλαίσιο και πως αυτές επηρεάζουν την ισχύ του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου, σε συνδυασμό με τις δικές μας επιδιώξεις και στόχους, στην προοπτική της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας.
Με την ανάλυση του τελευταίου παράγοντα της μελέτης, επιδιώκεται να φανεί ποια είναι η αμερικανική και ευρωπαϊκή πολιτική στην ευρύτερη περιοχή μας και πως αυτές οι πολιτικές διαμορφώνουν τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, που με την σειρά τους αναγκαστικά επιδρούν στην δική μας πολιτική σχεδίαση. Μετά από μία γενική προσέγγιση στο θέμα της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας και των επιδράσεων που είχαν οι μεταβολές της τελευταίας 15ετίας, σε θεσμούς όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, εξετάζεται η παρούσα κατάσταση με πρώτη προσέγγιση στις στρατηγικές των ΗΠΑ και της ΕΕ έναντι των «Παλαιών» και των «Νέων» απειλών. Στα θέματα που ιδιαίτερα εξετάζονται είναι οι προοπτικές της ΕΕ για μια ΚΕΠΠΑ και την αμερικανική στάση απέναντι στην προοπτική αυτή. Αναλύονται οι απειλές αυτές όπως τα νέα δεδομένα τις καθόρισαν και γίνεται προσπάθεια να τονισθεί το θεωρητικό και το πρακτικό μέρος αυτών, ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή περίμετρο, καταλήγοντας στην δική μας προοπτική υπεράσπισης των συμφερόντων μας.
Σε επόμενο στάδιο εξετάζονται το ΝΑΤΟ , η ΕΕ και οι αμερικανικές βάσεις ως ένα πλέγμα της Ευρώ- Αμερικανικής πολιτικής έναντι της Ρωσίας. Γίνεται προσπάθεια να αναλυθεί η ευρωπαϊκή και νατοϊκή διεύρυνση προς την Αν. Ευρώπη και τα Βαλκάνια και οι μελλοντικές προοπτικές αυτών των κινήσεων, σε σχέση με την ρωσική πολιτική, στάση και στρατηγική στην ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας. Ακόμα αναλύονται οι λόγοι της νέας αμερικανικής σχεδίασης για την κατανομή- διασπορά των βάσεών τους, η οποία σχεδίαση, είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει και την αντίστοιχη νέα κατανομή των νατοϊκών βάσεων στην Ευρώπη.
Προσεγγίζεται, τέλος, αναλυτικά ο μετασχηματισμός της Ευρώ- Αμερικανικής Στρατηγικής υπό το πρίσμα των νέων μορφών απειλής που σηματοδότησαν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Εντοπίζονται οι διαφορές του Ευρωπαϊκού και του Αμερικανικού δόγματος αντιμετώπισης των νέων απειλών και στο επίπεδο της πολιτικής προσέγγισης, αλλά και στο επίπεδο ιεράρχησης και επιλογής των μέσων. Εξετάζεται η αμερικανική προοπτική ανάπτυξης ενός αντι – πυραυλικού συστήματος, το οποίο θα παρέχει προστασία από μία κατηγορία Όπλων Μαζικής Καταστροφής και πως αντιμετωπίζεται αυτό το ενδεχόμενο από ΕΕ και Ρωσία. Τέλος προσεγγίζεται η προοπτική σύγκλισης των διαφορών σκέψης ΕΕ και ΗΠΑ, στα διάφορα μεγάλα θέματα της ευρύτερης περιοχής όπως Ιράκ, Παλαιστινιακό, τρομοκρατία, ΚΕΠΠΑ και ενέργεια (πετρέλαιο – φυσικό αέριο), λαμβάνοντας υπόψη και τα ρωσικά συμφέροντα στην λογική της περιοχικής ασφάλειας και ισορροπίας.
Η μελέτη μετά την ανάλυση κάθε παράγοντα, καταλήγει σε επιμέρους διαπιστώσεις και μερικά συμπεράσματα.
Στο τέλος αυτής γίνεται ομαδοποίηση των διαπιστώσεων και μερικών συμπερασμάτων, σε γενικά συμπεράσματα εκ των οποίων ορισμένα είναι κατ’ ευθείαν απόρροια των ανά παράγοντα μερικών ομοίων τους και άλλα είναι συμπερασματικό απόσταγμα από το σύνολο της μελέτης.
Περιληπτικά ορισμένα γενικά συμπεράσματα έχουν ως εξής :
- Η Εθνική Άμυνα εμπεριέχεται στην έννοια Εθνική Ασφάλεια.
- Η στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί ακόμα να υποκατασταθεί απόλυτα από τις άλλες συνιστώσες της συνολικής Εθνικής Ισχύος.
- Κράτη όπως η χώρα μας είναι υποχρεωμένα να αξιοποιούν κατά το μέγιστο δυνατό τις μεταβλητές συνιστώσες της Εθνικής Ισχύος.
- Η Χώρα μας έχει την ανάγκη αδιαμφισβήτητης Στρατιωτικής Ισχύος για να αντιμετωπίσει αφενός τις σύγχρονες απειλές και αφετέρου την ιστορική πλέον τουρκική.
- Υπάρχει άμεση ανάγκη εκπόνησης Γενικής Εθνικής Στρατηγικής από όργανο κοινής αποδοχής και εμπιστοσύνης.
- Η εμπλοκή της χώρας μας στις περιοχικές, αλλά και τις παγκόσμιες (σε ένα βαθμό) γεωπολιτικές μεταβολές και εξελίξεις είναι αναπόφευκτη.
- Η οικονομική ισχύς της χώρα και η γεωγραφική αξία των λιμανιών της Βορείου Ελλάδος δίδει συνέχεια στην στρατηγική αξία της χώρας μας σε σχέση με τα Βαλκάνια.
- Η σημασία του αμερικανικού παράγοντα για τα εθνικά μας συμφέροντα θα είναι καθοριστική και στο άμεσο μέλλον.
- Τα γεωπολιτικά δεδομένα της ΜΑ δεν παρουσιάζουν ακόμα μια παγιωμένη κατάσταση.
- Η Μουσουλμανική τρομοκρατία είναι ήδη σοβαρή παγκόσμια απειλή.
- Διαπιστώθηκε ότι η πολιτική αξία της έγκρισης των επεμβάσεων από τον ΟΗΕ και η συλλογική επέμβαση είναι και για την υπερδύναμη χρήσιμη και αναγκαία (ακόμα).
- Η Ρωσία έχει βρει «έδαφος» να προσεγγίσει στενότερα το Ιράν και να βελτιώσει το τόξο επιρροής της προς Κίνα και Ινδία.
- Στο θέμα της ειρήνευσης στο Ιράκ, ένα από τα κρίσιμα ζητήματα είναι αυτό της μικρής ή μεγάλης αυτονομίας των Κούρδων του Βορείου Ιράκ.
- Οι σχέσεις μας με τις αραβικές και μουσουλμανικές χώρες της ΜΑ απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
- Το Ισραήλ είναι ίσως ο μεγαλύτερος κερδισμένος από τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα της ΜΑ.
- Το υδάτινο δυναμικό και οι πόροι νερού στην ευρύτερη περιοχή της ΜΑ είναι και θα παραμείνουν στρατηγικά στοιχεία.
- Υπάρχει ενδεχόμενο χώρες της ΜΑ να προσπαθήσουν να αποκτήσουν Ο.Μ.Κ. ή κάποιες σχετικές δυνατότητες.
- Το Κυπριακό δεν φαίνεται να είναι μεμονωμένο θέμα, αλλά ένας κρίκος στον αμερικανικό σχεδιασμό για τον έλεγχο και την ισορροπία στην ΜΑ και Αν. Μεσόγειο.
- Δεν υπάρχει για την χώρα μας ουσιαστική απειλή από βορρά, αλλά υπάρχουν σχετικοί κίνδυνοι από, εν δυνάμει, ασταθείς ακόμα περιοχές.
- Η Νατοϊκή επέκταση στα Βαλκάνια, απαιτεί την σύμπλευσή μας με τα αμερικανικά ενδιαφέροντα στο θέμα αυτό.
- Η Τουρκία θα παραμένει μια πολύ ισχυρή στρατιωτική δύναμη στην περιοχή.
- Δεν αναμένεται σοβαρή ανάμειξη της Τουρκίας στις αλβανικές τάσεις αναθεωρητισμού, ούτε στο θέμα του Κοσόβου.
- Οι τουρκικοί πολιτικοί στόχοι στην Υπερκαυκασία έχουν περιορισθεί στην ολοκλήρωση και λειτουργία του αγωγού Μπακού- Τζεϋχάν.
- Η αμερικανοτουρκική ρήξη για το βόρειο μέτωπο στον πόλεμο του Ιράκ δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί.
- Γίνεται σοβαρή προσπάθεια της Τουρκίας να αναβαθμίσει την εμπιστοσύνη της στον Αραβικό και Μουσουλμανικό κόσμο.
- Η περίοδος των ενταξιακών συνομιλιών της Τουρκίας με την ΕΕ αποτελούν την τελευταία ευκαιρία επίλυσης του Κυπριακού και των Ελληνοτουρκικών διαφορών.
- Οι ΗΠΑ για την επόμενη τουλάχιστον πενταετία δεν φαίνεται να συμφωνούν για την ΚΕΠΠΑ.
- Η ΕΕ και οι ΗΠΑ ενδέχεται να προκαλέσουν ρωσική αντίδραση αν συνεχίσουν την επέκταση (ΕΕ και ΝΑΤΟ) προς ανατολάς.
- Η Ελλάδα στην ΕΕ των 25 πρέπει να αναπτύξει στρατηγική που θα την αναδείξει σε «ατμομηχανή» της ευρωπαϊκής προοπτικής στα Βαλκάνια.
- Η ΕΕ των 25 δεν έχει επί του παρόντος την πολιτική βούληση για την δημιουργία σοβαρών Ευρωπαϊκών Ενόπλων Δυνάμεων για την προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων.
5. ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ
α. Η επίδραση στην Ελλάδα των νέων γεωπολιτικών δεδομένων στο χώρο της Μέσης Ανατολής.
(1) Γενικά
Η Μέση Ανατολή (ΜΑ) ως γεωγραφικός όρος περιλαμβάνει την περιοχή μεταξύ Τουρκίας και Ινδιών. Ιστορικά ως ορολογία εμφανίστηκε μετά τον Α’ ΠΠ από τους Βρετανούς. Τα κράτη που περιλαμβάνονται στην περιοχή αυτή δεν είναι απολύτως καθορισμένα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διάφορες απόψεις περί αυτού. Γενικά όμως θα λέγαμε ότι τα κράτη των περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου, της ΝΔ Ασίας, του Περσικού Κόλπου, της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Αντεν, συμπεριλαμβάνονται στην περιοχή της ΜΑ.
Η περιοχή της ΜΑ έχει, ως γνωστόν, μεγάλη γεωπολιτική και στρατηγική αξία, όχι μόνο από τα γεωγραφικά της δεδομένα, αλλά η αξία της σε παγκόσμιο επίπεδο έγινε προφανής μετά τα διαπιστοθέντα αποθέματα ενέργειας (πετρέλαιο, αέριο) σε αρκετές από τις χώρες της. Έτσι, όλο σχεδόν τον 20ο αιώνα, η ΜΑ συγκέντρωνε το έντονο ενδιαφέρον των μεγάλων δυνάμεων. Με την διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ η στρατηγική σημασία της ΜΑ συνδέεται άμεσα με αυτή της Αν. Μεσογείου, καθόσον αποτελούν τη βασική συγκοινωνιακή διαδρομή μεταξύ Ατλαντικού και Ινδικού Ωκεανού, για μεταφορές πρώτων υλών, βιομηχανικών προϊόντων, αλλά κυρίως του πετρελαίου και του αερίου.
Υπάρχουν ορισμένα γεωπολιτικά χαρακτηριστικά των χωρών της ΜΑ τα οποία πρέπει να επισημανθούν :
Εκτός από το Ισραήλ και την Κύπρο τα υπόλοιπα κράτη της ΜΑ έχουν μουσουλμανικούς πληθυσμούς διαφόρων δογμάτων.
Λόγω ιστορικών δεδομένων, αλλά κυρίως λόγω θρησκευτικής φιλοσοφίας και πρακτικής, τα περισσότερα κράτη της ΜΑ δεν έχουν πολιτικά συστήματα διακυβέρνησης δημοκρατίες δυτικού τύπου. Τα περισσότερα καθεστώτα είναι μοναρχίες διαφόρων τύπων, ενώ είναι σοβαρή η απειλή επιβολής θεοκρατικών καθεστώτων τύπου Ιράν, αφού ο μουσουλμανισμός δεν είναι μόνο μία θρησκευτική φιλοσοφία, αλλά, σύμφωνα με τους περισσότερους των οπαδών του, είναι κοινωνικό και πολιτειακό σύστημα.
Οι λαοί των χωρών της ΜΑ (περί τα 300 εκ) είναι ένα μωσαϊκό φυλών και πολιτισμών, ενώ υπάρχουν έντονες διαφορές σε μορφωτικό και πολιτισμικό επίπεδο τις οποίες, οι ιστορικές καταβολές και οι θρησκευτικές παραδόσεις τις κάνουν να έχουν μεγαλύτερες διαστάσεις από ότι ίσως στην πραγματικότητα είναι.
Σημαντικό μέρος της ΜΑ έχει πρόβλημα νερού και η πιθανότης το θέμα αυτό, δηλαδή του ελέγχου του συστήματος διανομής των ποταμίων υδάτων, να αποτελέσει στο μέλλον εστία πολιτικοστρατιωτικών εντάσεων, είναι μεγάλη.
Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της ΜΑ καλύπτουν το 25% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής και τα αποθέματα που έχουν εντοπισθεί, ανέρχονται στο 66% του συνόλου των παγκοσμίων αποθεμάτων.
Η περιοχή της ΜΑ γειτνιάζει με τις περιοχές του Καυκάσου, της Κασπίας θάλασσας και της Κεντρικής Ασίας δημιουργώντας έτσι προϋποθέσεις γεωπολιτικής αλληλεπίδρασης.
Η περιοχή της ΜΑ, σύμφωνα με τους γεωγραφικούς όρους του Mac Kinder βρίσκεται στο «Παράκτιο Εσωτερικό Τόξο»[1].
Η προσπάθεια πολιτικής επίδρασης στα θέματα της ΜΑ εκ μέρους των μεγάλων δυνάμεων είναι συνεχής και δραστική. Ορισμένες δε από αυτές, ΗΠΑ, Βρετανία, διαθέτουν και στρατιωτικές βάσεις, ενώ ο έλεγχος της στρατιωτικής υποδομής και ισχύος των περισσοτέρων χωρών γίνεται μέσω των πωλήσεων οπλικών συστημάτων από αρκετές χώρες (ΗΠΑ, Ρωσία, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία).
Η Αμερικανική στρατιωτική παρουσία από το Αφγανιστάν έως την Αν. Μεσόγειο και ιδιαίτερα η κατάληψη του Ιράκ από ΗΠΑ και Βρετανία έχουν επιδράσει καθοριστικά στα γεωπολιτικά δεδομένα της ΜΑ.
Η αδυναμία των κρατών της ΜΑ, δημιουργίας κάποιας μορφής πολιτικής συνεργασίας και συμμαχίας, παρουσιάζει τον χώρο της ΜΑ πολιτικά διαιρεμένο και όχι ενιαίο. Υπάρχουν δε πολιτικές αντιπαλότητες μεταξύ των διαφόρων κρατών (και των μουσουλμανικών), αλλά και μεταξύ καθεστώτων, που πολύ εύκολα οδηγούν σε συγκρούσεις.
Τα παραπάνω γεωπολιτικά χαρακτηριστικά της ΜΑ δημιουργούν ένα ιδιαίτερο γεωπολιτικό περιβάλλον του οποίου το κυρίαρχο γνώρισμα είναι η γένεση όλων των ειδών των συγκρούσεων. Οι επεμβάσεις και οι επιρροές των μεγάλων δυνάμεων για έλεγχο των πηγών ενέργειας και των οδών μεταφοράς αυτών, οι ιστορικές και θρησκευτικές διχόνοιες μεταξύ κρατών καθεστώτων και φυλών και η κρατική παρουσία του Ισραήλ στα εδάφη της Παλαιστίνης, είναι το υπόβαθρο του συγκρουσιακού αυτού περιβάλλοντος.
Είναι επομένως αναπόφευκτο ένα γεωπολιτικό περιβάλλον με τόσο έντονα συγκρουσιακά στοιχεία, να μην έχει προϋποθέσεις σταθερότητας και ίσως ακόμα να είναι πολύ δύσκολη και η πρόβλεψη του γεωπολιτικού περιβάλλοντος στο εγγύς μέλλον αφού και οι σχεδιασμοί και αυτών των ισχυρών «παικτών» της παγκόσμιας πολιτικής να μην είναι πάντα υλοποιήσιμοι σύμφωνα με τα αρχικά τους σχέδια. Επίσης είναι δεδομένο ότι δεν έχουν όλα τα κράτη της ΜΑ την ίδια συμμετοχή στην διαμόρφωση του εκάστοτε γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Έτσι για σκοπούς οικονομίας της παρούσης μελέτης, η ανάλυση θα εστιασθεί στα κράτη και στους παράγοντες εκείνους που παίζουν άμεσο ρόλο στη διαμόρφωση του σημερινού γεωπολιτικού περιβάλλοντος της ΜΑ και που κατά την άποψή μας, θα συνεχίσουν να επιδρούν στην διαμόρφωση των μελλοντικών εξελίξεων.
(2) Παρούσα Κατάσταση
Στη ΜΑ υπάρχουν ορισμένα ιστορικά δεδομένα πολύ σημαντικά. Για παράδειγμα στο δυτικό της μέρος, εμφανίστηκαν οι τρεις από τις κυριότερες θρησκείες του κόσμου, ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός και ο Μωαμεθανισμός. Σήμερα η πλειοψηφία των κατοίκων της είναι Μωαμεθανοί με αποτέλεσμα η επίδραση της συγκεκριμένης θρησκείας να είναι έντονη σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητας των κρατών της. Η αύξηση των πληθυσμών είναι σε υψηλούς δείκτες κυρίως στους αραβικούς και μουσουλμανικούς, ενώ στα ευρωπαϊκά, δυτικά επίπεδα κινούνται αυτοί των πληθυσμών του Ισραήλ και της Κύπρου.
Εκτός της Τουρκίας, τα υπόλοιπα μουσουλμανικά κράτη της ΜΑ, σε μεγάλο ποσοστό των πληθυσμών τους επικρατεί ένα αίσθημα αδικίας, ταπείνωσης και μίσους ίσως απέναντι στον δυτικό κόσμο. Τα αίτια αυτού του αισθήματος είναι πολλά, άλλα υποκειμενικά και άλλα αντικειμενικά. Η εντύπωση ότι η Ευρώπη και η Αμερική με τους Χριστιανούς κατοίκους των, θέλουν να εκμεταλλευτούν τα πετρέλαια των χωρών τους, του οδηγεί στην άποψη ότι αυτοί πρέπει να χρησιμοποιήσουν το πετρέλαιο ως όπλο για να τιμωρήσουν τους άπιστους Ευρωπαίους και αμερικανούς. Η θρησκευτική τους φιλοσοφία ενδυναμώνει αυτά τα αισθήματα και αυτές τις απόψεις, αναδεικνύοντας έτσι θρησκευτικούς αρχηγούς σε πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι επικρατούν με συνθήματα και πολιτική που βασίζονται στον αντιδυτικό, αντιχριστιανικό φανατισμό κυρίως. Στη βάση αυτή του φανατισμού έχουμε τη γέννηση της τρομοκρατίας η οποία επίσης στόχους έχει τα δυτικά συμφέροντα.
Θα πρέπει όμως να δεχθούμε ότι υπάρχουν ιστορικά αλλά και σημερινά αντικειμενικά δεδομένα τα οποία αποτελούν το ιστορικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο έχει αναπτυχθεί αυτή η αντιδυτική και αντιχριστιανική θέση και στάση των μουσουλμανικών λαών της ΜΑ.
Είναι βασικό χαρακτηριστικό των κρατών της ΜΑ η μεταξύ του αστάθεια στις σχέσεις, αλλά και η εξ ίσου μεγάλη αστάθεια σχέσεων μεταξύ αυτών και των εκάστοτε μεγάλων δυνάμεων. Η αστάθεια αυτή είναι κυρίως αποτέλεσμα των υφισταμένων γεωπολιτικών παραγόντων της περιοχής που ήδη αναφέραμε, αλλά και στις ηγεμονικές αντιλήψεις που επικρατούν σε ορισμένα από τα κράτη όπως πχ της Αιγύπτου (Παναραβισμός) και της Τουρκίας (Παντουρκισμός).
Η διαμόρφωση των εκάστοτε γεωπολιτικών δεδομένων στην περιοχή της ΜΑ, έχει σχέση αφενός με τα σταθερά γεωπολιτικά χαρακτηριστικά αυτής και αφετέρου με την αστάθεια που δημιουργούν τα εμπλεκόμενα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, είτε με αφορμή υπαρχόντων ιστορικών προβλημάτων, όπως το Παλαιστινιακό, το Κυπριακό και το Κουρδικό, είτε με αφορμή εφαρμογής νέων στρατηγικών για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους (Ιράκ, Αφγανιστάν κλπ).
Στο σημείο αυτό θα αναφερθούμε πολύ περιληπτικά σε ορισμένους Γεωστρατηγικούς Παράγοντες της περιοχής της ΜΑ. Εφόσον υπάρχει ανάγκη για εκτενέστερη ανάλυση, παραπέμπουμε σε προηγούμενη μελέτη του ΣΕΕΘΑ με τίτλο «Διαμόρφωση Νέων Γεωστρατηγικών Παραγόντων στη Μέση Ανατολή- Κεντρική Ασία και οι Επιδράσεις των στην Γεωπολιτική Κατάσταση της Περιοχής» και η οποία έχει υποβληθεί στο ΓΕΕΘΑ.
Πριν την επέμβαση των Αμερικανών και Βρετανών στο Ιράκ και την απόλυτη στρατιωτική τους παρουσία και κυριαρχία στην περιοχή, η στρατιωτική αξία της ΜΑ ευρίσκετο σε μία σχετική ισορροπία και μεταξύ των κρατών της, αλλά και ως προς την εξωτερική της επίδραση σε άλλες περιοχές. Ο έλεγχος του Ιράκ έχει ανατρέψει πλήρως τα πολιτικοστρατιωτικά δεδομένα της περιοχής. Παρ’ όλα τα σοβαρά προβλήματα σταθεροποίησης της εσωτερικής κατάστασης που αντιμετωπίζουν οι αμερικανικές και οι βρετανικές δυνάμεις, η επίδραση στα γεωστρατηγικά δεδομένα της Κασπίας, της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου είναι δεδομένη και φαίνεται από τις αντιδράσεις της Ρωσίας κυρίως, αλλά και της ΕΕ. Η αμερικανική παρουσία στο Ιράκ και στα μικρά κράτη του Περσικού Κόλπου, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες του Ισραήλ έχουν απομονώσει το Ιράν, τη Συρία και την Σαουδική Αραβία.
Η έστω, προς το παρόν, ασταθής αμερικανοβρετανική παρουσία στο Ιράκ, έχει δημιουργήσει ουσιαστικές προοπτικές επίτευξης μίας πολύ σημαντικής γεωπολιτικής επιδίωξης αυτής του ελέγχου της «καρδιάς της Ευρασίας». Οπότε κατά τον αναλυτή Χάρολντ Μακίντερ μπορεί να επιτευχθεί ο έλεγχος της υφηλίου και η ουσιαστική δημιουργία της Παγκόσμιας Αυτοκρατορίας. Φυσικά για να φτάσουν οι αμερικανοί στο αποτέλεσμα αυτό θα απαιτηθεί η εμπλοκή και η συνεργασία και άλλων παραγόντων ή καλύτερα «Kes Factors» όπως ο Ρωσικός, ο Κινεζικός αλλά και αυτός της ΕΕ. Αν στόχος των αμερικανών είναι ο έλεγχος της Ευρασίας αμέσως ή εμμέσως, σε συνεργασία με τον δυτικό κόσμο συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, πριν την πλήρη οικονομοτεχνική ανάπτυξη του Κινεζικού κολοσσού, τότε αυτό έχει πιθανότητες επίτευξης. Αν υπάρξει όμως επιμονή στην διατήρηση του πρώτου ρόλου στον αμερικανοβρετανικό άξονα και τον δεύτερο ρόλο για τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο (κυρίως ΕΕ – Ρωσία) τότε μάλλον ο δρόμος της αμερικανικής προσπάθειας φαίνεται να είναι μακρύς και αμφιβόλου αποτελέσματος.
Η ισλαμική τρομοκρατία υπό την μορφή αντιστασιακού ή και απελευθερωτικού αγώνα, ήταν πάντα ένα γεωπολιτικό χαρακτηριστικό της ΜΑ. Μετά όμως την 11η Σεπτεμβρίου 2001 η τρομοκρατία, γενικώς, είναι η κυριότερη ασύμμετρη απειλή για τον δυτικό κόσμο. Επειδή όμως η ισλαμική τρομοκρατία είναι αυτή που έχει προκαλέσει τα ισχυρότερα τυφλά κτυπήματα [2]και επίσης είναι γνωστοί οι δεσμοί της με άτομα, κοινωνικές ομάδες, αλλά και κράτη της ΜΑ για την περιοχή αυτή, και όχι μόνο, αποτελεί ουσιαστικό γεωστρατηγικό παράγοντα. Ουσιαστικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, υφίσταται ένας πόλεμος σε εξέλιξη το πεδίο του οποίου είναι παγκόσμιο και οι αντίπαλοι είναι από την μία πλευρά οι φονταμενταλιστικές ισλαμικές οργανώσεις και από την άλλη οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, οι Σύμμαχοι των ΗΠΑ δηλαδή ουσιαστικά όλος ο δυτικός κόσμος των «απίστων». Αυτό αποδείχθηκε κυριολεκτικά , με τα τραγικά αποτελέσματα των τρομοκρατικών ενεργειών κατά του ισπανικού λαού την 11η Μαρτίου 2004.
Σήμερα, παρά τους πολέμους και τις επεμβάσεις κατά της τρομοκρατίας ή για εξουδετέρωση των στηριγμάτων αυτής οι «ιεροί πολεμιστές» αυξάνονται. «Η Αλ Κάϊντα παραμένει ικανή να εξαπολύσει καταστροφικές επιθέσεις όπως αυτή της 11ης Σεπτεμβρίου» κατέθεσε ο Τζορτζ Τένετ, ο αρχηγός της CIA, τον Απρίλιο του 2004.[3] Πρόσθεσε δε ότι ο Οσάμα μπιν Λάντεν και οι στενοί του σύμβουλοι μπορεί να μην οργανώνουν όλες τις επιθέσεις, αλλά έχουν εμπνεύσει συγγενικές ομάδες σ’ όλο τον κόσμο. «Αυτές οι σκόρπιες ομάδες πλέον ορίζουν τις εξελίξεις και την απειλή που αντιμετωπίζουμε. Δεν είναι όλες παιδιά του Μπιν Λάντεν και έτσι δεν εξαρτώνται από τη δική του τύχη. Έχουν αυτόνομες ηγεσίες, επιλέγουν τους δικούς τους στόχους και σχεδιάζουν τις δικές τους επιθέσεις».3
Για την εξάπλωση της τρομοκρατίας, αλλά κυρίως για την εξέλιξη των μεθόδων της δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η Δύση, αλλά κυρίως οι ΗΠΑ. Κατά την επέμβαση των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν φαίνεται ότι έχουμε μία στενή σχέση συνεργασίας CIA και ισλαμικών οργανώσεων, προκειμένου αυτές να καταστούν ικανές να επιφέρουν πλήγματα στις Σοβιετικές δυνάμεις. «Η πραγματική ζημιά που προκάλεσε η CIA δεν ήταν η παροχή όπλων και χρημάτων, αλλά η εξαγωγή πληροφοριών για το πώς να δημιουργούν και να εξαπλώνουν τη βία, μέσω ιδιωτικών στρατών ικανών να παράγουν τρομοκρατία».[4]
Ο πολιτικός στόχος της τρομοκρατίας, βρίσκει εύκολα οπαδούς και «πολεμιστές», αφού απευθύνεται σε λαούς που θεωρούν ότι αδικούνται και υποφέρουν από χριστιανούς και εβραίους. Στις αμερικανικές εφημερίδες δημοσιεύτηκε η άποψη του σεΐχη Ομάρ, ηγέτη της οργάνωσης Αλ Μουχατζιρούν. «Μπορεί να σκοτώσετε τον Μπιν Λάντεν, αλλά όχι το φαινόμενο. Δεν μπορείτε να το καταστρέψετε. Οι μουσουλμάνοι αδελφοί θα έρθουν μια μέρα και θα κυριαρχήσουν σε αυτόν τον τόπο και θα ζούμε με αξιοπρέπεια σε ένα ισλαμικό καθεστώς».3 Αν την πολιτική φιλοσοφία του Μπιν Λάντεν, αποφασίσουν οι διάφορες ισλαμικές οργανώσεις να την κάνουν πράξη, μέσω τρομοκρατικών ενεργειών κατά ισλαμικών καθεστώτων που κατά την γνώμη τους συνεργάζονται με τους Αμερικανούς (Σ.Αραβία, Αίγυπτος κλπ), τότε δεν αποκλείεται να δούμε να γίνονται στόχοι οι εγκαταστάσεις βασικής υποδομής πετρελαίου, αερίου και νερού. Μία πιθανή επιτυχία τέτοιων τρομοκρατικών ενεργειών είναι προφανές ότι θα έχει τεράστιες πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις όχι μόνο στις χώρες που θα συμβούν. Η σχεδίαση της ελληνικής πολιτικής είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει υπόψη της τα δεδομένα αυτά.
Ένα άλλο πρόβλημα που είναι σοβαρός γεωστρατηγικός παράγων και που φαίνεται ότι τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από την ισλαμική τρομοκρατία είναι το Παλαιστινιακό. Το Ισραήλ και οι Παλαιστίνιοι έχουν μπει σε έναν φαύλο κύκλο τρομοκρατικών ενεργειών και ακραίων πράξεων, ορισμένες μόνο των οποίων έχουν πολιτικούς στόχους και σκοπούς. Μία περίοδο το Ισραήλ διαπραγματεύτηκε με τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως την λιβανική Χεζμπολάχ κατά την αποχώρηση του από τον Λίβανο για να μειώσει το κύρος και την επιρροή των εθνικιστικών οργανώσεων (Αραφάτ). Πρόσφατα όμως με εντολή του ισραηλινού Πρωθυπουργού εκτελέστηκαν δύο αρχηγοί της Χαμάς, στέλνοντας έτσι ένα σαφές μήνυμα στις ριζοσπαστικές ισλαμικές οργανώσεις ότι το Ισραήλ μπορεί και δικαιούται να καταφέρει καίρια πλήγματα στους αντιπάλους του.[5]
Μία άποψη που επικρατεί μεταξύ μετριοπαθών αραβικών κύκλων,[6] προκειμένου να κλείσει το «κουτί της Πανδώρας» που έχει ανοίξει στην ΜΑ, μετά και την κατοχή του Ιράκ, είναι η εγκατάλειψη της παγκόσμιας σταυροφορίας κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας και η εφαρμογή μιας πραγματιστικής πολιτικής, η οποία θα στοχεύει στην ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης. Αυτό πιστεύουν ότι θα οδηγήσει τον μουσουλμανικό κόσμο έξω από την αγκαλιά του φανατικού και εξτρεμιστικού Ισλαμισμού. Επίσης ισχυρίζονται ότι αν η ΕΕ ανοίξει τελικώς την πόρτα σε μία χώρα όπως η Τουρκία, οι ανά τον κόσμο μουσουλμάνοι θα πάψουν να νιώθουν ότι είναι μονίμως απομονωμένοι στο περιθώριο από τον δυτικό χριστιανικό κόσμο και θα αρχίσουν ενδεχομένως να προβληματίζονται για την θέση τους στην σημερινή εποχή. Οι απόψεις αυτές, αν δούμε και τα τελευταία γεγονότα στο Ιράκ, φαίνεται ότι έχουν αντικειμενική αξία και πρέπει να εξετασθούν σοβαρά.
Επίσης η πολιτική των ΗΠΑ κυρίως, αλλά και των άλλων δυνάμεων δεν θα πρέπει να έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά. Στις βασικές και θεμελιώδεις επιλογές δεν μπορεί να υπάρχουν δύο ή και τρεις απόψεις ανάλογα τι μας συμφέρει εκάστοτε. «……..Η μη διάδοση των πυρηνικών όπλων απαιτείται από το Ιράν και Ιράκ, αλλά όχι από το Ισραήλ….. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πρόβλημα για την Κίνα, αλλά όχι για την Σαουδική Αραβία…»[7]. Η στάση απέναντι σε αιχμαλώτους από τις οργανωμένες πολιτείες δεν μπορεί παρά σε όλες τις περιπτώσεις να είναι ίδια και συγκεκριμένα αυτή που καθορίζουν οι διεθνείς συνθήκες. Αν κάποιος θεωρεί τον εαυτό του πάνω από περιορισμούς και Συνθήκες, ουσιαστικά πάνω από τους διεθνείς νόμους, τότε δεν πολεμά την τρομοκρατία, αλλά αντίθετα την απαλλάσσει από κάθε λογική, νομική και ηθική αναστολή που μπορεί να είχε, δίνοντάς της πλήρη αιτιολογία για τις πράξεις της αλλά και για τις μεθόδους που επιλέγει.
Οι βασικοί παράγοντες που σήμερα έχουν διαμορφώσει το γεωπολιτικό περιβάλλον της ΜΑ και που η εξέλιξή τους θα καθορίσει τις μελλοντικές εξελίξεις στην περιοχή είναι πρωτεύοντος η κατάσταση στο Ιράκ και στο Παλαιστινιακό και δευτερευόντως το Κυπριακό και η κατάσταση στο Ιράν και τη Συρία, χώρες που είναι υπό το πολιτικό στόχαστρο της Υπερδύναμης.
Πριν αναφερθούμε αναλυτικότερα στο Ιράκ θα δούμε εν συντομία τι προηγήθηκε αυτού στα πλαίσια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Η πολιτική της κυβέρνησης Μπους για τις στρατιωτικές επεμβάσεις διαφέρει απόλυτα αυτής της κυβέρνησης Κλίντον κατά την πρώτη μεταψυχροπολεμική δεκαετία. Οι επεμβάσεις στην υπόθεση της Γιουγκοσλαβίας τις χαρακτήριζε η λογική της κατά το δυνατόν συντομότερης κατάπαυσης του πυρός και της άμεσης μεταπολεμικής σταθεροποίησης (quick – fix).
Η κυβέρνηση Μπους , με βάση τις απόψεις των δύο βασικών ρεπουμπλικανικών «δεξαμενών εγκεφάλων» (American Enterprise Institute and Heritage Faudation), έβλεπε ως εντελώς άσκοπες τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις του προκατόχου της και τον κίνδυνο της υπερδιασποράς των αμερικανικών δυνάμεων σε περιοχές ήσσονος γεωστρατηγικής σημασίας όπως η Βαλκανική χερσόνησος. Η αιτιολογία επέμβασης της κυβέρνησης Κλίντον για την «αναδόμηση εθνών» (nation building) αντιμετωπιζόταν από το προεδρικό επιτελείο του Μπους με δυσφορία, αδιαφορία, αλλά και σκεπτικότητα.[8] Κατά την γνώμη της νέας κυβέρνησης προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στη Ρωσία και την Κίνα, νέα απειλή για την αμερικανική πλανητική κυριαρχία.
Αρκετές φορές όμως τις προτεραιότητες δεν τις καθορίζουν οι μελετητές και τα ινστιτούτα σκέψης, αλλά τα γεγονότα που γράφουν ιστορία. Οι τεραστίων διαστάσεων τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οδήγησαν την κυβέρνηση Μπους να αλλάξει στάση και να εγκαινιάσει μια παγκόσμια αντιτρομοκρατική «σταυροφορία». Η νέα αμερικανική πολιτική έκανε αυτό που ήθελε να αποφύγει. Διέσπειρε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αμερικανικά στρατεύματα σε όλες σχεδόν τις γωνίες του πλανήτη, από τα κράτη της Κεντρικής Ασίας, τη Γεωργία και το Πακιστάν, στο Αφγανιστάν, στις Φιλιππίνες και πιο πρόσφατα στο Ιράκ. (χάρτης 1)
Η εμπειρία του Αφγανιστάν μάλλον φάνηκε να επιβεβαιώνει την συνταγή της εποχής Κλίντον, που στόχευε στην κατά το δυνατόν λιγότερο επιζήμια για τις ΗΠΑ εμπλοκή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Είναι γεγονός ότι η επέμβαση στο Αφγανιστάν στέρησε την κεντρική βάση και υποδομή της Αλ-Κάιντα , εξυπηρετώντας άμεσα τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ, της ΕΕ αλλά και άλλων δυνάμεων. Η κινητοποίηση των συμμάχων των ΗΠΑ σε Ευρώπη και Ασία από την κυβέρνηση Μπους και η εμπλοκή τους στην υπόθεση του Αφγανιστάν, είναι η απόδειξη της εφαρμογής της πολιτικής Κλίντον που θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί στις εξής φράσεις : Break it, Make others pay for it, Manage it, and get out ASAP (as soon as possible).
Η κατάσταση στο Αφγανιστάν φαίνεται ότι καθιστά την αποστολή των αμερικανών πολύ πιο δύσκολη και πολύ πιο μακροπρόθεσμη από ότι είχε αρχικά προβλεφθεί και συνεπώς έχουμε μεγαλύτερη εξάρτηση από τους ΝΑΤΟϊκούς των συμμάχους. Οι αμερικανικές δυνάμεις (περί τους 9600 άνδρες)[9] κυνηγάνε το «φάντασμα» του Ossama Bin Laden και είναι βέβαιο ότι θα μειωθούν δραματικά ή και θα αποχωρήσουν πλήρως, αν το συλλάβουν ή το εξαφανίσουν οι ίδιες. Στο οικονομικό επίπεδο, η συντριπτική πλειοψηφία της διεθνούς βοήθειας για την ανοικοδόμηση της χώρας, εκτός του ότι είναι σαφώς μειωμένη από την αρχικά σχεδιασθείσα, προέρχεται κατά 80% από τους συμμάχους των ΗΠΑ στην ΕΕ και δευτερευόντως την Ιαπωνία. Ευρωπαϊκές χώρες και μέλη του ΝΑΤΟ αποτελούν επίσης την πλειοψηφία των 5500 ανδρών της Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης, η οποία τυπικά ελέγχεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ ουσιαστικά από το στρατηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες και την αμερικανική CENTCOM με έδρα την Φλόριδα και το Κατάρ.
Ίσως η μόνη αξιόπιστη λύση στο θέμα έλεγχος Αφγανιστάν εντοπίζεται στην αναγκαιότητα μερικής διπλωματικής επαναπροσέγγισης των ΗΠΑ με Γαλλία και πρωτίστως τη Γερμανία μετά την κρίση του Ιράκ. Δεδομένου ότι ο Γαλλο – Γερμανικός άξονας φαίνεται να διαφωνεί σχεδόν σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα με τους Αμερικανούς, από την Ευρωπαϊκή Αμυντική και Εξωτερική Πολιτική έως και την μεταπολεμική ανοικοδόμηση του Ιράκ, δεν μένει ίσως άλλο «πεδίο δοκιμής» του κοινού αντιτρομοκρατικού αγώνα από αυτό του Αφνανιστάν. Η πολιτική βούληση του καγκελαρίου Schroeder να επαναπροσεγγίσει την Ουάσιγκτον δια της «Αφγανικής οδού» ίσως είναι η καλύτερη εκδοχή για το πρόβλημα αυτό. Η αναβάθμιση του γερμανικού ρόλου στο Αφγανιστάν θα εκφραστεί κυρίως μέσω της οικονομικής ενίσχυσης της χώρας και την επέκταση των «ειρηνευτικών» αποστολών της Νατοϊκής Δύναμης Σταθεροποίησης και εκτός της Καμπούλ για καλύτερη προστασία του έργου της ανοικοδόμησης. Αυτό όμως θα εξαρτηθεί πρωτίστως από τη βούληση της Ουάσιγκτον να δεχθεί τη Γερμανική πρόταση οι Περιφερειακές Ομάδες Ανοικοδόμησης (Provisional Reconstruction Teams) που θα στελεχωθούν από τη Γερμανία και άλλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις να τεθούν υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ και όχι της Επιχείρησης Enduring Freedom που ελέγχεται από το Κεντρικό Στρατηγείο των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων και να ασχοληθούν ουσιαστικά με την ανοικοδόμηση της χώρας και όχι με το κυνήγι της Αλ Κάιντα και των Ταλιμπάν.[10] Έως τον Απρίλιο του 2004 φαίνεται ότι είχε επέλθει μία συμφωνία αναφορικά με την τοποθέτηση των εν λόγω ομάδων υπό ΝΑΤΟϊκό έλεγχο. (Συνέντευξη του Θεοδ. Τσακίρη με σύμβουλο του Καγκελαρίου Schroeder, Απρίλιο 2004).
Στην περίπτωση του Ιράκ, το κόστος των όσων διακυβεύτηκαν και εξακολουθούν να διακυβεύονται, είναι δυσανάλογα μεγάλο για να συγκριθεί με οποιαδήποτε από τις προηγούμενες περιπτώσεις στρατιωτικής επέμβασης. Είναι όμως αλήθεια, ότι μετά την πτώση του Σανταμικού καθεστώτος, οι ΗΠΑ αισθάνονται πολύ πιο ασφαλείς. Το θέμα της εσωτερικής νομιμοποίησης του πολέμου στις ΗΠΑ κρίθηκε από την ομόφωνη απόφαση του Κογκρέσου να στηρίξει, ασχέτως τι θα γινόταν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, την απόφαση του προέδρου Μπους να χρησιμοποιήσει βία για την επίλυση του Ιρακινού προβλήματος, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την εκλογική αναμέτρηση για τη Βουλή και τη Γερουσία τον Οκτώβριο του 2002.
Η ανάκτηση του ελέγχου της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανικούς και η αστραπιαία επέλαση των αμερικανοβρετανικών δυνάμεων στο Ιράκ, ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο τη νομιμοποίηση της στρατιωτικής επέμβασης στο πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ, περιθωριοποιώντας όλες τις αντίθετες και αποκλίνουσες φωνές. Και αυτό παρά την έως τώρα αδυναμία Αμερικανών και Βρετανών να ανακαλύψουν το περίφημο βιοχημικό οπλοστάσιο του Sadam Hussein και την πιο πρόσφατη αποδοχή διακομματικής έκθεσης της Επιτροπής Πληροφοριών (House Intelligence Committee) της Αμερικανικής Βουλής, ότι οι ΗΠΑ προχώρησαν σε πόλεμο χωρίς να έχουν καμία περαιτέρω απόδειξη για τα προγράμματα Όπλων Μαζικής Καταστροφής του Hussein κατά την περίοδο 1998-2003.[11]
Αυτό που δεν πέτυχαν οι εκθέσεις περί μη ύπαρξης αποδείξεων περί Όπλων Μαζικής Καταστροφής, φαίνεται ότι το επιτυγχάνουν οι τραγικές εικόνες που έκαναν το γύρο του Κόσμου για τις μεθόδους «ανάκρισης» των Ιρακινών κρατουμένων στην φυλακή του Αμπού Γκαρίμπ από τα αμερικανικά στρατεύματα. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κερδίθηκαν, αλλά οι πολιτικοί στόχοι στους οποίους αυτές απέβλεπαν δεν φαίνεται να στέφονται με επιτυχία, τουλάχιστον επί του παρόντος. Ορισμένοι δε αναλυτές προχωρούν ακόμα πάρα πέρα τονίζοντας ότι «οι όποιες θεωρίες ήθελαν τις εύκολες στρατιωτικές νίκες των ΗΠΑ στο Ιράκ, να σηματοδοτούν την απαρχή μιας αμερικανικής παγκόσμιας αυτοκρατορίας πέθαναν σιωπηλά την περασμένη Παρασκευή στο Καπιτώλιο, όταν το Κογκρέσο έστησε στον τοίχο τον υπουργό Άμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ για τους χειρισμούς του στην υπόθεση των κακοποιήσεων στις φυλακές του Αμπού Γκαρίμπ…. Πλήγωσαν το κύρος των ΗΠΑ στο εξωτερικό, τόνισε στον υπουργό Άμυνας, ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ».[12]
Η δεύτερη μεγάλη διαφορά στην περίπτωση του Ιράκ, συνίσταται στην γεωπολιτική «επανάσταση» που προκλήθηκε από τη διπλωματική αποτυχία των Αμερικανο- Βρετανών να νομιμοποιήσουν μέσω του ΟΗΕ την ουσιαστικά προαποφασισμένη[13] στρατιωτική τους επέμβαση. Ποτέ άλλοτε από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και ίσως από την πετρελαϊκή κρίση του 1973, δεν παρατηρήθηκε ένα τέτοιο χάσμα απόψεων και χειρισμών μεταξύ των δύο βασικών πυλώνων της Ατλαντικής Συμμαχίας. Πέρα από την πρωτοφανή Γαλλο- Γερμανική αντίσταση, αυτό που υπήρξε ακόμα πιο ανησυχητικό για τους αμερικανούς ήταν ο τακτικός συνασπισμός των δύο ισχυρότερων δυνάμεων της Ευρώπης με την Ρωσία. Η διπλωματική συνεργασία που την δεκαετία του 90, φάνταζε ως «ανέκδοτο» , απέκτησε αίφνης σάρκα και οστά συμβάλλοντας στο συντονισμένο «ροκάνισμα» της διεθνούς νομιμοποίησης της αμερικανικής επέμβασης και την ex post facto δικαίωση αυτής της διπλωματικής αντίστασης από την έως τώρα αποτυχημένη προσπάθεια των Αμερικανών και των Βρετανών στο Ιράκ.
Αυτός ο συνασπισμός δεν μπορούσε φυσικά να εμποδίσει των αμερικανική επέμβαση. Κανένας δεν μπορούσε να αντιπαραταχθεί σε συμβατικό στρατιωτικό επίπεδο, έναντι των ΗΠΑ και το ίδιο θα ισχύει και στο ορατό μέλλον, ενώ η αστραπιαία έκβαση του πολέμου, μείωσε ακόμα περισσότερο τη διαπραγματευτική θέση του Ευρω- Ρωσικού συνασπισμού έναντι των αμερικανών στο αρχικό μεταπολεμικό πεδίο. Ωστόσο η ποιοτική διαφορά συνίσταται στο ότι για πρώτη φορά από το 1991 όσοι διαφωνούσαν με τη μονοκρατορική στρατηγική των ΗΠΑ αποφάσισαν να αντισταθούν και να συντονίσουν αυτήν τους την αντίσταση με τον απώτερο στόχο να πλήξουν το διπλωματικό γόητρο των αμερικανών[14], προκαλώντας ανάλογα βίαιες αντιδράσεις και απειλές οικονομικών αντιποίνων από την Ουάσιγκτον[15].
Το κρισιμότερο ζητούμενο της ιρακινής υπόθεσης δεν ήταν το αν οι Αμερικανοί θα επενέβαιναν, ούτε το αν θα νικούσαν στρατιωτικά. Αυτά ήταν δεδομένα. Το βασικό ζητούμενο είναι με τι διπλωματικό και οικονομικό κόστος θα πετύχαιναν αυτό ου τελικά πέτυχαν και κυρίως σε τι βαθμό η εύκολη στρατιωτική τους επικράτηση θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την επιτυχημένη εφαρμογή της «φόρμουλας» Κλίντον και στην περίπτωση του Ιράκ, αναφορικά με την ελαχιστοποίηση του κόστους κατοχής σε ζωές και σε χρήμα του αμερικανικού προϋπολογισμού. Με δεδομένη την ημιάναρχη κατάσταση που επικρατεί, ο αριθμός των στρατευμάτων που θα απαιτηθούν για την αστυνόμευση της χώρας και την προστασία των υποδομών της είναι ακόμη ένα ανοιχτό ζήτημα. Πρόσφατες δηλώσεις (Μάιος 2004) Βρετανών αρμοδίων ότι θα καλύψουν το κενό των 1300 Ισπανών και των άλλων, μετά την αποχώρησή τους, αποδεικνύουν τις μεγάλες ανάγκες που υπάρχουν για να ελεγχθεί η κατάσταση. Η εκτός ελέγχου κατάσταση στην κατεχόμενη χώρα, όπου οι ΗΠΑ αδυνατούν να διαχειριστούν έναν σύγχρονο πόλεμο που τα πάντα σχεδόν καταγράφονται στον τηλεοπτικό και τον φωτογραφικό φακό και με το κύρος τους σοβαρά πληγωμένο από τα σκάνδαλα των βασανισμών, θα αποτελέσει αντικείμενο της συνόδου του ΝΑΤΟ στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας Γιάαπ ντε Χόοπ Σέφερ, έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο για αλλαγή του ρόλου της Συμμαχίας στο Ιράκ[16].
Στο ίδιο πλαίσιο προβληματισμών για τον ρόλο του ΝΑΤΟ στην υπόθεση του Ιράκ θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η σχετική δήλωση του Γερμανού Καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ ότι «το ΝΑΤΟ δεν είναι ο καταλληλότερος οργανισμός για να επιβάλλει τη σταθερότητα στο Ιράκ» και συνέχισε «….διερωτώμαι αν αντί για το ΝΑΤΟ δεν είναι πιο σωστό να σταλούν στο Ιράκ στρατεύματα από μουσουλμανικές χώρες ώστε να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του ιρακινού λαού». Συμπλήρωσε βέβαια ότι η Γερμανία δεν θα εμποδίσει απόφαση του ΝΑΤΟ να στείλει στρατό στο Ιράκ, σε περίπτωση που ληφθεί σχετική απόφαση.16 Από την πλευρά των ΗΠΑ έχει δηλωθεί κατ’ επανάληψη ότι τα αμερικανικά στρατεύματα (135.000) θα παραμείνουν τουλάχιστον για ένα ακόμα χρόνο (έως και το 2005) προκειμένου να υποστηρίξουν και να εξασφαλίσουν τις διαδικασίες μεταβίβασης της εξουσίας και εκλογής νόμιμης Ιρακινής κυβέρνησης. Από την 1-7-2004 υπάρχουν όμως πολλά θέματα προς ρύθμιση, όπως ποίος θα έχει την ευθύνη ασφάλειας, τι ρόλο και θέση θα έχουν τα ιρακινά στρατεύματα σε σχέση με τα στρατεύματα κατοχής στα οποία οι απόψεις των αμερικανών μπορεί να διαφέρουν από αυτές των ιρακινών και να επανατροφοδοτήσουν καταστάσεις αναταραχής και αστάθειας.[17] Η ελληνική στάση είναι αναγκασμένη να συγκεράσει τα συμφέροντά μας διαμέσου των συμφερόντων των άλλων εμπλεκομένων (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΗΠΑ).
Οι πρόσφατες συγκρούσεις απέδειξαν ότι η «φόρμουλα Κλίντον» δεν φαίνεται να αποδίδει.[18] Υπάρχουν μεγάλες ανάγκες για διαφύλαξη των μετόπισθεν, για ταχύτερη ομαλοποίηση της καθημερινής ζωής για την πλειοψηφία των Σουνιτών και Σιιτών του κεντρικού και νότιου Ιράκ, για προστασία της κρίσιμης υποδομής της χώρας σε νερό και πετρέλαιο, και για επιβολή της εκεχειρίας μεταξύ των διαφόρων εθνοτικών ομάδων της χώρας στο βόρειο Ιράκ (Κούρδων, Σιϊτών, Τουρκομάνων).[19] Αυτές οι ανάγκες απαιτούν στρατεύματα ικανά και έμπειρα και όχι αριθμό κάποιων στρατιωτικών που έχουν σταλεί από διάφορες χώρες για να αυξήσουν την διπλωματική τους θέση στον κατάλογο της υπερδύναμης. Τα παραδείγματα της Βοσνίας, του Κοσόβου και του Αφγανιστάν δείχνουν το ρόλο που παίζουν τα έμπειρα στρατεύματα στον έλεγχο ανάλογων καταστάσεων. Η κατάσταση αυτή θα ξεκαθαριστεί με την 1η Ιουλίου 2004, όπου μετά την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας της 8 Ιουνίου 2004, η ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας θα βρίσκεται στα χέρια των ιρακινών.
Η τρίτη λοιπόν ιδιαιτερότητα της ιρακινής περίπτωσης, εντοπίζεται σε αυτό ακριβώς το σημείο, που έχει να κάνει με τις δυνατότητες και τις ικανότητες των στρατευμάτων που έχουν διατεθεί από συμμαχικές των ΗΠΑ κυβερνήσεις για την διατήρηση της τάξης μετά το τέλος του πολέμου. Κορυφαίος Δημοκρατικός Γερουσιαστής δήλωσε για την ποιότητα των συμμαχικών προσφορών σε στρατεύματα: «….. οι ΗΠΑ δεν είναι δυνατόν να στηρίξουν την ασφάλεια των εγκαταστάσεων στους παίκτες μιας ποδοσφαιρικής ομάδας που ντύθηκαν στρατιώτες σε ένα βράδυ».[20]
Η σημερινή εικόνα των συμμαχικών δυνάμεων στο Ιράκ, εκτός αμερικανικών, έχει ως κάτωθι με ίσως κάποιες μικρές διαφοροποιήσεις:
Πίνακας Κρατών που Αποστέλλουν Ειρηνευτικές Δυνάμεις στο Ιράκ[21]
|
ΧΩΡΕΣ |
Αριθμός Στρατευμάτων
|
|
Καζακστάν |
27 |
|
ΠΓΔΜ |
37 |
|
Εσθονία |
43 |
|
Λιθουανία |
45 |
|
Μολδαβία |
50 |
|
Γεωργία |
69 |
|
Αλβανία |
75 |
|
Τσεχία |
79 |
|
Σλοβακία |
85 |
|
Φιλλιπίνες |
100 |
|
Νορβηγία |
104 |
|
Νικαράγουα |
115 |
|
Πορτογαλία |
124 |
|
Λετονία |
144 |
|
Δομηνικιανή Δημοκρατία |
150 |
|
Αζερμπαϊτζάν |
150 |
|
Μογγολία |
174 |
|
Ρουμανία |
205 |
|
Δανία |
420 |
|
Ουγγαρία |
441 |
|
Ταϊλάνδη |
443 |
|
Βουλγαρία |
480 |
|
Νότια Κορέα |
700 |
|
Ολλανδία |
1.100 |
|
Ιταλία |
1.130 |
|
Ουκρανία |
1.800 |
|
Πολωνία |
2.400 |
|
Βρετανία |
14.000 |
Η εμπειρία των χωρών του πρώην «ανατολικού συνασπισμού» εξαντλείται στην αστυνόμευση φιλικών ή και ομοθρήσκων πληθυσμών της Βαλκανικής (κυρίως στη Βοσνία) οι οποίοι, τους αντιμετώπιζαν ως εγγυητές της δικής τους ασφάλειας ή θεματοφύλακες μιας πολιτικής συμφωνίας που τους ευνοούσε. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση για την πλειοψηφία του σουνιτικού και σιιτικού Ιράκ. Εκτός αυτού λόγω της οικονομικής τους κατάστασης η πλειοψηφία των χωρών που περιλαμβάνονται στον ανωτέρω κατάλογο δεν θα μπορέσουν να σηκώσουν ούτε το οικονομικό βάρος της λειτουργικής τους παρουσίας στο Ιράκ και θα καλυφθεί, κατά κύριοι λόγο από τις ΗΠΑ.
Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει σε πιέσεις προς την Ινδία, το Πακιστάν, την Νότια Κορέα και την Τουρκία. Η καθολική άρνηση του Ιρακινού Συμβουλίου να δεχθεί σε οποιοδήποτε μέρος του Ιράκ τουρκικά στρατεύματα περιέπλεξε τα αμερικανικά, αλλά και τα τουρκικά ίσως σχέδια. Οι λόγοι που καθιστούν την τουρκική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ επικίνδυνη είναι ουσιαστικοί και σοβαροί :
Η εμφάνιση της Τουρκίας στο ρόλο του υποαποικιοκράτη εκτελεστή της αμερικανικής και της ισραηλινής βούλησης θα καταστρέψει την εικόνα του ουδετερόφιλου και φιλοισλαμικού κράτους, που κρατάει και κάποιες αποστάσεις από το Ισραήλ στο Παλαιστινιακό ζήτημα, εικόνα που έχτισε με προσοχή ο Turgut Ozal κατά τη δεκαετία του 1980. Η αποδόμηση αυτής της εικόνας που έχει ήδη αρχίσει από τη σύσταση της Τουρκοισραηλινής Συμμαχίας (1996) θα συντείνει στην περαιτέρω αποξένωση της Τουρκίας από το σύνολο του Αραβικού και Ισλαμικού κόσμου, κάτι που ενδέχεται να επιφέρει και σημαντική πολιτική ζημία στον ίδιο τον Erdogan, ιδίως μόλις αρχίσουν να φτάνουν στην Άγκυρα τα πρώτα φέρετρα.
Η εμφάνιση των Τούρκων στο προσκήνιο ενδέχεται να σπρώξει τους Κούρδους σε μία μορφή ιδιότυπης σύμπραξης με τα ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία, που έχουν αρχίσει να πυκνώνουν τις τάξεις της ιρακινής αντίστασης. Αυτό μπορεί να αυξήσει το «πορώδες» των ιρακινών συνόρων αφού είναι δεδομένη η απόλυτη αντίθεση στην τουρκική παρουσία της Συρίας και του Ιράν. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα συντελούσε στην περαιτέρω Λιβανοποίηση του Ιράκ και τη σταδιακή νομιμοποίηση των τρομοκρατικών επιθέσεων των ιρακινών «αντιστασιακών» ομάδων, αφού θα μάχονται κατά κατακτητών, φίλων των Ισραηλινών. Έτσι η διπλωματική θέση της Συρίας και του Ιράν θα ενισχυθεί στο χώρο της Μέσης Ανατολής και γενικότερα του Αραβικού κόσμου.
Η ριζοσπαστικοποίηση των Κούρδων του Ιράκ που το πιθανότερο είναι ότι θα αισθανθούν περικυκλωμένοι από την Τουρκία, ενδέχεται να οδηγήσει στην αναμόχλευση του ένοπλου αγώνα των μελών του ΡΚΚ εντός του Τουρκικού Κουρδιστάν, με την ενεργητική σύμπραξη όχι μόνο των Κούρδων του Βορείου Ιράκ, αλλά και πολύ πιθανόν της Συρίας και του Ιράν. Αυτό το ενδεχόμενο γίνεται ακόμα πιο «εφιαλτικό» ιδίως εάν ο Erdogan τελικά δεν μπορέσει να επιβληθεί στους στρατιωτικούς και δεν μπορέσει να επιβάλλει κάποιες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για τους Κούρδους της Τουρκίας, καταρχήν στο πρακτικό πεδίο της αναγνώρισης των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, κάτι που σε τελική ανάλυση αποτελεί και προϋπόθεση για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας.
Σε τελική ανάλυση όπως δήλωσε επιφανής αναλυτής του American Enterpise Institute: «το όφελος (της τουρκικής αποστολής) δεν αξίζει την δυνητική ζημία»[22]
Η τέταρτη και ιδιαιτέρως σημαντική διαφορά της Ιρακινής περίπτωσης, εντοπίζεται στην κραυγαλέα απουσία πολιτικής νομιμοποίησης των διπλωματικών κινήσεων στις οποίες προέβησαν σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις της «παλαιάς Ευρώπης» (Βρετανία, Ολλανδία, Ισπανία, Ιταλία,, Δανία και Πορτογαλία) που υποστήριξαν τον Πρόεδρο Μπους πριν από τον πόλεμο και δεσμεύτηκαν για στρατιωτική και οικονομική συνδρομή. Η βρετανική υποστήριξη θα παραμείνει δεδομένη παρά το αυξανόμενο πολιτικό κόστος για τον κ. Μπλερ που έχει η αποδειχθείσα πλέον έλλειψη αποδείξεων για το οπλοστάσιο του Sadam Hussein.
Το τραγικό τρομοκρατικό κτύπημα της 11-3-2004 στην Ισπανία, λειτούργησε ως καταλύτης στις εκλογές που έγιναν και που έφεραν στην εξουσία το Σοσιαλιστικό κόμμα. Η απόφαση των ισπανών σοσιαλιστών να αποσύρουν άμεσα τα στρατεύματά τους από το Ιράκ είχε δύο πιθανά συμπεράσματα ή επιπτώσεις, που ενδεχόμενα αποδειχθούν πολύ σοβαρά αν καθυστερήσει η παρουσία ξένων στρατευμάτων στο Ιράκ. Η πρώτη επίπτωση είναι η αναμενόμενη ψυχρότης στις διπλωματικές σχέσεις ΗΠΑ – Ισπανίας μιας χώρας παραδοσιακά στο πλευρό των αμερικανών, αφού η ισπανική απόφαση θεωρήθηκε διπλωματικό πλήγμα αυτών. Το γεγονός της αποχώρησης του Ελ Σαλβαδόρ και της Ονδούρας, μετά την ισπανική απόφαση είναι ένα παράδειγμα. Η άλλη επίπτωση έχει σχέση με το μήνυμα που έστειλε η πολιτική απόφαση των Ισπανών για απόσυρση των στρατευμάτων τους, στους φανατικούς ισλαμιστές, οι οποίοι μάλλον θεωρούν το κτύπημα στην Ισπανία ότι είναι νίκη των πιστών κατά των απίστων, ότι είναι νίκη κατά των κατακτητών του αραβικού Ιράκ. Είναι άμεσα αντιληπτό ότι το μήνυμα αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο.
Στην Ιταλία η φιλοαμερικανική στάση της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι και μετά τα τελευταία γεγονότα, ενισχύει το αντιπολιτευτικό «οπλοστάσιο» κεντροαριστερών συνασπισμών που θα διεκδικήσουν την εξουσία, ιδίως αν επικεφαλής του συνασπισμού της «Ελιάς» τεθεί ο Romano Prodi. Η διαθεσιμότητα ιταλικών στρατευμάτων δεν μπορεί να θεωρείται απολύτως δεδομένη σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, ενώ μία ενδεχόμενη ανάκλησή τους θα ήταν επίσης μεγάλο διπλωματικό πλήγμα για τους αμερικανούς.
Η κατάσταση, σήμερα, στο Ιράκ δεν είναι καθόλου αυτή που οι αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους θα ήθελαν. Τα αντιστασιακά ή τρομοκρατικά, κατά τους αμερικανούς επεισόδια, είναι καθημερινά και πάρα πολύ σοβαρά. Οι αμερικανοί ισχυρίζονται ότι αυτοί είναι μόνο φανατικοί οπαδοί του Σαντάμ Χουσείν. Όμως τα γεγονότα μέρα με την μέρα τους διαψεύδουν. Κατηγοριοποιώντας αυτούς που ασκούν αντίσταση σήμερα κατά των ξένων δυνάμεων στο Ιράκ θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι :
(α) Φανατικοί της προηγούμενης κατάστασης, οι οποίοι έχουν την αντίσταση ως μοναδική επιλογή. Αυτοί λειτουργούν στα δεδομένα άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων όπως της Χεσμπολάχ και της Χαμάς.
(β) Εθνικιστές και άλλες επαναστατικές ομάδες που αντιμάχονται την Προσωρινή Αρχή Συνασπισμού διότι ισχυρίζονται ότι δεν μπόρεσε να επιβάλλει την τάξη στη χώρα και ότι ο τρόπος που διοικεί προσβάλλει τον ιρακινό λαό. Οι δυνάμεις αυτές λειτουργούν σε επίπεδο φυλής και οικογένειας από τις οποίες τροφοδοτούνται και υποστηρίζονται.
(γ) Φανατικοί ισλαμιστές που το καθεστώς Χουσεϊν για πολλά χρόνια τους είχε καταπιεσμένους. Ένας αριθμός ισλαμιστών αυτής της κατηγορίας έρχονται από την Συρία, την Ιορδανία, την Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο, το Σουδάν, μέχρι και από την Τσετσενία. Είναι εκπαιδευμένοι στο αντάρτικο εντός και εκτός πόλεων και περνούν τα σύνορα για να παλέψουν τους κατακτητές του Ιράκ.
Κουρδικό ζήτημα
Ένα άλλο θέμα που θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας στους ιρακινούς είναι αυτό των Κούρδων. Οι Κούρδοι οι οποίοι κατοικούν στο βόρειο Ιράκ αποτελούν το 20% του συνολικού πληθυσμού. Οι σχέσεις τους με το καθεστώς Χουσεϊν τις χαρακτήριζε η μόνιμη ένταση, και οι επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις.[23] Από το 1991 μετά τον πόλεμο του κόλπου, ευρίσκοντο υπό την προστασία των αμερικανών και βρετανών, στη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στο βόρειο Ιράκ. Υπό αυτές τις συνθήκες και χωρίς το καθεστώς Χουσεϊν να μπορεί να ασκήσει ουσιαστικό έλεγχο επ’ αυτών, οι τρεις βόρειες επαρχίες του Ιράκ έγιναν ουσιαστικά αυτόνομες περιοχές. Από τον Μάρτιο του 2003 οι δύο αρχηγοί των δύο κουρδικών κομμάτων συμφώνησαν να ακολουθήσουν κοινή γραμμή ώστε να έχουν ενιαία φωνή στην νέα υπό διαμόρφωση κατάσταση. Οι Κούρδοι, αυτή την περίοδο, θα δώσουν σκληρή μάχη για να διατηρήσουν και ίσως επεκτείνουν το καθεστώς αυτονομίας το 1991. Στον αγώνα τους αυτό οι Κούρδοι δεν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μόνο τα εσωτερικά του Ιράκ, αλλά και την στάση των τριών γειτονικών χωρών Ιράν, Τουρκία και Συρία. Και οι τρεις συμφωνούν στη μη δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους, αλλά και για το επίπεδο αυτονομίας ενδιαφέρονται, επειδή αυτό στο μέλλον μπορεί να οδηγήσει σε ανεξαρτησία. Εκτός αυτού μια αυτονομία των Κούρδων του Ιράκ μπορεί να οδηγήσει σε ανάλογα αιτήματα στις δικές τους χώρες από τους κουρδικούς πληθυσμούς. Οι ΗΠΑ και η Βρετανία δεν θα έχουν εύκολο έργο όταν θα έρθει η στιγμή να συνταχθεί το νέο σύνταγμα του Ιράκ. Ο Μασούντ Μπαρτζανί δηλώνει ότι : « Οι Κούρδοι δεν θα δεχθούν τίποτα λιγότερο από ομόσπονδη λύση για την πατρίδα που ονειρεύονται στην περιοχή τους». Από την άλλη πλευρά ο Τουρκομάνος εκπρόσωπος στο Ιρακινό Κυβερνητικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι: «εάν οι Κούρδοι επιτύχουν τις επιδιώξεις τους, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την ανακήρυξη ανεξάρτητου Τουρκμενιστάν». Αυτό απλά σημαίνει, αν δεν βρεθεί λύση που να ικανοποιεί και τα δύο μέρη, πυροδότηση εμφυλίου με πιθανή στρατιωτική ανάμειξη της Τουρκίας. Το θέμα είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για την διαμόρφωση της δικής πολιτικής.
Ενεργειακή Κατάσταση Ιράκ
Τον Αύγουστο του 2003 η Προσωρινή Αρχή Συνασπισμού εκτίμησε το κόστος αποκατάστασης του τομέα πετρελαίου του Ιράκ στα 1.144 δις δολάρια και το χρόνο αποκατάστασης στους εννέα μήνες. Επειδή όμως οι δολιοφθορές στα συστήματα μεταφοράς πετρελαίου από τις ομάδες αντίστασης είναι πολύ συχνές ο χρόνος αυτός φαίνεται ότι θα αυξηθεί σημαντικά χωρίς να μπορεί να εκτιμηθεί το τέλος του. Σύμφωνα με την εφημερίδα Oil and Gas journal, το Ιράκ έχει βεβαιωμένα 112 δις βαρέλια πετρελαϊκά αποθέματα και βρίσκεται στην τρίτη θέση μετά τη Σαουδική Αραβία και τον Καναδά. Διάφοροι αρμόδιοι φορείς υπολογίζουν ότι τα κοιτάσματα που ήδη έχουν εντοπισθεί στην δυτική έρημο μπορεί να δώσουν, άλλα 100 δις βαρέλια ή και περισσότερα. Το US Geological Survey τα κοιτάσματα αυτά τα εκτιμά στα 45 δις βαρέλια. Από τον Αύγουστο του 2003 η παραγωγή ήταν κατά μέσο όρο στο 1 εκ. βαρέλια την ημέρα με στόχο εντός του 2004 να φτάσει τα 2,8 εκ. βαρέλια. Όμως λόγω των προβλημάτων από την μη έγκαιρη αποκατάσταση των βλαβών του πολέμου και τις συνεχιζόμενες δολιοφθορές, οι πραγματικές εξαγωγές πετρελαίου διατηρούνται σε αρκετά μικρότερα ποσά.
Εκτός από πετρέλαιο στο Ιράκ υπάρχουν και μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου ή εκμετάλλευση του οποίου δεν είναι σε πρώτη προτεραιότητα στην παρούσα φάση. Το Ιράκ διαθέτει διαπιστωμένα 110 τρις κυβικά πόδια αποθέματα φυσικού αερίου και άλλα 160 τρις κυβικά πόδια πιθανά αποθέματα. Το 1997 το Ιράκ είχε συμφωνήσει με την Τουρκία για την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου μήκους 1380 χιλιομέτρων και κόστους 2,5 δις δολάρια από το βόρειο Ιράκ μέχρι την νοτιοδυτική Τουρκία ο οποίος πιθανόν να συνδεόταν με τον αγωγό Trans – Magreb, ο οποίος διασχίζει την Τουρκία προς την Ευρώπη.
Πολλά έχουν γραφεί για την αμερικανική πολιτική κατ’ αρχήν στο Ιράκ πριν τον τελευταίο πόλεμο και μετά από αυτόν.
Τον Δεκέμβριο του 2002 εκδίδεται η National Strategy to Combat Weapons of Mass Destruction. Στην στρατηγική αυτή οι ΗΠΑ αναφέρουν ότι θα στηρίξουν τις υπεύθυνες χώρες που συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους και θα συνεχίσουν να δημιουργούν συνασπισμούς που θα στηρίζουν τις προσπάθειες καταπολέμησης των Όπλων Μαζικής Καταστροφής. Εάν παρόλα αυτά οι προσπάθειες αποτύχουν , οι ΗΠΑ θα πρέπει να διαθέτουν όλο το εύρος των επιχειρησιακών δυνατοτήτων ώστε να αμυνθούν σε πιθανή εξάπλωση τέτοιων όπλων.[24] Επίσης από τις 20-9-2002 είχε δημοσιευτεί η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που προέβλεπε την θεωρία του προληπτικού κτυπήματος.
Η κυβέρνηση Μπους με τους νεοσυντηρητικούς συμβούλους και μέλη της διατύπωσαν το δόγμα της νέα πολιτικής : «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας» αγνοώντας τον ΟΗΕ, το διεθνές δίκαιο, τη διεθνή κοινότητα, αλλά και τους συμμάχους τους. Εμφάνιζαν μία προσδοκία ότι με την επέμβασή τους στο Ιράκ θα τους υποδεχθούν ως «ελευθερωτές» και ο λαός του Ιράκ, με τις οδηγίες τους, είναι έτοιμος να δημιουργήσει μια αραβική δημοκρατία «μοντέλο».[25]
Σύμφωνα με τον James A. Russell η αμερικανική στρατηγική και η πολιτική στην περιοχή του Κόλπου, από τον πρώτο πόλεμο και μετά βασίστηκε στις εξής παραμέτρους :[26]
- Την ανάγκη πρόσβασης στο εύλογα διατιμημένο πετρέλαιο.
- Την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι καμία εχθρική δύναμη δεν ελέγχει την περιοχή (ιδιαίτερα της ΜΑ) και το πετρέλαιό της.
- Την δέσμευση για χρήση βίας, αν είναι απαραίτητο, ώστε να προστατεύσει και να προαγάγει τα συμφέροντά της.
Η αρχιτεκτονική της αμερικανικής ασφάλειας στη ΜΑ έχει βασιστεί κατά μεγάλο μέρος στις παραμέτρους αυτές, δεδομένου ότι ένα σχέδιο ασφάλειας βασίζεται στην αλληλοεπίδραση αριθμού πολιτικών και στρατιωτικών μεταβλητών μέσα από μία δεδομένη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Οι ΗΠΑ καθόρισαν τα κρίσιμα στοιχεία του σχεδίου αυτού, τα οποία κατά την τελευταία δεκαετία είναι :
- Καθορισμός των ζωτικής σημασίας ενδιαφερόντων τους στην περιοχή του Περσικού Κόλπου και ευρύτερα στη ΜΑ.
- Ανάπτυξη της στρατηγικής που θα προστατεύσει τα συμφέροντα αυτά.
- Διαμόρφωση της κατάλληλης πολιτικής για την συγκεκριμένη στρατηγική.
- Εξεύρεση πολιτικών, διπλωματικών και οικονομικών πόρων για να γίνει αποδοτική και λειτουργική η πολιτική αυτή στην εν λόγω περιοχή.[27]
Είναι φανερό ότι τα συμφέροντα των αμερικανών στη ΜΑ είναι ζωτικής σημασίας, για τα επόμενα τουλάχιστον 25 χρόνια, ως οικονομική και στρατιωτική υπερδύναμη, για να κάνουν την επέμβαση στο Ιράκ, αγνοώντας όλους τους διεθνείς παράγοντες και βασικούς συμμάχους των και βασιζόμενοι διπλωματικά (κοινή γνώμη) σε μία αναπόδεικτη αφορμή περί ύπαρξης Όπλων Μαζικής Καταστροφής. Φαίνεται ότι πέρα του ελέγχου των πετρελαίων της περιοχής, οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να δημιουργήσουν ένα φιλοαμερικανικό τόξο από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι Μογγολία και Κίνα, αλλά και την Ρωσία για να μπορούν να ελέγχουν τους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου από την Ρωσία προς την Κίνα, την Ινδία, το Πακιστάν και γιατί όχι προς το Ιράν. Τα σημεία ελέγχου του τόξου αυτού θα βρίσκονται στην Κιργιζία, το Αφγανιστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Πακιστάν, το Ιράκ, την Τουρκία και φυσικά το Ισραήλ.[28] Η Κύπρος έχει την τύχη ή την ατυχία να συμπληρώνει την «γεωστρατηγική αυτή αλυσίδα» από θαλάσσης και στο σημείο από το οποίο η ενέργεια συνεχίζει ή και αρχίζει το ταξίδι της δια θαλάσσης πλέον.
Μετά το τέλος του πολέμου (Μάιος 2003) τα πράγματα στο εσωτερικό του Ιράκ δεν πήγαν όπως θα επιθυμούσαν οι αμερικάνοι. Αυτό τους ανάγκασε κατ’ αρχήν να ζητήσουν την βοήθεια του ΟΗΕ. Πέτυχαν ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας με το οποίο καθοριζόταν το μέλλον του Ιράκ και η αποστολή πολυεθνικής δύναμης. Η μη ύπαρξη Όπλων Μαζικής Καταστροφής έχει πλέον γίνει αποδεκτή και από τους ίδιους τους αμερικανούς, όπως η κα Κοντολίζα Ράϊς δήλωσε ότι οι πληροφορίες πριν τον πόλεμο ενδεχομένως να είχαν κάποια «ψεγάδια».[29] Στις 18-12-03 κατά την επίσκεψη στην Ευρώπη του ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέϊκερ φαίνεται ότι ρυθμίστηκε η διαφορά με την Γαλλία και την Γερμανία και πως θα γίνει η συμμετοχή αυτών στο πρόγραμμα ανοικοδόμησης του Ιράκ.
Η αντίδραση της Ρωσίας έχει αναγκαστικά μετριασθεί μπροστά στην αποφασιστικότητα των αμερικανών. Όμως η πολιτική στάση της έναντι των αμερικανικών προθέσεων αναμένεται να είναι αρκετά επιφυλακτική κυρίως ως προς τις πραγματικές προθέσεις ενός «αμερικανικού τρόπου προσέγγισης». Αυτό έχει οδηγήσει την Ρωσία να προσπαθεί για το δικό της τόξο επιρροής προς Κίνα, Ινδία και Ιράν με τις οποίες διατηρεί αρκετά καλές σχέσεις από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης. Μαζί με τις χώρες Καζακστάν, Τατζικιστάν και άλλες μικρότερες κόβουν το αμερικανικό στην μέση κάνοντας το Ιράν χώρα ιδιαίτερης σημασίας και στρατηγικής αξίας και για τις δύο δυνάμεις. Η Μόσχα από το καλοκαίρι του 2002 κατάλαβε ότι η Ουάσιγκτον είναι αποφασισμένη να καταλάβει το Ιράκ και να ελέγξει το σύνολο των πετρελαίων της ΜΑ. Έτσι η ενεργειακή συμφωνία που είχαν μεταξύ τους υποβαθμίστηκε κάνοντας τους ρώσους να θεωρούν, ότι αν οι μονομερείς αμερικανικές επεμβάσεις είναι μέρος της πολιτικής των, δεν υπάρχει περιθώριο για κοινή λογική ρωσοαμερικανικών ζωτικών συμφερόντων. Η Ρωσία ήδη έχει κάνει επαφές με τις νέες ιρακινές αρχές (Τζαλάζ Ταλαμπανί, Αμπντέλ ζίζ αλ Χανίμ) για να συμφωνήσουν στην μείωση του ιρακινού χρέους, με αντάλλαγμα νέα πετρελαϊκά συμβόλαια.[30]
Η αμερικανική επέμβαση και κατοχή στο Ιράκ, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της ΜΑ, επιδρά, ως ήταν αναμενόμενο, κυρίως σε τρεις χώρες. Το Ιράν, τη Συρία και τη Σαουδική Αραβία.
Η Σαουδική Αραβία, στενός σύμμαχος των ΗΠΑ, με αμερικανικές βάσεις στο έδαφός της, βλέπει να υποβαθμίζεται η σημασία της και η στρατηγική της αξία. Γι αυτό έχει ξεκινήσει εσωτερικές μεταρρυθμίσεις και σε νέες εξωτερικές σχέσεις. Το καθεστώς Σαούντ θέλει να προλάβει αφενός μία πιθανή αμερικανική αντίδραση στην πολιτική που ακολουθεί (φανατισμός, ανελευθερία, χρηματοδότηση φανατικών ισλαμικών οργανώσεων) και αφετέρου τρομοκρατικά κτυπήματα από εξτρεμιστικά ισλαμικά στοιχεία, λόγω της συνεχιζόμενης συμμαχίας τους με τους αμερικανούς. Μέλη της κυβέρνησης Μπους έχουν ανοικτά δηλώσει ότι το σαουδικό καθεστώς είναι μέρος του προβλήματος στη Μέση Ανατολή και όχι μέρος της λύσης. Είναι φανερό ότι η στρατηγική αξία της Σαουδικής Αραβίας μειώνεται στην μετά ΧουσεΪν εποχή. Αν επιτευχθεί ο εκδημοκρατισμός του Ιράκ και η ημερήσια παραγωγή πετρελαίου φτάσει και ξεπεράσει τα 8 εκ. βαρέλια, η τιμή του μαύρου χρυσού θα διαμορφώνεται από άλλα κέντρα.
Στη νέα κατάσταση η Συρία νοιώθει ότι απειλείται, αφού έχει κατηγορηθεί από τους αμερικανούς για πολλά και σοβαρά θέματα, όπως ανάπτυξη χημικών, βιολογικών και πρόσφατα πυρηνικών όπλων, την προσπάθεια απόκτησης βλημάτων μακράς εμβέλειας, την κατοχή του Λιβάνου, την αποδοχή των μυστικών όπλων του Ιράκ, το άνοιγμα των συνόρων της σε τρομοκράτες και ότι υποθάλπει τη Χεσμπολάχ που δρα εναντίον του Ισραήλ. Στις κατηγορίες αυτές η Συρία δείχνει ένα πνεύμα συνεργασίας κρατώντας συνεχώς ήπιους διπλωματικούς τόνους. Οι στρατιωτικές της δυνατότητες είναι περιορισμένες και θα βρεθεί σε δύσκολη θέση τόσο απέναντι στο Ισραήλ όσο και απέναντι στην Τουρκία. Είναι χαρακτηριστικό το άρθρο, για τη θέση της Συρίας, του Χρίστου Καλουτζόγλου στο οποίο αναφέρει ότι «Η Συρία υπερψήφισε στο Συμβούλιο Ασφαλείας το αμερικανικό σχέδιο ψηφίσματος για το μεταπολεμικό Ιράκ τον Οκτώβριο 2003, την ώρα που η Ουάσινγκτον άνοιγε το δρόμο για την επιβολή κυρώσεων εναντίον της Δαμασκού. Ποιες άλλες υποχωρήσεις θα κάνει ο Μπασάρ Αλ Ασαντ για να μην έχει την τύχη του Σαντάμ;»[31] Η Συρία έχει προειδοποιηθεί από πλευράς αμερικανών ότι «πρέπει να αλλάξει πορεία και συμπεριφορά». Της υποδεικνύουν δε να ακολουθήσει το παράδειγμα της Λιβύης και να αχρηστεύσει τα Όπλα Μαζικής Καταστροφής για να αρθούν οι κυρώσεις. Όμως μέχρι τώρα υπάρχει άρνηση εκ μέρους της Συρίας επικαλούμενη το πυρηνικό πρόγραμμα του Ισραήλ. Συμπερασματικά, φαίνεται ότι η Συρία αντιλαμβάνεται τη δύσκολη θέση της και κάνει προσπάθειες να τοποθετηθεί στο νέο, υπό δημιουργία, γεωπολιτικό περιβάλλον της ΜΑ. Φαίνεται ότι προσπαθεί να διατηρήσει τις θέσεις της στον Λίβανο και να επανακτήσει τα εδάφη της στο Γκολάν. Αν θα έπρεπε να διαλέξει, συρόμενη με το Ισραήλ σε αναγκαστική συμφωνία, μάλλον θα άφηνε τον Λίβανο έναντι του Γκολάν, ανεξαρτήτως της καταστάσεως στο Παλαιστινιακό. Ευρισκόμενη ανάμεσα σε απόλυτα εχθρικές δυνάμεις (ΗΠΑ στο Ιράκ και την Αν. Μεσόγειο, την Τουρκία και το Ισραήλ) δεν έχει πολλά περιθώρια επιλογής παρά να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Το Ιράν για αρκετά τώρα χρόνια έχει μία εχθρική στάση απέναντι στις ΗΠΑ. Υπάρχουν ενδείξεις για παροχή όπλων από το Ιράν στη Χεσμπολάχ, γεγονός ου επέτρεψε στις ΗΠΑ να το συμπεριλάβει στα «κράτη του κακού». Επίσης υπάρχουν στοιχεία για τις προσπάθειες ανάπτυξης πυρηνικών όπλων και βιοχημικών όπλων.
Η παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ κάνει το Ιράν να μην νοιώθει ιδιαίτερα ευχάριστα, αφού γνωρίζει ότι οι εξελίξεις στο μέλλον στο Ιράκ μπορεί να έχουν άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις στην δική του περιοχική ασφάλεια. Έχουν υπάρξει σοβαρές ενδείξεις ότι η επιθυμία του Ιράν είναι να ομαλοποιήσει τις σχέσεις του με την Ουάσινγκτον ώστε να αποφύγει τις αμερικανικές πιέσεις ή και μία πιθανή εισβολή. Προς την κατεύθυνση αυτή μείωσε την ιδεολογία της «εξαγωγής της ισλαμικής Επανάστασης» υπέρ της πολιτικής της «καλής γειτονίας» ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να βελτιώσει τις στρατιωτικές του δυνατότητες (συμφωνία με Ρωσία, ύψους 7 δις δολάρια ετησίως) και στον συμβατικό τομέα και στον πυρηνικό. Για να περιορίσει τις αντιδράσεις για το τελευταίο δέχθηκε την επιθεώρηση από την διεθνή επιτροπή πυρηνικής ενέργειας. Ενώ από τις 21-10-03 συμφώνησε επίσης για το θέμα αυτό με την Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Μπορεί το θέμα να μην έχει κλείσει, ιδίως για τους αμερικανούς, όμως αποτελεί απόδειξη καλής συνεργασίας εκ μέρους του ιρακινού καθεστώτος. Οι ΗΠΑ υπολογίζουν σοβαρά τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν και το ανθρώπινο στρατιωτικό δυναμικό που μπορεί άμεσα να αντιπαρατάξει (500.000 άνδρες). Αυτό, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που επακολούθησαν της κατάληψης του Ιράκ, μάλλον απομακρύνει το ενδεχόμενο μιας αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης.
Το Ισραήλ και το Παλαιστινιακό πρόβλημα, είναι μια ουσιαστική, αλλά κυρίως με τα δεδομένα της περιοχής, μια θρησκευτική και ψυχολογική πηγή αναταραχής και σύγκρουσης μεταξύ αυτού και του κυριοτέρου συμμάχου τους των ΗΠΑ από την μία πλευρά και των Αράβων και μουσουλμάνων από την άλλη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ισραήλ είναι το πλέον κερδισμένο κράτος της περιοχής από την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή και ειδικά την επέμβαση τους στο Ιράκ. Η μόνιμη απειλή του Ιράκ δεν υπάρχει και στη θέση της βρίσκονται φίλιες προς αυτό δυνάμεις, έτσι μπορεί να είναι σαφώς περισσότερο ευέλικτο στη στάση του προς την Ιορδανία. Από την πλευρά της Συρίας η εκτίμηση του Ισραήλ είναι ότι δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική στρατιωτική απειλή μετά την πτώση του Ιράκ. Ο φόβος τους έχει σχέση με την υποστήριξη της τρομοκρατίας εκ μέρους συριακών θρησκευτικών φορέων κυρίως. Ίσως στο άμεσο μέλλον να υπάρξει Ισραηλινή απαίτηση προς την Συρία να σταματήσει την υπόθαλψη της τρομοκρατίας προκειμένου να ξεκινήσουν ειρηνευτικές συνομιλίες, αφού θέλει να εκμεταλλευτεί και την αδύναμη πολιτικά θέση που βρίσκεται αυτή την περίοδο αυτή.
Από την πλευρά τους οι Ισραηλινοί (κυβέρνηση Σαρόν) φαίνεται ότι καταβάλλουν κάθε προσπάθεια, αφού τα νέα δεδομένα της περιοχής τους το επιτρέπουν, να διαμορφώσουν νέες συνθήκες που θα καθιστούν την εφαρμογή του «οδικού χάρτη» αδύνατη με τη μορφή που είχε. Αυτό διότι ίσως έχουν φόβους πως αν ομαλοποιηθεί η κατάσταση στο Ιράκ, οι αμερικανοί μπορεί να πιεστούν από τους Ευρωπαίους και τους άραβες για επίλυση του Παλαιστινιακού με βάση τον «οδικό χάρτη» όπως είχε σχεδιαστεί, επιτρέποντας έτσι στο Αραφάτ και του παλαιστίνιους να θεωρήσουν ότι αυτοί είναι ουσιαστικά οι νικητές του πολέμου στο Ιράκ. Σύμφωνα με τον ισραηλινό στρατηγό Yaakov Amidror του αμυντικού κολεγίου του Ισραήλ, ο κύριος στόχος τους είναι να κάνουν τα αραβικά κράτη να καταλάβουν ότι δεν θα κερδίσουν τίποτα χρησιμοποιώντας την τρομοκρατία.
Πρέπει να θεωρείται σχεδόν δεδομένο, ότι η θέση των ισραηλινών θα είναι ότι οι ΗΠΑ δεν πρέπει να σταματήσουν τον προληπτικό αγώνα κατά της τρομοκρατίας μετά το Ιράκ. Ήδη τονίζουν ότι οι Ιρανοί θα διατηρήσουν τα βλήματα και τα Όπλα Μαζικής Καταστροφής που διαθέτουν, ενώ δεν αποκλείεται να αποκτήσουν και πυρηνικά και η Συρία θα υποθάλπει την τρομοκρατία επιτρέποντας στην Χεσμπολάχ να ακμάζει στη ΜΑ. Πιθανότης προληπτικού κτυπήματος στο εγγύς μέλλον κατά του Ιράν δεν φαίνεται να υπάρχει.
Η Αίγυπτος μετά την σχετική υποβάθμιση των σχέσεων ΗΠΑ- Σαουδική Αραβία και ιδιαίτερα με το καθεστώς των Σαούντ (πρόσφατη απέλαση 70 διπλωματών από το FBI για λόγους εμπλοκής των σε θέματα τρομοκρατίας) απολαμβάνει την εύνοια των αμερικανών και των βρετανών. Έτσι ο πρόεδρος Μουμπάρακ με την χώρα του, φαίνεται να παίρνουν την πρωτοκαθεδρία μεταξύ των αραβικών ηγετών και χωρών στην περιοχή της ΜΑ. Οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ότι η Αίγυπτος, η οποία έχει αναγνωρίσει το Ισραήλ υπογράφοντας σύμφωνο ειρήνης, έχει το δημοκρατικότερο πολίτευμα σε σχέση με τα άλλα αραβικά κράτη και ότι οι σχέσεις τους πρέπει να διατηρηθούν καλές ώστε να αποφευχθεί επέκταση της κρίσης στη ΜΑ. Η τελευταία συμπεριφορά των ισραηλινών προς τους παλαιστίνιους έχει αυξήσει κάπως τις αιγυπτιακές αντιδράσεις προς ΗΠΑ, γιατί θεωρούν ότι δεν ασκούν καμία πίεση στο Ισραήλ να κάνει κάποιες υποχωρήσεις. Από την άλλη πλευρά μια μερίδα του αμερικανικού τύπου ασκεί κριτική στην Αίγυπτο με το πρόσχημα ότι δεν ασκεί πίεση στον Αραφάτ και στους άλλους παλαιστίνιους να βοηθήσουν στην επίλυση του προβλήματος. Η Αίγυπτος αναγνωρίζει την μεγάλη αστάθεια που επικρατεί στην περιοχή της ΜΑ, λόγω της προσπάθειας των μεγάλων δυνάμεων και κυρίως των ΗΠΑ να επανακαθορίσουν τα επίπεδα επιρροής των, και φαίνεται ότι δεν επιθυμεί να πάρει τελικές πολιτικές θέσεις απέναντι στο παλαιστινιακό και στο θέμα του Ιράκ.
Η Ιορδανία είναι η πιο αδύναμη και πτωχή χώρα της ΜΑ, της οποίας τα σύνορα είναι τραβηγμένα με χάρακα στο χάρτη από τις τότε μεγάλες δυνάμεις. Καταβάλει προσπάθειες να διατηρήσει καλές σχέσεις και με το Ισραήλ και με τη Συρία η οποία στο παρελθόν την είχε απειλήσει. Η οικονομία της δεν αντέχει σε κρίσεις και στην πρόσφατη ιρακινή, κατάφερε να εξέλθει αλώβητη υποστηρίζοντας την αμερικανική πολιτική και την ισραηλινο – παλαιστινιακή προσπάθεια. Μετά την πτώση του Χουσείν αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια και εμπιστοσύνη, αφού χαίρει της εμπιστοσύνης των αμερικανών και ο βασιλιάς της Αμπντουλάχ επιβραβεύεται από την Ουάσιγκτον για την αποφασιστικότητα του να προαγάγει μια ειρηνική λύση στο παλαιστινιακό πρόβλημα.[32]
Η χώρα έχει ένα εσωτερικό πρόβλημα που έχει να κάνει με τη μη ύπαρξη εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών. Κατά τον πόλεμο υπήρξαν έντονες αντιαμερικανικές διαδηλώσεις. Με το τέλος του, ο βασιλιάς αναγκάστηκε να παρουσιάσει τις οικονομικές ανταμοιβές τις οποίες έλαβε ως αντάλλαγμα από τους αμερικανούς. Επίσης έχει υποσχεθεί κοινοβουλευτικές και άλλες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις για τη δημιουργία ενός δικαιότερου κράτους, στο οποίο να προσβλέπουν με εμπιστοσύνη οι πολίτες.
Είναι γεγονός ότι το σύνολο των επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράκ και γενικά της αμερικανικής επέμβασης στη ΜΑ, είναι αρνητικές για τις αραβικές χώρες. Φαίνεται όμως ότι υπάρχει και μία που θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική. Αυτή έχει σχέση με το γεγονός ότι οι αραβικές χώρες έχουν πλέον αναγνωρίσει την ανάγκη μεταρρύθμισης της βάσης του αραβικού συστήματος. Σχεδόν στο σύνολό τους οι άραβες βλέπουν ότι πρέπει να προσαρμόσουν τις πολιτικές τους ώστε η βάση να είναι η κοινή συνεργασία, σύμφωνα με κανόνες που θα ταιριάζουν στο διεθνές περιβάλλον και στις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι χώρες τους. Την επίπτωση αυτή έχει αντιληφθεί η Τουρκία και προσπαθεί να παρουσιασθεί ως μοντέλο μουσουλμανικού κράτους.
Ο Δρ Mohammed Saad Abu Amoud δημοσίευσε στο Crisisweb ένα άρθρο στο οποίο πρότεινε εκτός από την εσωτερική μεταρρύθμιση και την ανάπτυξη της πολιτικής συμμετοχής , πέρα από τον αραβικό κόσμο. Η πρόταση δεν δέχεται οποιαδήποτε ξένη επέμβαση σε αραβική χώρα και θέτει την υποχρέωση της ειρηνικής επίλυσης όλων των υπαρχόντων προβλημάτων. Ακόμα οι Σαουδάραβες προτείνουν τον καθορισμό ενός σχεδίου στο οποίο θα προβλέπεται η δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών μέχρι το 2005, ως αρχή για μια μελλοντική καθιέρωση μιας κοινής αραβικής αγοράς.
Η Αίγυπτος έχει προτείνει την καθιέρωση ενός αραβικού συμβουλίου ασφαλείας, το οποίο θα έχει αρμοδιότητα επίλυσης των αραβικών διαφορών και την ισχύ να επιβάλλει κυρώσεις σε όσες χώρες δεν θα εφαρμόζουν τα ψηφίσματά του. Ακόμα προτείνει τη σύσταση ενός αραβικού δικαστηρίου που θα έχει αρμοδιότητα την αναθεώρηση των κοινών αραβικών οικονομικών συμφωνιών προκειμένου να οριστικοποιούνται και να τίθενται σε ισχύ. Επίσης προτείνει και την καθιέρωση ενός μικρού υπουργικού συμβουλίου, το οποίο θα χειρίζεται τις διάφορες αραβικές υποθέσεις. Ο Γενικός Γραμματέας της ένωσης, Amr Moussa, όρισε μια επιτροπή για να εξετάσει όλες τις προτάσεις και σε μία διάσκεψη στο Κάιρο τον Ιούνιο 2003 έλαβαν μέρος πολλοί άραβες διανοούμενοι και εμπειρογνώμονες.[33] Η χώρα μας, της οποίας τα συμφέροντα στη ΜΑ είναι ζωτικά, δεν μπορεί να ακολουθεί τα γεγονότα, αλλά αφού τα μελετά και τα αξιολογεί καθορίζει τους στόχους της στην περιοχή.
Η κατάσταση που επικρατεί στο Ιράκ τους τρεις τελευταίους μήνες (Απρίλιος- Μάιος- Ιούνιος 2004) έχει φέρει σε πολύ δύσκολη θέση την κυβέρνηση Μπους. Οι φωνές της αυστηρής κριτικής μέσα στις ΗΠΑ κάθε μέρα πληθαίνουν. «….η προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός δημοκρατικού κράτους στην καρδιά του αραβικού κόσμου, ενός κόσμου που παράγει εκατομμύρια εξοργισμένων ανέργων, άξιζε τον κόπο. Η επιτυχία του σχεδίου, όμως προϋπόθετε μεγάλα αποθέματα και νομιμότητα, κάτι που η κυβέρνηση Μπους δεν κατανόησε».[34] Τονίζουν δε με κάθε ευκαιρία, ότι η μόνη λύση εδώ που έφτασαν τα πράγματα είναι η άμεση εμπλοκή του ΟΗΕ και των ΝΑΤΟΪκών συμμάχων τους. «Για να φέρουμε, ωστόσο, την αποστολή μας εις πέρας πρέπει να επιστρατεύσουμε τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ και τον ΟΗΕ. Πρέπει να πείσουμε ότι η ανοικοδόμηση του Ιράκ αποτελεί παγκόσμια προτεραιότητα. Δίχως συμμάχους, δίχως νομιμότητα και δίχως έναν ιρακινό στρατό… δεν μπορούμε να νικήσουμε»[35]
Το στοιχείο που γίνεται πλέον εμφανές και στο Ιράκ είναι αυτό που χαρακτήρισε τα γεγονότα στην Γιουγκοσλαβία και στα κράτη της Σοβιετικής Ένωσης, δηλαδή ότι οι προοπτικές πολυεθνικών κρατών που απελευθερώνονται από την τυραννία, είναι δυσοίωνες. Οι Σουνίτες, οι Σιίτες και οι Κούρδοι του Ιράκ είναι ουσιαστικά διαφορετικές εθνότητες με στόχους που διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους. Με τα σημερινά δεδομένα τρεις προσεγγίσεις φαίνονται πιθανές :
(α) Η Αμερική και η Βρετανία να ανακοινώσουν ότι θα αποσύρουν τα στρατεύματά τους μέσα στο 2005. Αυτό μπορεί να καθησυχάσει τους ιρακινούς, οδηγώντας τους να εστιάσουν την προσοχή τους στην ανοικοδόμηση της δημοκρατίας.
(β) Να αναβαθμισθεί ο ρόλος του ΟΗΕ στο Ιράκ αναλαμβάνοντας την κεντρική ευθύνη, διατηρώντας παράλληλα αμερικανοβρετανικά στρατεύματα στο πλαίσιο διεθνούς δύναμης υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
(γ) Να αναλάβουν οι δυνάμεις των ΗΠΑ και Βρετανίας το δύσκολο έργο της πάταξης της ιρακινής αντίστασης υπό διεθνή αιγίδα.[36]
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ και της Βρετανίας φαίνεται να προσεγγίζουν προς την δεύτερη λύση, έχοντας καταθέσει σχετική πρόταση στον ΟΗΕ. Η προσέγγιση αυτή δεν φαίνεται να είναι χωρίς προβλήματα, αφού το ΝΑΤΟ δεν έχει ομοφωνία και η Γαλλία με την Γερμανία μάλλον δεν είναι πρόθυμες να στείλουν στρατεύματα στο Ιράκ. Την ίδια στιγμή οι νεοσυντηρητικοί ιέρακες του Πενταγώνου υποστηρίζουν την τρίτη λύση.[37] Είναι γεγονός ότι μία μεταβίβαση της εξουσίας δεν θα σημάνει και πολλά για τους απλούς Ιρακινούς αν εξακολουθήσουν να βλέπουν στους δρόμους των πόλεων τους βαριά οπλισμένες ξένες δυνάμεις. Στις περισσότερες περιοχές του Ιράκ οι ξένες δυνάμεις αντιμετωπίζονται περισσότερο ως μέρος του προβλήματος παρά ως μέρος της λύσης. Πρέπει να θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι ΗΠΑ και Αγγλία θα ζητήσουν την συνδρομή του ΝΑΤΟ (με έγκριση του ΟΗΕ) με στρατεύματα για τον έλεγχο της κατάστασης μετά την 1-7-2004. Η χώρα μας έχει συμφέροντα και στην πλευρά των ΗΠΑ, Αγγλίας και στο ΝΑΤΟ αλλά και στον Αραβικό κόσμο. Αν υπάρξει απόφαση της Ιρακινής κυβέρνησης γι’ αυτό και υπάρξει και σχετική συμφωνία των άλλων αραβικών κρατών, τότε μάλλον θα πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά την στρατιωτική συμμετοχή μας, εφόσον φυσικά το ΝΑΤΟ αποφάσισε να έχει κάποια εμπλοκή στην υπόθεση.
Το Νερό στη Μέση Ανατολή.
Το νερό αποτελεί την πλέον πολύτιμη φυσική πηγή στη ΜΑ. Η σπανιότητά του, έχει οδηγήσει σε συγκρούσεις και εντάσεις και έχει αναχθεί σε στρατηγικό παράγοντα που παίζει και θα συνεχίσει να παίζει κυρίαρχο ρόλο στην επίλυση των διενέξεων στην ευρύτερη περιοχή. Ειδικοί αναλυτές εκτιμούν ότι το νερό αναδεικνύεται σε στρατηγική πηγή ανάλογη του πετρελαίου.
Η Αίγυπτος βασίζει την επιβίωσή της και την ανάπτυξή της στα νερά του Νείλου. Οι σχέσεις της με την Αιθιοπία και το Σουδάν μπορεί στο μέλλον να διαταραχθούν για τον έλεγχο των νερών του ποταμού.
Το Ισραήλ με τους Παλαιστίνιους δεν θα μπορέσουν να ζήσουν μαζί, αν δεν συμφωνήσουν για τα νερά της Δυτικής Όχθης που είναι μία από τις πλουσιότερες περιοχές σε υδάτινους πόρους. Σήμερα το 80% της ποσότητος ελέγχεται από τους ισραηλίτες, λένε οι Παλαιστίνιοι και ζητούν την δικαιότερη κατανομή του.
Ο Λίβανος κατηγορούσε το Ισραήλ για την παράταση της κατοχής του Νοτίου τμήματός του επειδή έλεγε επεδίωκε την απόκτηση των νερών του ποταμού Litani. Το Ισραήλ δεν αποδέχεται τις κατηγορίες.
Οι Σύριοι κατηγορούν τους Ισραηλινούς ότι δεν αποχωρούν από το Γκολάν επειδή πέρα των άλλων θέλουν να έχουν την εκμετάλλευση τους υδάτινους πόρους της περιοχής.
Η Τουρκία είναι το κέντρο της διαμάχης του νερού στην ΜΑ αφού μπορεί να ελέγχει τα νερά του Ευφράτη και του Τίγρη τα οποία είναι ζωτικής σημασίας για το Ιράκ και τη Συρία. Η αύξηση του πληθυσμού, η αναγκαστική αύξηση των καλλιεργειών έχει καταστήσει το νερό «είδος πολυτελείας». Επίσης τα αποθέματα νερού έχουν επηρεαστεί από την περιβαλλοντική μόλυνση της περιοχής κάνοντας τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με τις κοινωνικές, πολιτικές και στρατηγικές επιλογές κάθε χώρας στην περιοχή, έχουν οδηγήσει την Τουρκία σε διενέξεις με τη Συρία και το Ιράκ για τα νερά των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη, την Ιορδανία, τους Παλαιστινίους και το Ισραήλ να μάχονται σε διπλωματικό πεδίο για τα νερά του Ιορδάνη και την Αίγυπτο να ερίζει με το Σουδάν και την Αιθιοπία για τον Νείλο, ενώ τα αρδευτικά έργα της Σαουδικής Αραβίας, έχουν προκαλέσει το μένος του Κατάρ και του Μπαχρέιν.
Είναι γεγονός ότι το νερό είναι και θα παραμείνει στενά συνδεδεμένο, με την εθνική ασφάλεια και τις ισορροπίες ισχύος στην εύφλεκτη περιοχή της ΜΑ, παράλληλα με τις αναπτυξιακές και οικονομικές σχέσεις και εξαρτήσεις που αυτό έχει με τον γεωγραφικό σύστημα της περιοχής. Οι εμπλεκόμενες χώρες υποστηρίζουν ότι οι διεθνείς ρυθμίσεις δεν έχουν νομικό έρεισμα, εφόσον δεν υφίσταται παγιωμένο σύστημα διεθνών κανόνων που θα διέπουν τα ζητήματα των διεθνών ποταμών. Έτσι το θέμα των υδάτινων πόρων της ΜΑ δεν έχει ακόμα βρει τη λύση του. Για την Τουρκία το θέμα αυτό είναι μία σημαντική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής της και για αρκετούς θεωρείται ως η υδάτινη υπερδύναμη της ΜΑ, με σοβαρό ενδεχόμενο να διαδραματίσει ιδιαίτερο ρόλο στο μέλλον σχετικά με το θέμα αυτό.[38]
Τα Όπλα Μαζικής Καταστροφής στη ΜΑ
Η κατάσταση με τα Όπλα Μαζικής Καταστροφής στις χώρες της ΜΑ είναι μία υπόθεση στο επίπεδο των μυστικών υπηρεσιών και της κατασκοπίας, γεγονός που δεν επιτρέπει την ολοκληρωμένη παράθεση στρατηγικών, αλλά και την αναλυτική προσέγγιση του θέματος για εξαγωγή σωστών συμπερασμάτων.
Η στάση των ΗΠΑ και γενικά των μεγάλων δυνάμεων με τις συνεχείς σχεδόν επεμβάσεις τους στην περιοχή, η σχεδόν βεβαία κατοχή πυρηνικών όπλων από το Ισραήλ, η μη επίλυση του Παλαιστινιακού προβλήματος μέχρι σήμερα, έχει οδηγήσει τις κυβερνήσεις ορισμένων αραβικών και μη κρατών σε θέση άμυνας. Αν στους υπολογισμούς μας προσθέσουμε τον θρησκευτικό φανατισμό και την ανασφάλεια των μοναρχικών καθεστώτων, θα θεωρηθεί «λογική» η στροφή ορισμένων στην απόκτηση χημικών και πυρηνικών όπλων μαζικής καταστροφής. Για κάποια κράτη οι λόγοι μπορεί να είναι καθαρά αμυντικοί και για κάποια άλλα ο λόγος να είναι η στήριξη των καθεστώτων και ίσως κάποιων τρομοκρατικών μεθόδων.
Από τις πληροφορίες φαίνεται ότι το Ιράν έχει κάνει προόδους στην πυρηνική τεχνολογία και ίσως βρίσκεται κοντά στην επίτευξη κατασκευής πυρηνικών κεφαλών. Δοκίμασε επιτυχώς τα αναβαθμισμένα βλήματα μέσου βεληνεκούς που διαθέτει το 2003. Αρκετοί ειδικοί πιστεύουν ότι με βάση τα σημερινά δεδομένα το Ιράν μέχρι το 2015 θα διαθέτει ίσως διηπειρωτικούς πυραύλους ικανούς να πλήξουν το αμερικανικό έδαφος.[39]
Το εν λόγω πρόγραμμα αποτελεί και θα αποτελέσει σημείο τριβών μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, καθόσον οι αμερικανοί είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην περίπτωση ενός πυρηνικά εξοπλισμένου Ιράν, αφού αυτό θα μπορούσε να ενθαρρύνει γειτονικές χώρες σε παρόμοια προγράμματα. Δεν πρέπει δε να αποκλείεται ότι η κατοχή από το Ιράν του βλήματος Shahab-3 και πυρηνικών κεφαλών να εκληφθεί από το Ισραήλ ως μείζον θέμα εθνικής απειλής που απαιτεί στρατιωτική ενέργεια στα πλαίσια ενός προληπτικού κτυπήματος.[40]
Μέχρι σήμερα η Σαουδική Αραβία δεν έχει ούτε την πείρα αλλά ούτε και την γενικότερη υποδομή για ένα πυρηνικό πρόγραμμα. Ο George Tenet διευθυντής τηςCIA, στις 17 Ιανουαρίου του 2004 δήλωσε ότι η Σαουδική Αραβία προτίθεται να αναζητήσει πυρηνικά όπλα. Σε άλλο άρθρο του World Net Daily αναφέρεται ότι η βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας ανησυχεί στο δεδομένο ενός πυρηνικού Ισραήλ, όπως αμερικανοί αναλυτές βεβαιώνουν. Αρχικά οι Σαουδάραβες προσπάθησαν να κάνουν επαφή με το Ιράκ για το πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά δεν υπήρξε συνέχεια. Το Ριάντ έκανε επαφές για το ίδιο θέμα με το Πακιστάν και χρηματοδότησε σε κάποιο βαθμό, το πυρηνικό του πρόγραμμα ώστε από αυτό να έχει τη δυνατότητα απόκτησης πυρηνικής βόμβας σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Φαίνεται λοιπόν ότι η Σαουδική Αραβία βασίζεται στην αγορά από το Πακιστάν των πυρηνικών όπλων και των τεχνικών που θα τα χειριστούν όταν αυτό καταστεί αναγκαίο, αποφεύγοντας έτσι και ένα ισραηλινό προληπτικό κτύπημα.
Οι Ισραηλινοί εκτιμούν ότι η Συρία διαθέτει σήμερα περί τα 1000 βλήματα Σκούντ με μεγαλύτερη ακρίβεια από αυτά του Ιράκ. Θεωρείται δε δεδομένο ότι η Συρία κατέχει μεγάλο απόθεμα χημικών όπλων, μεταξύ των οποίων και το VX και το αέριο sarin.
Είναι αρκετοί στις ΗΠΑ, οι οποίοι με βάση τα πάρα πάνω, αλλά και τη γενικότερη εκτίμηση της CIA, ότι θεωρεί δεδομένη την προσπάθεια αρκετών κρατών σε όλο τον κόσμο στις επόμενες δύο δεκαετίες να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα,[41]που υποστηρίζουν ότι πρέπει να αποκτήσει η Αμερική την νέα γενιά πυρηνικών όπλων με δυνατότητες μικρών διατρητικών καταστροφών. Υποστηρίζουν ότι τα όπλα αυτά θα είναι ιδανικά κατά της τρομοκρατίας στα πλαίσια της στρατηγικής των προληπτικών κτυπημάτων.[42]
Αν δεν βρεθεί τρόπος να ελαχιστοποιηθεί η τρομοκρατία και ιδιαίτερα αυτή των φανατικών θρησκευτικών οργανώσεων και τα κράτη που την υποθάλπουν βρίσκονται κοντά στην απόκτηση και χρήση Όπλων Μαζικής Καταστροφής, δεν πρέπει να αποκλείεται η πιθανότης να υπάρξουν τα σχετικά δόγματα «χειρουργικών» πυρηνικών κτυπημάτων, προληπτικής ή και κατασταλτικής μορφής.
Η συνολική ανάλυση που έγινε πάρα πάνω για το σύνολο των στοιχείων του παράγοντα αυτού συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τα εθνικά μας συμφέροντα. Ορισμένα δε νέα στοιχεία των γεωπολιτικών δεδομένων της ΜΑ (τρομοκρατία, Κούρδοι, Αξία Τουρκίας) συνδέονται κατευθείαν με την εθνική μας ασφάλεια και για τον λόγο αυτό αποτελούν θέματα συνεχούς και άμεσης προσοχής και παρακολούθησης εκ μέρους μας.
Κυπριακό
Το Κυπριακό πρόβλημα θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν επηρεάζει άμεσα το γεωπολιτικό περιβάλλον της ΜΑ. Όμως αν προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τις έντονες αντιδράσεις Αμερικανών και Ευρωπαίων, μετά την εφαρμογή του δημοκρατικού δικαιώματος των ελληνοκυπρίων στο δημοψήφισμα, ίσως να διαπιστώσουμε ότι έμμεσα τα θέματα της περιοχής έχουν μεταξύ τους σχετική αλληλεπίδραση.
Από την στιγμή που η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ, το πρόβλημα που υπάρχει δεν είναι πλέον απομονωμένο, αλλά σχετίζεται με στρατηγικές ισορροπίες μέσα στην ΕΕ και με θέματα ευρωατλαντισμού ως αντίποδα της ευρωπαϊκής ενοποίησης με όρους κοινής άμυνας και ασφάλειας. Αν οι ελληνοκύπριοι είχαν δεχθεί το σχέδιο, τότε σήμερα οι ίδιοι θα είχαν ένα άλλο πρόβλημα το οποίο θα ήταν μετάλλαξη του από το 1974 υπάρχοντος. Δηλαδή η τουρκική πλευρά μέχρι να γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ θα μπορούσε να ασκεί πίεση τους ελληνοκύπριους και να αναβάλλει τις υποχρεώσεις της (έλλειψη εγγυήσεων) για να πετύχει τις επιδιώξεις της, αφήνοντας στην ΕΕ τον ρόλο του άνετου επιδιαιτητού. Το όχι των ελληνοκυπρίων και η αναγκαστική είσοδος ολόκληρου του νησιού στην ΕΕ με άλυτο το πρόβλημα, φαίνεται ότι οδήγησε τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά και ευρωπαϊκό έδαφος σε τουρκική «ομηρία».[43] Την κατάσταση αυτή είναι αναμενόμενο ότι η Τουρκία θα την χρησιμοποιήσει εκβιάζοντας την ΕΕ για να αποσπάσει άδεια εισόδου στην Κοινοτική Πύλη. Δηλαδή μετά το όχι, η εκβιαστική τακτική της Τουρκίας άλλαξε κατεύθυνση και από ΄τους ελληνοκύπριους πήγε στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δηλαδή την ουσία της ΕΕ, έτσι αιτιολογούνται και οι αντίστοιχες αντιδράσεις. Με αυτά τα δεδομένα, η ΕΕ είναι αναγκασμένη να αντιδράσει και να προσπαθήσει να απαγκιστρωθεί από τον εγκλωβισμό αυτόν, ο οποίος την ενοχλεί αφού δίνει εύκολες λαβές στην τουρκική τακτική των πιέσεων. Αυτό φυσικά μπορεί σε πρώτη φάση να οδηγήσει σε πιέσεις της ΕΕ και των χωρών της, προς την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα να αποδεχθούν το σχέδιο Ανάν ως έχει με ένα νέο δημοψήφισμα. Είναι το πλέον εύκολο και το πλέον σύντομο σε σχέση με την απόφαση της ΕΕ για την Τουρκία. Οι πιέσεις αυτές είναι βέβαιο ότι θα έχουν πολλές μορφές, αλλά πάντα στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού κεκτημένου έστω και τυπικά.
Η αμερικανική αντίδραση δεν έχει μόνο σχέση με την πίκρα διότι δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει την στρατηγικά φίλη της Τουρκία, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι το Κυπριακό έχει σχέση με τον ευρύτερο αμερικανικό σχεδιασμό για την περιοχή και συγκεκριμένα με τις ευαίσθητες ισορροπίες μεταξύ Τουρκίας και μιας σχετικής κουρδικής αυτονομίας, εντός των συνόρων του νέου Ιράκ. Οι γεωστρατηγικοί σχεδιασμοί για προαγωγή της νέας τάξης πραγμάτων είναι κρίσιμοι και δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι συμπεριλαμβάνουν και το Κυπριακό εντός του πλαισίου του λεγομένου «μείζονος σχεδίου για τη Μέση Ανατολή»[44] (Greater Plan for Middle East) για το οποίο γίνεται αρκετά συχνά λόγος. Έτσι οι λύσεις όλων των προβλημάτων της περιοχής πρέπει να είναι συμβατές μεταξύ τους.
(3) Διαπιστώσεις – Μερικά Συμπεράσματα
Από την αναλυτική προσέγγιση στα δρώμενα της ΜΑ που διαμορφώνουν, με το ποσοστό ευθύνης που τους αναλογεί, το γεωπολιτικό περιβάλλον της εγγύς περιοχής μας, είναι φυσικό να οδηγούμεθα σε ορισμένες διαπιστώσεις και ίσως σε λιγότερο σίγουρα συμπεράσματα.
Η πρώτη και κυρίαρχη διαπίστωση, κατά την άποψή μας, έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα γεωπολιτικά δεδομένα της ΜΑ δεν παρουσιάζουν μία παγιωμένη κατάσταση, αλλά εκτιμούμε ότι βρίσκονται στην διαδικασία διαμόρφωσης των και ο χρόνος για την τελική τους μορφή δεν είναι εύκολο να υπολογισθεί, αφού πάρα πολλοί παράγοντες ενδογενείς και εξωγενείς της περιοχής, εμπλέκονται στην διαμόρφωσή τους.
Η εξελικτική πορεία των γεγονότων που θα διαμορφώσουν το τελικό (αν μπορεί να λεχθεί κάτι σχετικό) γεωπολιτικό περιβάλλον της ΜΑ, απαιτούν πολύ στενή παρακολούθηση και συμμετοχή στο βαθμό που αυτό εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα.
Το δεύτερο γενικό συμπέρασμα είναι ότι για μία ακόμη φορά απεδείχθει ότι η στρατιωτική ισχύς αποτελεί τον ουσιαστικό παράγοντα καθορισμού των γεωπολιτικών εξελίξεων.
Μετά τον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ και την μη επίλυση του Παλαιστινιακού προβλήματος τα αισθήματα αδικίας και αντίδρασης των μουσουλμανικών πληθυσμών της ΜΑ, κατά των απίστων δυτικών και κυρίως αμερικανών, έχουν ενταθεί. Η εντύπωση ότι τα πετρέλαια είναι δικό τους αγαθό, δώρο του Αλλάχ, και οι δυτικοί με πρώτους τους αμερικανούς, τα εποφθαλμιούν για δικό τους συμφέρον και εκμετάλλευση είναι ισχυρή πεποίθηση. Σήμερα με την πολιτική Σαρόν στο Παλαιστινιακό πρόβλημα και την αμερικανοβρετανική παρουσία στο Ιράκ, χωρίς αιτιολογημένους λόγους τα αισθήματα αυτά τροφοδοτούν συνεχώς με ηθικά ερείσματα τις φονταμενταλιστικές ισλαμικές τρομοκρατικές δυνάμεις.
Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ, όπως ήταν αναμενόμενο, έχει ανατρέψει την σχετική και εύθραυστη ισορροπία της περιοχής. Ιδιαίτερα νοιώθουν την πίεση το Ιράν, η Συρία και η Σαουδική Αραβία ενώ το Ισραήλ φαίνεται ότι είναι το πλέον κερδισμένο από την αμερικανική επέμβαση. Αν η αμερικανική παρουσία εδραιωθεί στο Ιράκ τότε ίσως έχουν τεθεί σοβαρές βάσεις, σε συνδυασμό και με τα άλλα σημεία που ήδη υπάρχουν αμερικανικές δυνάμεις, για έλεγχο της «καρδιάς της Ευρασίας».
Η μουσουλμανική τρομοκρατία έχει καταστρώσει συγκεκριμένα σχέδια και επιλέξει τους στόχους της με προσοχή ώστε να εξυπηρετήσει τα σχέδια αυτά. Από το κτύπημα στις 11-3-04 στην Ισπανία και τα πολιτικά αποτελέσματα αυτού, φαίνεται ότι οι τρομοκράτες πρωτίστως στοχεύουν να δημιουργήσουν πολιτικό πρόβλημα στους αμερικανούς και βρετανούς στο θέμα του ελέγχου του Ιράκ και της ΜΑ γενικότερα. Παράλληλος στόχος τους είναι τα καθεστώτα εκείνα των κρατών της ΜΑ που από συμφέρον ή και από ανάγκη συνεργάζονται με τους αμερικανούς. Τα καθεστώτα αυτά με πρώτο αυτό της Σαουδικής Αραβίας δέχονται μεγάλες πιέσεις με τα τρομοκρατικά κτυπήματα των ομοθρήσκων τους που ίσως στο εγγύς παρελθόν τους είχαν χρηματοδοτήσει για να εκπαιδευτούν. Η κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει πολύ σοβαρό πρόβλημα ευρυτέρων επιπτώσεων, αν τεθούν υπό άμεση απειλή οι βασικές υποδομές παραγωγής και μεταφοράς πετρελαίου, είτε διότι μπορεί να κτυπηθούν οι ίδιες, είτε αν δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα στο προσωπικό που εργάζεται σ’ αυτές, λόγω ανασφάλειας από τα τρομοκρατικά κτυπήματα που γίνονται εναντίων τους. Ήδη από την στιγμή που γράφεται αυτή η μελέτη (Ιούνιος 2004) υπήρξαν τα πρώτα δείγματα της τρομοκρατίας εναντίων των ξένων στην Σαουδική Αραβία και κατά των αγωγών πετρελαίου στο ίδιο το Ιράκ.
Η πίεση αυτή που δέχονται ορισμένα καθεστώτα μουσουλμανικών χωρών της ΜΑ από την αμερικανική παρουσία, αλλά και από την τρομοκρατία, δημιουργεί προϋποθέσεις για πολιτειακές μεταρρυθμίσεις επί το δημοκρατικότερο προκειμένου να καταφέρουν να κρατηθούν στην εξουσία.
Η δοκιμασμένη πολιτική της συνεργασίας με τους συμμάχους όπως στην περίπτωση του Αφγανιστάν δεν μπορούσε κατά την άποψη της κυβέρνησης Μπους να εφαρμοσθεί στην περίπτωση του Ιράκ. Τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα στον έλεγχο των πετρελαίων της χώρας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της ΜΑ, δεν επέτρεπαν στον ΟΗΕ να πάρει απόφαση που θα δημιουργούσε την επανάληψη της προηγούμενης πολιτικής. Αυτό οδήγησε στην μονομερή αμερικανοβρετανική επέμβαση και την σχετική ρήξη με τους ευρωπαίους συμμάχους των, οι οποίοι εκ των πραγμάτων δικαιώθηκαν στην παγκόσμια κοινή γνώμη, όμως από την άλλη πλευρά διαπίστωσαν ότι δεν έχουν τρόπο και μέσα να ανακόψουν την αμερικανική πολιτική από την πρακτική εφαρμογή της. Αν αυτό ήταν μέσα στους στόχους της αμερικανικής κυβέρνησης, με κατεύθυνση όχι μόνο Ευρωπαϊκή αλλά κυρίως ρωσική και κινεζική, ανεξάρτητα αν αυξήσει κατακόρυφα τον αντιαμερικανισμό, τότε πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι τον πέτυχαν απόλυτα.
Η μετά τις μάχες στο Ιράκ κατάσταση κατέδειξε ότι η διαχείριση ενός πολέμου που τα πάντα καταγράφονται στην κινηματογραφική και φωτογραφική κάμερα και δημοσιοποιούνται δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση και απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις και μεθόδους προσέγγισης.
Οι χώρες που έχουν συνδράμει με άνδρες στην υπόθεση του Ιράκ στην πλειονότητα είναι χώρες που δεν έχουν εμπειρία από διαχείριση τέτοιων δύσκολων καταστάσεων και πρέπει να θεωρηθεί πολύ πιθανό ότι μετά από σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ και αμερικανικές πιέσεις το ΝΑΤΟ και οι Ευρωπαίοι θα βρεθούν στην ανάγκη να πάρουν αποφάσεις για συνδρομή και βοήθεια σε άνδρες και χρήμα. Η συμμετοχή της χώρας μας θα πρέπει να εξετασθεί σοβαρά αν υπάρξει απόφαση ΟΗΕ, της Ιρακινής Κυβέρνησης και σχετική συμφωνία των μεγάλων αραβικών κρατών και της Ρωσίας.
Η συμπεριφορά των αμερικανών προς τους Κούρδους κατά την δημιουργία του νέου Ιράκ, θα παίξει ουσιαστικό ρόλο κατά πόσο θα μπορέσει να επιτευχθεί ισορροπία στην χώρα. Το θέμα δεν θα είναι καθόλου εύκολο, αφού εκτός των εσωτερικών αντιδράσεων Σουνιτών και Σιιτών στην εντεταμένη αυτονομία τους, θα υπάρχουν και εξωτερικές αντιδράσεις από Τουρκία, Συρία και Ιράν. Η Τουρκία πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την αναγκαστική λεπτή ισορροπία που πρέπει να κρατήσουν στο θέμα αυτό οι αμερικανοί, πιέζοντάς τους σχετικά, αλλά και σε άλλα θέματα που τους απασχολούν την περίοδο αυτή (ΕΕ, Κυπριακό, αγωγοί πετρελαίων, αερίου).
Η αποφασιστικότητα των αμερικανών στο θέμα του Ιράκ και η σταδιακή προσέγγιση με τους Γαλλογερμανούς, έχει οδηγήσει τους Ρώσους να έχουν έντονες επιφυλάξεις για τον αμερικανικό τρόπο προσέγγισης και να προσπαθούν να εγκαταστήσουν το δικό τους τόξο επιρροής προς Κίνα, Ινδία και Ιράν μαζί με τις χώρες Καζακστάν, Τατζικιστάν και άλλες μικρότερες. Αυτό σημαίνει ότι το Ιράν αποτελεί χώρα ιδιαιτέρου γεωπολιτικού ενδιαφέροντος για τις ΗΠΑ και την Ρωσία.
Η σταδιακή βελτίωση της εσωτερικής κατάστασης στο Ιράκ και η συνεχής αύξηση της παραγωγής και διάθεσης στην αγορά του πετρελαίου του, θα οδηγήσει την ενεργειακή αξία της Σαουδικής Αραβίας σε δεύτερη μοίρα, γεγονός που θα επιτρέψει στους αμερικανούς να πιέσουν περισσότερο για διακοπή κάθε επαφής με θρησκευτικές μουσουλμανικές οργανώσεις και βελτίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της χώρας. Η διατήρηση των αμερικανικών βάσεων θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των πραγμάτων στο Ιράκ.
Η Συρία είναι επίσης αναγκασμένη να δείξει πνεύμα συνεργασίας με ΗΠΑ και Ισραήλ όσο η αμερικανική παρουσία στο Ιράκ συνεχίζεται και εδραιώνεται. Δεν πρέπει να αποκλείεται να την δούμε σύντομα να ακολουθεί το παράδειγμα της Λιβύης, αν καταφέρει να τα βρει, κατά κάποιον σχετικά ικανοποιητικό τρόπο, με το Ισραήλ στα θέματα του Γκολάν και στον Λίβανο.
Το Ιράν δείχνει σημεία συνεργασίας με την διεθνή κοινότητα και ιδιαίτερα με τους αμερικανούς, αφού η στρατιωτική τους παρουσία στο Ιράκ τους πιέζει έντονα. Με την εξέλιξη που είχαν τα πράγματα στο Ιράκ για τους αμερικανούς, μετά την κατάληψη του, τους έχει οδηγήσει να ξανασκέπτονται μία στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν, τουλάχιστον επί του παρόντος, αφού η στρατιωτική ισχύς του Ιράν είναι αρκετά υπολογίσιμη, τουλάχιστον σε αριθμούς.
Το Ισραήλ κάνει απόλυτη εκμετάλλευση της πλεονεκτικής θέσης που έχει βρεθεί έναντι των Αράβων μετά την πτώση του Χουσείν. Εμφανίζει προς τα έξω ότι αυτό που κάνει είναι να πολεμά την τρομοκρατία προκειμένου να εξασφαλιστεί από τα τυφλά κτυπήματά της. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση Σαρόν θέλει, όσο όλοι είναι απασχολημένοι με το Ιράκ, να αλλάξει ριζικά τα δεδομένα εφαρμογής του «οδικού χάρτη» ώστε όταν καθίσει και πάλι για διαπραγματεύσεις, ίσως μετά τις αμερικανικές εκλογές, και συμφωνήσει για κάποιον «οδικό χάρτη» ειρήνευσης, αυτός να μην έχει καμία σχέση με τον προηγούμενο.
Η Αίγυπτος, εκμεταλλευόμενη την σταδιακή μείωση της στρατηγικής αξίας της Σαουδικής Αραβίας, κάνει μικρά αλλά σταθερά βήματα να τεθεί επικεφαλής του Αραβικού κόσμου της ΜΑ, κινούμενη σε λεπτές ισορροπίες στο Παλαιστινιακό πρόβλημα. Στην προσπάθειά της αυτή έχει κάνει διάφορες ριζοσπαστικές προτάσεις προς τα άλλα αραβικά κράτη, το κοινό σημείο των οποίων είναι η επίλυση των μεταξύ τους προβλημάτων να γίνεται από όργανα δικά τους, αποφεύγοντας έτσι εξωτερικές επεμβάσεις, αλλά και εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές διαφωνίες και έριδες. Οι προτάσεις έχουν ουσιαστική αξία και εξετάζονται, αλλά αν επηρεάζουν ουσιαστικά τα αμερικανικά συμφέροντα στο μέλλον θα είναι δύσκολη η εφαρμογή στην πράξη.
Η Ιορδανία βρίσκεται σε περίοδο αναγκαστικών εσωτερικών μεταρρυθμίσεων με στόχο καλλίτερη δημοκρατία και καλλίτερη κοινωνική φροντίδα από το κράτος. Η στάση της κατά τον πόλεμο του Ιράκ της επιτρέπει να μην αντιμετωπίζει εξωτερικές πιέσεις και ιδιαίτερα προβλήματα.
Η επίλυση της σημερινής κατάστασης στο Ιράκ έχει οδηγήσει τους αμερικανούς και βρετανούς στον ΟΗΕ και το ΝΑΤΟ. Πιστεύουν ότι πρέπει να πείσουν για τις καλές τους προθέσεις προκειμένου να οργανώσουν ένα δρόμο μελλοντικής απαγκίστρωσης από ΄την χώρα αυτή των τεραστίων στρατιωτικών δυνάμεων που έχουν αναγκαστεί να διατηρούν μέχρι σήμερα. Ο δρόμος δεν φαίνεται να είναι εύκολος καθόσον πρέπει να υπάρξουν συμφωνίες για πολλά και σοβαρά θέματα όπως τι αυτονομία θα έχουν οι Κούρδοι στο νέο Ιράκ; Πώς θα ρυθμιστούν τα παλαιά χρέη του Ιράκ ; πώς θα καλυφθεί ένα μέρος τουλάχιστον από το τεράστιο καθημερινό κόστος των δυνάμεων κατοχής; πως θα ρυθμισθεί το κόστος ανοικοδόμησης του Ιράκ και ιδιαίτερα της πετρελαϊκής υποδομής του και κατ’ επέκταση των συμβολαίων εκμετάλλευσης του πετρελαίου ; θα δεχθούν οι Ιρακινοί αμερικανικές βάσεις στο έδαφός τους και τι μεγέθους ; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά θα απαιτήσουν χρόνο και χρήμα. Είναι όμως βέβαιο ότι οι εξελίξεις σ’ αυτά επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα ζωτικά συμφέροντα της χώρας μας.
Το υδάτινο δυναμικό και οι πόροι νερού στην ευρύτερη περιοχή της ΜΑ είναι πάντα και θα παραμείνουν στρατηγικά στοιχεία στα θέματα εθνικής ασφάλειας, αλλά και ισχύος των κρατών της. Η Τουρκία στο θέμα αυτό, έχει όλες τις προϋποθέσεις να παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στο παρόν και στο άμεσο μέλλον, γεγονός που θα λάβουν υπόψη τους σοβαρά και οι ίδιες οι κυβερνήσεις των κρατών που επηρεάζονται, αλλά και οι ρυθμίζοντες τα πράγματα αμερικανοί αφού θέλουν να πετύχουν ισορροπίες ισχύος και εκμετάλλευσης του πλούτου της περιοχής.
Το θέμα της διάδοσης και διασποράς των Όπλων Μαζικής Καταστροφής δεν φαίνεται ότι έχει λυθεί μετά την επέμβαση στο Ιράκ. Αν δεν δημιουργηθούν αρκετά γρήγορα συνθήκες ασφαλείας στην περιοχή, υπάρχουν χώρες (Ιράν, Σαουδική Αραβία και ίσως Αίγυπτος) που θα προσπαθήσουν να αποκτήσουν κάποιας μορφής δυνατότητες αφού πιστεύουν ότι μόνο έτσι θα αποκτήσουν ίση διπλωματική ισχύ, τουλάχιστον με το Ισραήλ, και θα επιβιώσουν από την αμερικανική πολιτική απέναντι στις «χώρες του κακού». Αν αυτό το ενδεχόμενο οδηγήσει τις ΗΠΑ στην εφαρμογή νέου πυρηνικού δόγματος (το σκέπτονται πολύ σοβαρά) με την κατασκευή των πυρηνικών όπλων 3ης γενιάς, ώστε να έχουν την ικανότητα μικρών διατρητικών πυρηνικών κτυπημάτων για την αποδιοργάνωση εργαστηρίων κατασκευής Όπλων Μαζικής Καταστροφής, τότε το ενδεχόμενο χρησιμοποίησης των όπλων αυτών είναι πολύ μεγάλο, οι δε συνέπειες απρόβλεπτες.
Το Κυπριακό πρόβλημα είναι βέβαιο ότι δεν καθορίζει το γεωπολιτικό περιβάλλον της ΜΑ και επομένως την στάση της χώρας μας απέναντι στα νέα δεδομένα ασφάλειας που διαμορφώνονται. Όμως είναι ένα εθνικό θέμα που έχει άμεση σχέση με χώρες που το «ειδικό τους βάρος» στα γεωπολιτικά δεδομένα (Τουρκία, Βρετανία) της περιοχής είναι αυξημένο και επομένως ο εθνικός μας σχεδιασμός είναι υποχρεωμένος να το λαμβάνει σοβαρά υπόψη του. Επίσης φαίνεται ότι η κατάσταση στην Κύπρο, από πλευράς ελέγχου και επιρροής, έχει σχέση με τον ευρύτερο αμερικανικό σχεδιασμό για την περιοχή και τις δομές ισορροπίας που επιδιώκουν. Αυτό αυξάνει την ιδιαιτερότητα του προβλήματος, αφού πλέον εμπλέκει τα γεωπολιτικά συμφέροντα της υπερδύναμης, αλλά και της ΕΕ στην περιοχή. Η μη αποδοχή του σχεδίου Ανάν, το οποίο ουσιαστικά μετέτρεπε την Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία σε προτεκτοράτο της ΕΕ και της Αγγλίας (άρα και ΗΠΑ) με διατήρηση του τουρκικού ελέγχου, έθεσε σε νέα δεδομένα το πρόβλημα. Θα πρέπει να αναμένεται ισχυρή πίεση προς την Κυπριακή και Ελληνική Κυβέρνηση, από ΕΕ και ΗΠΑ κυρίως το επόμενο εξάμηνο (έως τέλος του 2004) προκειμένου να αποδεχθούν το σχέδιο Ανάν με ελάχιστες, ίσως φραστικές αλλαγές, και κάποιες εγγυήσεις εφαρμογής του (υποχρεώσεις Τουρκίας) προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Αν αυτό δεν επιτευχθεί έως τον Δεκέμβριο του 2004, τότε η συνέχεια του κυπριακού θέματος θα εξαρτηθεί αφενός από την σχέση ΕΕ - Τουρκία και αφετέρου από τις πολιτικές αποφάσεις των Ελλήνων σε Ελλάδα και Κύπρο για το τι συμφέρει τελικά, μετά τα νέα δεδομένα που δημιούργησε το ΟΧΙ των Κυπρίων. Συμφέρει μια αυτόνομη ελληνική παρουσία στην Αν. Μεσόγειο εκμεταλλευόμενη τις βάσεις σε Κρήτη και Κύπρο προσφέροντας στηρίγματα στους αμερικανικούς σχεδιασμούς, ή πλήρη αποδοχή του σχεδίου Ανάν ;
β. Η επίδραση στην Ελλάδα των νέων γεωπολιτικών δεδομένων στο χώρο της Ρωσίας – Αν. Ευρώπης και Βαλκανίων
(1) Γενικά
Ιστορική Αναδρομή
Η ημερομηνία λήξης της μεταπολιτικής περιόδου παραμένει ανοικτό ζήτημα. Ένας λογικός προσδιορισμός είναι η σαρωτική νίκη της «Αλληλεγγύης» στις Πολωνικές εκλογές την 5η Ιουνίου 1989. Συμβολικά όμως ο καταλληλότερος προσδιορισμός είναι ίσως η νύχτα της 9ης – 10ης Νοεμβρίου 1989, όταν κατέρρευσε το τείχος του Βερολίνου το οποίο απεικόνιζε με μπετόν το διχασμό μιας ιδεολογίας, μιας ηπείρου, μιας χώρας. Η επανένωση της Γερμανίας την 3η Οκτωβρίου 1990 άλλαξε ουσιαστικά την ισορροπία των δυνάμεων και σηματοδότησε την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης την 31ης Δεκεμβρίου 1991. πριν από όλα αυτά θα πρέπει να αναφέρουμε την προσπάθεια της Ουγγαρίας το 1956 και της Τσεχοσλοβακίας (άνοιξη της Πάργας 1968) η οποία όμως δεν είχε την δύναμη να ανατρέψει το συμπαγές οικοδόμημα της Σοβιετικής Ένωσης, δίνοντας την εντύπωση και την βεβαιότητα ότι οι δυνατότητες της και η αποφασιστικότητά της θα διατηρήσουν σε βάθος χρόνου την ενότητα των χωρών του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας με την θέληση ή όχι των λαών που την απαρτίζουν.[45]
Το χρονικό διάστημα μεταξύ του 1989-1991 άλλαξε το γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό πρόσωπο της υφηλίου. Η εσωτερική κατάρρευση της μιας υπερδύναμης και του ενός ιδεολογικού συστήματος ανέτρεψαν το μεταπολεμικό διπολικό διεθνές σύστημα και δημιούργησαν μια ασυνήθιστη κατάσταση δηλαδή την ολοσχερή επικράτηση χωρίς πόλεμο της μιας πλευράς σε μια παγκόσμια διαμάχη. Οι χώρες του Ανατολικού συνασπισμού επιδιώκουν διακαώς πλέον να ενσωματωθούν στους δυτικούς αμυντικούς, οικονομικούς θεσμούς με οποιοδήποτε τίμημα, οικειοποιώντας το δυτικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας μια και μοναδική υπερδύναμη οι Ηνωμένες Πολιτείες κυβερνά τον κόσμο. Ο ΟΗΕ δημιούργημα του Β’ ΠΠ φαίνεται να είναι περιθωριοποιημένος ή κατά το μέγιστο χειραγωγημένος από τις ΗΠΑ με αδυναμία αντιδράσεως των υπολοίπων χωρών και ιδιαίτερα της Ευρώπης, της Ρωσίας και της Κίνας. Οι ΗΠΑ διευθύνουν πλέον με την αυθεντία ενός υπερόπτη διευθυντή ορχήστρας την μεγάλη συμφωνία των Εθνών, σε σκοπούς που η ίδια επιλέγει και επιβάλλει. Οι κύριοι κατ’ ανάγκη οικονομικοί (Ιαπωνία – Γερμανία) και στρατιωτικοί (Βρετανία- Γαλλία) σύμμαχοί της έχουν καταστεί de facto υποτελείς. Οι άλλες δυνάμεις σε παρακμή (Ρωσία) ή αμφιταλαντευόμενες, αναδυόμενες (Κίνα – Ινδία) μοιάζουν αδύνατες να ανακόψουν ή να περιορίσουν την ακαταμάχητη επιδίωξη των ΗΠΑ να επιβληθούν σε όλους τους τομείς (οικονομικό – στρατιωτικό) στην διεθνή σκηνή.
Οι αποτρόπαιες επιθέσεις της 11 Σεπ. 2001 προσέφεραν την αφορμή για ένα «Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» ο οποίος ενισχύει την υπεροχή των ΗΠΑ, φέροντας αυτή ως μοναδικό υπερασπιστή της νομιμότητας, όπως όμως αυτή το εννοεί. Η υφήλιος έχει μπει σε μια νέα αυτοκρατορική εποχή γεμάτη αβεβαιότητα και απειλές της οποίας ο πόλεμος στο Αφγανιστάν το 2001 και στο Ιράκ το 2003 αποτελούν τις πλέον χαρακτηριστικές εκφράσεις.
Για να προσανατολισθούμε σωστά μέσα στον υπό διαμόρφωση γεωπολιτικό λαβύρινθο κρίνεται σκόπιμο να εξετάσουμε τις εμπλεκόμενες χώρες με έμφαση στις γειτονικές, εξετάζοντας τα σχετικά προβλήματα, τα μεγάλα κοινωνικά θέματα, τα κύρια οικονομικά δεδομένα και τις αμυντικές πολιτικές με ιδιαιτερότητα σε συμφωνίες και εξοπλισμούς.[46]
Η Ρωσία μετά το 1991 μοιάζει διστακτική ανάμεσα στην αποδοχή της κληρονομιάς της διαλυμένης Σταλινικής ΕΣΣΔ και της ανάγκης προσαρμογής της εξωτερικής της πολιτικής στα νέα δεδομένα. Αυτή η παλινδρόμηση διαφαίνεται από το 1992 με την εκδήλωση αντιφατικών συμπεριφορών και αφήνει να πλανάται η απορία για μακροπρόθεσμη προσαρμογή και διατήρηση φιλοδυτικής στροφής σε όλο το φάσμα των πολιτικών (οικονομική – στρατηγική – πολιτική). Έτσι έχουμε μια αλληλουχία γεγονότων που αποσκοπούν στην διατήρηση της εναπομείνασας κληρονομιάς αλλά ταυτόχρονα ισχυροποίηση με συμφωνίες των διμερών σχέσεων. Στις 8 Δεκ. 1991 έχουμε την υπογραφή των συμφωνιών του Μινσκ, οι οποίες δημιουργούν την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ) και στην συνέχεια στις 21 Δεκ. 91 υπογραφή συμφωνίας στην ΑΛΜΑ ΑΤΑ οι οποίες διευρύνουν την ΚΑΚ. Το 1992 οι συμφωνίες επεκτείνονται σε συνθήκη συλλογικής ασφαλείας των χωρών της ΚΑΚ στην Τασκένδη. Ακολουθεί τον ίδιο χρόνο υπογραφή του συμφώνου οικονομικής συνεργασίας των χωρών του Ευξείνου Πόντου. Τέλος μετά από σειρά συμφωνιών (αμυντικών – εμπορικών- τελωνιακών κλπ) η Μόσχα ενισχύει το 1992 τις σχέσεις της με το Πεκίνο, με την συμφωνία προμήθειας ρωσικών εξοπλισμών στην Κίνα, γεγονός το οποίο παρέχει την δυνατότητα στην Μόσχα να ασκεί πιέσεις στην Ουάσιγκτον και ταυτόχρονα να παρέχει συνάλλαγμα στην στρατιωτική βιομηχανία που ήταν άκρως απαραίτητο για την βιωσιμότητά της.[47]
Συμφωνίες με Ρωσία και πρώην κράτη του Συμφώνου της Βαρσοβίας
Πριν αρχίσουμε να αναφερόμαστε σε συνθήκες και συμφωνίες θα κάνουμε ανασκόπηση αυτών που προϋπήρξαν πριν την διάλυση της ΕΣΣΔ και επεκτάθηκαν μετά από την Ρωσία, με κύρια αναφορά σε δύο σπουδαιότατες συνθήκες παγκοσμίου βαρύτητας, αυτή των πυρηνικών και βιολογικών όπλων.
Για τα πυρηνικά, η συνθήκη για την μη εξάπλωση υπεγράφη το 1968 από 62 χώρες και υποχρέωνε τα κράτη να παραιτηθούν από την παραγωγή ή την απόκτηση παρόμοιων όπλων. Διάρκεια της συνθήκης παρατάθηκε το 1994. η συνθήκη για την πλήρη απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών υπεγράφη το 1995 από 165 κράτη στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Ωστόσο μόνο 92 κράτη την έχουν επικυρώσει μέχρι σήμερα. Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να το κάνουν πλην όμως εκτιμάται ότι σιωπηρά εφαρμόζεται.
Η σύμβαση για την απαγόρευση των βιολογικών όπλων υπεγράφη το 1972 και 114 χώρες την έχουν επικυρώσει μέχρι σήμερα, ωστόσο οι ΗΠΑ κατόρθωσαν να μπλοκάρουν την δημιουργία ενός αποτελεσματικού μηχανισμού ελέγχου.
Η σύμβαση για την απαγόρευση των χημικών όπλων υπεγράφη το 1993 από 125 κράτη και απαγόρευε την παραγωγή και χρήση χημικών όπλων και επιβάλλει την καταστροφή τους χωρίς να προσδιορίζει τρόπο ελέγχου και πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, έχει δε κυρωθεί μέχρι σήμερα από 145 κράτη.
Ωστόσο δεν κατέστη δυνατόν να ξεπεραστεί η αρνητική κληρονομιά του διπολισμού, γιατί η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1991 δεν είχε ως αποτέλεσμα την αντίστοιχη διάλυση του ΝΑΤΟ και του δυτικού αμυντικού συστήματος ιδιαίτερα στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Αντίθετα το ΝΑΤΟ, το οποίο αρχικά ήταν αμυντική συμμαχία μετά το 1991 απεφάσισε με αναδιάρθρωση της συνθήκης (άρθρο 5) να αναλάβει καθήκοντα διατήρησης της ασφάλειας, πράγμα που υπό προϋποθέσεις μπορεί να συνεπάγεται και επεμβάσεις σε ξένες χώρες. Το 1999 εντάσσονται στο ΝΑΤΟ τρία πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας (Ουγγαρία – Πολωνία – Τσεχία) ενώ το 2002 εντάσσονται τέσσερα ακόμη κράτη της Ανατολικής Ευρώπης (Σλοβακία – Σλοβενία – Βουλγαρία – Ρουμανία) καθώς και η ένταξη των τριών της Βαλτικής, οι οποίες ανήκαν στην Σοβιετική Ένωση (Λετονία – Λιθουανία- Εσθονία).
Η μετάλλαξη του ΝΑΤΟ ενόχλησε έντονα την Ρωσία και προσπάθησε να δείξει την δική της άποψη στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας και ιδιαίτερα του Κοσόβου, αλλά και πάλι στο βαθμό που οι δυνάμεις της επέτρεπαν. Μετά την 11η Σεπ. 2001 η Μόσχα εγκαινιάζει νέα μορφή συνεργασίας, που οδήγησε το 2002 στο νέο συμβούλιο ΝΑΤΟ- Ρωσίας.
Εν τω μεταξύ η Ρωσία προσπαθεί να ανασυγκροτήσει την στρατιωτική συμμαχία στο πλαίσιο του ΚΑΚ και τελικά μετά την διάλυση της στρατιωτικής Διοίκησης του ΚΑΚ το 1993 πέντε κράτη ακολουθούν την Ρωσία στην ολοκληρωμένη στρατιωτική οργάνωση που δημιουργήθηκε το 2002.
Η πρόσφατη λοιπόν επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα Ανατολικά και μέχρι την γραμμή Rubicon (Vistula- Dinister) δηλαδή μια νέα υποτιθέμενη γραμμή ασφαλείας (κόκκινη γραμμή), στο Ευρωπαϊκό περιβάλλον, θα προβληματίζει συνεχώς και θα ανησυχεί την Ρωσία η οποία φαίνεται αποφασισμένη να μην επιτρέψει άλλη επέκταση και ιδιαίτερα προς Ουκρανία και Κριμαία στηριζόμενη πάντοτε στα γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά της συμφέροντα που εδραιώνονται στις μεγάλες πληθυσμιακές μειονότητες στα αποσχισθέντα κράτη, τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές (πετρέλαιο, μέταλλα) και τους θαλάσσιους συγκοινωνιακούς της εξόδους, αυξάνοντας σταδιακά αλλά με ενδιαφέροντα μεγέθη, τον αμυντικό της προϋπολογισμό.
ΝΑΤΟ εξελίξεις και προοπτικές μετά την διεύρυνση
Το ΝΑΤΟ όπως διαμορφώθηκε μετά την σύνοδο κορυφής της Ουάσιγκτον, προσδιόρισε μια στρατηγική αντίληψη η οποία επαναλαμβάνει την υποχρέωση του ως προς την συλλογική άμυνα, τον υπερατλαντικό δεσμό και την σταθερότητα στην συνέχιση της Ευρωπαϊκής ασφάλειας. Εξάλλου επιτρέπει την επέκταση της σταθερότητας χάρη στον συνεταιρισμό για την ειρήνη, σε μία ανοικτή πολιτική και μια δυναμική διαχείριση των κρίσεων. Ανευρίσκουμε λοιπόν στην καρδιά των αποφάσεων της Συνόδου κορυφής της Ουάσιγκτον την σύζευξη της αυτοάμυνας με την ταυτόχρονο αποστολή δυνάμεων διαχείρισης των κρίσεων. Έναντι λοιπόν των αποφάσεων προεβλήθη ικανότητα Άμυνας με την επαύξηση των στρατιωτικών μέσων του ΝΑΤΟ, ενισχύοντας σοβαρά την αποτελεσματικότητα των μελλοντικών πολυεθνικών επιχειρήσεων, σε περιοχές κλειδιά για τις στρατηγικές μεταφορές την επιτήρηση και τα τεχνολογικά προηγμένα πολεμοφόδια. Η Συμμαχία προσανατολίζεται στην ανάγκη προσαρμογής μιας νέας συμφωνίας ασφάλειας ιδιαιτέρως στην Ευρώπη και ζήτησε κατ’ αρχάς την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής αμυντικής ταυτότητας. Ενώ αντίθετα η γενική και ολοκληρωμένη ασφάλεια στην Ευρώπη δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον δικό της στρατιωτικό μηχανισμό, επιφορτισμένο με τα εξής καθήκοντα :
- Προειδοποίηση και διευθέτηση των κρίσεων και συγκρούσεων εντός ή περιφερικά αυτής.
- Αφοπλισμό και έλεγχο των εξοπλισμών
- Αποτροπή της επέκτασης των όπλων μαζικής καταστροφής, πυραύλων, τεχνογνωσιών και διασπόμενων πυραυλικών προϊόντων
- Εξασφάλιση της πυρηνικής ασφάλειας, αντίσταση την τρομοκρατία.
Για τον σχηματισμό του συστήματος της Ευρωπαϊκής ασφάλειας, πρόταση της Ρωσίας είναι η δημιουργία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ασφάλειας, το οποίο θα πρέπει να συντονίζει τις ενέργειες των χωρών της στον τομέα της ασφάλειας (ομιλία του Υπουργού της Ρωσικής ομοσπονδία, Grachev Pavel Sergeevits, 1965 ΣΕΘΑ).
Συμπερασματικά, το Αμυντικό Σύμφωνο της Βορειοατλαντικής συμμαχίας με βασικό ηγέτη τις ΗΠΑ, αποφασίζει πότε και που θα πρέπει να χρησιμοποιεί τις τεχνολογικά πανίσχυρες στρατιωτικές δυνάμεις – δαπάνες, είτε για παραδειγματισμό είτε για επιβεβαίωση της υπεροχής, της μιας και πανίσχυρης υπερδύναμης των ΗΠΑ, γεγονός που συχνά προβληματίζει τις Ευρωπαϊκές ηγεσίες με αντιδράσεις που περιορίζονται μόνο σε διαχωρισμό θέσεων. Ή έμφαση του δόγματος του ΝΑΤΟ, αναφέρεται και στην διαχείριση των κρίσεων και στην επιβολή της ειρήνης, προσπαθώντας πάντοτε την σταδιακή απεμπλοκή της με αντικατάσταση των δυνάμεων με άλλων συμφωνούντων κρατών προκειμένου αφ ενός να προσκομίσει τα προσδοκώμενα οφέλη αφ ετέρου να έχει την μικρότερη φθορά σε περίπτωση θερμών εμπλοκών.
Ο ΟΗΕ στην προκειμένη περίπτωση θεωρείται αναποτελεσματικός και ακολουθώντας αυτή την λογική, μεγάλες δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα περιθωριοποιούνται με απρόβλεπτες μελλοντικά επιπτώσεις. Αν και όταν επιθετικές ηγεσίες επανέλθουν στην εξουσία σε αυτές τις Μεγάλες, αλλά ασταθείς πυρηνικές χώρες, το ΝΑΤΟ, ενεργοποιώντας την αρχή της συλλογικής άμυνας εκτιμάται ότι μπορεί να αντιπαρατεθεί, οδηγώντας την όλη κατάσταση, το ολιγότερο, στα γνώριμα από το παρελθόν μονοπάτια του ψυχρού πολέμου.
Τέλος ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την χώρας μας παρουσιάζουν και δύο άλλες πτυχές της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς τις χώρες της Αν. Ευρώπης.
- Η μία αφορά στις ήδη μνημονευθείσες σχέσεις του ΝΑΤΟ με την Ρωσία. Δοθέντος ότι τυχόν διατάραξη των σχέσεων αυτών θα οδηγούσε εκ των πραγμάτων στην περαιτέρω στρατηγική αναβάθμιση του τουρκικού παράγοντα, η διατήρηση ομαλού ρωσονατοϊκού κλίματος αποτελεί προφανώς ελληνικό εθνικό συμφέρον.
- Η δεύτερη αφορά την προσοχή που πρέπει να επιδείξουμε στην επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια. Κατά την τελευταία διεύρυνση εντάχθηκαν στην Συμμαχία η Ρουμανία και η Βουλγαρία και είναι πολύ πιθανόν τις δύο αυτές χώρες να ακολουθήσουν εντός των προσεχών ετών και οι υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες. Αποτελεί δε η εξέλιξη αυτή πολύ προβληματική για την Ελλάδα καθότι ενώ, από την μια, μας απειλεί με μείωση του ειδικού μας βάρους από την άλλη σε συνδυασμό με την παράλληλη ευρωκοινοτική διεύρυνση, μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα στην περιφερική σταθερότητα, εφόσον φυσικά, η Δύση προβεί στους ενδεικνυόμενους χειρισμούς τερματίζοντας μεταξύ άλλων την περιθωριοποίηση του Σερβικού παράγοντα. Το κατά πόσον το ισοζύγιο από αυτή την κατάσταση θα αποδειχθεί ενεργητικό ή παθητικό για την Ελλάδα θα εξαρτηθεί κατά κύριο λόγο από εμάς τους ίδιους[48], από την ικανότητα μας να ασκήσουμε στην πράξη τον ρόλο της καταρχάς που μας ανήκει, ως του πρώτου τη τάξει νατοϊκού συμμάχου στην περιοχή. (χάρτης 2)
Η Ευρώπη αιματοκυλίστηκε επανειλημμένα στα πρώτα πενήντα χρόνια του 20ου αιώνα και έζησε άλλα σαράντα χρόνια ψυχρού πολέμου, κάτω υπό το φάσμα μιας παγκόσμιας πυρηνικής αναμέτρησης.
Οι νέες γενιές στις ΗΠΑ, Ευρώπη και Ρωσία έχουν το δικαίωμα αλλά και την ευκαιρία να οικοδομήσουν ένα κόσμο καλλίτερο από αυτόν που κληρονόμησαν.[49]
(2) Παρούσα Κατάσταση
Προκειμένου να αναλύσουμε πλέον διεξοδικά την υπάρχουσα σήμερα κατάσταση κρίνεται αναγκαίο να εξετάσουμε ενότητες κρατών – χωρών όπως αυτές εμφανίζονται σήμερα με δεδομένο τις υπάρχουσες συμφωνίες – συνθήκες, την διεύρυνση της ΕΕ, στην Αν. Ευρώπη την συμφωνία της Ρωσίας, ΚΑΚ και τα Βαλκάνια εστιάζοντας την προσοχή μας σε εκείνα τα στοιχεία τα οποία αποτελούν τα δομικά υλικά των παραπάνω συνθέσεων και τα οποία αποτελούν ισχυρούς παράγοντες στην διαμόρφωση μελλοντικών εξελίξεων στην παγκόσμια σκηνή και επηρεάζουν την γεωπολιτική – γεωστρατηγική του Ελληνικού χώρου.
Ρωσία
Στις 8 Δεκ. 1991 οι πρόεδροι της Ρωσίας, Λευκορωσίας, Ουκρανίας έθεσαν τέλος στην ύπαρξη της ΕΣΣΔ και ιδρύουν την ίδια μέρα την Κοινοπολιτεία των ανεξάρτητων κρατών (ΚΑΚ) με τις περισσότερες δημοκρατίες να συμμετέχουν στην συνεδρίαση του ΚΑΚ στις 21 Δεκ. 1991, με αξιοσημείωτη εξαίρεση των χωρών της Βαλτικής που στρέφονται και εντάσσονται τελικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. (χάρτης 3)
Στην πραγματικότητα από συστάσεως της η ΚΑΚ προκαλεί μεγάλη δυσπιστία γιατί οι μονομερείς αποφάσεις της Ρωσίας (διεκδίκηση ειδικών δικαιωμάτων σχετικά με τον «ξένο γείτονα» την ραγδαία φιλελευθεροποίηση των τιμών του 1992) ενισχύουν αυτούς τους φόβους, και πολύ γρήγορα εκδηλώνεται διπλή ανάγνωση της συμφωνίας του Μινσκ που για ορισμένα κράτη (ιδιαίτερα την Ουκρανία) δεν πρόκειται παρά για «επιτροπή διαζυγίου» η οποία έχει στόχο να μοιράσει την περιουσία (στόλος, πρεσβείες) και τα χρέη, ενώ για άλλους πρόκειται για ίδρυση, γύρω από την Μόσχα, ενός είδους Ευρωπαϊκής Ένωσης της Ανατολής, η οποία θα διαθέτει κοινές δομές στη λήψη αποφάσεων.
Ενώ καμιά από τις κύριες συμφωνίες, συνθήκες δεν έχουν επικυρωθεί από όλα τα κράτη, η ένταξη σε διάφορες περιφερειακές ενώσεις (Συμβούλιο των κρατών της Βαλτικής, Οργανισμός οικονομικής συνεργασίας κλπ) ή συμφωνίες (Σύμφωνο οικονομικής συνεργασίας του Εύξεινου Πόντου) δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εκφράζει την λογική επιβεβαίωση αυτόνομων εξωτερικών πολιτικών και την αναζήτηση νέων συμμαχιών ικανών να αντισταθμίσουν την ρωσική επιρροή. Κάτω από την επιρροή των ΗΠΑ διαφαίνεται μια γραμμή ρήξης και ένα κριτικό μέτωπο συγκροτείται στο περιθώριο των συνεδριάσεων του ΟΑΣΕ και του ΝΑΤΟ το οποίο επισημοποιείται το 1997 με την δημιουργία του GUAM (Γεωργία, Ουκρανία, Μολδαβία, Αζερμπαϊτζάν), το οποίο γίνεται GUUAM με την προσωρινή ένταξη του Ουζμπεκιστάν, καταγγέλλοντας το σκοτεινό παιχνίδι της Μόσχας όπου εμπλέκεται άμεσα (Κριμαία, Αμπχαζία, Καραμπάχ).
Κατηγορούν την Μόσχα ότι εκμεταλλεύεται την ενεργειακή εξάρτησή τους, για να αποδυναμώσει την κυριαρχία τους και ξεκινούν μια πορεία για αυτονόμηση σε ζωτικούς τομείς όπως το πετρέλαιο και η ασφάλεια, απορρίπτοντας επί πλέον την παρουσία ρωσικών βάσεων και συνοριακών φυλακίων, δείχνοντας εμπιστοσύνη στην συνεργασία με το ΝΑΤΟ ακόμη και στην άμεση παρουσία στρατιωτικών των ΗΠΑ, ενώ μια άλλη ομάδα χωρών ξεκινάει μια στενή συνεργασία με την Μόσχα στα πλαίσια της τελωνιακής ένωσης που γίνεται το 2000 Ευρυσιατική Οικονομική Κοινότητα, με πυρήνα την Ένωση Ρωσίας – Λευκορωσίας η οποία επιθυμεί να αποκτήσει κοινό κοινοβούλιο και ενιαίο νόμισμα.
Σημαντικό βήμα για την Κοινότητα αποτελεί η ανανέωση της Συνθήκης για την Συλλογική Ασφάλεια, που περιλαμβάνει την Αρμενία, τα έξι κράτη της ομάδας της Σαγκάης –μιας συμμαχίας με την Κίνα, στο πλαίσιο του αγώνα κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας (Κίνα, Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν, Ρωσία, Τατζικιστάν, Κιργιστάν).[50]
Εσωτερική κατάσταση στις χώρες της Αν. Ευρώπης
Η αναγκαστική εισαγωγή καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων συνέτριψαν την σοβιετική ιδεολογία για την κοινωνική ισότητα και αύξησαν κατακόρυφα τις κοινωνικές ανισότητες με αποσταθεροποίηση στους τομείς της υγείας της εκπαίδευσης, της οικονομίας.
Η συσσώρευση ιδιωτικών περιουσιών που προώθησε ο νόμος του 1988 για τους συνεταιρισμούς επιταχύνθηκε με τους νόμους για την ιδιωτικοποίηση που ψηφίστηκαν μετά το 1991 με αποτέλεσμα, με αδιαφάνεια, το κύριο μέρος του κρατικού κεφαλαίου να βρίσκεται ξανά στα χέρια της παλαιάς σοβιετικής νομενκλατούρας, αλλά και σε πολλούς πρώην αξιωματούχους που δοκιμάζουν σε επιχειρήσεις παρά στην αβεβαιότητα, ευνοώντας τους εθνικούς παράγοντες και περιθωριοποιώντας τους ξένους επενδυτές χωρίς όμως εμφανή αποτελέσματα ή διαφοροποίηση της οικονομικής κατάστασης.
Έτσι το κύριο μέρος των κεφαλαίων, το μοιράζεται ένας περιορισμένος αριθμός μεγάλων βιομηχανιών και χρηματοοικονομικών ομίλων, που έχουν γίνει τα νέα αφεντικά των εθνικών οικονομιών, αφού το περιορισμένο τμήμα των μετοχών που δόθηκε αρχικά στους εργαζομένους γρήγορα επαναπωλήθηκε θέτοντας τέλος σε κάθε πρόθεση για «κοινωνικό καπιταλισμό».
Οι διαφορές εισοδημάτων, μικρές στην σοβιετική εποχή, εκρήγνυνται και σύμφωνα με ρωσικά στοιχεία έχουν περάσει από το 1 προς 8 ανάμεσα στο 10% των πιο φτωχών, και το 10% των πιο ευνοημένων το 1992, σε μια διαφορά 1 προς 13,8 το 2000 ή 1 προς 30, σύμφωνα με άλλες πηγές, εδραιώνοντας έτσι κοινωνία δύο ταχυτήτων, που έχει πλέον εγκαθιδρυθεί με υπερπολυτελή κοινωνική ζωή (βίλες εκπαίδευση, υγεία) από την μια μεριά και εξαθλίωση από την άλλη.
Στο άλλο άκρο της κοινωνικής κλίμακας, η ραγδαία αύξηση των τιμών την οποία διαδέχθηκαν νομισματικές μεταρρυθμίσεις και μια περίοδος υψηλού πληθωρισμού ακόμη και υπερπληθωρισμού (Γεωργία, Αρμενία) εξέλειψε την λαϊκή αποταμίευση με αποτέλεσμα την οικονομική κρίση, την καθυστέρηση στην καταβολή μισθών και συντάξεων σε ολόκληρες κατηγορίες πληθυσμού, οι οποίες προστατεύονταν από το σύστημα του σοβιετικού καταμερισμού, αποσταθεροποιήθηκαν, παραμένει δε δύσκολο να εκτιμήσει κανείς τον αριθμό των νεόπτωχων, μεταξύ 20% και 40%, ανάλογα με την περίοδο και την χώρα.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, επτά χώρες είναι σε πολύ δυσχερή θέση, θύματα δημογραφικής επιβάρυνσης (Κιργισία, Ουζμπεκιστάν), ενδοεθνοτικής σύγκρουσης, (Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Μολδαβία) ή εμφυλίου πολέμου, (Γεωργία, Τατζικιστάν), με διπλασιασμό των κατοίκων που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας ή ακόμα και τετραπλασιασμό ανάμεσα στο 1998 και το 1999 προκαλώντας πολλές φορές μαζική έξοδο και εγκατάλειψη.
Η κατάσταση στην Ρωσία έχει μεγαλύτερες αντιθέσεις από τις λοιπές χώρες σε σημείο που να προκαλούν έκπληξη, ο συνολικός εξοπλισμός των σπιτιών έχει βελτιωθεί όπως και οι προδιαγραφές κατοικίας ενώ αντίθετα ολόκληρες περιοχές έχουν καταστραφεί, (Μέγας Σιβηρικός Βορράς, υφαντουργικές και μεταλλευτικές περιοχές), με αύξηση της απολύτου φτώχειας και της παιδικής, ανδρικής θνησιμότητας, τα αίτια των οποίων έχουν πολλαπλασιασθεί μετά την κρίση.[51]
Το πετρέλαιο ως Στρατηγικό πλεονέκτημα της Ρωσίας
Το πετρέλαιο αποτελεί παράγοντα – κλειδί για τις αλλαγές στο μετασοβιετικό χώρο και ειδικά για την Ρωσία είναι στοιχείο οικονομικής σταθεροποίησης, αλλά και μέσο πίεσης στις χώρες που στερούνται πόρων και ευρίσκονται κάτω από την αβάσταχτη πίεση των οικονομικών χρεών. Ο μαύρος χρυσός προσελκύει εξωτερικούς παράγοντες οι οποίοι αναζητούν το μέσο για να σπάσουν το Ρωσικό μονοπώλιο που έχει εξασθενήσει. (χάρτης 4)
Το πλούσιο δυναμικό της πρώην ΕΣΣΔ σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, είναι άνισα κατανεμημένο ανάμεσα στην Ρωσία και τα κράτη που συνορεύουν με την Κασπία Θάλασσα και για την Ρωσία αντιπροσωπεύει το 45% των εισπράξεων της από τις εξαγωγές, σημαντικό μέρος των εσόδων του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
Ήταν ο κύριος μοχλός της ρωσικής ανάκαμψης μετά το 1998 αφού η ιδιωτικοποίηση που πραγματοποιήθηκε ευνόησε εθνικούς παράγοντες προσφέροντας στους δυτικούς επιτελείς μόνο μια περιορισμένη θέση, ενώ το κράτος συνεχίζει να παίζει ενεργό ρόλο.
Οι μεγάλες ρωσικές εταιρείες (gazprom για το φυσικό αέριο, Lukoil, Yukos για το πετρέλαιο) δημιούργησαν ισχυρές βιομηχανικές επιχειρήσεις και κατάφεραν να σταθεροποιήσουν την παραγωγή τους παρά την χρόνια έλλειψη επενδύσεων και εξοπλισμών. Οι επιχειρήσεις αυτές, παρεμβαίνουν τόσο σε περιοχές της Ρωσίας όσο και σε άλλα κράτη του γειτονικού εξωτερικού ή της Αν. Ευρώπης και πολλές από τις μη παράγωγες χώρες όπως η Λευκορωσία, Ουκρανία, Μολδαβία στην πραγματικότητα συσσώρευσαν σημαντικά χρέη στον ενεργειακό λογαριασμό τους έναντι της Ρωσίας, με αποτέλεσμα οι ρωσικές εταιρείες ου υποστηρίζονται από το ομοσπονδιακό κράτος να ασκούν πίεση για να μετατρέψουν τα χρέη, σε μετοχές στρατηγικών επιχειρήσεων (διυλιστήρια, δίκτυα διανομής βενζίνης ή ηλεκτρισμού) κλασικός τρόπος μετάβασης από την πολιτική κυριαρχία στην οικονομική.
Δυστυχώς οι άλλες παραγωγικές χώρες σε μεγάλο βαθμό δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν τους πόρους τους, και με την διάλυση της ΕΣΣΔ βρέθηκαν εγκλωβισμένες ή υποχρεωμένες να διαπραγματευτούν την διακίνηση των εξαγωγών τους, μέσω μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών, με μόνη εξαίρεση το Αζερμπαϊτζάν το οποίο με την βοήθεια των δυτικών, εγκαινίασε τον πετρελαιαγωγό Μπακου – Σούπσα σπάζοντας το μονοπώλιο που ασκούσε η Μόσχα στην προώθηση του πετρελαίου του, χωρίς όμως κατά εκτιμήσεις να καταφέρει να διοχετεύσει σ’ αυτή την οδό τα πετρέλαια της Κεντρικής Ασίας που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των αποθεμάτων της Κασπία Θάλασσας.
Η περιοχή της Κασπία Θάλασσας από παλαιά ήταν γνωστή για τις ενεργειακές πηγές, που με έκπληξη σήμερα διαπιστώνεται ότι τα αποθέματα είναι πολύ μεγαλύτερα όσων υπολογίζονταν, υπολειπόμενων μόνο των ενεργειακών αποθεμάτων του Περσικού Κόλπου (υπάρχουν 178 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και 57 τρισεκατομμύρια κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, ποσότητα αστρονομική με τα μέχρι σήμερα δεδομένα).
Το νομικό καθεστώς της περιοχής, σχεδιάστηκε από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης και σύμφωνα με τα συμφέροντα της, δηλαδή εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Ρωσίας και του Ιράν, με ερωτηματικό εάν η Κασπία Θάλασσα είναι θάλασσα ή λίμνη γιατί άλλο νομικό καθεστώς διέπει τις λίμνες και άλλο τις θάλασσες.
Η πρώην Σοβιετική Ένωση σε συνεργασία με το Ιράν φρόντισαν να ισχύσει το καθεστώς των λιμνών διότι σύμφωνα με αυτό οι παράκτιες δημοκρατίες μέχρι αποστάσεως 12 μιλίων δεν θεωρείται ότι έχουν χωρικά ύδατα (το αντίθετο συμβαίνει στο δίκαιο της θάλασσας), οι δε μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου ευρίσκονται στα αβαθή ύδατα πλησίον των ακτών, έτσι ώστε σύμφωνα με την ρωσική άποψη η λωρίδα των 12 μιλίων από την ακτή θεωρείται ανήκουσα στα διεθνή ύδατα, όπου κάθε παράκτια δημοκρατία έχει ίσα δικαιώματα εκμετάλλευσης.
Όπως ήταν φυσικό, η παραπάνω θέση δημιούργησε αντιδράσεις και αυτές προήλθαν από την πλευρά του Αζερμπαϊτζάν και του Καζακστάν, ενώ υπήρξε χαλαρότερη η στάση του Τουρκμενιστάν, και για οικονομικούς λόγους στις θέσεις αυτές συντάσσονται και πολλές δυτικές εταιρείες εξόρυξης.
Οι πιθανές επιλογές της διαδρομής των αγωγών μεταφοράς εξαρτώνται από το Αζερμπαϊτζάν, που καθίσταται ο ρυθμιστής των ενεργειακών εξελίξεων στην περιοχή με απόκλιση προς την επιλογή των πολλαπλών διαδρομών, σχεδιαζόμενων σε οκτώ:[52] Αζερμπαϊτζάν (Μπακού) – Τσετσενία (Γκόζνι)- Νοβοροσίσκ- Βουλγαρία (Μπούργκος) – Ελλάδα (Αλεξανδρούπολη).
Το κύριο πλεονέκτημα αυτής της διαδρομής είναι ότι χρησιμοποιεί το υπάρχον δίκτυο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ενώ το κόστος του αγωγού από Μπούργκος- Αλεξανδρούπολη το χρηματοδοτούν 25% η Βουλγαρία, 25% η Ελλάδα και 50% το καλύπτει η Ρωσία με κύριο πρόβλημα την μη ομαλή κατάσταση στην Τσετσενία.
Είναι εμφανής η αναβάθμιση της Ουκρανίας και την συνδέει με το ενεργειακό δίκτυο της Πολωνίας προς την Κεντρική Ευρώπη.
- Αζερμπαϊτζάν – Γεωργία – Τουρκία – Τσεϊχάν
Διαδρομή που εξυπηρετεί τα τουρκικά συμφέροντα με κύριο πρόβλημα την ύπαρξη του κουρδικού προβλήματος και τον τερματικό σταθμό Τσειχάν (απέναντι της Κύπρου) όπου η Τουρκία συντηρεί την κατοχή μέρους του εδάφους της.
- Τουρκμενιστάν- Καζακστάν- Ρωσία - Νοβοροσίσκ
Ο αγωγός παρακάμπτει την Τσετσενία και συντελεί στην άσκηση πίεσης προς τα αυτόνομα στοιχεία του Γκρόζνι.
- Καζακστάν – (Ακτάου)- Αζερμπαϊτζάν (Μπακού)
Η διαδρομή προβλέπεται να εξυπηρετείται με τάνκερ, εξαρτώμενο από το Μπακού.
- Αζερμπαϊτζάν (Μπακού)- Κασπία (υποθαλασσίως)- Ιράν- Περσικός Κόλπος
Η διαδρομή αυτή εξυπηρετεί τις αναπτυσσόμενες χώρες του Ειρηνικού, αλλά συναντά το μεγάλο πρόβλημα των εντάσεων στην περιοχή.
- Καζακστάν- Κασπία (υποθαλασσίως)- Αζερμπαϊτζάν (Μπακού)- Γεωργία – Ουκρανία - Τουρκία
Ο υποθαλάσσιος αγωγός λειτουργεί εναλλακτικά εφόσον αντιδράσει το Τουρκμενιστάν και επικοινωνεί με την Κεντρική Ευρώπη μέσω Ουκρανίας.
- Καζακστάν – Τουρκμενιστάν- Κασπία (υποθαλασσίως)- Αζερμπαϊτζάν (Μπακού)
Η διαδρομή αυτή προάγει την συνεργασία των τριών πρώην Σοβιετικών δημοκρατιών και αξιοποιεί το υπάρχον δίκτυο.
Η Ρωσική βούληση να δημιουργηθεί με το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τουρκμενιστάν και το Αζερμπαϊτζάν, ένα είδος ΟΠΕΚ, δείχνει ότι η Μόσχα θέλει οπωσδήποτε να διατηρήσει αυτό το σοβαρό πλεονέκτημα στο παιχνίδι της.[53]
Προβλήματα Ρωσίας – ΚΑΚ
Μετά την περεστρόικα αναζωπυρώσεις εθνικές – εδαφικές κρύβονται πίσω από το σύνθημα για την «φιλία μεταξύ των σοβιετικών λαών». Η απόφαση να γίνει σεβαστή η ακεραιότητα των συνόρων που κληροδότησε η σοβιετική ένωση δεν εμπόδισε την εμφάνιση σειράς διαμαρτυριών, η δε επιθυμία να σταθεροποιήσουν τις γειτονικές σχέσεις τους, ώθησε βέβαια πολλά κράτη να ρυθμίσουν εκκρεμείς διενέξεις. Η Ρωσία παρά τις αντιδράσεις ηγετών της Σιβηρίας προβαίνει σε συνοριακή συμφωνία με την Κίνα και επικυρώνει την συμφωνία με τις ΗΠΑ για τα χωρικά ύδατα παρά τις δυσμενείς κριτικές που θεωρήθηκαν μονομερείς παραχωρήσεις εκ μέρους της Ρωσίας. Η ανάγκη να διευθετηθούν οι εδαφικές συγκρούσεις για να ικανοποιηθούν τα κριτήρια ένταξης στην ΕΕ ωθούν τους Εσθονούς και Λετονούς να εγκαταλείψουν τις διεκδικήσεις τους για περιοχές που είχαν καταληφθεί από τον Στάλιν το 1945, ανοίγοντας δρόμο σε μια συνθήκη καλής γειτονίας με την Μόσχα, ενώ αντίθετα το καθεστώς της Κασπίας δεν έχει ακόμη διευθετηθεί, καθώς το Ιράν απορρίπτει τις προτάσεις των τεσσάρων πρώην σοβιετικών παραλίμνιων περιοχών.
Η εδαφική οριοθέτηση ανάμεσα στα νέα κράτη της ΚΑΚ αποδεικνύεται συχνά πολύ περίπλοκη καθώς τα παλαιά διοικητικά όρια δεν ήταν ποτέ αντιληπτά ως εθνικά σύνορα, αυτό συμβαίνει ανάμεσα στην Ρωσία και το Καζακστάν στο έδαφος των οποίων περνούν τρεις «υπερσιβηρικοί» και ανάμεσα στην Ρωσία και την Ουκρανία για το θέμα της Αζοφικής θάλασσας. Επίσης οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ουκρανία και την Μολδαβία για να οριοθετηθούν τα σύνορα του Δούναβη έχουν καθυστερήσει σημαντικά.
Η κατάσταση στην κεντρική Ασία είναι τεταμένη, γιατί τα σοβιετικά όρια συνέπιπταν με τα δίκτυα υδάτων και μεταφορών. Οι τιμωρημένοι λαοί που εξορίστηκαν από τον Στάλιν κατά τον Β’ ΠΠ, όπως οι Τάταροι της Κριμαίας, οι Μεσκέτοι και άλλοι Καυκάσιοι χρησίμευαν σαν αποδιοπομπαίοι τράγοι, αν και οι Τάταροι μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Κριμαία, οι Μεσκέτοι δεν κατάφεραν ποτέ να επιστρέψουν στην Γεωργία. (χάρτης 5)
Όμως το κύριο πρόβλημα σε πολλά κράτη είναι το καθεστώς των εθνικών μειονοτήτων και η τύχη των αυτόνομων δημοκρατιών που είχαν οριοθετηθεί από τον Στάλιν την δεκαετία του 30. η σοβιετική εμπειρία διέδωσε ευρύτατα την ιδέα σύμφωνα με την οποία μόνο η ύπαρξη ενός αυτόνομου εδάφους μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των εθνικών ομάδων για αναγνώριση. Στις συνθήκες του μετασοβιετικού μωσαϊκού αυτή η αρχή δεν μπορεί να οδηγήσει παρά σε ένα ατελείωτο διαμελισμό. Μετά το 1988 πολλά πολιτοεθνικά κινήματα απαιτούν είτε ένα νέο έδαφος (οι Γκαγκαούζοι που πρόκειται να το αποκτήσουν στην Μολδαβία) είτε την αποδέσμευση από το κράτος κηδεμόνα (Αμπχάζιοι ή Οσέτιοι του Νότου) είτε ακόμη μια ενισχυμένη αυτονομία (Τάταροι του Βόλγα) ή και ανεξαρτησία (Τσετσένοι).
Παλαιές διαιρέσεις χρησιμεύουν ως πλαίσιο για αποσχιστικές διεκδικήσεις, όπως στην Μολδαβία όπου οι Ρώσοι φοβούμενοι ότι θα προσαρτηθούν στην Ρουμανία ανακηρύσσουν την αυτονομία της Υπερδνειστερίας ή στην Κριμαία την προσάρτηση της οποίας απαιτούν Ρώσοι εθνικιστές. Το παράδειγμα του Καυκάσου δείχνει σε ποιο σημείο αυτές οι αντιπαραθέσεις όπου αναμειγνύονται ιστορικοί και εδαφικοί παράγοντες, αλλά και έντονες κοινωνικές ανισότητες μπορούν να είναι αιματηρές.
«Παγωμένες» συγκρούσεις ή συγκρούσεις που δεν έχουν εξαλειφθεί, είναι συχνά εργαλεία πίεσης, τα οποία χρησιμοποιούνται από τις περιφερειακές ή τις εξωτερικές δυνάμεις για να επηρεάζουν τις εύθραυστες κυριαρχίες των νέων ανεξαρτήτων κρατών.[54]
Οι χώρες της Αν. Ευρώπης.
Με την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, το 1991 η αρχιτεκτονική άμυνας και ασφάλειας της ευρω- βαλτικής ζώνης και ευρύτερα της κεντρικής Ευρώπης, από την Βαλτική θάλασσα μέχρι την Μεσόγειο, εξελίχθηκε σε στρατηγικό πονοκέφαλο για τις Δυτικές Κυβερνήσεις.
Η ένταξη της Ουγγαρίας, Πολωνίας, Τσεχίας στην Ατλαντική συμμαχία το 1997, η ένταξη των τριών χωρών της Βαλτικής (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία) με την ταυτόχρονο ένταξη τους στην ΕΕ το 2004, καθώς και τεσσάρων ακόμη πρώην κομουνιστικών χωρών (Σλοβενία, Σλοβακία, Βουλγαρία, Ρουμανία) εκ των οποίων η Σλοβακία, Σλοβενία εισήλθαν και στην ΕΕ, προκαλεί ανησυχία στις ένοπλες δυνάμεις και την κοινή γνώμη της Ρωσίας. Πολύ περισσότερο, όταν ο ρωσικός θύλακας του Καλινιγκραντ, στρατηγείο του στόλου της Βαλτικής, θα βρεθεί περικυκλωμένος από δύο χώρες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ *Πολωνία- Λιθουανία), κάτι τέτοιο φέρνει το ΝΑΤΟ προ των πυλών της Αγίας Πετρούπολης, με βάση την Εσθονία, και μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από την Μόσχα με βάση την Λετονία.
Επί πλέον στις Βόρειες ακτές της Βαλτικής η αυστηρή ουδετερότητα της Φιλανδίας και της Σουηδίας διχάζει τα στρατιωτικά και πολιτικά επιτελεία, την κοινή γνώμη, που αρχίζουν να φοβούνται την στρατηγική απομόνωση των Σκανδιναβικών χωρών παρά το «backdoor guarantee» του ΝΑΤΟ, την σιωπηρή εγγύηση επέμβασης αν κάποια από τις χώρες αυτές δεχθεί στρατιωτική επίθεση.
Οι ρωσικές αρχές προσπαθούν να αποφύγουν αυτό το καταστροφικό σενάριο ακολουθώντας μια διπλή στρατηγική συνεργασία με την αμερικανική κυβέρνηση του προέδρου Τζορτζ Μπους μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπ. 2001 και αποδυνάμωση των Βαλτικών χωρών. Η Ρωσία καθιστά λιγότερο ελκυστικά τα λιμάνια των Βαλτικών χωρών με την βοήθεια προωθημένων αγκυροβολίων στην θαλάσσια περιοχή της Αγ. Πετρούπολης και αυτό γιατί οι ρωσικές αρχές πρέπει να αντιμετωπίσουν και την ΕΕ σε μελλοντική φάση.
Έτσι η Βαλτική θάλασσα θα μετατραπεί σε κλειστή θάλασσα της ΕΕ, που θα βρέχει εννέα παράκτιες χώρες- μέλη αυτής. Η Ισλανδία πολύ στενά συνδεδεμένη με τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, καθώς και τα τρία ρωσικά παράθυρα στην Βαλτική (Αγ. Πετρούπολη, Κιλινιγκραντ, Καρελία) θα συμμετάσχει επίσης στη ζώνη του «Mare Balticum». Όλοι συμμετέχουν ήδη στο συμβούλιο των χωρών της Βαλτικής που δημιουργήθηκε το 1992.
Συνολικά περίπου 70 εκατ. Άνθρωποι κατοικούν γύρω από την Βαλτική με σχεδόν 50 πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων και περίπου 80 λιμάνια που εξυπηρετούν μια δυνητική εσωτερική αγορά 230 εκατ. Καταναλωτών, γεγονός που κάνει τους επιχειρηματίες να κάνουν όνειρα για κοινή περιφερειακή ευημερία και αναβίωση της μεσαιωνικής Ένωσης της Χάνσε. (χάρτης 6)
Σήμερα οι χώρες της Β. Ευρώπης αποτελούν τους κύριους εμπορικούς εταίρους των χωρών της Βαλτικής με μερίδιο 35% στο σύνολο των άμεσων επενδύσεων που γίνονται στην περιοχή.
Στον τομέα των υποδομών, πολλά λιμάνια ανταγωνίζονται μεταξύ τους και προχώρησαν σε σημαντικές προσπάθειες εκσυγχρονισμού, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τον όγκο του εμπορίου και να προωθήσουν τα ρωσικά πετρέλαια και ορυκτά.
Το οικονομικό μέλλον της Βαλτικής παραμένει η Ρωσία, η οποία εάν συνδεθεί με την υπόλοιπο περιοχή με σταθερό τρόπο, θα ανοίξει τις πόρτες της εσωτερικής αγοράς της με τους σχεδόν 150 εκατ. καταναλωτές.
Η ευρω- περιοχή που προτάθηκε από την Φιλανδία στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας των χωρών της Β. Ευρώπης το 1997 περιλαμβάνει και τις παραμεθόριες ρωσικές ζώνες.
Κατά την σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στα μέσα του Νοε. 2002 επιτεύχθηκε συμφωνία για την μετακίνηση των Ρώσων μέσω Λιθουανίας ή Πολωνίας, χάρη σε ένα έγγραφο που αφορά «διευκολύνσεις στην μετακίνηση».[55]
Το μεγάλο κοινωνικό κόστος της ένταξης για τις χώρες της Αν.Ευρώπης
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ η παραγωγή των περισσοτέρων χωρών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης δεν είχε φτάσει το 2000 παρά το 63% του ΑΕΠ της του 1990, η ομάδα των χωρών της Αν. Ευρώπης και της Βαλτικής έφθασε ήδη από το 1998 τα επίπεδα παραγωγής του 1990 και μάλιστα τα ξεπέρασε κατά 6% το 2000. Αυτή η διαφορά υποδηλώνει μεγάλες ανισότητες.
Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, 1989 και την φιλελεύθερη θεραπεία σοκ που επέβαλε ο Μπαρίς Γέλτσιν το 1992, οι χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ χαρακτηρίστηκαν «χώρες σε μετάβαση προς την οικονομία της αγοράς» μεταφορά που επιτρέπει να παρακαμφθεί ο βίαιος και αντιφατικός χαρακτήρας του καπιταλιστικού μοντέλου.
Σε πολλές περιπτώσεις το ζήτημα ήταν η κατοχύρωση των παλαιών θεσμικών προνομίων, μέσω της πρόσβασης στην ιδιοκτησία, μετατρέποντας τους εργαζόμενους σε εμπορεύματα με ημερομηνία λήξεως.
Σε χώρες όπου η πρόσβαση στην εκπαίδευση, στα πολιτιστικά αλλά και στα βασικά αγαθά αποτελούσε μέρος του «κοινωνικού μισθού» και όπου η απασχόληση στις μεγάλες επιχειρήσεις συνοδεύονταν από κοινωνικές υποδομές για «λιγότερο κράτος» προκάλεσε πραγματικό κλονισμό.
Το παλαιό μοντέλο της κεντρικά σχεδιασμένης πλήρους απασχόλησης, έδωσε την θέση του σε μαζική διαρθρωτική ανεργία που συχνά ξεπερνούσε το 20% σε μια περίοδο που οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν είχαν ακόμη αναδιαρθρωθεί σύμφωνα με τα νέα κριτήρια.
Η γενικευμένη μείωση των γεννήσεων, αποτελεί συμβολική αποτύπωση του ζοφερού μέλλοντος που περιμένει τους πληθυσμούς αυτούς.
Το ποσοστό των φτωχών χωρών πέρασε από το 2% έως το 1998 στο 21% το 1998 σύμφωνα με έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι κοινωνικοί δείκτες και ιδιαίτερα στον τομέα της υγείας καταγράφουν την πιο αρνητική πορεία στα Βαλκάνια και την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών.
Από τις χώρες που βρίσκονται στην τροχιά της διεύρυνσης της ΕΕ, προβάδισμα έχουν αποκτήσει όχι μόνο όσες στο ξεκίνημα βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση, αλλά και όσες απέφυγαν πολέμους και αντιστάθηκαν στις επιταγές των ιδιωτικοποιήσεων όπως η Σλοβενία.
Επί πλέον ωφελήθηκαν εκείνες που δέχθηκαν το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς βοήθειας π.χ. η Πολωνία, της οποίας το χρέος στην ουσία διαγράφηκε στις αρχές του 1990, γεγονός που της έδωσε την δυνατότητα να εισέλθει σε αναπτυξιακή τροχιά πριν από όλες τις υπόλοιπες χώρες.
Οι ξένες άμεσες επενδύσεις (ΞΑΕ) έχουν συγκεντρωθεί στις μεθοριακές ζώνες της ΕΕ, συμβάλλοντας στην διεύρυνση των περιφερειακών ανισοτήτων τόσο στο εσωτερικό του κάθε κράτους όσο και μεταξύ των κρατών.
Η εξάρτηση από τα εισαγόμενα προϊόντα των πολυεθνικών, οδήγησε σε διεύρυνση των εξωτερικών ελλειμμάτων , χωρίς να καταγραφούν θετικά αντισταθμίσματα το τομέα της μεταφοράς τεχνογνωσίας προς τις εγχώριες επιχειρήσεις.
Η πρόσφατη και μαζικής κλίμακος εισροή ΞΑΕ στον τραπεζιτικό τομέα (οι ΞΑΕ ελέγχουν το 50%-90% του κεφαλαίου των τραπεζών, με εξαίρεση την Σλοβενία) θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση των χρηματοδοτήσεων προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες που προσφέρουν μέχρι σήμερα τις περισσότερες θέσεις εργασίας.[56]
Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις χώρες της Αν. Ευρώπης είναι οι περιφερειακές ανισότητες. Οι πολυεθνικές ομοσπονδίες που προέκυψαν το 1918 από την διάλυση των παλαιών αυτοκρατοριών, κληρονόμησαν μεγάλες διαφορές στο επίπεδο ανάπτυξης τόσο μεταξύ των πληθυσμών όσο και μεταξύ των περιφερειών τους. Η αντοχή των διαφορών αυτών προκάλεσε αντιδράσεις απέναντι στις πολιτικές του κέντρου (Πράγα και Βελιγράδι), καθώς οι περιφερειακές ανισότητες εκλαμβάνονταν ως εθνικιστικές διακρίσεις. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι ανισότητες διευκόλυναν την διάλυση των ομοσπονδιών και την ίδρυση ανεξάρτητων κρατών κάτω από φασιστικό ή ναζιστικό έλεγχο (Σλαβικό κράτος, Μεγάλη Κροατία των Ουστάσι, Μεγάλη Αλβανία). Τα γεγονότα αυτά καθώς και η δημιουργία μετά το 1945 των δύο πολύ συγκεντρωτικών στην αρχή κομμουνιστικών ομοσπονδιών, θα αφήσουν τα σημάδια τους στη συλλογική μνήμη.
Παρά τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση και τις διάφορες πολιτικές απέναντι στην Σταλινική ΕΣΣΔ, δεν κατόρθωσαν να καλύψουν τις αρχικές ανισότητες στο επίπεδο ανάπτυξης. Εξ άλλου τα κόμματα – κράτη συχνά επιδίωξαν να εδραιώσουν την εξουσία τους καταφεύγοντας στον εθνικισμό.
Νεοφιλελεύθερη πολιτική της δεκαετίας του 1990 έθεσε σε λειτουργία δομές που ευνοούσαν τις αναπτυγμένες βιομηχανίες των πλούσιων περιοχών (Βοημία, Μοραβία, Σλοβενία) περισσότερο από την βαριά βιομηχανία της Σλοβακίας. Η στροφή αυτή ευνόησε τις πλούσιες περιφέρειες για να αναπτυχθούν ακόμη περισσότερο, ενώ οι λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές επέλεξαν τον προστατευτισμό. Επομένως η διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας και της Τσεχοσλοβακίας παραπέμπουν σε άλλες εξελίξεις που μπορεί να συντελεσθούν αλλού, στην ΕΕ, (Βέλγιο, Ισπανία, Ιταλία) ή και σε ορισμένα κράτη της ΕΣΣΔ.
Επίσης και ο αγώνας δρόμου για την ένταξη στην ΕΕ, ώθησε τις πλούσιες περιφέρειες να απαλλαγούν από τις φτωχότερες περιοχές προκειμένου οι προϋπολογισμοί τους να είναι σύμφωνοι με τα κριτήρια του Μάαστριχ. Οι φτωχές περιοχές ήλπιζαν να λάβουν από τις ευρωπαϊκές διαρθρωτικές χρηματοδοτήσεις, τους πόρους που θα στήριζαν την σύγκληση τους με τις πιο ανεπτυγμένες περιοχές.
Ίσως οι δυτικές κυβερνήσεις να επιθυμούσαν αυτό τον κατακερματισμό, εν μέρει, αν σκεφθεί κανείς την υπονόμευση όλων των εγχειρημάτων σε ομοσπονδιακό πλαίσιο, την ειρηνική ανάκαμψη της γερμανικής επιρροής στα πλουσιότερα τμήματα της Αν. Ευρώπης ή ακόμη τον ρόλο της Γερμανίας στο διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας.
Από την άλλη πλευρά, οι δυτικές κυβερνήσεις επιχείρησαν να αποτρέψουν τον διαμελισμό της Βοσνίας (συμφωνίες του ΝτέΊτον 1995) αλλά και της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, η οποία υποχρεώθηκε να καταρτίσει Σύνταγμα το 2001 που παραχωρεί περισσότερα δικαιώματα στον αλβανικό πληθυσμό.
Με τον τερματισμό της ένοπλης επέμβασης του ΝΑΤΟ στην Γιουγκοσλαβία, η ΕΕ κατάρτισε το Σύμφωνο Σταθερότητας της Αν. Ευρώπης, 1999 και ανανέωσε τις υποσχέσεις της διεύρυνσης[57].
Βαλκάνια, ανακατατάξεις και προσανατολισμοί.
Στα Βαλκάνια αν και οι καταστάσεις φαίνονται ελεγχόμενες, λόγω των επιδιώξεων των χωρών να προσεγγίσουν το ΝΑΤΟ και την ΕΕ όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγουν εθνικισμοί δομημένοι στην μακραίωνα ιστορία της περιοχής και θεμελιωμένοι με εκατόμβες νεκρών και αίματος.
Η λεγόμενη οικονομική σύγκληση φαίνεται ότι έχει μακρύ δρόμο σε οικονομίες προβληματικές, και ως εκ τούτου ο ρόλος της Ελλάδας στην Βαλκανική και ουσιώδης πρέπει να είναι και πρέπει πρωτοποριακά να προχωρήσουμε σε σχεδιασμούς που θα μας επιτρέπουν να διατηρούμε την πρωτοπορία αυτή σε σχέση με τις χώρες της περιοχής.[58]
Η κατάρρευση των ανελεύθερων και ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία αρχές της δεκαετίας του 90 αλλά και γενικώς στην Γιουγκοσλαβία ενωρίτερον, η αιφνίδια και επί Ευρωπαϊκού εδάφους έξαρση θρησκευτικού και εθνικιστικού φανατισμού και των εξ αυτού συγκρούσεων, ο πολυσυζητημένος ανερχόμενος κίνδυνος δημιουργίας ισλαμικού τόξου, ως δευτερογενής προγραμματισμός της ΑΛ ΚΑΪΝΤΑ, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η ένταξη πρώην εχθρικών κομμουνιστικών χωρών στην δημοκρατική Ατλαντική συμμαχία και η έντονη επιθυμία και επιδίωξη όλων των πρώην καταπιεσμένων της κεντρικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης να ενταχθούν κάποτε στην «Λέσχη των πλουσίων» της ΕΕ, επέφεραν καταλυτικές και κοσμογονικές αλλαγές τόσο στην διαμόρφωση του γεωγραφικού χάρτου της περιοχής όσο και στο πολιτικώς σκέπτεσθαι και συμπεριφέρεσθαι των κυβερνήσεων των κρατών αυτών.
Προβλήματα οικονομικά και αγχώδεις πολιτικές εξελίξεις ταλανίζουν επί 13 χρόνια τις χώρες της Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Παρά την απρόσμενη επικράτηση του πρώην βασιλέως και νυν πρωθυπουργού στην Βουλγαρία παραμένει γεγονός ότι και στις δύο χώρες σημειούται το κυματοειδές φαινόμενο επιστροφής στην εξουσία προσώπων και παρατάξεων συνδεδεμένων απόλυτα με τα προηγηθέντα κομμουνιστικά καθεστώτα, και τούτο διάτυπο τις νέες συνθήκες ατυχώς οι φτωχοί πολίτες έγιναν φτωχότεροι υπό καθεστώς ελευθέρας οικονομίας, ενώ οι πλούσιοι- ηγετικά στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος και οι συν αυτοίς – κατέστησαν πλουσιότεροι και μάλιστα σε προκλητικό βαθμό. Επόμενο ήταν να νοσταλγούν, ιδίως οι εντόνως δισφορούντες παλαιότεροι το «λίγο αλλά σίγουρο» την κομμουνιστική εποχή. Στον τομέα πάντως της εξωτερικής πολιτικής, οι ηγέτες και των δύο αυτών χωρών, είτε πρώην κομμουνιστικές, είτε καιροσκοπικώς ανανήψαντες, είτε νεόκοποι δημοκράτες, επιθυμούσαν και επιθυμούν διακαώς και την ένταξη στο ΝΑΤΟ, πράγμα που επέτυχαν προσφάτως, αλλά και την ένταξη στην κεφαλαιαγορά Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που δεν αποτελεί απομακρυσμένο όνειρο για αυτές, δεδομένης και της αξιοσημείωτης βιομηχανικής υποδομής τους και των πλουτοπαραγωγικών πηγών (πετρέλαιο, μεταλλεύματα).
Στο τομέα ενέργειας οι Βούλγαροι βασίζονται απολύτως στην παραγωγή των απηρχειομένων και συνεπώς άκρως επικίνδυνων εργοστασίων του Κοζλοντούι, ενώ απαιτεί από τους Δυτικούς, δισεκατομμύρια δολαρίων για να τα κλείσει.
Το θέμα των μειονοτήτων και στις δύο χώρες, αν και δεν φαίνεται σε ένταση, εν τούτοις παραμένει ουσιώδες, αν και εγένετο προσπάθεια επίλυσής του, με την μεν Βουλγαρία να επιδιώξει, χωρίς επιτυχία, την απομάκρυνση του Τουρκικού στοιχείου το 1987, προς την Τουρκία, την δε Ρουμανία να παρέχει ουσιώδεις παραχωρήσεις στην Ουγγρική μειονότητα.
Η εγρήγορση για προάσπιση της εθνικής μας ασφάλειας και των παγίων ζωτικών μας συμφερόντων κρίνεται ως απολύτως αναγκαία. Η παρακολούθηση εκ του σύνεγγυς πιθανών κινδύνων μελλοντικής εκδηλώσεως ανθελληνικών κινήσεων στο πλαίσιο παγίων, δήθεν αλυτρωτικών, διεκδικήσεων σε βάρος μας όπως π.χ. της FYROM, με την περιλαμβάνουσα στο Σύνταγμα διατύπωση και πολλάκις εκφρασμένη ολοκλήρωση της ανεξάρτητης Μακεδονίας, της Αλβανίας με τον οραματισμό για Μεγάλη Αλβανία και επέκταση της στην Θεσπρωτία, της Βουλγαρίας με την επέκταση της προς Νότο (δήλωση του Βούλγαρου Προέδρου Ζέλεφ το 1992 «είναι πολύ φυσικό να λάβει η χώρα μου από Ελληνικό έδαφος ό,τι της πρέπει ή της ανήκει σε περίπτωση ελληνοτουρκικής πολεμικής σύρραξης».
Ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας
Στην Γιουγκοσλαβία ο θάνατος του Γιόζοπ Μπροζ Τίτο σηματοδότησε το τέλος ενός τρόπου διαχείρισης όλων των συγκρούσεων, ο οποίος στηριζόταν σε ένα κράμα παραχώρησης πραγματικών δικαιωμάτων στους εργαζόμενους και τις εθνότητες της χώρας και καταστολής κάθε αντίθετης φωνής.
Το Σύνταγμα του 1974 αποτύπωνε την ισορροπία με δύο παραμέτρους:
- εδραίωση της «δικτατορίας του προλεταριάτου» με εγγυητή το στρατό και
- δικαιώματα που παραχωρήθηκαν στις εθνικές μειονότητες.
Στο Κόσσοβο που οι Σέρβοι θεωρούν ως την ιστορική τους κοιτίδα το 80% των κατοίκων είναι Αλβανοί και αποτελούν επαρχία της Σερβίας με εκπροσώπηση στα ομοσπονδιακά όργανα χωρίς δικαίωμα «βέτο».
Το 1981 αρχίζουν οι πρώτες ταραχές που προκαλούν νεαροί Αλβανοί διεκδικώντας αυτόνομη Δημοκρατία και διεκδικώντας ισότητα με τις άλλες σλαβικές εθνότητες της ομοσπονδίας.
Οι διαδηλωτές χαρακτηρίζονται «αυτονομιστές» από την Αλβανική και Σερβική νομενκλατούρα, καταστέλλονται, γεγονός που αποτελεί την απαρχή των γεγονότων.
Το 1989-1990 ο Σλόμποταν Μιλόσεβιτς καταργεί ένα «συνταγματικό» διφορούμενο και πυροδοτεί την αντίσταση των Αλβανών Κοσσοβάρων. Η κρίση οδηγεί στην παράλυση της Ομοσπονδίας και στην αναβίωση των «προ τιτοϊκών» εθνικιστικών ιδεολογιών.
Το 1991 τρεις δυναμικές δηλώνονται :
- Η ΣΛΟΒΕΝΙΑ και η ΚΡΟΑΤΙΑ επιθυμούν την συνομοσπονδοποίηση, αποσκοπώντας σε πλήρη ανεξαρτησία.
- Η Σερβία προωθεί μια Γιουγκοσλαβία συσπειρωμένη γύρω από την Σερβική πλειοψηφία.
- Η Βοσνία – Ερζεγοβίνη και η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (FYROM) των οποίων οι εθνότητες εδραίωσαν την ύπαρξή τους μόνο κατά την τιτοϊκή περίοδο, επιδιώκουν την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης.
Τον Ιούνιο του 1991, η Σλοβενία και η Κροατία διακηρύσσουν την ανεξαρτησία τους , αναγνωρίζονται ταχύτατα από την Γερμανία και στην συνέχεια από ΄την ΕΕ, θέτοντας σε δίλημμα την Βοσνία – Ερζεγοβίνη και την FYROM για μια παρακινδυνευμένη δημοκρατία. Οι δύο αυτές ομόσπονδες δημοκρατίες οργανώνουν δημοψήφισμα το 1992 στο οποίο όμως δεν συμμετέχει η σερβική και η αλβανική κοινότητα. Από εκεί και πέρα αρχίζουν εχθροπραξίες των εθνικών κοινοτήτων με την Σερβία και αποσκοπούν στην εδραίωση των εθνικιστικών εξουσιών και στην νομιμοποίηση των εδαφών τους. Όλες οι κοινότητες αρνούνται να χαρακτηριστούν μειονότητες με ότι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή η αντιμετώπιση των μελών τους ως πολιτών δεύτερης κατηγορίας. (χάρτης 7)
Τα ελληνικά συμφέροντα στο σύνολο των περιοχών αυτών είναι πολύ σημαντικά και σύνθετα. Είναι συμφέροντα που κινούνται και δρομολογούνται μέσω των διεθνών οργανισμών που είμαστε μέλη όπως ΕΕ και ΝΑΤΟ, αλλά είναι και άλλα, όπως οικονομικά και αμυντικά που εξυπηρετούνται από καθαρά εθνική προσπάθεια. Τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, όπως εξελίσσονται μας οδηγούν σε ιδιαίτερο προγραμματισμό και σχεδίαση και στους δύο τομείς.
Το 1995 οι συμφωνίες Ντέϊτον με τις οποίες τερματίζεται ο πόλεμος στην Βοσνία αντανακλούν την διεθνή ρεαλιστική πολιτική. Ο Σλόμποταν Μιλόσεβιτς, ο Φράνιο Τούζμαν και ο Αλί Ιζετμπέκοβιτς που εκπροσωπούν Σέρβους, Κροάτες και Βόσνιους μουσουλμάνους αντίστοιχα, επικυρώνουν τον εθνικό διαμελισμό της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης παρακάμπτοντας την ίδια στιγμή την εκδίωξη των Σέρβων από την Κροατική επαρχία της Κράινα και καθιστούν το Κόσσοβο εσωτερική υπόθεση της Σερβίας. Η εμφάνιση του απελευθερωτικού Στρατού του Κοσσυφοπεδίου (UCK) καταδικάζεται ως τρομοκρατική οργάνωση και στην συνέχεια γίνεται όργανο στα χέρια των ΗΠΑ μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων του Ραμπουγέ (1998-99).
Ο πόλεμος του ΝΑΤΟ αποδυναμώνει την Σερβία, καταστρέφει όλες τις βαριές βιομηχανίες και φέρνει την χώρα στο χείλος της καταστροφής. Η ένοπλη επέμβαση του ΝΑΤΟ δεν λύνει το πρόβλημα του Κοσσόβου που παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι σήμερα χωρίς το Κόσσοβο να έχει καμία κρατική οντότητα.
Το 1999 οι Αλβανοί κοσοβάροι χαιρέτησαν τους στρατιώτες της KFOR ως απελευθερωτές, ενώ μετά τα πρόσφατα επεισόδια, τους θεωρούν όχι ως προστάτες αλλά εμπόδιο στην ανεξαρτησία τους. Οι Σέρβοι έχασαν το Κοσσυφοπέδιο το 1999 και όπως εκτιμάται δεν θα το πάρουν ποτέ πίσω αν δεν υπάρξει νέα αιματοχυσία, γεγονός για το οποίο φαίνεται απρόθυμο το Βελιγράδι. Επιπλέον ο σερβικός πληθυσμός στο Κόσσοβο (100.000 σήμερα έναντι 25.000 πριν τις εχθροπραξίες) είναι κατανεμημένος σε θύλακες με κέντρο τον Βορρά (Πετροβίτσα) και γερνά σε αντίθεση με τον Αλβανικό πληθυσμό του Κοσσόβου (1,8 εκατ.) που θεωρείται ο πλέον νέος και γοργά αυξανόμενος πληθυσμός της Ευρώπης. Παρά τις εκρήξεις θυμού, το Βελιγράδι θεωρεί ότι η λύση της διχοτόμησης την οποία ενδέχεται να αποδεχθούν και οι Αλβανοί είναι η πλέον ρεαλιστική. Η διχοτόμηση του Κοσσυφοπεδίου θα μπορούσε εύκολα να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις με κορύφωση την ενίσχυση των Αλβανικών βλέψεων για την δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας» συμπεριλαμβανομένου και τμήματος της FYROM και ίσως τμήματος της Ελληνικής Ηπείρου εφόσον οι συνθήκες το επιτρέψουν. Το ΝΑΤΟ τερμάτισε την βία όμως πολιτικά δεν έλυσε τίποτε, το Κοσσυφοπέδιο είναι πολύ πιθανό να μας απασχολήσει και πάλι.[59] Το εθνικό μας ενδιαφέρον είναι μεγάλο για την περιοχή και λύσεις που δεν θα οδηγήσουν σε σταθερότητα και ομαλοποίηση, θα είναι πηγή σοβαρών προβλημάτων για την περιοχή μας και τα συμφέροντά μας. Η προσπάθεια εκμετάλλευσης των αμερικανικών και Ευρωπαϊκών προθέσεων σε έγκαιρη χρονική στιγμή ίσως είναι μια άποψη προς μελέτη.
Αλβανία
Στην Αλβανία τα τελευταία 13 χρόνια, βρισκόμαστε ενώπιον μιας συνεχούς όσον και επικίνδυνης για την σταθερότητα της χώρας, πολιτική διαμάχη μεταξύ του κομμουνιστού και τώρα σοσιαλιστού Φάτος Νάνο σημερινού πρωθυπουργού και πρώην καθηγητού της μαρξιστικής θεωρίας στο κομματικό Πανεπιστήμιο των Τυράννων και του Σαλί Μπερίσια πρώην προσωπικού ψυχιάτρου του Χότζα, νυν δεξιών αρχών και προέδρου του δημοκρατικού κόμματος της αντιπολίτευσης.
Με σαθρή και παραπαίουσα οικονομία, η Αλβανία προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, βασιζόμενη πρωτίστως και κυρίως στα πολύτιμα εμβάσματα των μεταναστών της στο εξωτερικό και κυρίως στην Ελλάδα (1/2 δισεκ. Δολάρια μόνο από Ελλάδα) ως και την πολλαπλώς παρεχομένη βοήθεια σε χρήμα και σε είδος από πολλές χώρες που περιέργως δείχνουν ιδιαιτέρα συμπάθεια στην Αλβανία, η οποία όπως διατείνεται υπήρξε μονίμως θύμα πιέσεων εκ μέρους των γειτόνων της.
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής μπορεί ανέτως να χαρακτηρισθεί ως η πλέον φιλοαμερικανική, φιλονατοϊκή και φιλοδυτική εξ όλων των κρατών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Επιδιώκει την ένταξή της στο ΝΑΤΟ έχοντας ταυτοχρόνως την ευγενή αλλά μάλλον μη ρεαλιστική φιλοδοξία να ενταχθεί σε εύθετο χρόνο και στην ΕΕ.
Στην ενεργειακό τομέα η Αλβανία θα μπορούσε να καταστεί ακόμη και αυτάρκης στο μέλλον, εκμεταλλευόμενη καταλλήλως φράγματα και υδατοπτώσεις, αλλά κυρίως εκσυγχρονίζοντας απηρχειωμένες εγκαταστάσεις και μεθόδους αντλήσεως πετρελαίου από πλούσια κοιτάσματα που ακόμη υπάρχουν στις περιοχές Μπαλς, Πατός και Φιερί στην κεντρική γεωγραφική ζώνη.
Από εθνικιστικές βλέψεις χωρίς αυτές να δηλώνονται ευθέως, λόγω των προσδοκιών της για ΝΑΤΟ και ΕΕ, εν τούτοις δεν παύει να προσβλέπει στηριζομένη σε αλβανόφωνους πληθυσμούς και ιστορικές αναδρομές στην δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας». Έτσι μια πιθανή διχοτόμηση- ανεξαρτητοποίηση του Κοσσυφοπεδίου θα της έδινε την δυνατότητα να γειτνιάζει με ομογενείς λαούς, που με την πολιτική των ανοικτών συνόρων θα επιτύγχανε την επέκτασή της. Στην περιοχή της FYROM και με αλβανόφωνο πληθυσμό άνω του 30% τουκράτους, ο οποίος και ευρίσκεται στα σύνορά της, επέτυχε την παροχή εξαιρετικών προνομίων χωρίς δικής της εμπλοκή και προσδοκά στην αστάθεια του νεοσύστατου κράτους για μελλοντικές ενέργειες που θα τις επιτρέψουν να έχει βαρύνοντα λόγο στα δρώμενα της περιοχής.
Αξιώσεις για αποζημιώσεις αλλά και επανεγκατάσταση των Τσάμηδων στην Θεσπρωτία σηματοδοτούν μελλοντικές ενέργειες από απλές τρομοκρατικές πράξεις μέχρι συγκρότηση τρομοκρατικών εθνικιστικών ομάδων, με σκοπό αρχικά την δημοσιοποίηση του υποθετουμένου προβλήματος και στην συνέχεια εκδήλωση απαιτήσεων, ενώ παράλληλα φροντίζει για εγκατάσταση αλβανικών πληθυσμών στην Β. Ήπειρο μειώνοντας την δημογραφική σύνθεση της περιοχής αλλά και ενθαρρύνει τον ελληνικό πληθυσμό για μετανάστευση στην Ελλάδα με την προσδοκία ότι το ανώτερο βιοτικό επίπεδο δεν θα επιτρέψει την μελλοντική επιστροφή τους.[60]
(3) Διαπιστώσεις – Μερικά Συμπεράσματα
Για την Ρωσία, ασταθής θα παραμένει ακόμη η πολιτειακή διαμόρφωση και πολύ περισσότερο στις χώρες της ΚΑΚ, οι οποίες βλέπουν με καχυποψία την Ρωσία, αλλά και με προσδοκία των ΗΠΑ και ΕΕ. Η κακή οικονομική κατάσταση, οι εθνικιστικές τάσεις και το πετρέλαιο, είναι στοιχεία και αιτίες αναταραχών που επηρεάζουν την πολιτική των χωρών αυτών.
Πέρα αυτών η προσπάθεια διαφοροποίησης του οικονομικού δυναμικού (Δυτικοποίηση- Καπιταλισμός) εκτιμάται ότι θα διαρκέσει αρκετά, το χάσμα πλούσιων – φτωχών θα γίνει ευρύτερο, με αποτέλεσμα οι αμφισβητήσεις να επηρεάζουν τα πολιτικά δρώμενα, με συνεχείς εναλλαγές κυβερνήσεων και ίσως και πραξικοπημάτων.
Οι βλέψεις των χωρών της ΚΑΚ προς τα Δυτικά και οι προσπάθειες της Δύσης για οικονομικά οφέλη και πιθανές προς εκμετάλλευση εσωτερικές αναταραχές θα οδηγήσει σε συχνές εναλλαγές φιλοδυτικών κυβερνήσεων, με αποτέλεσμα την μη ομαλή πολιτική ζωή, παράγοντα απαραίτητο για ευημερία και πρόοδο.
Στην ΕΕ, η οικονομική ανισότητα για τις νεοεισελθούσες χώρες (ενώ είχαμε την διαφορά Βορρά–Νότου, τώρα έχουμε και τη διαφορά Δύσης- Ανατολής) πιθανόν να σβήσει το όνειρο της Δυτικοποίησης και του φιλελευθερισμού με πολιτικούς τριγμούς ίσως. Η μεγάλη κοινωνική διαφορά (κοινωνικές δαπάνες) μεταξύ των χωρών, αποδυναμώνει το ενδιαφέρον του πολίτη και την αντίστοιχη ενεργοποίηση του στους δημοκρατικούς θεσμούς, διακατέχεται από αδιαφορία και αφήνει περιθώρια να δημιουργηθεί η δημοκρατία με εκπροσώπους της επαγγελματίες πολιτικούς ή πολιτικούς που οδηγούνται από το μεγάλο κεφάλαιο. Ένα ίσως παράδειγμα είναι το μικρό ποσοστό συμμετοχής του λαού των χωρών αυτών στις πρώτες Ευρωεκλογές.
Η μη ύπαρξη Συντάγματος και παραπέρα ουσιαστικών πολιτικών βημάτων που θα συσπειρώσουν την Ένωση και θα την οδηγήσουν στην πλήρη ενοποίηση, καθιστούν προβληματισμένους και επιρρεπείς σε κάθε πολιτική αντίδραση, τους κατοίκους των πλουσίων χωρών που κατά βάση επωμίζονται το μεγάλο οικονομικό φορτίο.
Οι μειονότητες, υπάρχουσες ή δημιουργούμενες μελλοντικά από εσωτερική διακίνηση ή λαθρομετανάστευση ίσως κλονίσουν τον μέχρι σήμερα ομαλό κοινωνικό ιστό και αναστατώσουν τις τοπικές κοινωνίες με απαιτήσεις και δικαιώματα με απρόβλεπτα αποτελέσματα, δεδομένου ότι οι Ευρωπαϊκές κοινωνίες αποτελούνται από σχετικά ομοιογενή πληθυσμό. Η πιθανότης αυτή ίσως είναι μεγαλύτερη στις χώρες της Αν. Ευρώπης που πρόσφατα εντάχθηκαν στην ΕΕ αφού οι προσδοκίες είναι πολύ μεγάλες και έντονες.
Η Ρωσία δημιουργώντας την ΚΑΚ, από οικονομικής πλευράς θεωρούμενη, προσπαθεί να αντισταθεί αφενός στις αγορές της ΕΕ και των μεγάλων δυνάμεων, αφετέρου να εκμεταλλευτεί και να ελέγξει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές των χωρών αυτών, με επίκεντρο το πετρέλαιο της Κασπίας θάλασσας.
Οι αγορές της Ευρώπης, αδύναμες σε πετρέλαιο, οδηγούν την Ρωσία σε δημιουργία αγωγών που θα διέρχονται από χώρες της ΚΑΚ χωρίς ταραχές και θα εξυπηρετούν την Β. Ευρώπη μέσω Βαλτικής και την Ν. Ευρώπη μέσω της Μεσογείου θαλάσσης. Τα ανοίγματα προς την Κίνα της παρέχουν ένα τεράστιο αγοραστικό κοινό και την βγάζουν από ΄την απομόνωση των Δυτικών αγορών, συνδυαζόμενες με την φιλελευθεροποίηση των μεγάλων βιομηχανιών της.
Η ΕΕ αντίθετα έχει στα «σύνορά της» μία αγορά 150 και πλέον εκατ. (Ρωσία και ΚΑΚ) με πρωτογενή παραγωγή που σίγουρα αποτελεί πόλο έλξης για το εμπόριο και τις επενδύσεις της. Η μεταξύ των χωρών της ΕΕ αγορά θα παρουσιάσει ανισότητες λόγω διαφορετικής οικονομικής καταστάσεως μεταξύ των μελών της, με προβληματικό ισοζύγιο πληρωμών. Οι χώρες του Νότου μειονεκτούν έναντι χωρών του Βορρά που λόγω εγγύτητας των μεγάλων αγορών των χωρών της Δ. Ευρώπης, είναι πλέον πρόσφορες σε επενδύσεις, λόγω αποστάσεως και λόγω φθηνών εργατικών, παράγοντες που κατεβάζουν το κόστος των παραγομένων προϊόντων. Η ατελής ή ελλιπής νομοθεσία που αφορά το εμπόριο στο εσωτερικό της ΕΕ το επηρεάζουν δυσμενώς και οπωσδήποτε προς όφελος των μεγάλων βιομηχανικών χωρών που έχουν την δυνατότητα και να ελέγχουν τις αγορές και να καθορίζουν τις οικονομικές πολιτικές στο εσωτερικό της ΕΕ πάντοτε προς το συμφέρον τους.
Η Ρωσία με την ΚΑΚ, από την αμυντική και στρατηγική πλευρά προσπάθησε να δημιουργήσει ένα τείχος μη παραπέρα διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προστατεύοντας κατά το δυνατόν τα συμφέροντά της και δημιουργώντας συνθήκες «νέας ισορροπίας» μεταξύ Δυτικού και Ανατολικού «συνασπισμού».
Η επέκτασή της με συμφωνίες προς την Κίνα, χαρακτηρίζονται ως αντίδραση προς τις ΗΠΑ κατά κύριο λόγο, αλλά ταυτόχρονα και μία προσέγγιση για διασφάλιση των Ανατολικών της συνόρων με μελλοντικό σκοπό την δημιουργία συμφωνιών αμυντικής πολιτικής, (Ρωσίας – Κίνας) αν και αυτό φαίνεται προς το παρόν ανέφικτο και απαιτεί μάκρος χρόνου.
Οι χώρες της ΚΑΚ έχοντας αναμνήσεις από τον στρατιωτικό παρεμβατισμό της Σοβιετικής ένωσης, αλλά και ερωτοτροπώντας Δυτικά, χωρίς να είναι αρνητικές, σε συμφωνίες με την Ρωσία, αντιτίθενται σε μια ολοκληρωμένη αμυντική συμφωνία και ταυτόχρονα επιτρέπουν στις ΗΠΑ την παρουσία στρατιωτικού προσωπικού στο έδαφός τους.
Η σταθεροποίηση των χωρών της Αν. Ευρώπης και της Βαλκανικής φαίνεται να επιτυγχάνεται σχεδόν μόνο με την ένταξη ορισμένων στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, είτε με την προοπτική των υπολοίπων προς αυτές τις κατευθύνσεις, αφού δεν υπάρχει και άλλη ουσιαστική προοπτική. Αυτό δημιουργεί για την χώρα μας νέα γεωπολιτικά (ασφάλεια- άμυνα), οικονομικά (κοινωνική ανάπτυξη- ευημερία) και ιδεολογικά (εθνικές αξίες – πολιτισμός) δεδομένα, τα οποία απαιτούν προσεκτική μελέτη, ανάλυση και εκμετάλλευση, αν θέλουμε η χώρα μας να εξυπηρετεί ενεργώς τα εθνικά της συμφέροντα και να μην σύρεται πίσω από τα γεγονότα και τις εξελίξεις.
Ο γεωπολιτικός άξονας της εθνικής μας πολιτικής θα βασίζεται κατ’ αρχήν στο γεγονος ότι δεν υπάρχει πλέον εξωτερική απειλή από τα βόρεια σύνορά μας, ιδιαίτερα στρατιωτικής μορφής. Υπάρχουν όμως κίνδυνοι από σχετική αστάθεια που μπορεί να δημιουργήσουν αναλόγου καταστάσεις χώρες και περιοχές, όπως η Αλβανία, η FYROM και το Κοσσυφοπέδιο. Η επίδειξη της οικονομικής, αλλά κυρίως της στρατιωτικής ισχύος της χώρας μας προς τους δύο αυτούς γείτονες με μη προκλητικούς αλλά πολύ αποφασιστικούς τρόπους, θα μετριάσει ή μάλλον θα μηδενίσει τις όποιες αλλητροτικές προθέσεις τους εις βάρος μας.
Ο οικονομικός άξονας της εθνικής μας πολιτικής έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται και αφορά ουσιαστικά την επιχειρηματική και οικονομική παρουσία μας στις περιοχές Βαλκανίων, Αν. Ευρώπης και Ρωσίας. Η αυτόνομη οικονομική παρουσία είναι η μία συνιστώσα της προσπάθειας αυτής, αλλά η κυριώτερη ίσως είναι αυτή που γίνεται σε συνεργασία ή σε συνδυασμό με τις χώρες της ΕΕ και με τις ΗΠΑ. Η σύμπλευσή μας με τα οικονομικά συμφέροντα των Ευρωπαικών και Αμερικανικών μεγάλων εταιρειών και οργανισμών (π.χ. SECI) ενώ μας μεγιστοποιούν την οικονομική μας παρουσία στις περιοχές αυτές, εξασφαλίζουν την ισχυρή υποστήριξη των συμφερόντων μας έναντι άλλων ανταγωνιστών και πιθανών μελλοντικών μεταβολών.
Ο συνδυασμός αυτός, αυτόνομης και συλλογικής οικονομικής παρουσίας πρέπει να εμπεριέχει και τον τρίτο άξονα της εθνικής μας πολιτικής που είναι ο ιδεολογικός. Μια πτυχή της οικονομικής παρουσίας με φορέα τον πολιτισμό, τις ελληνικές τέχνες, γράμματα, την παράδοση, την θρησκεία και επιστήμες και το αντίστροφο, εξυπηρετουν μακροπρόθεσμα και σε βάθος τα εθνικά μας συμφέροντα, δημιουργώντας εμπιστοσύνη και αμοιβαία εκτίμηση.
Με στόχο την ασφάλεια και την εμπέδωση της ειρήνης και της δημοκρατίας στις περιοχές αυτές η στρατιωτική μας παρουσία δεν πρέπει να σκοντάφτει σε οικονομικούς περιορισμούς, αλλά ούτε και να επιλέγουμε μόνο τομείς υποστήριξης. Το επιχειρησιακό πρόσωπο και η αξία των Ενόπλων μας Δυνάμεων είναι αυτό που θα μας καθιερώσει ως παράγοντα ισχύος και δύναμης στην περιοχή (π.χ. Πολυεθνική Ταξιαρχία Νοτιοανατολικής Ευρώπης). Δεν θα πρέπει να υποβαθμίζουμε μόνοι μας τα στοιχεία της ισχύος μας, αφού ως μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είμαστε η ισχυρότερη πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά χώρα των Βαλκανίων και όχι μόνο, μας επιτρέπει να διεκδικούμε με αξιώσεις ρόλο πρωταγωνιστού. Η Νατοϊκή επέκταση στα Βαλκάνια μπορεί σε μια πρώτη εκτίμηση να μειώνει το δικό μας ειδικό βάρος στη Συμμαχία και στους στόχους αυτής. Κατά πόσο η επέκταση αυτή θα εξελιχθεί υπέρ ή κατά της δικής μας αξίας ως ενός εκ των δύο παλαιοτέρων μελών του ΝΑΤΟ στη Βαλκανική, θα εξαρτηθεί από εμάς τους ίδιους. Μέσω του ρόλου που μπορούμε και δικαιούμαστε να παίξουμε, αν θέλουμε φυσικά, μας παρέχεται η δυνατότης να εμπλακούμε στα Νατοϊκά θέματα των νέων αυτών χωρών, αλλά και στις διεργασίες των αμερικανικών συμφερόντων που αναπτύσσονται στην περιοχή.
γ. Η Εθνική Πολιτική και Στρατηγική της Τουρκίας μετά τα νέα δεδομένα στην περιοχή και τις σχέσεις της με την ΕΕ και η Επίδρασή τους επί των αντιστοίχων της χώρας μας.
(1) Γενικά
Η Εθνική Στρατηγική της Τουρκίας τα τελευταία 15 χρόνια βρέθηκε στην ανάγκη να επανεξετάσει αρκετές φορές τις βασικές της κατευθύνσεις, λόγω κυρίως του ιδιαίτερα ρευστού γεωπολιτικού περιβάλλοντος που δημιούργησε η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και αργότερα η νέα αντιτρομοκρατική αμερικανική πολιτική. Τους εκάστοτε στόχους που έθετε η τουρκική στρατηγική, τις περισσότερες φορές, τους χαρακτήριζε η μεγαλομανία και ο μεγαλοιδεαλισμός (Παντουρκισμός) με ταυτόχρονη διαπίστωση της αδυναμίας υποστήριξης αυτής της πολιτικής, λόγω των σοβαρών περιορισμών και δομικών προβλημάτων της εθνικής της οικονομίας.
Όλη αυτή την περίοδο η εθνική στρατηγική της Τουρκίας, ενώ προσπαθούσε να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της από τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, δεν έβγαλε από τους στρατηγικούς της στόχους την πορεία της προς την ΕΕ. Ο μεγάλος αυτός, δομικός, στόχος όπως είναι φυσικό, ασκούσε μικρή ή μεγάλη επίδραση στην επιλογή των καταλλήλων πολιτικών για την υποστήριξη της γενικότερης στρατηγικής της.
Έτσι για λόγους επιμερισμού της αναλυτικής μας προσέγγισης στην εθνική πολιτική και στρατηγική της Τουρκίας, θα αναφερθούμε στην Μεταψυχροπολεμική Περίοδο στην συνέχεια στον αντίκτυπο της 11ης Σεπτεμβρίου και τέλος στην Ευρωπαϊκή Πρόκληση.
Πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής την περίοδο μετά τις αρχές του 2002 (ουσιαστικά μετά την 11-9-2001) υπό το πρίσμα των γεωστρατηγικών αλλαγών, πρέπει να λάβει υπόψη, κατά την γνώμη μας, τέσσερις στρατηγικούς παράγοντες που έχουν άμεση σχέση με τις επιδιώξεις της Τουρκίας επί των ελληνικών συμφερόντων στο Αιγαίο και την Κύπρο. Οι παράγοντες αυτοί είναι :
(α) Τη διακοσμητική περικοπή (Απρίλιος 2002) του ρυθμού αναβάθμισης των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων λόγω της οικονομικής κατάρρευσης των αρχών του 2001 που μείωσε τα κατά κεφαλήν εισοδήματα των πολιτών της χώρας κατά 27,2% μέσα σε περίπου 1 ½ χρόνο και αποτέλεσε – μαζί με την αδυναμία αντίδρασης της κρατικής μηχανής στους σεισμούς του 1999- τη βασική αιτία της συντριβής των παραδοσιακών αντι- ισλαμικών κομμάτων στις εκλογές του Νοεμβρίου 2002.[61]
(β) Την πολιτική επανάσταση[62] του Νοεμβρίου 2002 που δημιούργησε την πρώτη αυτοδύναμη κυβέρνηση της χώρας μεταψυχροπολεμικά η οποία αφενός κυριαρχεί απόλυτα στον Κοινοβουλευτικό χώρο και αφετέρου αντιμετωπίζεται από το στρατοκρατικό κατεστημένο ως σχεδόν υπαρξιακή απειλή για τον κεμαλικό – κοσμικό χαρακτήρα του κράτους.
(γ) Τη γεωστρατηγική υποβάθμιση της χώρας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η οποία τεκμαίρεται 1/ από τον άμεσο αμερικανικό έλεγχο επί του συνόλου του Ιράκ, 2/ την άρνηση της Τουρκίας να υποβοηθήσει την εκστρατεία απομάκρυνσης του Σαντάμ τον Μάρτιο του 2003 και 3/ τη σύσσωμη συσπείρωση των ιρακινών κομμάτων κατά της οποιασδήποτε στρατιωτικής παρουσίας της Τουρκίας τον Οκτώβριο του 2003.
(δ) Την εντατικοποίηση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας που αιτιολογείται κυρίως από τη βούληση της «νέο» -ισλαμικής κυβέρνησης Ερντογάν τα ενισχύει ολοένα και περισσότερο τη θέση της κυρίως έναντι των θεματοφυλάκων της κεμαλικής ορθοδοξίας περιορίζοντας την καταλυτική τους παρεμβατικότητα στην πολιτική ζωή της χώρας.[63]
Η Πρώτη Μεταψυχροπολεμική Περίοδος
Η έναρξη της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας των Αμερικανών εναντίον του ισλαμικού φονταμενταλισμού τον Οκτώβριο του 2001 και η γεωπολιτική της κωδικοποίηση μέσα από το δόγμα του «Άξονα του Κακκού» τον Ιανουάριο του 2002, φάνηκαν να δίνουν στην Τουρκία μια δεύτερη ευκαιρία για να επιβεβαιώσει τον αυτοπροβαλλόμενο «ηγετικό» της ρόλο στην ευρύτερη περιοχή της Μείζονος Μέσης Ανατολής, όπως αυτή οριοθετείται από το «νοητό» τρίγωνο που έχει την κορυφή του στον Περσικό Κόλπο και τις δύο βάσεις του στην Κασπία θάλασσα και το Αιγαίο Πέλαγος.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας και με δεδομένη την επιτυχή της συμμετοχή στον πρώτο Αμερικανικό Πόλεμο κατά του Ιράκ το 1991 η Τουρκία ήλπιζε ότι θα αναδεικνυόταν σε ηγεμονικό σταθεροποιητικό παράγοντα της ευρύτερης περιοχής. Η αποστολή αυτή όπως οριοθετείτο και από σημαντικούς στρατηγιστές,[64] θα επικεντρωνόταν κυρίως στη ζώνη της Υπερκαυκασίας – Κεντρικής Ασίας με επίκεντρο τις τουρκόφωνες δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας προεξαρχούντος του Αζερμπαϊτζάν και στη ζώνη της Μέσης Ανατολής με επίκεντρο, μετά το 1993-1994, την ενίσχυση του αμερικανικού δόγματος της διπλής ανάσχεσης (double containment) εναντίον του Ιράκ και του Ιράν.
Η περίπτωση της Βαλκανικής ήταν περισσότερο πολύπλοκη και λιγότερο διαβλητή ως προς τη διεισδυτικότητα της τουρκικής διπλωματίας. Σε αντίθεση με τη Μέση Ανατολή και την Υπερκαυκασία η Άγκυρα δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι διατηρεί κάποια κοινά πολιτιστικά στοιχεία με την πλειοψηφία των Ορθοδόξων λαών της Χερσονήσου. Τα μόνα ισλαμικά κράτη που ενδεχομένως ν’ αποτελούσαν μοντέλα του επιτυχούς – κατά τους αμερικανούς- τουρκικού μοντέλου της «ισλαμικής δημοκρατίας» είτε αντιμετώπιζαν έως το 1995 πρόβλημα επιβίωσης (Βοσνία) είτε μετετράπηκαν πολύ γρήγορα σε στρατιωτικά και διπλωματικά προτεκτοράτα των ΗΠΑ και των Μεγάλων Δυτικο- Ευρωπαϊκών δυνάμεων (Βοσνία 1995, Αλβανία- 1997, Κόσοβο-1999, Σκόπια- 2001).
H Άγκυρα δεν είχε παρά ελάχιστα περιθώρια αυτόνομων πρωτοβουλιών στη Βαλκανική. Δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει συναινετικά και σε απουσία στρατηγικού ανταγωνισμού με την Ελλάδα- ιδίως μετά και την εξομάλυνση των Ελληνο-Αλβανικών και Ελληνο- Σκοπιανικών σχέσεων το 1997- τις επιλογές των Νατοϊκών της συμμάχων. Μπορεί να ανέλαβε συμβολικής σημασίας ρόλους όπως η εκπαίδευση του Βοσνιακού «στρατού» μετά το 1995 αλλά οι υπερβολικά φοβικές αντιδράσεις που κυριάρχησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 περί «ισλαμικού τόξου» και περικύκλωσης της Ελλάδος μέσω τουρκικών βάσεων στην Αλβανία και τα Σκόπια βρισκόντουσαν εκτός πραγματικότητας.[65]
Η αυτοκατανάλωση της χώρας μας με το Σκοπιανικό ζήτημα έως και το 1996-97 ίσως να συνέβαλε στην εντύπωση γιγάντωσης της τουρκικής διπλωματικής επιρροής στη Βαλκανική, αλλά μετά την οριστικοποίηση της ενταξιακής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων (Σύνοδος Θεσσαλονίκης 2003) και την ένταξη της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας στην Ένωση το 2007, το οποιοιδήποτε πεδίο ενδεχόμενου Ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού στη Βαλκανική θα έχει αμιγώς γεωοικονομική μορφή- κυρίως γύρω από ζητήματα κατασκευής αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαίου- και θα εξελιχθεί μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο όπου η χώρα μας διαθέτει και- θα πρέπει να χρησιμοποιήσει- το σύνολο των θεσμικών αλλά και οικονομικών της πλεονεκτημάτων. Ακόμη και αν εκδηλωθούν περαιτέρω τάσεις Αλβανικού αναθεωρητισμού έναντι των Σκοπίων ή σχετικά με το καθεστώς του Κοσόβου, η Άγκυρα έχοντας πάντοτε ανοιχτό το κουρδικό της πρόβλημα είναι πιθανότερο- όπως έκανε το 1999 και το 2001- να ταυτιστεί με την Ελληνική αλλά και Ευρω- Αμερικανική θέση περί μη (περαιτέρω) αλλαγής των συνόρων.[66]
Δυστυχώς για την Τουρκία εκτός πραγματικότητας βρίσκονταν και οι Οζαλικοί οραματισμοί Νέο- Οθωμανικού (ως προς τη Μέση Ανατολή) και Παν- τουρκικού (ως προς την Υπερκαυκασία) περιεχομένου που χαρακτήρισαν την σχεδόν «τυχοδιωκτική» πολιτική του Τουργκούτ Οζάλ έως και τον θάνατό του τον Απρίλιο του 1993. Η απόλυτη ταύτιση της Άγκυρας με το παντουρκιστικό κόμμα του αζέρου προέδρου Ελτσίμπεϊ που ήγειρε εδαφικές διεκδικήσεις έναντι των βορειοανατολικών επαρχιών του Ιράν και η απόπειρα στρατιωτικού εκβιασμού της Αρμενίας κατά τα πρότυπα της «Κύπρου» προκάλεσαν την κοινή αντισυσπείρωση Μόσχας και Τεχεράνης.[67]
Η αντισυσπείρωση αυτή ενισχυόταν ακόμη περισσότερο από τη βεβαιότητα ότι η Τουρκία αποτελούσε τον ουσιαστικό προμαχώνα και ενισχυτή των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Πολύ γρήγορα λόγω και της δομικής οικονομικής αδυναμίας της Τουρκίας, η Άγκυρα απέτυχε να αντεπεξέλθει στις υψηλές προσδοκίες που είχε η ίδια δημιουργήσει για τις χώρες της περιοχής σε πολιτικό, διπλωματικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο, ιδιαίτερα όσον αφορά τις Κεντρο- Ασιατικές Δημοκρατίες.[68]
Όσον αφορά την Υπερκαυκασία η αποτελεσματικότητα της τουρκικής διπλωματίας ήταν σαφώς ρεαλιστικότερη αλλά και συνεχώς λιγότερο φιλόδοξη. Από τον αρχικό στόχο της αντικατάστασης της γεωπολιτικής επικυριαρχίας της Ρωσίας που κορυφώθηκε με την επικίνδυνη απόπειρα πραξικοπηματικής ανατροπής της κυβέρνησης Αλίγιεφ (1995) και την υποστήριξη της πρώτης Τσσετσενικής εξέγερσης (1996), ο θεμελιώδης στόχος περιορίστηκε στην κατασκευή του πετρελαιαγωγού Μπακού- Τζεϋχάν, ο οποίος αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί μέσα στο πρώτο μισό του 2005.
Ο αγωγός αυτός ωστόσο από μόνος του δεν αρκεί – εφόσον ολοκληρωθεί και κυρίως εφόσον λειτουργήσει ομαλά- ούτε για να εντάξει στρατιωτικο- διπλωματικά το Αζερμπαϊτζάν στην αμερικανο- τουρκική σφαίρα επιρροής ούτε, πολύ περισσότερο, για να αντικαταστήσει τη ρωσική γεωπολιτική επικυριαρχία στην Υπερκαυκασία.[69] Η δυναμική αυτή θα μεταβληθεί εφόσον η αμερικανο-τουρκική συμμαχία αποφασίσει να υπερασπίσει στρατιωτικά τον πετρελαιωγωγό Μπακού- Τζεϋχάν υποχρεώνοντας τη Μόσχα σε στρατηγική εκκένωση της Υπερκαυκασίας από τους 12000 με 15000 άνδρες που διατηρεί στην Αρμενία, την Απχαζία, τη Νόρια Οσσετία και την ίδια τη Γεωργία, εν προκειμένω στο Βατούμι, το Βαζιάνι και την Γιαχακβέτια (Ακχαλκαλάκι).[70]
Στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής ωστόσο, ο ρόλος της Τουρκίας συγκριτικά με την ψυχροπολεμική περίοδο αναβαθμίστηκε καταφανώς, κυρίως λόγω της ριψοκίνδυνης αλλά και εξαιρετικά επιτυχημένης επιλογής του Οζάλ να συμπαρατάξει την Τουρκία στο πλευρό των Αμερικανών το 1991 παρά την κάθετη αντίθεση της ηγεσίας του στρατεύματος.[71] Το πρόβλημα ωστόσο για την τουρκική πολιτική στη Μέση Ανατολή έγκειται στο ότι σε μακροπρόθεσμο επίπεδο τα στρατηγικά της συμφέροντα απέκλιναν από αυτά των ΗΠΑ αναφορικά με τόσο με το Ιράκ- κυρίως λόγω ου κουρδικού- όσο και με το Ιράν.
Η βασική χρησιμότητα της Τουρκίας για τις ΗΠΑ και ο πρώτος βασικός παράγων της γεωστρατηγικής της «αναβάθμισης», αφορούσε τη παροχή διευκολύνσεων μέσω της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ έτσι ώστε η Ουάσιγκτον να διατηρεί την de facto ανεξαρτησία του χειρότερου, δυνητικά αντιπάλου της Άγκυρας στην περιοχή.[72] Η μόνη ευκαιρία που είχε η Τουρκία για να αντιστρέψει τη δυναμική αυτονόμησης των Κούρδων του Βορείου Ιράκ, που η ίδια μάλιστα ενίσχυε μέσω της παραχώρησης του Ιντσιρλίκ έως και το 2003, ήταν η επανάληψη του επιτυχούς πολιτικού ελιγμού του Οζάλ το 1991. Η άρνηση της Τουρκίας (Μάρτιος 2003) να ανοίξει το βόρειο μέτωπο της αμερικανικής εκστρατείας για την ανατροπή του Σαντάμ αποτέλεσε στρατηγικό λάθος πρώτου βαθμού, καθώς η Άγκυρα απώλεσε μεγάλο μέρος της δυνατότητας της να ελέγξει τις πολιτικές εξελίξεις μέσα στο Βόρειο Ιράκ, αλλά και περιόρισε τη χρησιμότητά της ως βάση εξόρμησης των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή.
Αναφορικά με το Ιράν η αντίφαση ανάμεσα στα τουρκικά και τα αμερικανικά συμφέροντα αναδείχθηκε πολύ πιο άμεσα. Παρά τη δεδηλωμένη αμερικανική αντίθεση και την επιβολή μονομερών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης (Iran- Libya Sanctions Act 1996) από τις ΗΠΑ, η Τουρκία προχώρησε με ευρωπαϊκή ενθάρρυνση στη σύναψη στρατηγικής συμφωνίας εισαγωγών Φυσικού Αερίου με το Ιράν τον Αύγουστο του 1996, ενώ ιδιαίτερα μετά την εκλογή του μεταρρυθμιστή Χατάμι στην Προεδρία της Ισλαμικής Δημοκρατίας (Μάιος 1997)- και παρά ορισμένες έντονες τριβές την περίοδο 1995-1997 αναφορικά με την ιρανική υποστήριξη προς το ΡΚΚ- η Άγκυρα συμπαρατάχθηκε με την ευρωπαϊκή πολιτική προσέγγισης και διαλόγου απορρίπτοντας την αμερικανική στρατηγική της ανάσχεσης, ενώ η Τεχεράνη έπαψε ιδίως μετά την Τουρκο-Συριακή κρίση του Οκτωβρίου 1998 να ενισχύει ουσιαστικά τους Κούρδους αντάρτες.
Παράλληλα η Τουρκία αντέστρεψε τη ριζοσπαστική πολιτική του Οζάλ και δεν τόλμησε μετά το 1996 να ανεγείρει θέματα αζερικών/ παντουρκικών μειονοτήτων στις δύο επαρχίες (Ταυρίδα και Ορουμιγιέχ) του Ιρανικού Αζερμπαϊτζάν, μολονότι ο ανταγωνισμός της με την Τεχεράνη για τη διεκδίκηση σφαιρών επιρροής στην Υπερκαυκασία και σε μικρότερο βαθμό την Κεντρική Ασία συνεχίστηκε με το Ιράν να λειτουργεί πάντοτε υποβοηθητικά της ρωσικής προσπάθειας να ανασχέσει την αμερικανο-τουρκική διείσδυση. Εξαιρουμένων ορισμένων συνοριακών επεισοδίων σχετικά με την καταδίωξη κούρδων ανταρτών το 1996 και το 1999, η μόνη ουσιαστική τριβή στις σχέσεις των δύο χωρών αφορούσε την τακτική υποστήριξη του ισλαμικού κόμματος του Νετζμετίν Ερμπακάν από τους συντηρητικούς κύκλους του Ιράν, η οποία και έληξε με την απέλαση του ιρανού πρέσβη στην Τουρκία τον Φεβρουάριο του 1997.[73]
Αναμφίβολα η σημαντικότερη στρατηγική επιτυχία της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής μεταψυχροπολεμικά εντοπίζεται στη σύσταση της Τουρκο- Ισραηλινής συμμαχίας (1996)[74] και τη συνεπαγόμενη εξουδετέρωση της Συρίας ως βασικού υποστηρικτή της στρατιωτικής δυναμικής του ΡΚΚ. Πέραν της αναβάθμισης σημαντικών οπλικών συστημάτων όπως τα F-4 Ε, της προοπτικής ανάπτυξης ενός περιφερειακού συστήματος αντιπυραυλικής προστασίας και της δυνατότητας αγοράς εξοπλισμών που αλλιώς δεν θα μπορούσαν – λόγω ενδεχόμενου κωλύματος στη Γερουσία- να αγοραστούν από τις ΗΠΑ (όπως ο πύραυλος BVR αέρος- αέρος Popye Ι και ΙΙ), το μεγαλύτερο κέρδος για την Άγκυρα συνίσταται στη γεωπολιτική περικύκλωση της Συρίας. Η περικύκλωση αυτή είναι που υποχρέωσε τη Δαμασκό να εκδιώξει τον Οτζαλάν από την κοιλάδα Μπεκαά τον Οκτώβριο του 1998 αρχίζοντας την «περιπετειώδη» διαφυγή του, που κατέληξε στις τουρκικές φυλακές υψίστης ασφαλείας της Κων/πολης το Φεβρουάριο του 1999.[75]
Η περικύκλωση αυτή – ιδιαίτερα επί πρωθυπουργίας Σαρόν- εξακολουθεί να υποχρεώνει τη Δαμασκό να απόσχει από κάθε προσπάθεια αναζωπύρωσης της στρατιωτικής της βοήθειας προς τους πεσμεργκά του ΡΚΚ. Ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μετά την de jure αυτονόμηση του Ιρακινού Κουρδιστάν το 2003 η ίδια η Δαμασκός- όπως εν προκειμένω και η Τεχεράνη- φαίνεται ότι, λόγω των δικών τους κουρδικών μειονοτήτων, θα απόσχουν τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα (3-5 έτη) από κάθε ενέργεια περαιτέρω ενίσχυσης των πολιτικών φιλοδοξιών είτε του ΡΚΚ είτε οποιουδήποτε άλλου κουρδικού πολιτικού σχηματισμού που θα θέλει να μιμηθεί το παράδειγμα των φατριών του Μπαρζανί και του Ταλαμπανί.
Η δεύτερη σημαντική διπλωματική επιτυχία της Τουρκίας αφορά την αναβάθμιση των σχέσεων της με την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη σύνοδο του Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999. Αν και η Ελληνική πλευρά διασφάλισε από τους Ευρωπαίους εταίρους της ότι (α) η Κύπρος θα ενταχθεί στην Ένωση το 2004 ανεξαρτήτως της επίλυσης ή όχι του Κυπριακού ζητήματος, και (β) ότι η επίλυση του Κυπριακού θα εξακολουθήσει να αποτελεί κριτήριο για την ένταξη της Τουρκίας στην Ένωση- ασχέτως του ολισθήματος της Λουκέρνης- όλες οι άλλες πτυχές των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων δεν τέθηκαν επί τάπητος και δυστυχώς δεν αναμένεται να τεθούν επί τάπητος ούτε εν όψει της καταλυτικής ημερομηνίας του ερχόμενου Δεκεμβρίου.
Ο σκληρός πυρήνας των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων ιδιαίτερα όσον αφορά την άρση του τουρκικού casus belli (1994) σχετικά με την επέκταση των 12 ναυτικών μας μιλίων και τη συνεπαγόμενη ρύθμιση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας, παραμένουν εντυπωσιακά απόντα από τον κατάλογο των προ-ενταξιακών ή ενταξιακών υποχρεώσεων της Τουρκίας. Αυτό από μόνο του αποτελεί δυστυχώς σημαντική διπλωματική επιτυχία της Άγκυρας που έχει «δοθεί» στη γείτονα, τουλάχιστον προς το παρόν, χωρίς το παραμικρό από μέρους της αντάλλαγμα.
Συμπερασματικά αν και η Τουρκική διπλωματία έβαλε πολύ υψηλά τον πήχη των προσδοκιών της αναφορικά με τη Βαλκανική, την Υπερκαυκασία και την Κεντρική Ασία, κατέγραψε στο ενεργητικό της στρατηγικής σημασίας επιτυχίες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, ιδιαίτερα όσον αφορά τη μεσοπρόθεσμη τουλάχιστον εξουδετέρωση της στρατιωτικής εξέγερσης του ΡΚΚ στη Νοτιοανατολική Μικρά Ασία και τη γεωπολιτική περικύκλωση της Συρίας, αμφότερα απόρροιες της στρατηγικής της συμμαχίας με το Ισραήλ. Εκτός αυτού η θεσμική αναβάθμιση των σχέσεων της με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1999 μπορεί να θεωρηθεί σημαντική από μέρους της επιτυχία στο βαθμό που η Ελλάδα- και από το Μάιο του 2004 και η Κύπρος- της επιτρέπουν να πορεύεται προς την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση άνευ ουσιαστικών ανταλλαγμάτων για τον Ελληνισμό.
Ο Αντίκτυπος της 11ης Σεπτεμβρίου.
Μετά την 11η Σεπτεμβρίου η Τουρκία είχε μια μοναδική «δεύτερη ευκαιρία» να ξαναπροβάλλει τον εαυτό της ως εκείνον το στρατηγικό παράγοντα σταθερότητας που θα αναζητούσε η Δύση για την αντιμετώπιση των νέων απειλών της ισλαμιστικής μεγα-τρομοκρατίας. Το παράδειγμα της τουρκικής «δημοκρατίας» μπορούσε να αποτελέσει ένα μοντέλο μίμησης για τον σταδιακό εκδημοκρατισμό των αραβικών και γενικότερα ισλαμικών κοινωνιών που σήμερα αποτελούν τις βάσεις (ανα)συγκρότησης της Αλ- Κάϊντα. Αν και η επικράτηση δημοκρατικών καθεστώτων στις αραβο- ισλαμικές χώρες είναι πολύ πιθανότερο να αντιστρέψει την φιλο- αμερικανική ή ουδετερόφιλη πολιτική των που ακολουθούν οι σημερινές άρχουσες τάξεις των κρατών αυτών, η αμερικανική στρατηγική εκλαμβάνει τη σχετικά «επιτυχή» διαδικασία του πειράματος στην Τουρκία ως το μοναδικό λειτουργικό παράδειγμα που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στην εξτρεμιστική ιδεολογία της Αλ- ΚάΪντα.
Ο υφυπουργός άμυνας των ΗΠΑ, κ. Paul Wolfowitz, μιλώντας στο διεθνές συνέδριο ασφαλείας του Μονάχου το Φεβρουάριο του 2002 εξέφρασε σαφώς την αμερικανική υποστήριξη στο τουρκικό «παράδειγμα» μιας «ισλαμικής δημοκρατίας» σημειώνοντας ότι «Right here in NATO we have an ally, Turkey, that is a model for the Muslim world’s aspirations for democratic progress and prosperity… A Turkey that overcomes its present problems and continues the progress that country made over the course of the last century can become an example for the Muslim world- an example of the possibility of reconciling religious belief with modern secular democratic institutions».[76]
Πέραν από την πάγια βούληση των ΗΠΑ να αποδυναμώσουν πάσει θυσία τις δυναμικές διπλωματικής και αμυντικής χειραφέτησης της Ευρώπης, το άλλο βασικό επιχείρημα τους – όπως και των Βρετανών- υπέρ της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εντοπίζεται στο ότι μια τέτοια εξέλιξη θα καταστήσει ακόμη πιο ελκυστικό τον τουρκικό δρόμο προς τη «δημοκρατία» για τις υπόλοιπες αραβικές και ισλαμικές κοινωνίες. Η τουρκική επιχειρηματολογία για την υποστήριξη της ’ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκτός του ότι ενστερνίζεται πλήρως την άποψη αυτή, προβάλει το επιχείρημα ότι η ένταξη της Τουρκίας θα αποδείξει σε όλους ότι ο αντι-τρομοκρατικός αγώνας των ΗΠΑ και τις ΕΕ δεν αποτελεί «σύγκρουση πολιτισμών», δηλαδή μια νέα σταυροφορία της πλούσιας και χριστιανικής «Δύσης» έναντι της αδικημένης, υποανάπτυκτης αλλά αυτή τη φορά ισλαμικής «Ανατολής».[77]
Πέραν του ότι η ιδεολογική νομιμοποίηση του απονενοημένου αμερικανικού εγχειρήματος, αναφορικά με τον εκδημοκρατισμό των ισλαμικών εθνών δεν προϋποθέτει την πολιτική και πολιτειακή αυτοκτονία της Ευρώπης, η ειρωνεία της υπόθεσης έγκειται στο ότι η ίδιες οι ΗΠΑ έλαβαν μία πολύ ‘έντονη γεύση των δυνητικών διπλωματικών επιπτώσεων αυτού του «εκδημοκρατισμού» και μάλιστα από την ίδια την Τουρκία. Παρά την υποστήριξη της κυβέρνησης Ερντογάν και παρά την αρχικά επαμφοτερίζουσα στάση του τουρκικού ΓΕΕΘΑ αναφορικά με την ανάπτυξη 62.000 αμερικανών στρατιωτών ήταν το τουρκικό Κοινοβούλιο που τελικά απαγόρευσε (1η Μαρτίου 2003) τη διπλωματική συμπαράταξη της Άγκυρας με τις ΗΠΑ, σε ένα τόσο ζωτικής σημασίας θέμα για τις δεύτερες. Το τουρκικό Κοινοβούλιο μάλιστα αποφάσισε να αγνοήσει ακόμη και τη σαφή προτροπή του στρατεύματος για μια δεύτερη ψηφοφορία (5 Μαρτίου 2003), που θα ικανοποιούσε το αμερικανικό αίτημα ανοίγματος ενός βόρειου μετώπου.[78]
Το κόστος για την Τουρκία από την άρνηση της να υποστηρίξει την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ απέβη πολύ μεγαλύτερο από τα 6 δισεκατομμύρια δολάρια άμεσης αμερικανικής βοήθειας που είχε υποσχεθεί η Ουάσιγκτον και που θα μπορούσαν να δώσουν μια μεγάλη ανάσα στην προβληματική τουρκική οικονομία αντιστρέφοντας την απόφαση των Τουρκικών ΕΔ να περικόψουν ορισμένα – πρωτίστως διακοσμητικής υφής- εξοπλιστικά τους προγράμματα τον Απρίλιο του 2002[79]. Το Γεωπολιτικό κόστος για την Τουρκία υπήρξε καταφανώς μεγαλύτερο και αφορά την απώλεια του ειδικού στρατηγικού της βάρους ως θεματοφύλακα των γεωπολιτικών τετελεσμένων του πρώτου Πολέμου του Κόλπου.
Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η Αμερικανο-Τουρκική διένεξη του Μαρτίου 2003 απέδειξαν στην Ουάσιγκτον τη σημαντική υποβάθμιση της Τουρκίας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η προσπάθεια της Άγκυρας να αποσταθεροποιήσει το Κουρδικό «κρατίδιο» στο Βορρά, που συχνά κατέληγε στην σύλληψη τούρκων πρακτόρων και δολιοφθορέων από τις αμερικανικές δυνάμεις (Μάιος και Ιούλιος 2003), σε συνδυασμό με τη βίαιη και παρ’ ολίγον ένοπλη αντίδραση του συνόλου του Ιρακινού Κυβερνητικού Συμβουλίου στο ενδεχόμενο ανάπτυξης 10000 τουρκικών στρατευμάτων στο μη- Κουρδικό Ιράκ τον Οκτώβριο του 2003, κατέστησε σαφές στις ΗΠΑ ότι η Άγκυρα αποτελεί περισσότερο μειονέκτημα παρά πλεονέκτημα στη σκακιέρα του μεταπολεμικού Ιράκ. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι αυτή η υποβάθμιση συντελέστηκε ασχέτως της τελικής ευθυγράμμισης του Κοινοβουλίου με τη βούληση των στρατιωτικών και της κυβέρνησης Ερντογάν να εγκριθεί η αποστολή τούρκων «ειρηνευτών» στο Ιράκ.[80]
Παρ’ όλα αυτά η σημασία της αμερικανοτουρκικής διένεξης γύρω από το Ιράκ δεν θα πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Η ζημία για την τουρκική διπλωματία ήταν σημαντική αλλά ήταν ταυτόχρονα θεματικά και γεωγραφικά περιορισμένη στο χώρο της Μέσης Ανατολής και δεν οδήγησε σε μια γενικότερη αναθεώρηση της στρατηγικής συμμαχίας ΗΠΑ- Τουρκίας καθ’ οποιονδήποτε τρόπο που τυχόν να ωφελούσε άμεσα τον Ελληνισμό. Παρά την άρνηση των ΗΠΑ είτε να ανεχτούν την οποιαδήποτε στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας εντός του κουρδικού θύλακα, είτε να εκδιώξουν οι ίδιες τους περίπου 5000 μαχητές του ΡΚΚ που έχουν καταφύγει στο Βόρειο Ιράκ, η Ουάσιγκτον δεν δίστασε ούτε στιγμή να πλειοδοτήσει τις τουρκικές θέσεις κατά τη διαπραγμάτευση του σχεδίου Ανάν και δεν πρέπει κανείς να αμφιβάλλει ότι θα κάνει το παν για να δοθεί ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων στην Τουρκία τον ερχόμενο Δεκέμβριο.[81]
Άλλωστε η Τουρκο-Ισραηλινή συμμαχία καλά κρατεί και αυτό αποτελεί σημαντικό πολλαπλασιαστή της τουρκικής διπλωματικής επιρροής έναντι τόσο της Συρίας όσο κυρίως έναντι της ίδιας της Ουάσιγκτον. Μακροπρόθεσμα ακόμη και η δημιουργία ενός πλήρως ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ δεν είναι υποχρεωτικό ότι θα ενισχύσει τον απελευθερωτικό αγώνα των Κούρδων στην Τουρκία καθώς μια τέτοια εξέλιξη είναι πολύ πιθανό ότι θα προκαλέσει ανακλαστικές αντισυσπειρώσεις μεταξύ των υπολοίπων κρατών της περιοχής που φιλοξενούν σημαντικές κουρδικές μειονότητες, εν προκειμένω τη Συρία και κυρίως το Ιράν. Από την άλλη πλευρά αυτό δεν αποκλείει ότι η επανέναρξη ενός ένοπλου αγώνα από την πλευρά των Κούρδων της Τουρκίας δεν θα υποστηριχθεί από τους Κούρδους του Βορείου Ιράκ σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με την υποστήριξη που προσέφεραν στο ΡΚΚ η Συρία και το Ιράν από το 1983 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 90.
Η τελευταία διπλωματική στροφή του Ερντογκάν υπέρ των Παλαιστινίων και εναντίον της πολιτικής Σαρόν με πολύ οξείς εκφράσεις, τείνουν να δημιουργήσουν ένα νέο κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών. Για ορισμένους αποτελούν κινήσεις σκοπιμότητας της τουρκικής διπλωματίας, για βελτίωση της εικόνας της στα μάτια και τις πολιτικές σκέψεις των μουσουλμάνων και των Κυβερνήσεών τους. Για άλλους είναι μία συνειδητή κίνηση πλήρως συμβατή με τις νέες προτεραιότητες που θέτουν στα διεθνή δεδομένα, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας τους. Είναι γεγονός ότι οι πρώτοι που χάρηκαν για τα λόγια και τις κινήσεις του Τούρκου Πρωθυπουργού, κατά του Ισραήλ, ήταν τα εκατομμύρια των Τούρκων μουσουλμάνων της εκλογικής του βάσης. Επίσης η θέση αυτή του Ερντογκάν εμμέσως είναι μία πίεση προς το στρατιωτικό κατεστημένο της χώρας του, της οποίας τα όρια πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα, εκτός και αν οι θέσεις του είναι εγκεκριμένες από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας. Το νέο αυτό στοιχείο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής επειδή είναι στην αρχή δεν μπορεί να οδηγήσει σε τελικά συμπεράσματα, αφού δεν ματαίωσε τις στρατιωτικές συμφωνίες Αγκυρας και Τελ Αβίβ που ισχύουν από το 1996. Η εκλογή αυτές τις ημέρες, στη θέση του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης, του τούρκου ιστορικού Εκμελεντίν Ιχσάνογλου, στην Κωνσταντινούπολη, ίσως να αιτιολογεί τις λεκτικές και κάποιες διπλωματικές κινήσεις του τούρκου Πρωθυπουργού. Ο Οργανισμός Ισλαμικής Διάσκεψης αριθμεί 57 μέλη και είναι ένα φόρουμ το οποίο μπορεί να βοηθήσει την τουρκική διπλωματία να πετύχει τους στόχους που θέτει σε ορισμένους τομείς αυτή την περίοδο. Για παράδειγμα οι τούρκοι κατάφεραν η διάσκεψη να υιοθετήσει τον όρο του σχεδίου Ανάν για τα κατεχόμενα : «Τουρκικό Κυπριακό κράτος», χωρίς αυτό να σημαίνει και αναγνώριση.
Η τουρκική διπλωματία, αυτή την περίοδο, αναγνωρίζοντας την γεωπολιτική ρευστότητα της περιοχής της ΜΑ, πιστεύει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να μειώσει ή και να εξαφανίσει, το στρατηγικό λάθος μη συνεργασίας με τους αμερικανούς στον πόλεμο του Ιράκ, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως χώρα – μοντέλο για ολόκληρο το Ισλάμ θεωρώντας δεδομένη την επιλογήν της από τις ΗΠΑ για τον ρόλο αυτό. Ο Ερντογάν φαίνεται ότι πιστεύει ότι η Τουρκία αργά ή γρήγορα θα εδραιωθεί ως η κύρια, αν όχι η μοναδική, «γέφυρα» της Δύσης (ΕΕ και ΗΠΑ) προς τον αραβικό κόσμο.[82] Δεν είναι τυχαίο και άσχετο με τα παραπάνω, η συμμετοχή της ως «δημοκρατικός εταίρος» μαζί με την Ιταλία και την Υεμένη στο μηχανισμό Δημοκρατικής Βοήθειας και Διαλόγου που συνεστήθει για τον εκδημοκρατισμό της ΜΑ και της Βορ. Αφρικής (απόφαση του G-8 πρόσφατα), παρά τις επιφυλάξεις που κράτησε έναντι του αμερικανικού σχεδίου για την «Μείζονα Μέση Ανατολή». (Χάρτης 8)
Ωστόσο, η σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η Τουρκία μετά την 11η Σεπτεμβρίου αφορά την εκπλήρωση της ευρωπαϊκής της προοπτικής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε συναινούσης της Ελλάδας στην Σύνοδο του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999), να αποδώσει στην Τουρκία το καθεστώς της υποψηφίας προς ένταξη χώρας και το Δεκέμβριο του 2004 θα κληθεί να λάβει την απόφαση σχετικά με το αν οι εσωτερικές μεταρρυθμίσεις της γείτονος που επιταχύνθηκαν επί της κυβέρνησης Ερντογάν αρκούν για να δώσουν στην Άγκυρα και την ουσιαστική ημερομηνία έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Το Ελσίνκι αποτέλεσε αναμφίβολα μια σημαντική διπλωματική επιτυχία της Τουρκίας, η οποία απέκτησε κατά τον τρόπο αυτό την πολυπόθητη ταυτότητα της εν δυνάμει ευρωπαϊκής χώρας. Αυτή η διπλωματική επιτυχία υποστηρίχθηκε από πολλούς ότι συνεπάγετο την αυτόματη γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας ως μέλους του δυτικού βραχίονα σταθερότητας έναντι μιας ολοένα και πιο επικίνδυνης Μέσης Ανατολής, ιδίως μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Αυτή η ανάλυση είναι ωστόσο παραπλανητική. Στην πραγματικότητα εκτός του ότι το όποιο τακτικό όφελος για την Τουρκία σχεδόν εξανεμίστηκε από την σφοδρή της σύγκρουση με την Ένωση γύρω από το θέμα των ρυθμίσεων ΝΑΤΟ- «Ερωστρατού» κατά τη διετία 2000-2002, η ουσία της υπόθεσης εντοπίζεται στο ότι η εφαρμογή των κριτηρίων της Κοπενχάγης (1993) κατά την εκτίμηση του κορυφαίου Γάλλου διπλωμάτη και ιστορικού Eric Rouleau, «συνεπάγονται την ουσιαστική αποσύνθεση του τουρκικού κρατικού συστήματος»[83]
Η αντιπαράθεση Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης- προεξαρχούσης της Γαλλίας- αναφορικά με τη «διαθεσιμότητα» Νατοϊκών μέσων για την ΚΕΠΠΑ, κατέδειξε στον γαλλο-γερμανικό πυρήνα ότι η Τουρκία σε περίπτωση ένταξής της θα συμπεριφερόταν ως μια δεύτερη και εξίσου πιστή Αλβιόνα στο πλευρό των ΗΠΑ εμποδίζοντας εκ των έσω τα όποια βήματα διπλωματικής και αμυντικής χειραφέτησης της Ένωσης. Η Άγκυρα δεν δίστασε να τορπιλίσει δύο φορές, τον Δεκέμβριο του 2000 και τον Νοέμβριο του 2001, την ολοκλήρωση των ευρω-ατλαντικών διαπραγματεύσεων καθώς αξίωνε να λαμβάνει μέρος- μάλιστα με δικαίωμα αρνησικυρίας- στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αναφορικά με την αποστολή της Ευρωπαϊκής Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης (Rapid Reaction Rorce-RRF). Απαιτούσε δηλαδή να έχει δικαιώματα ενός κράτους- μέλους της Ένωσης σε οτιδήποτε αφορούσε τη λειτουργία της ΚΕΠΠΑ, μια απαίτηση που η Ένωση δεν είχε καμία διάθεση να ικανοποιήσει.[84]
Η συμβιβαστική φόρμουλα που έγινε γνωστή ως συμφωνία της Άγκυρας (Δεκέμβριος 20010 και συμπεριέλαβε κατόπιν ελληνικής απαίτησης τη διπλή ρήτρα ασφαλείας ότι ούτε η ΚΕΠΠΑ, αλλά ούτε και το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθούν κατά ενός κράτους –μέλους της Ένωσης, εν προκειμένω κυρίως την Κύπρο, τελικά έγινε αποδεκτή από την Τουρκία και τους δύο οργανισμούς στις 16 Δεκεμβρίου 2002, μερικές ημέρες μετά την ιστορική απόφαση του Συμβουλίου της Κοπενχάγης να συμπεριλάβει την Κύπρο ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και η Κύπρος εξαιρείτο από την επιχειρησιακή ζώνη ευθύνης της ΚΕΠΠΑ, η συμπερίληψη της ελληνικής ρήτρας- που ουσιαστικά αποτελούσε επιβεβαίωση των συμφωνηθέντων στην Νίκαια (Δεκέμβριος 2000)- εξουδετέρωνε τα οποιαδήποτε γεωπολιτικά πλεονεκτήματα της Άγκυρας που απορρέουν από την αναγνώριση ότι η ΚΕΠΠΑ δεν μπορεί να εμπλακεί σε ενδονατοϊκές διαφορές (Αιγαίο) και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί έναντι κάποιου κράτους – μέλους του ΝΑΤΟ (Τουρκία έναντι της Κύπρου) εφόσον και καθόσον τα μέλη του ΝΑΤΟ δεν απειλούν τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι η εξαίρεση αυτή της Κύπρου αφορά επιχειρήσεις, η εκτέλεση των οποίων καθίσταται αδύνατη χωρίς τη συνδρομή του ΝΑΤΟ. Η εξαίρεση παύει να ισχύει για επιχειρήσεις τις οποίες η Ένωση θα μπορούσε να εκτελέσει χωρίς τη συνδρομή της Ατλαντικής Συμμαχίας.[85] Από την άποψη αυτή η διετής Ευρω- Ατλαντική διελκυστίνδα που αφορούσε ουσιαστικά την μελλοντική εξέλιξη του Κυπριακού και των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων έληξε μάλλον με λευκή ισοπαλία. Η Τουρκία δεν μπόρεσε – όπως ήταν φυσικό- να αποκτήσει δικαίωμα βέτο αναφορικά με τις αποφάσεις της Ένωσης στον τομέα της ΚΕΠΠΑ αλλά και από την άλλη πλευρά η Ελλάδα δεν μπόρεσε- όπως ήταν εξίσου φυσικό- να διασφαλίσει ότι η ΚΕΠΠΑ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υπέρ της ίδιας ή της Κύπρου σε περίπτωση Ελληνοτουρκικού επεισοδίου στο Αιγαίο ή τυχόν επανάληψης των εχθροπραξιών στην Κύπρο.
Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν θα πρέπει να θεωρείται ως αποτυχία της ελληνικής διπλωματίας δεδομένου ότι η ίδια η Ένωση δεν είναι σε θέση – τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον- να προσφέρει στα μέλη της μια ρήτρα συλλογικής άμυνας αντίστοιχης με το Άρθρο 5 της Ατλαντικής Συμμαχίας. Αν και μια τέτοια πρόταση υπήρχε στο αρχικό σχέδιο του Συντάγματος που κατατέθηκε στη Σύνοδο της Θεσσαλονίκης τον Ιούνιο του 2003, η μετέπειτα διαπραγμάτευση υπό την Ιταλική προεδρία όχι μόνο αφαίρεσε πλήρως τη ρήτρα αυτή αλλά και αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των μελών της Ένωσης σε περίπτωση που κάποιο μέλος της ΕΕ υποστεί θύμα τρομοκρατικών επιθέσεων.[86]
Σημειωτέον δε ότι η ακόμη και η αποδοχή της ρήτρας αμοιβαίας αντιτρομοκρατικής συνδρομής (άρθρο 1-42 του προτεινόμενου Ευρωπαϊκού Συντάγματος) μεταξύ των μελών της Ένωσης την επαύριο των επιθέσεων της Μαδρίτης (11 Μαρτίου 2004), δεν σημαίνει απαραίτητα τη στρατιωτική συνδρομή του πληγέντος κράτους μέλους. Αποτελεί περισσότερο μια συμβολική απόφαση ψυχολογικής στήριξης που σύμφωνα με τον Δρ Schneckener, ειδικού συμβούλου του καγκελάριου Schroder, «δεν επιφέρει καμία νομική δέσμευση για παροχή στρατιωτικής βοήθειας δεδομένου ότι το Σύνταγμα δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί στο σύνολό του…..άλλωστε η κίνηση αυτή ήταν περισσότερο συμβολική/ διπλωματική παρά το οτιδήποτε περισσότερο».[87]
Πέραν από τις αρνητικές επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει για την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας η στάση που τήρησε στο ζήτημα των σχέσεων ΝΑΤΟ- ΚΕΠΠΑ και πέραν από το σύνολο των τεράστιων οικονομικών και κοινωνικών αδυναμιών της χώρας,[88] το κρισιμότερο εμπόδιο στο δρόμο της Άγκυρας έγκειται στο γεγονός ότι τόσο το επίσημο «βαθύ» κράτος όσο και η πλειοψηφία των κοινωνικών δυνάμεων που το ανέχονται και κατά περιόδους το ανταγωνίζονται, ουδέποτε επεδίωξαν την ουσιαστική τους προσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό συνέβη, συμβαίνει και θα εξακολουθεί να συμβαίν