english greek
Αρχική arrow Μελέτες arrow Η ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Η ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΤΕΛΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ


Η ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αθήνα, Απρίλιος 2009

Σύνθεση της Ομάδας Μελέτης

Συντονιστής Μελέτης

Αντιστράτηγος ε.α. Γωγουβίτης Βασίλειος

Μελετητές

Αντιστράτηγος ε.α. Γωγουβίτης Βασίλειος

- Σκοπός της μελέτης

- Δομικά χαρακτηριστικά της σημερινής Ρωσίας

Τα ευρύτερα ρωσικά συμφέροντα και η εξωτερική πολιτική

Βασικά επίσημα κείμενα

- Σχέσεις Ρωσίας και της διεθνούς κοινότητας

Σημεία αντιδικίας μεταξύ των Ευρώ-ατλαντικών δυνάμεων

και της Ρωσίας

Σχέσεις με την Ευρώπη

- Εξελίξεις στα Βαλκάνια μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου

Πολεμικές Συγκρούσεις

Πολιτικές Εξελίξεις

- Γενικά Συμπεράσματα - Προοπτικές

Υποπτέραρχος ε.α. Κεχαγιαδάκης Ελευθέριος

- Σκοπός της μελέτης

- Οικονομικά στοιχεία για τους αγωγούς

- Ανάλυση του Παραρτήματος «Γενικά στοιχεία των κρατών»

Καναβάκης Στυλιανός, Στρατηγικός αναλυτής

- Πρόλογος

- Σκοπός της μελέτης

- Δομικά χαρακτηριστικά της σημερινής Ρωσίας

Ρωσικό πολιτικό σύστημα μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ

Η Ρωσία σήμερα

Η Κυριαρχική Δημοκρατία

Κατανομή της εξουσίας και siloviki

Τα ευρύτερα ρωσικά συμφέροντα και η εξωτερική πολιτική

- Σχέσεις Ρωσίας και της διεθνούς κοινότητας

Σχέσεις με τις ΗΠΑ

Ρωσία και Ασία

- Οικονομική κατάσταση της Ρωσίας

Γενικά στοιχεία

Μακροοικονομικοί δείκτες

Οικονομία και ενέργεια

Αμυντικός Προϋπολογισμός

- Μερικά συμπεράσματα

- Συνεργασίες των βαλκανικών χωρών με τη Ρωσία

Στρατιωτικές

Οικονομικές και Πολιτικές συνεργασίες

- Η παράμετρος ‘’Ενέργεια’’ και τα Βαλκάνια

Γενικά

South Stream

Αγωγός Μπουργκάς- Αλεξανδρούπολις

Blue Stream

Nabucco

- Μερικά συμπεράσματα

- Γενικά συμπεράσματα - Προοπτικές

- Παραρτήματα

Οικονομικά στοιχεία

Στρατιωτικές δυνάμεις των κρατών

ΔΟΜΗ ΜΕΛΕΤΗΣ

Στη δομή του το κείμενο χωρίζεται σε δύο κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο θα δούμε τα δομικά χαρακτηριστικά της σημερινής Ρωσίας. Δηλαδή πως είναι ιεραρχημένο το πολιτικό σύστημα, ποια είναι η ιδεολογία του, ποιοι καθορίζουν τα συμφέροντα και ποια είναι αυτά.

Αμέσως μετά θα ασχοληθούμε με τις σχέσεις της Ρωσίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ασιατικές χώρες. Τα δεδομένα αυτά θα συμβάλλουν στο να οριοθετήσουμε καλύτερα τα συμφέροντα της Ρωσίας και να δούμε ποια είναι τα σημεία σύγκλισης, αλλά και τα σημεία σύγκρουσης με τις χώρες αυτές.

Στην επόμενη ενότητα αναλύουμε την οικονομική κατάσταση της χώρας. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό καθώς αποτελεί σοβαρή ένδειξη για το τι δύναται να πραγματοποιήσει η Ρωσία. Αν οι εξαγγελίες της για μεγάλες αγορές όπλων θα υλοποιηθούν, αν οι πολίτες θα συνεχίσουν να είναι ευχαριστημένοι με το υπάρχον πολιτικό σύστημα, αν οι επενδύσεις που θέλει να υλοποιήσει, ως τμήμα της ευρύτερης εξωτερικής της πολιτικής, είναι εφικτό.

Στο δεύτερο κεφάλαιο θα γίνει εκτενής αναφορά στο πως είναι δομημένο το μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον των Βαλκανίων. Για τον λόγο αυτό προβήκαμε σε συλλογή στοιχείων που αφορούν τις στρατιωτικές συνεργασίες της Ρωσίας με τις υπό μελέτη χώρες και τις οικονομικές συνεργασίες που περιλαμβάνουν τα εμπορικά ισοζύγια και τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Η παρουσίαση συμπληρώνεται από τα δεδομένα που αφορούν την ενεργειακή πολιτική της Ρωσίας, τους αγωγούς που κατασκευάζονται καθώς και τους ανταγωνιστικούς αυτών. Με βάση αυτά θα έχουμε συνολική άποψη για τις επιπτώσεις της ρωσικής πολιτικής στα Βαλκάνια.

Τέλος, θα κάνουμε εκτιμήσεις για το ποια είναι τα πεδία στα οποία μπορεί να συνεργαστεί η Ελλάδα, ώστε να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη μας, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα και ευρύτερους πολιτικό-οικονομικούς στόχους.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Δομή της μελέτης σελ. 4

Περίληψη - Σκοπός της μελέτης σελ. 7-9

Συμπεράσματα – Προοπτικές σελ. 9 -15

Κεφάλαιο Α΄

Δομικά χαρακτηριστικά της σημερινής Ρωσίας

Ρωσικό πολιτικό σύστημα μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ σελ. 16-19

Η Ρωσία σήμερα σελ. 19-21

Η Κυριαρχική Δημοκρατία σελ. 21

Κατανομή της εξουσίας και siloviki σελ. 21-23

Τα ευρύτερα ρωσικά συμφέροντα και η εξωτερική πολιτική σελ. 23-24

Βασικά επίσημα κείμενα σελ. 24-25

Σχέσεις Ρωσίας και της διεθνούς κοινότητας

Σημεία αντιδικίας μεταξύ των Ευρώ-ατλαντικών

δυνάμεων και της Ρωσίας σελ. 26-29

Σχέσεις με την Ευρώπη σελ. 29-30

Σχέσεις με τις ΗΠΑ σελ. 30-31

Ρωσία και Ασία σελ. 31-36

Οικονομική κατάσταση της Ρωσίας

Γενικά στοιχεία σελ. 37-38

Μακροοικονομικοί δείκτες σελ. 38-40

Οικονομία και ενέργεια σελ. 40-42

Αμυντικός Προϋπολογισμός σελ. 42-46

Μερικά συμπεράσματα σελ. 46-48

Κεφάλαιο Β’

Εξελίξεις στα Βαλκάνια μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου

Πολεμικές Συγκρούσεις σελ. 49-51

Πολιτικές Εξελίξεις σελ. 51-54

Συνεργασίες των βαλκανικών χωρών με τη Ρωσία

Στρατιωτικές σελ. 54-63

Οικονομικές και Πολιτικές συνεργασίες σελ. 63-70

Η παράμετρος «Ενέργεια» και τα Βαλκάνια

Γενικά σελ. 70-71

South Stream σελ. 71-72

Αγωγός Μπουργκάς- Αλεξανδρούπολις σελ. 72-74

Blue Stream σελ. 74-75

Nabucco σελ. 75-76

Μερικά συμπεράσματα σελ. 77-78

Παραρτήματα

Α’ - Οικονομικά στοιχεία σελ. 79 - 90

Β’ - Στρατιωτικές δυνάμεις των κρατών σελ. 91 - 93

Γ’ - Γενικά στοιχεία των κρατών σελ. 94-115

Βιβλιογραφικές Παραπομπές σελ.116-117

Περίληψη της μελέτης

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν από τα μεγαλύτερα ιστορικά γεγονότα του περασμένου αιώνα. Η Ρωσία ως κληρονόμος της σοβιετικής ηγεμονίας προσπάθησε να επαναφέρει την χώρα με αξιώσεις στο διεθνές σύστημα. Η διαδικασία ήταν και συνεχίζει να είναι δύσκολη.

Η κυβέρνηση του Μπορίς Γιέλτσιν δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το κυριότερο ήταν ότι η χώρα είχε χάσει την ταυτότητά της, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να επανέλθει στο προσκήνιο. Όλες οι αποφάσεις αντικατόπτριζαν τη δυτική καθοδήγηση που επιβλήθηκε σε μια χώρα με εντελώς διαφορετικές αξίες, αλλά και με κατεστραμμένες δομές. Η «συνταγή» αυτή όχι μόνο ήταν αποτυχημένη, αλλά οδήγησε πολλούς Ρώσους να στραφούν κατά της Δύσης και ιδιαίτερα κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Από την πρώτη εκλογή του Βλαντιμίρ Πούτιν στην ηγεσία της Ρωσίας, η χώρα έδειξε ότι ανακτούσε το χαμένο της εαυτό και θα πορευόταν με βάση τις ρωσικές αρχές και αξίες στο νέο διεθνές περιβάλλον. Η διαδικασία παραμένει επίπονη και γίνεται δυσκολότερη σε μία περίοδο μεγάλης οικονομικής ασάφειας και σοβαρών προκλήσεων ασφαλείας.

Την παρούσα χρονική περίοδο έχουν ολοκληρωθεί σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις στο ρωσικό πολιτικό σύστημα. Η ταυτότητά του είναι αυτή της «Κυρίαρχης Δημοκρατίας». Αυτό το μοντέλο δημοκρατίας βασίζεται στην ισχύ της ηγεσίας. Η ανακοίνωση της «κυριαρχικής δημοκρατίας» από το Κρεμλίνο, στέλνει το μήνυμα προς την Δύση, ότι η Ρωσία έχει τη δική της ταυτότητα και ότι δεν θα δεχθεί υποδείξεις από ξένες χώρες. Ηγετική ομάδα σε αυτό το πολιτικό σύστημα είναι οι siloviki. Πολλοί από αυτούς είναι ηγετικά στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά την πτώση της, αρκετοί επωφελήθηκαν αγοράζοντας εταιρείες του δημοσίου αντί πολύ χαμηλού αντιτίμου. Στη νέα Ρωσία αυτοί είναι οι ηγέτες. Στελέχη που ανήκουν σε αυτή την ομάδα καταλαμβάνουν όλα τα μεγάλα αξιώματα και είναι αυτοί που προωθούν την επανεθνικοποίηση πολλών εταιρειών, με αποτέλεσμα να δημιουργούν πολλά κρατικά μονοπώλια.

Κατ’ επέκταση η οικονομική ζωή της Ρωσίας περνάει στα χέρια των λίγων. Το οικονομικό «θαύμα» που φάνηκε να δημιουργείται ήταν δύσκολο να διατηρηθεί. Οι πηγές εσόδων της ρωσικής οικονομίας είναι τα οπλικά συστήματα, οι πλουτοπαραγωγικές της πηγές και ιδιαίτερα το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που σημείωσαν σημαντική άνοδο στη διεθνή οικονομία.

Είχε υπολογιστεί ότι για να διατηρήσει η ρωσική οικονομία τους ρυθμούς ανάπτυξης που είχε κατά το 2008, θα έπρεπε η τιμή του πετρελαίου να μην πέσει κάτω από τα 40 δολάρια το βαρέλι. Η παγκόσμια ύφεση έριξε τις τιμές του σε αυτά τα επίπεδα, με αποτέλεσμα η Ρωσία να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Η δε παραγωγή οπλικών συστημάτων δε βρίσκεται στα επίπεδα της σοβιετικής περιόδου. Ακόμα και τότε η σοβιετική πολεμική μηχανή έδινε βάση στην παραγωγή μεγάλου αριθμού μονάδων ανά σύστημα, κάτι που σήμαινε ότι η τεχνολογία που ενσωμάτωναν τις περισσότερες φορές, υπολειπόταν σε σχέση με τη δυτική. Σήμερα, όμως, η κατάσταση είναι ακόμα πιο δύσκολη δεδομένου ότι το κράτος αδυνατεί να υλοποιήσει τα προγράμματα εξοπλιστικών προμηθειών και έρευνας και ανάπτυξης, με αποτέλεσμα οι αμυντικές βιομηχανίες να μην είναι σε θέση να πληρώσουν τους λογαριασμούς ρεύματος, ώστε να συνεχίσουν να δουλεύουν. Επιπλέον, σοβαρά πλήγματα αποτελούν γεγονότα όπως η ακύρωση της παραγγελίας αεροσκαφών MiG-29 από την Αλγερία, λόγω της κακής ποιότητας κατασκευής.

Οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι και τα εξοπλιστικά προγράμματα αποτελούν και τα σύγχρονα εργαλεία της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Η προσπάθεια των προεδρειών Πούτιν και Μεντβέντεφ ήταν η ανάπτυξη της οικονομίας. Για την ακρίβεια η νέα ιδεολογία της Ρωσίας είναι το επιχειρείν και το κέρδος. Η ελίτ της χώρας δεν είναι σε θέση να μπει σε πολεμικό ανταγωνισμό με την Δύση, η οποία αμέσως μετά την πτώση της ΕΣΣΔ κατάφερε να καλύψει το κενός ισχύος σε πολλές από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, ιδιαίτερα στην περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ο μόνος τρόπος διείσδυσης σε αυτές τις περιοχές είναι η ενέργεια. Μέσω αυτής δημιουργεί ισχυρή αλληλεξάρτηση αφού στην ουσία ελέγχει την ροή ενέργειας, άρα αποκτά δυνατότητα επιρροής. Έτσι υλοποιούνται μεγάλα προγράμματα κατασκευής αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαίου, τα οποία έχουν να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό των αντίστοιχων αγωγών που προωθούν κυρίως οι ΗΠΑ, που προσπαθούν να «σπάσουν» την μονοπωλιακή κατάσταση που προωθούν οι Ρώσοι.

Στόχος της μελέτης αυτής είναι η παρουσίαση των δεδομένων και η ανάλυσή τους προκειμένου να αναδειχθεί η λειτουργία του υποσυστήματος των Βαλκανίων, το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει το περιφερειακό σύστημα της Ευρώπης. Λόγω της ύπαρξης αντικρουόμενων συμφερόντων από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, δύο από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες δυνάμεις, οι επιπτώσεις φαίνονται και σε συστημικό επίπεδο. Η κρίση στη Γεωργία, η προσπάθεια ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και οι «βελούδινες» επαναστάσεις δείχνουν τη σύγκρουση συμφερόντων που υπάρχει. Ταυτόχρονα δείχνουν στην πράξη ποια ακριβώς είναι τα συμφέροντα της Ρωσίας και των ΗΠΑ, ενώ η χρήση ένοπλης ισχύος ή όχι, δείχνει τα όρια της σύγκρουσης ή με άλλα λόγια, το που είναι διατεθειμένη να φτάσει η κάθε δύναμη για να προασπίσει τα συμφέροντά της.

Η ρωσική ηγεσία προσπαθεί να εκμεταλλευθεί τους συντελεστές ισχύος που έχει σε μεγάλες «ποσότητες», προκειμένου να ωθήσει την εξωτερική της πολιτική. Αυτό ακριβώς πράττει και στην περίπτωση των Βαλκανίων. Σε καμία περίπτωση δεν θα χρησιμοποιούσε στρατιωτική ισχύ, γιατί τα Βαλκάνια έχουν καλύψει το κενός ισχύος, γιατί οι περισσότερες βαλκανικές χώρες δεν θέλουν τη Ρωσία και οτιδήποτε είναι μέρος του σοβιετικού παρελθόντος και τέλος επειδή η Μόσχα γεωγραφικά απειλείται κυρίως στον Καύκασο.

Σημαντικό ρόλο και λόγο έχουν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η Τουρκία. Η τελευταία έχει υιοθετήσει μια άκρως ενεργητική πολιτική, ηγεμονική τις περισσότερες φορές, προκειμένου να αυξήσει την επιρροή της σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκταση έξω από τα σύνορά της. Αυτή η πολιτική αποτελεί όχι μόνο πρόκληση, αλλά και εστία κινδύνου για την Ελλάδα, η οποία ως κύριος δρών σε αυτή τη περιοχή πρέπει να διαγνώσει ορθά το περιβάλλον και να οργανώσει κατάλληλα την πολιτική της.

Τα δεδομένα της μελέτης θα συμβάλλουν στο να σχηματίσουμε μια κατά το δυνατόν ολοκληρωμένη άποψη για το ποιες είναι οι δυνατότητες της Ρωσίας αναφορικά με τα Βαλκάνια. Ενδιαφέρεται η Ρωσία πραγματικά για τα Βαλκάνια ή απλά τα βλέπει ως μια ευκαιρία οικονομικών επενδύσεων; Ποια είναι τα ζωτικά συμφέροντα της σημερινής Ρωσίας; Ποιοι είναι αυτοί που αποφασίζουν για την ιεράρχηση των συμφερόντων της χώρας; Τι επιδιώκει μέσω της δημιουργίας περιφερειακών οργανισμών ασφαλείας στην Κεντρική Ασία και την Ασία γενικότερα; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε μέσω της μελέτης μας, ώστε να εκτιμήσουμε τι πρέπει να περιμένουμε σαν Ελλάδα από την στρατηγική συνεργασία με τη Ρωσία και ποια είναι τα όριά της.

Συμπεράσματα - Προοπτικές

Γενικά συμπεράσματα

Έχοντας μια πληθώρα στοιχείων μπορούμε να καταλήξουμε σε γενικά συμπεράσματα για τη φύση της ρωσικής πολιτικής και την εξωτερική πολιτικής της Ρωσίας στα Βαλκάνια.

Η νέα δύναμή της είναι οι οικονομικές της δυνατότητες οι οποίες βασίζονται κατά κύριο λόγο στην πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και στις εξαγωγές πρώτων υλών και οπλικών συστημάτων. Στη διαδικασία της δυναμικής επανεμφάνισης της χώρας στο διεθνές σύστημα, καθοριστικό ρόλο παίζει η οικονομική ισχύς. Χάρη σ’ αυτή κατάφερε να αποπληρώσει το εξωτερικό της χρέος και να θέσει τις βάσεις για την ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος.

Σήμερα, η Ρωσία δεν έχει καμία σχέση με τη Μαρξιστική ιδεολογία του παρελθόντος, ούτε με κάποια ιδεαλιστική αντίληψη. Η μόνη ιδεολογία της σήμερα είναι οι επιχειρήσεις και το συμφέρον. Η προσέγγιση των διεθνών ζητημάτων γίνεται με όρους πολιτικού ρεαλισμού και γεωπολιτικής. Δηλαδή, το εθνικό συμφέρον είναι αυτό που καθορίζει τις αποφάσεις της ρωσικής πολιτικής και επιδιώκεται με όρους ισχύος, κυρίως οικονομικής, καθώς αυτή υπάρχει σε «μεγαλύτερο ποσοστό», με τη στρατιωτική να αυξάνεται σταδιακά. Για να το θέσουμε πιο περιγραφικά, η «οικονομική ισχύς» είναι το όπλο που διαθέτουν σε «αφθονία» και το χρησιμοποιούν συχνότερα. Η γεωπολιτική ως παράγοντας που επηρεάζει σημαντικά τα οικονομικά συμφέροντα, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται η γεωπολιτική ως θεωρητική προσέγγιση των διεθνών σχέσεων στη ρωσική πολιτική, διότι καθαρά ως θεώρηση, στην περίπτωση της Ρωσίας, έχει μικρή εργαλειακή χρησιμότητα.

Όσο θα αυξάνεται η ρωσική ισχύς, τόσο πιο πιεστικά και έντονα θα διεκδικεί όλο και περισσότερα συμφέροντα, σε όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις[1]. Η νέα ρωσική εξωτερική πολιτική θα γίνεται ολοένα και πιο στέρεα και μεγαλύτερου διεθνούς βεληνεκούς. Αυτό υποδηλώνει ουσιαστικά, ότι η ρωσική πολιτική θα γίνει ακόμα πιο κυριαρχική (sovereign).

Πιο συγκεκριμένα, την περίοδο της προεδρίας Γιέλτσιν, η συρρικνωμένη ισχύς της Ρωσίας, δεν ήταν δυνατό να εμποδίσει την ένταξη των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών στο ΝΑΤΟ, ούτε τον βομβαρδισμό της Σερβίας. Σήμερα, όμως, η Ρωσία ήταν σε θέση να ξεκινήσει πόλεμο κατά της Γεωργίας για τα συμφέροντά της, δεν φοβήθηκε να προβεί σε ισχυρά οικονομικά - ενεργειακά αντίμετρα κατά της Ουκρανίας, απέτρεψε με την ισχύ της την ένταξη της τελευταίας στο ΝΑΤΟ, προβαίνει σε κοινές ναυτικές ασκήσεις στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ, συνάπτει στρατηγικές συμφωνίες με ανταγωνιστές των ΗΠΑ και δημιουργεί ισχυρή αλληλεξάρτηση με μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Με απλά λόγια, η Ρωσία πλέον δεν επιτρέπει προκλήσεις εις βάρος των συμφερόντων της, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την στρατιωτική της ισχύ (κάτι που είναι «έμφυτο» στη ρωσική στρατηγική σκέψη), είναι σε θέση να τις αποτρέψει και είναι σε θέση να προβάλλει την ισχύ της χάρη στην ισχυροποίηση των ενόπλων της δυνάμεων.

Σχέσεις της Ρωσίας με τους κύριους δρώντες του διεθνούς συστήματος

Η Ρωσία δύναται πλέον να θέσει νέα δεδομένα στις διμερείς της σχέσεις με τους κύριους δρώντες του διεθνούς συστήματος.

Οι σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στην ουσία οι σχέσεις της με την κάθε χώρα ξεχωριστά. Η Ένωση δεν είναι σε θέση να έχει μια ενιαία εξωτερική πολιτική στα μεγάλα ζητήματα. Η Ρωσία χάρη στην ενέργεια είναι σε θέση να διατηρεί προνομιακές σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης.

Με τις ΗΠΑ οι σχέσεις είναι συγκρουσιακού χαρακτήρα λόγω της επέκτασης του ΝΑΤΟ προς ανατολικά και λόγω της προσπάθειας των ΗΠΑ να θέσουν υπό τον έλεγχό τους χώρες, όπως η Ουκρανία και η Γεωργία, που εμπίπτουν στα άμεσα ρωσικά συμφέροντα. Δεδομένης της θέσης που κατέχει η στρατιωτική ισχύς στη ρωσική σκέψη, αλλά και της εδραιωμένης ιστορικά αντίληψης, ότι η χώρα δεν έχει φυσικά εμπόδια που θα εμποδίσουν μια εχθρική εισβολή, το πρόβλημα ασφαλείας που αντιμετωπίζει η Ρωσία (με βάση πάντοτε τον ρωσικό τρόπο σκέψης) είναι οξύτατο. Η απόφαση των προέδρων Ομπάμα και Μεντβέντεφ, στο περιθώριο της συνάντησης των G20 στο Λονδίνο (Απρίλιος 2009), να ξεκινήσουν συνομιλίες για μείωση του πυρηνικού οπλοστασίου μεγάλου βεληνεκούς είναι μια ένδειξη καλής θέλησης, αλλά υπάρχουν πολλές και μεγάλες διαφορές που πρέπει να επιλυθούν.

Σχέσεις της Ρωσίας με τις Βαλκανικές χώρες

Οι περισσότερες από τις βαλκανικές χώρες έχουν πλέον απομακρυνθεί από το σοβιετικό τους παρελθόν και θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι βλέπουν την Ρωσία με πολύ μεγάλη επιφύλαξη. Οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες προσπαθούν να καλύψουν το κενό ασφαλείας που έχουν, εντασσόμενες στο ΝΑΤΟ, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο στόχος για την ολοκλήρωσή τους σε μια πολιτικό-οικονομική δομή, που θα εγγυηθεί την κοινωνική και πολιτική τους ανάπτυξη.

Η Ρωσία δεν είναι σε θέση να ελέγξει άμεσα τις χώρες αυτές. Έτσι το μόνο που απομένει πλέον, είναι η χρήση των ενεργειακών αποθεμάτων και οι αγωγοί για να μπορέσει να αποκτήσει ισχυρά ερείσματα και να επηρεάσει έμμεσα τις χώρες αυτές.

Σχέσεις της Ρωσίας με την Τουρκία

Ιδιαίτερο θέμα είναι οι σχέσεις της Ρωσίας με την Τουρκία στο πλαίσιο της πολιτικής τους στα Βαλκάνια. Η Τουρκία είναι μια χώρα η οποία όλα αυτά τα χρόνια αναπτύσσεται με γνώμονα να καταστεί μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη. Παρά τα όποια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Άγκυρα, δεν ανέστειλε ποτέ τα στρατιωτικά - εξοπλιστικά της προγράμματα. Ταυτόχρονα, στόχευε πάντα στην αύξηση της βιομηχανικής της παραγωγής, της ενεργειακής της αυτονομίας και της αύξησης των επενδύσεων, προκειμένου να μπορέσει να έχει δυνατότητα ανεξάρτητης δράσης.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του συμβούλου του Ταγίπ Ερντογάν, καθηγητή Αχμέτ Νταβούτογλου, η θέση της Τουρκίας είναι σημαίνουσα, διότι γεωπολιτικά, μεταξύ άλλων, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και πολιτισμικά αποτελεί τη συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ειδικά για το τελευταίο στοιχείο, ο Νταβούτογλου τονίζει τις σχέσεις της Τουρκίας με τα Βαλκάνια, την Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία και θεωρεί ότι η Τουρκία, λόγω του ότι είναι κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έχει τη δυναμική να γίνει μια μουσουλμανική περιφερειακή δύναμη. Με την στρατηγική αυτή, γίνεται μια προσπάθεια να εξισορροπηθεί η εξάρτηση της χώρας από την Δύση, μέσω της δημιουργίας συμμαχιών που θα διατηρήσουν μια ισορροπία ισχύος στην περιοχή, με την Τουρκία να έχει την κυρίαρχη θέση σε περιφερειακό και κατ’ επέκταση σε παγκόσμιο επίπεδο.

Επιπλέον, θεωρεί ότι η Τουρκία ορίζεται ως μια «κεντρική» (γεωπολιτικά) χώρα, με πολλαπλές περιφερειακές ταυτότητες, καθότι κατέχει κυρίαρχη θέση μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, ενώ βρίσκεται δίπλα στην Αφρική διαμέσου της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτά τα χαρακτηριστικά δίνουν στην Τουρκία τη δυνατότητα να ελίσσεται μεταξύ όλων αυτών των περιοχών, έχοντας περιοχές επιρροής στο άμεσο περιβάλλον της. Μια τέτοια χώρα, αναφέρει ο Νταβούτογλου, δεν θα πρέπει να θεωρείται ως μια χώρα «γέφυρα», ούτε ως μια χώρα «σύνορο», ούτε ως μια συνηθισμένη χώρα που βρίσκεται στα όρια της Δύσης με το Μουσουλμανικό Κόσμο.

«Η Τουρκία θα πρέπει να κάνει τον ρόλο της περιφερειακής χώρας τμήμα του παρελθόντος της και να καθορίσει μια νέα θέση: μία σύμφωνα με την οποία θα παρέχει ασφάλεια και σταθερότητα όχι μόνο για τον εαυτό της αλλά και για τους γείτονές της». Δηλαδή, η Τουρκία θα πρέπει να εγγυηθεί την δική της ασφάλεια λαμβάνοντας ενεργό ρόλο στην διαμόρφωση σταθερότητας και ασφάλειας στο άμεσο περιβάλλον της.

Με βάση αυτά τα δεδομένα η Τουρκία επιδιώκει μία άκρως ενεργητική και όπου απαιτείται «επιθετική» πολιτική για την υλοποίηση των στόχων της.

· Προωθεί στρατιωτικές συμφωνίες με όλες τις χώρες των Βαλκανίων, ενώ έχει συνάψει συμφωνίες για μεταστάθμευση στρατιωτικών της δυνάμεων στην Αλβανία, στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας.

· Συνάπτει εμπορικές συμφωνίες με τις βαλκανικές χώρες και ιδιαίτερα με τη Ρωσία. Προωθεί επιθετικά την εμπορική της πολιτική με τη συμμετοχή των εταιρειών της σε εμπορικές εκθέσεις, με την ανταλλαγή επισκέψεων εμπορικών αντιπροσωπειών, με τη συνοδεία των πολιτικών της από επιχειρηματίες κατά τη διάρκεια των επισκέψεών τους κτλ. Οι εξαγωγές της που θεωρούνται ιδανικές λόγω του χαμηλού κόστους παραγωγής, ενισχύουν το ΑΕΠ της, φέρνουν συνάλλαγμα στη χώρα, δίνουν δουλειά σε εργατικά χέρια και συμβάλλουν στην γενικότερη εξωτερική πολιτική της χώρας. Το κυριότερο, όμως, είναι το γεγονός ότι η Τουρκία έχει βιομηχανία, παράγει μεγάλη ποικιλία προϊόντων και γι’ αυτό είναι σε θέση να κάνει διεθνείς οικονομικές σχέσεις.

· Για να πετύχει την νέο-οθωμανική της πολιτική χρησιμοποιεί τον ισλαμικό της χαρακτήρα όπου είναι εφικτό ή ανακαλύπτει, αν δεν έχει ήδη, τουρκικές μειονότητες, από τις οποίες αντλεί στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Όσον αφορά τη Ρωσία, οι σχέσεις με την Τουρκία βασίζονται σε συγκλίνοντα οικονομικά συμφέροντα. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει μια μεγάλη σειρά θεμάτων στα οποία υπάρχουν και θα υπάρξουν τριβές, οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν και εστία έντονης αντιπαράθεσης και λήψης αντίμετρων.

Προοπτικές για την Ελλάδα

Η Ελλάδα αποφάσισε τα τελευταία χρόνια περίοδο να στραφεί προς τη δημιουργία μιας «ειδικής σχέσης» με τη Ρωσία. Η απόφαση ήταν καταρχήν ορθή στο πλαίσιο ότι η χώρα πρέπει πάντοτε να έχει όσο το δυνατόν καλύτερες σχέσεις με μεγάλες δυνάμεις, ώστε να επιτυγχάνει εξισορρόπηση των εξωτερικών απειλών και ισχυροποίηση της θέσης της στο διεθνές σύστημα.

Με τη Ρωσία θα πρέπει να υπάρξει συνέχεια των επενδύσεων στους τομείς στους οποίους υπάρχουν ρωσικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Στόχος της χώρας πρέπει να είναι η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής, η εισαγωγή και η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, η αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων με ρωσικά κεφάλαια και η ενδυνάμωση των πολιτικών σχέσεων.

Για να επιτευχθεί αυτό η Ελλάδα θα μπορούσε:

* Να συνεχίσει τις επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας, με γνώμονα πάντοτε το κέρδος, την απόκτηση τεχνογνωσίας και την κατά το δυνατό μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας πηγών ενέργειας. Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να δημιουργήσει ειδική πολιτική σχέση ώστε, αν προχωρήσει (όντας οικονομικά εφικτή) η εκμετάλλευση κοιτασμάτων σε περιοχές που η Τουρκία εγείρει αξιώσεις, να υπάρχει η υποστήριξη μιας μεγάλης δύναμης.

* Να συνεχίσει τις συνεργασίες στον τομέα των εξοπλιστικών. Εδώ όμως, πρέπει να υπάρξει προσοχή στην τήρηση κάποιων προϋποθέσεων. Όπως αναφέραμε νωρίτερα, η ρωσική πολεμική βιομηχανία βρίσκεται σε όχι τόσο καλή οικονομική και παραγωγική κατάσταση. Από την εποχή της ΕΣΣΔ, δινόταν βαρύτητα στην παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων των οπλικών συστημάτων, πολλές φορές εις βάρος της τεχνολογικής ανωτερότητας ή ακόμα και της ποιότητας.

Σήμερα, σε συνδυασμό με τη διεθνή οικονομική κατάσταση, αλλά και την έλλειψη κονδυλίων του ρωσικού υπουργείου άμυνας (οι ρωσικές ανακοινώσεις για μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα είναι αμφίβολο αν θα υλοποιηθούν, όπως αναφέρεται και στο σχετικό τμήμα της μελέτης), η αμυντική βιομηχανία της Ρωσίας αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα ανάπτυξης, παραγωγής και υποστήριξης των συστημάτων της. Για τον λόγο αυτό οι όποιες εξαγωγές όπλων, δίνουν μεγάλες «ανάσες» για την επιβίωσή της. Παρ’ όλ’ αυτά θα πρέπει να επιλέγονται ρωσικά συστήματα τα οποία είναι αποδεδειγμένα αξιόπιστα, να εξασφαλίζεται πραγματική συμπαραγωγή, αγορά τεχνογνωσίας, αποκλεισμό της πιθανότητας εξαγωγής τους στην Τουρκία και το κυριότερο, εξασφάλιση της υποστήριξής τους.

* Σε συνέχεια της στρατιωτικής συνεργασίας θα πρέπει να επιδιώκονται κοινές ασκήσεις, ειδικά στην περιοχή του Αιγαίου, για δύο λόγους. Πρώτον, η Ρωσία αποδεδειγμένα επιθυμεί να έχει κατά το δυνατόν μόνιμη παρουσία στη Μεσόγειο, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Δεύτερον, με τις κοινές ασκήσεις η Ελλάδα θα ενισχύσει για μία ακόμη φορά τα νομικά της επιχειρήματα στο Αιγαίο, «εμπλέκοντας» και μια μεγάλη δύναμη. Οι κοινές ασκήσεις θα μπορούσαν να διεξαχθούν με τη συμμετοχή κι άλλων χωρών. Τέλος, θα μπορούσαν να υλοποιηθούν όχι μόνο στην περιοχή του Αιγαίου, αλλά και στην περιοχή των χωρικών υδάτων της Κύπρου.

* Επιπλέον, να επεκταθεί η συνεργασία και σε άλλους τομείς της οικονομίας, όπως είναι ο τουρισμός, τα κοινά εκπαιδευτικά προγράμματα, οι ανταλλαγές σπουδαστών, οι υποτροφίες σε ΑΕΙ, ΑΣΕΙ και λοιπά ερευνητικά ινστιτούτα.

Όλες οι παραπάνω προτάσεις μπορούν και πρέπει να πραγματοποιηθούν όχι μόνο με τη Ρωσία, αλλά και με όλες τις άλλες χώρες των Βαλκανίων. Δεν αρκούν μόνο οι μεγάλες τραπεζικές επενδύσεις. Το εξαγωγικό και πνεύμα εξωστρέφειας πρέπει να κυριαρχεί στην σκέψη όλων μας, με στόχο:

* Να πετύχει η χώρα αύξηση των εξαγωγών της που στη συνέχεια θα βοηθήσουν στην τόνωση της οικονομίας, την αύξηση των θέσεων εργασίας και την εισροή συναλλάγματος

* να πετύχει αύξηση της διπλωματικής της ισχύος στα Βαλκάνια, ώστε να μπορεί να οδηγεί τις εξελίξεις προς όφελός της. Το ότι είμαστε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί πλέον επιχείρημα. Η Ρουμανία και η Βουλγαρία είναι ήδη μέλη, η Ρουμανία έχει θέσει άμεσο στόχο την είσοδο στην ζώνη του Ευρώ, η Κροατία είναι σε διαδικασία ένταξης και άλλες χώρες το έχουν καθορίσει σαν εθνικό τους στόχο. Το ίδιο και με το ΝΑΤΟ, όπου πολλές από τις χώρες όχι μόνο είναι μέλη, αλλά συμμετέχουν ενεργά στις πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, δείχνοντας έμπρακτα την «ατλαντική» τους στροφή, επιτυγχάνοντας την υποστήριξη των ΗΠΑ. Η Ελλάδα αν δεν επιθυμεί την εμπλοκή σε πολεμικές επιχειρήσεις, θα μπορούσε να αυξήσει την στρατιωτική της παρουσία στα Βαλκάνια (στα πλαίσια του ΝΑΤΟ ή της Ε.Ε.) αποκτώντας ακόμη πιο ενεργό ρόλο στην περιοχή και δείχνοντας έμπρακτα την προσήλωση στον ευρω-ατλαντικό της χαρακτήρα.

Για να επιτευχθούν όλες οι παραπάνω προτάσεις, θα πρέπει να υπάρξει καθορισμός ξεκάθαρων και μετρήσιμων στόχων.

Ταυτόχρονα δεν θα πρέπει να τρέφονται αυταπάτες για την πραγματική ισχύ της Ρωσίας. Η χώρα ακόμα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και επιχειρήματα που βασίζουν τη συνεργασία στο ομόδοξο και το κοινό παρελθόν είναι επικίνδυνα και αποπροσανατολιστικά.

* Η οικονομία της εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Σύμφωνα με οικονομικές μελέτες, για να μην έχει πρόβλημα η ρωσική οικονομία, η τιμή του πετρελαίου θα πρέπει να είναι το λιγότερο στα 40 δολάρια ανά βαρέλι.

* Η στρατιωτική της ισχύς είναι υποβαθμισμένη. Η δυνατότητα προβολής ισχύος με τον στόλο, δεν προέρχεται από περίσσεια δυνάμεων. Όταν κάποιο τμήμα του στόλου της εκτελεί ασκήσεις, το υπόλοιπο είναι αγκυροβολημένο για συμπίεση του κόστους. Ακόμη, το ένα και μοναδικό αεροπλανοφόρο δεν μπορεί να προσφέρει πολλά, λόγω της χαμηλής επιχειρησιακής του κατάστασης. Η αεροπορία της αν και μεγάλη σε αριθμό, είναι περιορισμένης μαχητικής ικανότητας. Το ίδιο και οι χερσαίες δυνάμεις. Ο μόνος εξισορροπητικός παράγοντας είναι τα πυρηνικά όπλα.

* Υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που είναι διαφορετικής θρησκείας και εθνικής καταγωγής. Οι Τσετσένοι δημιούργησαν μια πολύ μεγάλη πληγή όλα αυτά τα χρόνια.

* Η οικονομική κατάσταση, η άνιση κατανομή του εισοδήματος και η μη ύπαρξη ελευθεριών, για χάρη της επιβίωσης του καθεστώτος, δημιουργούν σοβαρότατα κοινωνικά προβλήματα, που δεν είναι ευρέως γνωστά λόγω της συγκάλυψής τους. Δημιουργούν, όμως, ένα εύφλεκτο μείγμα για μελλοντικές ταραχές.

Η συνεργασία με τη Ρωσία απαιτεί μεγάλη προσοχή λόγω των προαναφερθέντων προβλημάτων. Θα πρέπει να υπάρχει ισορροπία σε σχέση και με τις άλλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος που δεν επιτρέπουν σε μικρές χώρες τη δυνατότητα να επιδιώξουν ξεκάθαρα το εθνικό τους συμφέρον. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένο το τι θα πρέπει να επιδιώξει η ηγεσία της χώρας μέσα από την σχέση με τη Ρωσία, ώστε να αποκομίσουμε τα μέγιστα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΔΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Στο παρόν τμήμα θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε όσο το δυνατόν πιο διεξοδικά τη ρωσική κοινωνία και πολιτική, ώστε να διευκολυνθεί η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της και των δυνατοτήτων που έχει σε σχέση με τις μελλοντικές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει. Θα επιχειρηθεί επίσης να διερευνηθούν ποιες είναι οι στρατηγικές της επιδιώξεις και ποιοι είναι οι παράγοντες που καθορίζουν τις προτεραιότητες της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Με βάση αυτά τα δεδομένα θα δούμε αν η Ρωσία είναι ικανή να επιδιώξει και σε ποιό βαθμό τα συμφέροντα που δείχνει ότι επιδιώκει.

Ρωσικό Πολιτικό Σύστημα μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ

Η Ρωσία, ως διάδοχος της Σοβιετικής Ένωσης, πέρασε μερικές από τις δυσκολότερες, αν όχι τις δυσκολότερες, περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Μετά την διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και την πτώση της ΕΣΣΔ, η νέα Ρωσία βρέθηκε σ’ ένα νέο περιβάλλον, με σοβαρό κενό εξουσίας, με διαλυμένη την οικονομία της, με τις ΗΠΑ να εκμεταλλεύονται την απουσία ρωσικής ισχύος και το κυριότερο με την κοινωνία της να αναζητά τη νέα της ταυτότητα. Οι κυβερνήσεις του Γιέλτσιν δεν κατάφεραν να δώσουν στη Ρωσία κάτι από την παλιά της αίγλη.

Την αλλαγή έφερε η προεδρία του Βλάντιμιρ Πούτιν. Το κυριότερό του επίτευγμα ήταν να δημιουργήσει μια μετά-Σοβιετική ταυτότητα, συνθέτοντας στοιχεία της τσαρικής αυταρχικής παράδοσης, της σοβιετικής παράδοσης ισχύος και της ρωσικής εθνοτικής συμβίωσης. Η νέα Ρωσία είναι καθαρά δημιούργημα του Πούτιν και δημιουργήθηκε έτσι ώστε να συνεχιστεί η εξουσία του ακόμα κι αν είναι εις βάρος του φιλελευθερισμού και του εκδημοκρατισμού για τον οποίον συζητούσαν, πίεζαν και συνεχίζουν να πιέζουν οι Δυτικοί τους Ρώσους ηγέτες από το 1991 και μετά. Στο σημείο αυτό κρύβεται όλη η αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας με τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης και ιδιαιτέρως με τις ΗΠΑ. Δηλαδή, στο αν θα υπάρξει πρώτα εκδημοκρατισμός ή φιλελευθερισμός και σε ποια μορφή θα υπάρξει αυτός. Κυρίως οι ΗΠΑ και σε μικρότερο βαθμό οι λοιπές μεγάλες Δυτικές δυνάμεις θέλουν, ή έστω ήθελαν, μια Ρωσία κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωσή τους. Μια Ρωσία φιλελεύθερη οικονομικά και πολιτικά, που να λειτουργεί βάσει των δυτικών προτύπων.

Η λογική αυτή είναι παρακινδυνευμένη αν όχι λανθασμένη. Αν κάποια πράγματα καθορίζουν το πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης μια χώρας και τις προτεραιότητες τις οποίες θέτει, αυτά είναι οι αρχές της, οι φιλοσοφικές βάσεις, τα ιστορικά δεδομένα, οι συλλογικές μνήμες και ο τρόπος λειτουργίας των πολιτών, όπως αυτός διαμορφώνεται στο πέρασμα των χρόνων. Το αποτέλεσμα είναι ακόμα και έννοιες όπως η Δημοκρατία να έχουν διαφορετικές έννοιες - συνιστώσες σε κάθε κοινωνία.

Έτσι οι ΗΠΑ θεωρούν Δημοκρατία τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Βέβαια ο φιλελευθερισμός δεν συνεπάγεται δημοκρατία, ούτε και το αντίστροφο. Ο φιλελευθερισμός εμφανίστηκε στην Αγγλία και την Σκωτία τον 18ο αιώνα έχοντας πέντε προϋποθέσεις για την ύπαρξή του:

α) την πολιτική ελευθερία του ατόμου ως τη βασική μονάδα της κοινωνίας,

β) την ύπαρξη πολιτικών θεσμών,

γ) την ανεξιθρησκία (όχι μόνο ελευθερία στις θρησκευτικές ομάδες, αλλά ελευθερία στα θρησκευτικά πιστεύω του ατόμου),

δ) την ελευθερία στο επιχειρείν και στο εμπόριο με βάση την προσωπική ιδιοκτησία, που θα πρέπει με τη σειρά της να διασφαλίζεται από την εφαρμογή των νόμων και

ε) τη συμβατική σχέση (ύπαρξη κάποιας μορφής συμβολαίου) που θα καθορίζει τις υποχρεώσεις της πολιτείας, της κοινωνίας και του ατόμου.

Προχωρώντας αυτό το διαχωρισμό περαιτέρω, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο κύριος ρόλος του κράτους στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι να ελέγχει την αγορά, μη επιτρέποντας την ανάπτυξη μονοπωλίων αλλά δίνοντας τη δυνατότητα ελεύθερης συμμετοχής των πολιτών στο καταναλωτικό μοντέλο ανάπτυξης. Στην αντίπερα όχθη, στην Ευρώπη, ο βασικός ρόλος του κράτους είναι να έχει ρυθμιστικό ρόλο και να προστατεύει τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές σχέσεις.

Ο αγγλικός φιλελευθερισμός επεκτάθηκε σε όλο τον κόσμο χάρη στις αγγλικές αποικίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επεκτάθηκε και στις ΗΠΑ. Αντίθετα, στη Ρωσία και στις υπόλοιπες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, αυτός ο φιλελευθερισμός, ειδικά την περίοδο της «περεστρόικα» ήταν απλά ένας μιμητισμός των δυτικών προτύπων χωρίς να υπάρχει το απαραίτητο βάθος και εμπειρία που προκύπτουν από τη μακροχρόνια άσκηση συγκεκριμένων πρακτικών. Παραδοσιακά, ο φιλελευθερισμός προηγείται της δημοκρατίας, φιλοσοφικά και ιστορικά, και υποχωρεί όσο αυξάνεται το επίπεδο εκδημοκρατισμού. Στην αρχή απαιτείται η ύπαρξη ελεύθερης αγοράς, η ύπαρξη αρχών και ο περιορισμός του κράτους. Η δημοκρατία έρχεται σαν επακόλουθο των αναγκών αυτού του συστήματος. Πιο συγκεκριμένα η απαίτηση για ύπαρξη ελεύθερης αγοράς, οδηγεί στην ανάγκη ύπαρξης οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, για τους κατόχους κεφαλαίων προς επένδυση, μέσω της ύπαρξης αρχών, οι οποίες αρχές με την σειρά τους διασφαλίζονται μόνο μέσω του ρυθμιστικού χαρακτήρα του κράτους. Δηλαδή επί της ουσίας, με τη δυνατότητα του κράτους να κωδικοποιεί τις ανάγκες, να ιεραρχεί τις προτεραιότητες, να τις εφαρμόζει και να τις προστατεύει με τον κατάλληλο έλεγχο και όπου απαιτείται με την αστυνόμευση και την επιβολή κυρώσεων σε εφαρμογή επιβολής του νόμου.

Η παραπάνω διαδικασία είναι αυτή που ακολούθησαν κράτη όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα. Εν τούτοις η διαδικασία αυτή δεν είναι δυνατόν να ακολουθηθεί από όλες τις κοινωνίες και χώρες, διότι τέτοια ζητήματα άπτονται κατ΄ αρχήν της πολιτικής κουλτούρας και των αναγκών της κάθε χώρας.

Έτσι, η προσπάθεια ακαριαίας ένταξης πρώην σοβιετικών δημοκρατιών στον οικονομικό φιλελευθερισμό ήταν καταδικασμένη να αποτύχει όπως και έγινε παταγωδώς. Οι δε κυβερνήσεις που ανέλαβαν να οδηγήσουν τις χώρες τους στο νέο πολιτικο-οικονομικό σύστημα χρεώθηκαν την ευθύνη της αποτυχίας και δεν επανεξελέγησαν. Η λύση ήταν να επανέλθουν στην εξουσία τα πρώην κομμουνιστικά κόμματα ( χαρακτηριστικά παραδείγματα οι περιπτώσεις της Βουλγαρίας και της Σερβίας), τα οποία είχαν μεταλλαχθεί σε πιο κεντρώα, δυνάμενα να φιλελευθεροποιήσουν την οικονομία της χώρας με κοινωνικούς όρους, υπό την πολιτικο-οικονομική σκέπη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ομπρέλα ασφαλείας του ΝΑΤΟ (περιπτώσεις της Τσεχίας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας, της Κροατίας κτλ), που συνέβαλαν στην απόσβεση των κραδασμών της μετάβασης.

Στην περίπτωση της Ρωσίας οι παραπάνω ευνοϊκές προϋποθέσεις δεν ίσχυσαν. Πρώτον, διότι η χώρα δεν μπορούσε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή το ΝΑΤΟ και αυτό είχε σαν άμεση συνέπεια και τον παραγκωνισμό των φιλελεύθερων στη Ρωσία. Δεύτερον, διότι στη Ρωσία δεν υπήρξε μεταμόρφωση των κομμουνιστών του Γκενάντυ Ζουγκάνωφ σε σοσιαλδημοκράτες. Ο χαρακτηρισμός τους ως νεο-σταλινικών από τον Μπορίς Γιέλτσιν σήμανε και την επανεκλογή του τελευταίου και την αποτυχία του ρωσικού πολιτικού συστήματος να αναδείξει μία πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα στη σοσιαλδημοκρατία.[2] Ο απλός μιμητισμός των φιλελεύθερων προτύπων ήταν αντιπαραγωγικός και προβληματικός, αλλά κυρίως χωρίς να λύνει τα προβλήματα της Ρωσίας και τουναντίον ουσιαστικά οδήγησε στο να δημιουργηθεί φοβία ή και αντιπαλότητα εναντίον του, τη στιγμή, μάλιστα, που οι Ρώσοι ήταν ανέκαθεν πιο κοντά στο μοντέλο ισορροπημένων σχέσεων μεταξύ του κράτους, της κοινωνίας και του ατόμου.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που προέκυψε από την παραπάνω κατάσταση, ήταν η αντιπαλότητα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες που είναι και ο κύριος φορέας αυτού του ρεύματος. Σε αυτό το πολύ σοβαρό ζήτημα καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η στρατηγική-τακτική των ΗΠΑ να πιέζουν τους Ρώσους (ιδίως επί εποχής Γιέλτσιν) να ακολουθήσουν πρακτικές οι οποίες τελικά θα είχαν ως αποτέλεσμα τη μετατροπή της Ρωσίας σε πιστό αντίγραφό τους. Αυτό ήταν μία ιδιαίτερα λανθασμένη εκτίμηση και πρακτική της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και τούτο διότι απλά είναι αδύνατο μια μεγάλη δύναμη να «εξάγει» ως λύση στις τότε και νυν αναπτυσσόμενες οικονομίες (τότε οικονομίες υπό μετάβαση), το δικό της κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό μοντέλο, μη λαμβάνοντας καθόλου υπόψη τις ιδιαιτερότητες των κοινωνιών.

Σε αυτή την τακτική τους οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν διεθνείς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα και αυτοί οι οργανισμοί να έχουν «στοχοποιηθεί». Στην περίπτωση αυτή, το δεύτερο βασικό λάθος των ΗΠΑ ήταν ότι επενέβησαν στις περιοχές επιρροής της Ρωσίας, όπως τα Βαλκάνια. Μπορεί να είχαν επιτυχία στο να απαγκιστρώσουν από την ρωσική επιρροή χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Αλβανία, τα Σκόπια, η Σερβία και η Κροατία, δημιούργησαν, όμως, αίσθημα αντιαμερικανισμού στους Ρώσους πολίτες. Αυτό αργότερα, επί Πούτιν, σε συνδυασμό με την αύξηση της ισχύος της χώρας μετατράπηκε σε ευθεία αντιπαλότητα ενάντια στις ΗΠΑ, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην αμερικανική διπλωματία, η οποία δεν διέγνωσε σωστά την κατάσταση, παρά μόνο παρασύρθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις (Σερβία) σε βίαιες κινήσεις κάλυψης του κενού ισχύος, πάντοτε εις βάρος της Ρωσίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα στις σημερινές σχέσεις ΗΠΑ - Ρωσίας δημιουργήθηκε αυτή την περίοδο.

Η Ρωσία σήμερα

Βασικό για την περαιτέρω ανάλυση του θέματος είναι το ερώτημα «που βρίσκεται σήμερα η ρωσική κοινωνία». Η πλειοψηφία του λαού είναι υπέρ των ευρωπαϊκών (κοινωνικών και πολιτικών) αρχών στην πράξη, όμως, δεν υπάρχει σχέση της σημερινής πολιτικής πρακτικής με τις αρχές αυτές, από την ημέρα εκλογής του Γέλτσιν μέχρι και σήμερα.

Ο τέως πρόεδρος και νυν Πρωθυπουργός Βλ. Πούτιν είχε το χάρισμα και την ικανότητα να πείσει τους συμπολίτες του να τον ψηφίσουν και να κερδίσει τις εκλογές για την Προεδρία για δύο συνεχόμενες φορές, ενώ ο νέος πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ είναι καθαρά δική του επιλογή. Ο πρωθυπουργός Πούτιν κατά τη διάρκεια της προεδρίας του δημιούργησε ένα αυταρχικό πολιτικό καθεστώς, με το οποίο ελέγχει απόλυτα το κράτος.

Ο αυταρχισμός, από τη μία πλευρά δίνει σ’ έναν ηγέτη μιας μεγάλης δύναμης όπως η Ρωσία, τη δυνατότητα να λαμβάνει γρήγορες αποφάσεις και να τις υλοποιεί άμεσα, προς όφελος των κατά την αντίληψη τους συμφερόντων του κράτους του, τη στιγμή που το διεθνές σύστημα είναι άναρχο και οι προκλήσεις στην ασφάλεια της Ρωσίας είναι πολλές. Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει κανείς είναι αν ο Πούτιν και ο Μεντβέντεφ προσφέρουν τα μέγιστα στους Ρώσους πολίτες και στην χώρα τους και πιο συγκεκριμένα στην εθνική ασφάλεια και στην προάσπιση του εθνικού συμφέροντος.

Η εικόνα που έχουν οι Ρώσοι για τη φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η εικόνα της Ρωσίας της δεκαετίας του ΄90, με τεράστια εσωτερικά προβλήματα και μια εικόνα αθλιότητας στο εξωτερικό. Εν πολλοίς χρεώνουν αυτή την εικόνα στις ΗΠΑ και στο φιλελευθερισμό που προσπάθησαν να εγκαταστήσουν στην χώρα τους, μέσω του τέως προέδρου Μπ. Γιέλτσιν. Ο τελευταίος είχε ανέβει στην εξουσία με τις ευλογίες της Δύσης και έχτισε μια διακυβέρνηση η οποία λίγα έκανε για το λαό. Δημιούργησε μια αποτυχημένη απομίμηση δημοκρατικών θεσμών, που το μόνο που έκαναν ήταν να εκλέγουν στην εξουσία την ίδια κυβέρνηση, η οποία λάμβανε νομιμοποίηση από τις δυτικές δυνάμεις[3].

Η διαφορά του Βλ. Πούτιν από τον Μπ. Γιέλτσιν έγκειται στο γεγονός ότι ο πρώτος πέρασε τη χώρα από την αποτυχημένη μιμητική δημοκρατία, σ’ ένα αυταρχικό και πλούσιο κράτος με στοιχεία δυτικής μεγαλοπρέπειας.

Ο νυν πρωθυπουργός επέφερε τεράστιες δομικές αλλαγές στον κρατικό μηχανισμό. Πλέον, δεν υπήρχαν οι ελίτ-υπηρέτες της Δύσης, αλλά ανέβηκαν στην εξουσία κοινωνικές ελίτ με εθνικό χαρακτήρα. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η επανεθνικοποίηση μεγάλων εταιρειών, κυρίως στον τομέα της ενέργειας, ο πλήρης έλεγχος των ΜΜΕ και ο περιορισμός των μηχανισμών της Δύσης που δρούσαν ανεξέλεγκτα στη ρωσική επικράτεια. Το Κρεμλίνο είχε όλη την ισχύ στα χέρια του, ελέγχοντας τα κόμματα, άρα και την εδραίωση της κυριαρχίας των νέων ελίτ και του ίδιου του Πούτιν.

Αυτό που δημιούργησε ο Πούτιν δεν ήταν κρατικός καπιταλισμός, αλλά καπιταλισμός του προεδρικού περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικά αναφέρεται από διεθνείς αναλυτές πως «καλό για την Ρωσία είναι το καλό της Gazprom»[4]. Η επανεθνικοποίηση της οικονομίας έδωσε τη δυνατότητα στη χώρα, να αναπτύξει ένας είδος προστατευτισμού, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε και δυνάμωσε η νέα οικονομική πραγματικότητα, αλώβητη από την αμερικανική οικονομική ισχύ που εμφανίστηκε στη χώρα υπό τη μορφή της Παγκοσμιοποίησης. Ταυτόχρονα, ο Πούτιν, δημιούργησε μια προβληματική κατάσταση. Το Κρεμλίνο με τη νέα δομή που έθεσε σε εφαρμογή, δεν κατάφερε να οικοδομήσει ένα ισχυρό κράτος. Μπορεί η Ρωσία να φαίνεται ισχυρή, στο εσωτερικό της, όμως, είναι αδύναμη, διεφθαρμένη και αναποτελεσματική. Με δεδομένη την απουσία ουσιαστικών θεσμών, ουσιαστικής δημοκρατίας και διαφάνειας, δεν πρόκειται να υπάρξει κοινωνικότερη κατανομή του εισοδήματος, βάζοντας τη χώρα σ’ ένα φαύλο κύκλο. Δείχνει ότι εισέρχεται στις Δυτικές οικονομικές δομές, αλλά πολιτικά γίνεται όλο και πιο αντιδυτική (αντιδημοκρατική).

Η ισχύς και η μακροζωία της διακυβέρνησης Πούτιν βασίζεται στη σύγκρισή του με την περίοδο Γιέλτσιν, την οικονομική ανάπτυξη, που είναι απόλυτα συνυφασμένη με τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, και με την επάνοδο της χώρας στη θέση της μεγάλης δύναμης. Τα δύο πρώτα είναι παράγοντες ισχύος του καθεστώτος που φθίνουν με τον καιρό. Η απόσταση από την περίοδο Γιέλτσιν αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου και οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου εξαρτώνται από τη διεθνή ζήτηση. Άρα, η κύρια δύναμη του καθεστώτος είναι η εξωτερική του πολιτική και τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η χώρα στο διεθνές σύστημα. Αυτό θα είναι το στοιχείο που εκμεταλλεύεται η προεδρία Πούτιν και Μεντβέντεφ, ώστε να συσπειρώνει τριγύρω της το λαό.

Από την άλλη πλευρά ένα ζήτημα που τίθεται είναι τι προσδοκά η Δύση από την Ρωσία. Επιθυμεί μια ισχυρή χώρα που να μπορεί να λειτουργεί ως ισορροπιστής του διεθνούς συστήματος ή θέλει να επιμείνει στο λάθος της, δηλαδή τη δημιουργία μιας νέας Ρωσίας που θα μιμείται τα δυτικά πρότυπα; Μέχρι στιγμής αποδεικνύεται ότι η δεύτερη προσέγγιση είναι εντελώς λανθασμένη και ότι όσο η Δύση και κυρίως οι ΗΠΑ συνεχίζουν να ασκούν πιέσεις για δημιουργία μιας «αμερικανικού τύπου» Ρωσίας, τόσο θα ενδυναμώνεται ο αντιαμερικανισμός και θα αυξάνεται η συσπείρωση στον αυταρχισμό του Πούτιν. Αν οι ΗΠΑ και οι Δυτικές χώρες ακολουθήσουν την πρώτη προσέγγιση, τότε θα έχουν τη δυνατότητα να συνεργαστούν με μια Ρωσία που θα είναι ο κύριος πόλος ισχύος στο ευρασιατικό σύστημα, όπου χώρες όπως το Ιράν, η Κίνα, το Πακιστάν (και πολλές αραβικές),παρά τις επιμέρους διαφωνίες, συνδιαλέγονται καλύτερα με τη Ρωσία. Η ανάγκη μιας ισχυρής Ρωσίας, στην οποία είναι καλύτερο να μην ασκούνται πολλές πιέσεις, φάνηκε και την περίοδο του πολέμου στην Τσετσενία. Οι δυτικές χώρες ασκούσαν δριμεία κριτική στη ρωσική ηγεσία για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον πόλεμο αυτό. Όμως, μετά την 11η Σεπτεμβρίου έγινε απόλυτα κατανοητό ότι στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας η Ρωσία είναι σύμμαχός τους και ότι η ίδια πολεμάει κατά του ισλαμικού φονταμενταλισμού στην Τσετσενία.

Η Κυριαρχική Δημοκρατία (sovereign democracy)

Το νέο μοντέλο που δομεί ο Πούτιν είναι το ονομαζόμενο της κυριαρχικής δημοκρατίας (sovereign democracy). Ίσως αυτή να είναι η μοναδική ιδεολογική ταυτότητα της ρωσικής πολιτικής. Με τη θεώρηση αυτή συνδυάζουν στοιχεία του δυτικού εκσυγχρονισμού και της ανεξαρτησίας από την Δύση. Βασίζεται στις φιλοσοφικές αρχές των Francois Guizot και του Carl Schmitt. Ο πρώτος ήταν κατά του λαϊκισμού (populism) και ο δεύτερος κατά του πλουραλισμού. Αυτό όμως και κυρίως που φοβίζει ότι θα μπορούσε να διαλύσει τη Ρωσία είναι η άνοδος της επιρροής διαφόρων ομάδων και μειονοτήτων. Οι δύο αυτοί μεγάλοι φιλόσοφοι δεν θεωρούν ότι η πλήρης αντιπροσώπευση όλων των κοινωνικών ομάδων είναι ένδειξη δημοκρατίας, ούτε θεωρούν ότι δημοκρατία είναι η κυριαρχία της λαϊκής θέλησης.

Πρακτικά, για τη Ρωσία οι εκλογές καταδεικνύουν ποιος έχει την ισχύ στο πολιτικό σύστημα. Το ρωσικό μοντέλο δημοκρατίας βασίζεται στην ισχύ της ηγεσίας. Η ανακοίνωση της «κυριαρχικής δημοκρατίας» από το Κρεμλίνο, στέλνει το μήνυμα προς την Δύση, ότι η Ρωσία έχει τη δική της ταυτότητα και ότι δεν θα δεχθεί υποδείξεις από ξένες χώρες.

Κατανομή της εξουσίας και siloviki

Η διακυβέρνηση Πούτιν δημιούργησε νέες δομές εξουσίας μέσα στο Κρεμλίνο. Στη ρωσική πολιτική σκηνή υπάρχουν διακριτές τρεις πολιτικές ομάδες.Οι φιλελεύθεροι οι τεχνοκράτες και οι siloviki, όλοι με ηγεσίες πρόσωπα της κυβέρνησης και του επιχειρηματικού κόσμου[5].

Οι φιλελεύθεροι χαρακτηρίζονται από την εστίαση του ενδιαφέροντός τους στην οικονομία. Είναι θετικοί στην κρατική παρέμβαση, αλλά παραμένουν προσανατολισμένοι στην ελεύθερη αγορά, σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τις άλλες δύο ομάδες.

Οι τεχνοκράτες είναι άτομα του επιχειρηματικού κόσμου και κυρίως της εταιρείας Gazprom, κάτι που τους δίνει μεγάλη δύναμη. Ο νυν πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ ήταν ο ηγέτης των τεχνοκρατών, αλλά και πρώην πρόεδρος της κρατικής εταιρείας φυσικού αερίου.

Η siloviki είναι η πιο ισχυρή πολιτική ομάδα που υπάρχει στη Ρωσία. Η ονομασία τους προέρχεται από το silovye struktury, δηλαδή, δομές ασφαλείας. Ο όρος αναφέρεται στις ένοπλες δυνάμεις, στις δυνάμεις ασφαλείας και στις υπηρεσίες πληροφοριών. Αν και ο όρος δείχνει ότι τα μέλη του προέρχονται από τους κόλπους των υπηρεσιών που προαναφέρονται, εν τούτοις δεν είναι κανόνας. Πολλά από τα μέλη των siloviki είναι επιχειρηματίες. Συνολικά αριθμούν περί τα 6.000 μέλη. Συνδετικό μεταξύ τους στοιχείο αποτελούν τα κοινά τους συμφέροντα και όχι η προέλευσή τους. Η οργάνωσή τους χαρακτηρίζεται από τρεις ομόκεντρους κύκλους, ανάλογα με τη δυνατότητα επιρροής, την αρχαιότητα και την δύναμη που έχει ο καθένας.

Οι siloviki ελέγχουν απόλυτα ή μερικώς τις κυβερνητικές υπηρεσίες. Εκτός από τις ένοπλες δυνάμεις και τις υπηρεσίες ασφαλείας, έχουν τη διεύθυνση των στρατηγικών υποδομών της χώρας, όπως για παράδειγμα της Υπηρεσίας Ενέργειας, των Τελωνείων και της Υπηρεσίας Οικονομικού Ελέγχου. Ελέγχουν, επίσης, τις αμυντικές βιομηχανίες της χώρας (Mig, Sukhoi, Tupolev, Rosoboronexport και Almaz-Antey), την Aeroflot, τους κρατικούς σιδηροδρόμους, την Υπηρεσία Λιμένων και μερικές από τις μεγαλύτερες τράπεζες (Vneshekonombank, Mezhprombank και Rossiya Bank).

Οι siloviki σαν πολιτική οντότητα εδράζονται πάνω στις ακόλουθες αξίες[6]:

α) Προωθούν συνεχώς την εμβάθυνση της πολιτικής και οικονομικής ισχύος εντός ενός υπέρ-συγκεντρωτικού κράτους, που έχει τους δικούς του μηχανισμούς οικονομικής συντήρησης και αυτοπροστασίας. Με βάση το «αίσθημα» αυτοσυντήρησης κινούνται εν μέρει οι «επιθετικές» τους οικονομικές αποφάσεις, ειδικά στο χώρο της αμυντικής βιομηχανίας και της ενέργειας.

β) Ο κρατισμός αποτελεί οικονομικό πρόγραμμα. Δηλαδή, επιδιώκουν την παρέμβαση του κράτους στην οικονομική ζωή και οι στρατηγικοί τομείς της οικονομίας θα πρέπει να προστατευθούν από την παγκοσμιοποίηση. Με άλλα λόγια προστατευτισμός έναντι των ξένων κρατών.

γ) Χαρακτηρίζονται από οικονομικό εθνικισμό. Στόχος τους είναι όλες οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας να ανήκουν στο κράτος. Για το λόγο αυτό εξαγοράζουν όλες τις μικρότερες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου, και τις εντάσσουν υπό τη σκέπη της Gazprom και της Rosneft.

δ) Στόχος τους είναι η επανεγκαθίδρυση της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης του διεθνούς συστήματος.

ε) Προωθούν την επάνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στα δρώμενα. Πίσω από αυτή την ιδέα βρίσκεται η προσπάθεια εμπέδωσης στοιχείων του ρωσικού εθνικισμού σε ζητήματα όπως η στάση έναντι των ξένων λειτουργεί δηλαδή υπέρ της λαϊκής συσπείρωσης γύρω από την ηγεσία της χώρας.

Ο πυρήνας τους είναι οι Nikolai Patrushev, Igor Sechin και ο Viktor Ivanov, όλοι τους με στενές σχέσεις εδώ και χρόνια με τον Πούτιν. Ο Patrushev ήταν στέλεχος της KGB (νυν FSB) και μετέπειτα αρχηγός της. Μετά τη λήξη της θητείας του έγινε ο νυν πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας. Ο Sechin ήταν κι αυτός στέλεχος της KGB. Αργότερα έγινε στέλεχος της δημαρχίας Πούτιν στην Αγ. Πετρούπολη και αργότερα προσωπάρχης του επιτελείου του τελευταίου. Από το 2004 ανέλαβε πρόεδρος στο Δ.Σ. της εταιρείας πετρελαίου Rosneft, η οποία, μέσω παρασκηνιακών διαδικασιών, απορρόφησε την Yukos του Mikhail Khodorkosvsky. Ο Ivanov ήταν και αυτός στέλεχος της FSB (διάδοχος του Patrushev) και μέλος του επιτελείου του Πούτιν. Αργότερα έγινε πρόεδρος της Almaz-Antey (η κατασκευάστρια των S300, TorM1 κτλ) και μέλος του ΔΣ της Αeroflot, ενώ επιβλέπει τον ευρύτερο βιομηχανικό τομέα της άμυνας.

Η ισχύς, η συσπείρωση και η δυνατότητα αναπαραγωγής του συστήματος που έχουν δημιουργήσει οι siloviki, δείχνει ότι θα παραμείνουν για πολλά χρόνια στην εξουσία. Μπορεί να μην έχουν την ιδεολογική βάση που είχαν οι νεοσυντηρητικοί στις ΗΠΑ, έχουν όμως τις δικές τους αξίες. Κάθε προσπάθεια απονομιμοποίησής τους από τη Δύση θα αυξάνει τη συνοχή της ομάδας και τη συσπείρωση του λαού τριγύρω της.

Τα ευρύτερα ρωσικά συμφέροντα και η εξωτερική πολιτική

Κατά τη διάρκεια των περισσοτέρων ετών του 20ου αιώνα η Ρωσία με τη μορφή της ΕΣΣΔ αποτέλεσε όχι μόνο τον ιδεολογικό ανταγωνιστή αλλά και το αντίπαλο δέος σε όλες τις δραστηριότητες (στρατιωτικές, οικονομικές κλπ)της Δύσης γενικώτερα και της Ευρώπης ειδικότερα.

Από θεωρητικής απόψεως σήμερα, και μετά την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος, ιδεολογική αντιπαράθεση δεν υφίσταται. Όμως από πλευράς πληθυσμιακού δυναμικού, οικονομικών και φυσικών πόρων καθώς και στρατιωτικών δυνατοτήτων η Ρωσική Ομοσπονδία αποτελεί ένα παγκόσμιο παίκτη ο οποίος όχι μόνο επηρεάζει αλλά και διαμορφώνει την παγκόσμια πολιτική σκηνή.

Πέραν των παραπάνω δεν πρέπει να μας διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι η περίοδος της αστάθειας (περίοδοι περεστρόικα και Γιέλτσιν) φαίνεται ότι έφτασε σε ένα τέλος με την ανάδειξη στο ύπατο αξίωμα του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας του πρώην ηγέτη των μυστικών υπηρεσιών Πούτιν.

Για τη Ρωσία δεν υφίσταται θέμα επιστροφής σε ένα διπολικό σύστημα όπως αυτό των ετών 1945-1991 αλλά κύρια επιδίωξη είναι η διεκδίκηση μιας ηγετικής θέσης σε ένα υπό δημιουργία πολύ-πολικό κόσμο. Με αυτή τη στόχευση η σημερινή Ρωσία, η οποία είναι το δημιούργημα ενός ανθρώπου (Πουτιν) και του ισχυρού οικονομικού, κοινωνικού και στρατιωτικού κατεστημένου που τον περιβάλλει και αναλύθηκε παραπάνω, στηρίζεται σε τρεις παράγοντες: τον ορυκτό της πλούτο, την αναβάθμιση-εκσυγχρονισμό των αμυντικών δυνατοτήτων και δυνατοτήτων επίδειξης δύναμης καθώς και της εξαγωγής οπλικών συστημάτων.

Είναι προφανές ότι η ανάπτυξη των στρατιωτικών δυνατοτήτων είναι στενά συνδεδεμένη με τη διατήρηση της Ρωσίας ως κατεξοχήν παγκοσμίου προμηθευτή πετρελαίου και φυσικού αερίου( και κυρίως της Ευρώπης) μιας και ο εισαγόμενος από αυτή τη δραστηριότητα πλούτος μπορεί να χρηματοδοτήσει την άμυνα.

Βασικά επίσημα κείμενα

Η Ρωσία μέχρι τούδε δεν έχει δημοσιεύσει Λευκή Βίβλο αλλά έχουν, επίσημα, δημοσιευθεί η Πολιτική Εθνικής Ασφαλείας (National Security Concept 2000), η Αντίληψη Εξωτερική Πολιτικής (Foreign Policy Concept 2008) και το Στρατιωτικό Δόγμα (Military Doctrine 2000).

Σύμφωνα με το National Security Concept (2000) τα ρωσικά εθνικά συμφέροντα στη διεθνή σφαίρα είναι η διατήρηση της εθνικής κυριαρχίας και η ενίσχυση της θέσης της ως μεγάλης δύναμης και ως ενός σοβαρού κέντρου επιρροής σε ένα πολυπολικό κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο ως βασικές απειλές θεωρούνται:

* Η προσπάθεια κρατών και διεθνών ενώσεων-συμμαχιών να μειώσουν το ρόλο των υπαρχόντων μηχανισμών διεθνούς ασφαλείας και κυρίως του ΟΗΕ και του ΟΑΣΕ.

* Ο κίνδυνος αποδυνάμωσης της Ρωσικής πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής επιρροής στον κόσμο.

* Η ενδυνάμωση της προς ανατολάς διεύρυνσης στρατιωτικό-πολιτικών συμμαχιών και κυρίως του ΝΑΤΟ

* Η εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων και μεγάλη στρατιωτική παρουσία κοντά στα Ρωσικά σύνορα

* Η εξάπλωση των όπλων μαζικής καταστροφής

* Η αποδυνάμωση της διαδικασίας ολοκλήρωσης της Κοινοπραξίας Ανεξαρτήτων Κρατών [ Commonwealth of Independent States ( CIS)].

* Η έναρξη και κλιμάκωση συγκρούσεων στα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας

* Οι εδαφικές διεκδικήσεις επί του Ρωσικού εδάφους.

Στο πρόσφατο κείμενο (Foreign Policy Concept 2008) της Ρωσικής αντίληψης περί εξωτερικής πολιτικής δηλώνεται ότι η ιδεολογική αντιπαλότητα και ο ψυχρός πόλεμος έχουν τερματιστεί. Εκτός της στρατιωτικής δύναμης των κρατών, παράγοντες όπως η οικονομία, η επιστήμη και η τεχνολογία, η διαχείριση του περιβάλλοντος και η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων της πληροφορικής συμβάλλουν όλο και περισσότερο στη δυνατότητα ενός κράτους να παίζει κυρίαρχο ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Ιδιαίτερα, κατά τη Ρωσική άποψη, η διεθνής οικονομική αλληλεξάρτηση των κρατών αποτελεί τον κύριο παράγοντα της διεθνούς σταθερότητας.

Το Στρατιωτικό Δόγμα (Military Doctrine) που ισχύει σήμερα στη Ρωσία εγκρίθηκε τον Απρίλιο 2000 και αντικατοπτρίζει τις απόψεις που ίσχυαν κατά την περίοδο αυτή λίγο μετά τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία καθώς και τις προσπάθειες της Δύσης να παρέμβει στους δύο πολέμους της Τσετσενίας. Tην περίοδο αυτή η Ρωσική Ηγεσία είχε πεισθεί ότι η στρατιωτική ισορροπία είναι πλέον απαραίτητη και αναντικατάστατη για την προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας η οποία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στη διπλωματία.

Σε αυτό το πλαίσιο η αναφορά στη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας αποκτά ιδιαίτερη σημασία διότι υπονοεί ότι οποιαδήποτε έξωθεν επέμβαση αποτελεί casus belli

Από το 2006 και εντεύθεν έχουν εμφανιστεί στο Ρωσικό και διεθνή τύπο απόψεις και προβληματισμοί για την ανάγκη αναθεώρησης του δόγματος. Περισσότερες πληροφορίες δημοσιοποιήθηκαν σε επίσημες εκδηλώσεις, σεμινάρια, δηλώσεις αξιωματούχων κλπ. Σύμφωνα με αυτές θα πρέπει να γίνει επανεκτίμηση της διεθνούς κατάστασης, ο ρόλος που καλείται η Ρωσία να διαδραματίσει καθώς και η αύξηση των αποστολών αμύνης.

Σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές στο νέο δόγμα θα περιλαμβάνεται ως αποστολή και η προστασία των ενεργειακών πηγών (αερίου, πετρελαίου, υποδομής). Ίσως αυτό να αποτελεί μία λογική απάντηση στον προβληματισμό που έχει αναπτυχθεί στη Δύση για τη λεγόμενη ενεργειακή ασφάλεια και στην αντίληψη-ιδέα ότι αυτός ο ρόλος ασφαλείας μπορεί να ανατεθεί στο ΝΑΤΟ.

Το γεγονός προβληματίζει τους Ρώσους κυρίως σε ότι αφορά το στρατηγικό έλεγχο των ενεργειακών πηγών της Κασπίας και της Κεντρικής Ασίας δεδομένου ότι στην περιοχή αυτή η Ρωσία έχει μεν επιρροή αλλά όχι πλήρη έλεγχο των εσωτερικών εξελίξεων των κρατών που την αποτελούν.

Η νέα δύναμη της Ρωσίας είναι οι οικονομικές της δυνατότητες (στις οποίες θα αναφερθούμε εκτενώς παρακάτω) οι οποίες βασίζονται κατά κύριο λόγο στην πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στη διαδικασία της δυναμικής επανεμφάνισης της χώρας στο διεθνές σύστημα, καθοριστικό ρόλο παίζει η οικονομική ισχύς. Χάρη σ’ αυτή κατάφερε να αποπληρώσει το εξωτερικό της χρέος και να θέσει τις βάσεις για την ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος[7].

Σήμερα, η Ρωσία δεν έχει καμία σχέση με τη Μαρξιστική ιδεολογία του παρελθόντος, ούτε με κάποια ιδεαλιστική αντίληψη. Η μόνη ιδεολογία της σήμερα είναι οι επιχειρήσεις και το συμφέρον. Η προσέγγιση των διεθνών ζητημάτων γίνεται με όρους πολιτικού ρεαλισμού και γεωπολιτικής. Δηλαδή, το εθνικό συμφέρον είναι αυτό που καθορίζει τις αποφάσεις της ρωσικής πολιτικής και επιδιώκεται με όρους ισχύος, κυρίως οικονομικής, καθώς αυτή υπάρχει σε «μεγαλύτερο ποσοστό», με την στρατιωτική να αυξάνεται σταδιακά. Για να το θέσουμε πιο περιγραφικά, η «οικονομική ισχύς» είναι το όπλο που διαθέτουν σε «αφθονία» και το χρησιμοποιούν συχνότερα. Η γεωπολιτική ως παράγοντας που επηρεάζει σημαντικά τα οικονομικά συμφέροντα, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται η γεωπολιτική ως θεωρητική προσέγγιση των διεθνών σχέσεων στη ρωσική πολιτική, διότι καθαρά ως θεώρηση, στην περίπτωση της Ρωσίας, έχει μικρή εργαλειακή χρησιμότητα.

Όσο θα αυξάνεται η ρωσική ισχύς, τόσο πιο πιεστικά και έντονα θα διεκδικεί όλο και περισσότερα συμφέροντα, σε όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις[8]. Η νέα ρωσική εξωτερική πολιτική θα γίνεται ολοένα και πιο στέρεα και μεγαλύτερου διεθνούς βεληνεκούς. Αυτό υποδηλώνει ουσιαστικά, ότι η ρωσική πολιτική θα γίνει ακόμα πιο κυριαρχική (sovereign).

Πιο συγκεκριμένα, την περίοδο της προεδρίας Γιέλτσιν, η συρρικνωμένη ισχύς της Ρωσίας, δεν ήταν δυνατό να εμποδίσει την ένταξη των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών στο ΝΑΤΟ, ούτε τον βομβαρδισμό της Σερβίας. Σήμερα, όμως, η Ρωσία ήταν σε θέση να ξεκινήσει πόλεμο κατά της Γεωργίας για τα συμφέροντά της, δεν φοβήθηκε να προβεί σε ισχυρά οικονομικά - ενεργειακά αντίμετρα κατά της Ουκρανίας, απέτρεψε με την ισχύ της την ένταξη της τελευταίας στο ΝΑΤΟ, προβαίνει σε κοινές ναυτικές ασκήσεις στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ, συνάπτει στρατηγικές συμφωνίες με ανταγωνιστές των ΗΠΑ και δημιουργεί ισχυρή αλληλεξάρτηση με μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Με απλά λόγια, η Ρωσία πλέον δεν επιτρέπει προκλήσεις εις βάρος των συμφερόντων της, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την στρατιωτική της ισχύ (κάτι που είναι «έμφυτο» στη ρωσική στρατηγική σκέψη), είναι σε θέση να τις αποτρέψει και είναι σε θέση να προβάλλει την ισχύ της χάρη στην ισχυροποίηση των ενόπλων της δυνάμεων.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

Σημεία αντιδικίας μεταξύ των Ευρωατλαντικών Δυνάμεων και Ρωσίας

Με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου άρχισε η ζύμωση για τη διαμόρφωση μιας νέας μορφής σχέσεων αλλά και ρόλων μεταξύ όλων των παγκοσμίων παικτών είτε πρόκειται για ανεξάρτητες δυνάμεις είτε για οργανισμούς.

Επί παραδείγματι το ΝΑΤΟ, με την απόφαση για αποστολές εκτός ζώνης ευθύνης (out of the area), άρχισε να αναλαμβάνει ένα πιο παγκοσμιοποιημένο ρόλο ενώ άρχισε να μειώνεται ο ρόλος του στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο αφού σύμφωνα με την ισχύουσα εκτίμηση δεν υπάρχει απειλή ενός γενικευμένου πολέμου.

Ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη εισήλθε σε μία σοβαρή κρίση κατά την οποία μεγάλες χώρες-μέλη διερωτώντο όχι μόνο για τη χρησιμότητα αλλά και τη δυνατότητα επιβίωσης του οργανισμού.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Γαλλο-Βρετανική σύνοδο του St. Malo και ειδικά μετά τις αποφάσεις της για την ΚΕΠΑΑ αλλά και τις διαδοχικές διευρύνσεις της εμφανίζεται σαν ένας ελπιδοφόρος αν και προς το παρόν αναποτελεσματικός νέος παράγοντας ασφαλείας.

Δεδομένων των παραπάνω, εύλογο είναι το ερώτημα που ανακύπτει για το πως αντιλαμβάνεται η Ρωσία τις εξελίξεις αυτές, ποιά θεωρεί ότι είναι η θέση και ο ρόλος της και κυρίως ποιά είναι τα διακυβεύματα στην άμεση Ευρωπαϊκή «γειτονιά» της (shared neighbourhood) όπως προέκυψε μετά τις διευρύνσεις του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Ήδη από τη δεκαετία του 90, η κύρια προσπάθεια της Ρωσίας ήταν να συμμετέχει στις μεγάλες εξελίξεις ασφαλείας με όρους ισότητας προς τους άλλους παγκόσμιους παίκτες χωρίς όμως η εσωτερική κατάσταση και οι αγκυλώσεις να της επιτρέπουν την αποδοχή και του σχετικού κόστους συμμετοχής.

Η εμπλοκή του Πούτιν στην Ευρωπαϊκή ασφάλεια μετά το 1999 είχε μεικτά αποτελέσματα. Από τη μία πλευρά οι δεσμοί με το ΝΑΤΟ έγιναν πιο ισχυροί και η δημιουργία ( 2002) του NATO - Russia Council (NRC) στη θέση του σχήματος 19+1 προσέφερε πλέον πρόσφορες δυνατότητες για λήψη κοινών αποφάσεων σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος χωρίς όμως να εξασφαλίζει και την ισοτιμία της Ρωσίας σε θέματα Ευρωπαϊκής Ασφάλειας.

Ο ΟΑΣΕ ο οποίος αρχικά θεωρείτο σαν ένα forum το οποίο θα διευκόλυνε τις Ρωσικές επιδιώξεις απεδείχθη ότι μάλλον μετατράπηκε σε πρόβλημα με αποτέλεσμα η ρωσική πολιτική να μετεξελιχθεί σε μία παθητική και αμυντική στάση προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο Οργανισμός δεν θα κινείται αντίθετα προς τα Ρωσικά συμφέροντα.

Η διεύρυνση της ΕΕ είχε ως αποτέλεσμα προβλήματα που στο παρελθόν θεωρούντο ότι αφορούσαν το «μακράν εξωτερικό» (far abroad) τώρα αποτελούσαν θέματα του «εγγύς εξωτερικού» (near abroad).

Κατά την άποψη των Δυτικών αναλυτών υπάρχει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων για τα οποία υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις από πλευράς Ρωσίας και δυτικών δυνάμεων. Ωστόσο οι περισσότεροι συμφωνούν ότι τα κυριότερα είναι τα παρακάτω.

α. Εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων.

Η ίδρυση και εγκατάσταση από δυτικές χώρες, και κυρίως τις ΗΠΑ, στρατιωτικών βάσεων σε εδάφη της πρώην ΕΣΣΔ, έχει δημιουργήσει σοβαρή ανησυχία στη Ρωσία. Βέβαια είναι γεγονός, ότι οι Ρώσοι ιθύνοντες παρείχαν σοβαρή υποστήριξη στις Αμερικανικές δυνάμεις που επιχειρούσαν στο Αφγανιστάν διότι θεωρούσαν, όχι άδικα, ότι η ήττα των Ταλιμπάν και τυχόν επιτυχία των δυτικών εκεί που αυτοί απέτυχαν ήταν και προς το δικό τους συμφέρον. Ταυτόχρονα με την ίδια δικαιολογία συμφώνησαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και στην ανάπτυξη των Αμερικανών στην Κεντρική Ασία υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων θα ήταν προσωρινή γεγονός που όμως δεν επιβεβαιώθηκε από τα πράγματα και η ανάπτυξη μετατράπηκε σε μόνιμη παραμονή.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι ΗΠΑ δημιούργησαν τη βάση στο Μανάς του Κυργιστάν, μία προωθημένη βάση της CENTCOM στο Κάρζε-Χαναμπαντ του Ουζμπεκιστάν, εξασφάλισαν δικαιώματα προσγειώσεως στο Τατζικιστάν και δικαιώματα υπέρπτησης στο Καζακστάν.

Επιπρόσθετα οι ΗΠΑ προσπάθησαν να επανεργοποιήσουν τον όχι και τόσο επιτυχημένο οργανισμό GUUAM (από τα αρχικά των χωρών που συμμετείχαν) του οποίου στόχος ήταν η συνεργασία Γεωργίας, Ουκρανίας, Ουζμπεκιστάν, Αζερμπαϊτζάν και Μολδαβίας σε θέματα εμπορίου, ενεργειακής ασφάλειας και αντιτρομοκρατίας.

Παρά το γεγονός ότι Η Ρωσία δεν εξέφρασε την άμεση αντίδρασή της στο σχέδιο αυτό είναι προφανές ότι εξέλαβε την όλη ενέργεια σαν προσπάθεια μείωσης της επιρροής της στο πολύ άμεσο περιβάλλον της.

β. Νότιος Καύκασος

Αναφορικά με την περιοχή του Νότιου Καυκάσου οι Ρωσικές ανησυχίες είναι ακόμη σοβαρότερες. Οι ΗΠΑ με τη δικαιολογία του πολέμου κατά της τρομοκρατίας εστίασαν την προσοχή τους και στην περιοχή του Καυκάσου και της Μαύρης Θάλασσας. Πέραν των εντυπώσεων που δημιουργούν προγράμματα του τύπου Georgia Train and Equip Program που άρχισαν με πρωτοβουλία των ΗΠΑ, εκείνο που πράγματι δημιούργησε ένταση ήταν η αμέριστη συμπαράσταση των Δυτικών στην επανάσταση των Ρόδων στη Γεωργία και των αντίστοιχων γεγονότων στην Ουκρανία. Η συμπεριφορά αυτή σε συνδυασμό με την αψυχολόγητη και ανώριμη συμπεριφορά του καθεστώτος Σαακασβίλι εδραίωσαν την πεποίθηση στους Ρώσους ιθύνοντες ότι ένα σχέδιο επεμβάσεων και προσεταιρισμού των πρόσφατα δημιουργηθέντων κρατών ήταν και είναι σε εξέλιξη μέσα σε ένα πλαίσιο «νεο-ανάσχεσης» (neo-containment) ή στρατηγικής περικύκλωσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι εξελίξεις τον Αύγουστο του 2008 στον πόλεμο της Γεωργίας αλλά και η πρόσφατη ενεργειακή κρίση με την Ουκρανία φαντάζουν απόλυτα δικαιολογημένες.

γ. Προσπάθειες να εγκατασταθούν «Φίλια προσκείμενοι Ηγέτες» σε γειτονικές χώρες

Από πλευράς Ρωσίας μεγάλη προσπάθεια κατεβλήθη ήδη από τη δεκαετία του 90 προκειμένου να προωθούνται στις γειτονικές χώρες πρόσωπα που στο πρόσφατο σοβιετικό παρελθόν διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τη Ρωσική ηγεσία. Οι προσπάθειες εντάθηκαν στην περίοδο Πουτιν με τη λεγόμενη εξαγωγή «πολιτικής τεχνολογίας» σε επιλεγμένους υποψηφίους.

Επί παραδείγματι το 2004 παρατηρούνται δύο τέτοιες προσπάθειες στην Αμπχαζία και στην Ουκρανία οι οποίες όμως, κυρίως στην Ουκρανία, δεν καρποφόρησαν λόγω της σθεναράς αντίδρασης της Δύσης.

δ. Οι δεσμεύσεις της Κωνσταντινούπολης

Ένα άλλο πολύ σοβαρό θέμα αντιδικίας της Δύσης με τη Ρωσία αποτελεί η μη συμμόρφωση της τελευταίας στην απόσυρση των δυνάμεων της από τη Γεωργία και τη Μολδαβία όπως είχε αποφασιστεί στη σύνοδο κορυφής του ΟΑΣΕ το 1999 στην Κωνσταντινούπολη. Αποτέλεσμα αυτού υπήρξε και το πάγωμα των διαδικασιών της συμφωνίας CFE και η μονομερής αποχώρηση της Ρωσίας από τη συμφωνία με ότι αυτό συνεπάγεται για το διεθνές σύστημα.

ε. Διαφορές επί Θεμάτων Αρχών και Αξιών

Τέλος δεν μπορεί να παραβλεφθεί και η διαφορετική προσέγγιση σε ότι αφορά θέματα αξιών (values gap). Η ΕΕ κατ’ επανάληψη έχει εκφράσει το ενδιαφέρον της για τις εσωτερικές υποθέσεις της Ρωσίας και έχει δημοσίως διατυπώσει την άποψη ότι η πρόοδος της στρατηγικής σχέσης μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προώθηση από πλευράς Ρωσίας κοινών αξιών. Οι ΗΠΑ δια στόματος ΥΠΕΞ κατηγόρησε τη Ρωσία για έλλειψη εσωτερικής δημοκρατίας και επίδειξη απολυταρχικών τάσεων.

Τελευταίο επεισόδιο σε αυτή τη διελκυστίνδα αποτέλεσε η δημόσια αντιπαράθεση του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μπαρόζο με τον πρωθυπουργό Πούτιν την 6 Φεβ. 2009. Ο πρώτος, αναφερόμενος σε δολοφονίες στη Ρωσία δημοσιογράφων και ακτιβιστών, τόνισε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο σεβασμός του νόμου είναι πολύ σοβαρότερα θέματα από τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των κρατών. Από την πλευρά του ο Ρώσος πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε κράτη μέλη της ΕΕ (βαλτικές χώρες) ότι δεν σέβονται τα δικαιώματα ρωσικών μειονοτήτων και μεταναστών.

Σχέσεις με την Ευρώπη

Ο πυρήνας των σχέσεων της Ρωσίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι οι οικονομικές συναλλαγές. Η Ε.Ε. των 27 κρατών -μελών σήμερα, έχει πάντοτε σαν αρχή την επίλυση των συγκρούσεων και των διαφορών με ειρηνικά μέσα και με βάση το διάλογο. Λόγω του μεγάλου αριθμού των κρατών –μελών και των αργών γραφειοκρατικών διαδικασιών η ΕΕ αδυνατεί να προβάλλει ισχυρή και το κυριότερο ενιαία στάση απέναντι σε μεγάλα και σοβαρά ζητήματα. Αυτό είναι η μεγαλύτερή της αδυναμία, καθιστώντας το ευρωπαϊκό όραμα, στα μάτια της ρωσικής ηγεσίας, μια ουτοπία. Έτσι η ρωσική κυβέρνηση προτιμά να συνδιαλέγεται και να ενισχύει τις διμερείς σχέσεις κυρίως με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Εκτιμά ότι οι ισχυρές της σχέσεις με τους μεγάλους της Ευρώπης, εξισορροπούν την επιρροή των Βαλτικών χωρών που εισήλθαν πρόσφατα στην Ένωση η οποία, ουσιαστικά, έχει γίνει πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες και τη Ρωσία. Η τελευταία τις θεωρεί «άμεσο εξωτερικό» (near abroad), που αν και ως όρος τις θίγει, εν τούτοις δείχνει μέρος της στρατηγικής σκέψης των Ρώσων και τις «κόκκινες» γραμμές τις οποίες χαράσσουν. Την ίδια πολιτική έχουν και για τα Βαλκάνια. Τα αφήνουν πολιτικά να είναι πιο κοντά στην Ε.Ε., αλλά επιδιώκουν την απόκτηση «περιουσιακών στοιχείων». Η Ρωσία υπενθύμισε την αξία της και τις δυνάμεις της όταν διέκοψε την παροχή φυσικού αερίου στην Ουκρανία και στη Λευκορωσία

Οι αγωγοί βέβαια αποτελούν σημαντικό στοιχείο της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, ως μέρος της ευρύτερης οικονομικής διπλωματίας. Η περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων είναι κομβικό σημείο της οικονομικής στρατηγικής. Εδώ, δηλαδή, είναι η αξία της γεωπολιτικής στη ρωσική πολιτική σκέψη, όπως ήδη αναφέραμε. Ξεδιπλώνεται, έτσι, ένα μέρος της αξίας των Βαλκανίων στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας.

Η αλληλεξάρτηση Ρωσίας και Ευρώπης δεν περιορίζεται μόνο στους αγωγούς. Οι Ρώσοι είναι θετικοί στο να επενδύουν σε ευρωπαϊκές εταιρείες, δίνοντας τη δυνατότητα στους Ευρωπαίους να εξαγοράσουν τμήματα ρωσικών εταιρειών ή και να προχωρήσουν σε συγχωνεύσεις. Για τη Ρωσία η Ευρώπη είναι κοντά, είναι μια τεράστια αγορά, ιδιαίτερα για το φυσικό τους αέριο, και βασίζονται επάνω της σε μεγάλο βαθμό για την αγορά τεχνολογικού εξοπλισμού. Το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό στοιχείο, αν σκεφτεί κανείς ότι η ανάπτυξη μιας τόσο μεγάλης χώρας, όπως η Ρωσία, είναι δεδομένο ότι πρέπει να βασιστεί στη βιομηχανική παραγωγή. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο παίζει και η δυνατότητα πρόσβασης σε νέα πρωτοποριακά λογισμικά τα οποία πρέπει να εισάγει η χώρα από το εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένης και της Ευρώπης, για να προχωρήσει στην ανάπτυξη νέων συστημάτων, στον πολιτικό και κυρίως στο στρατιωτικό τομέα.

Ανασταλτικός παράγοντας στις σχέσεις Ρωσίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι, όπως προαναφέρθηκε, η Πολωνία και οι Βαλτικές χώρες (Λιθουανία, , Εσθονία, Λετονία). Η Ρωσία προσπαθεί να διατηρήσει το μέγιστο δυνατό βαθμό ελέγχου και επιρροής. Αυτές σαν αντίμετρα θέτουν βέτο εντός της Ε.Ε. σε ζητήματα που αφορούν άμεσα τη Ρωσία και τις σχέσεις της με την Ένωση. Η τακτική τους αυτή θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε μετά βεβαιότητας, ότι θα υπαγορεύεται εν μέρει και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στα πλαίσια του ανταγωνισμού ΗΠΑ - Ρωσίας (τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπους). Η Ρωσία αναγνωρίζοντας τις δομικές δυσκολίες και ανωμαλίες της Ε.Ε. έχει συνάψει διμερείς σχέσεις με τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ελλάδα κατά κύριο λόγο, δυνάμενη, έτσι, να παρακάμψει τα βέτο των Βαλτικών κρατών. Το τι μπορεί να καταφέρουν οι σχέσεις με τη Γαλλία και τη Γερμανία γίνεται εύκολα κατανοητό, ιδιαίτερα μετά την τελευταία παγκόσμια συνδιάσκεψη ασφαλείας στο Βερολίνο. Ο πρόεδρος Σαρκοζύ και η καγκελάριος Μέρκελ ζήτησαν την ύπαρξη ενός νέου μοντέλου ασφαλείας στην Ευρώπη, το οποίο θα περιλαμβάνει και τη Ρωσία στους σχεδιασμούς του.

Σχέσεις με τις ΗΠΑ

Οι σχέσεις Ρωσίας και ΗΠΑ κάθε άλλο παρά ομαλές μπορούν να χαρακτηριστούν μέχρι στιγμής. Η προεδρία Μπους είχε επιλέξει για το μεγαλύτερο διάστημα της διακυβέρνησής της, την άσκηση μεγάλης πίεσης στα ρωσικά συμφέροντα[9], με σημείο καμπής τη ρωσική εισβολή στην Γεωργία, οπότε και μετριάστηκε η πίεση. Η αντιπαράθεση των δύο χωρών ενισχύεται καθημερινά από το ζήτημα της εισόδου της Ρωσίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, από την ύπαρξη ή όχι αμερικανικών βάσεων σε χώρες του Καυκάσου[10], την επέκταση του ΝΑΤΟ, την αντιβαλλιστική ομπρέλα στην Ανατολική Ευρώπη[11] κτλ. Η αλλαγή συμπεριφοράς αναμένεται με βάση τα όσα έχει δείξει ότι θα ακολουθήσει η διακυβέρνηση Μπ. Ομπάμα.

Για τις ΗΠΑ πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζει το Ιράκ, το Αφγανιστάν, η ισλαμική τρομοκρατία και η εξάπλωση των όπλων μαζικής καταστροφής. Αντιθέτως, η Ρωσία εστιάζει στην άμεση περιοχή της, δηλαδή τον Καύκασο, την Ουκρανία και τις Βαλτικές δημοκρατίες. Το ζήτημα της ισλαμικής τρομοκρατίας αποτελεί σημείο σύγκλισης των συμφερόντων τους. Οι μεν το συναντούν καθημερινά στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και οι δε το αντιμετώπιζαν μέχρι πρόσφατα στην Τσετσενία. Άλλο σημείο επαφής των δύο πλευρών είναι στο ζήτημα του Ιράν. Πιο συγκεκριμένα η Ρωσία σαν μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, είναι σε θέση να προσφέρει στήριξη στην προσπάθεια των ΗΠΑ να περιορίσουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η Ρωσία δεν δύναται να είναι αδιάφορη στο συγκεκριμένο ζήτημα, καθώς οποιαδήποτε επίθεση κατά της Τεχεράνης, θα πόλωνε το κλίμα, απλά και μόνο θα καθυστερούσε την ανάπτυξη της πυρηνικής ισχύος της χώρας και θα άφηνε την Ρωσία ως την μόνη μεγάλη δύναμη στην περιοχή, να έχει να διαχειριστεί ένα τόσο υψηλού ρίσκου ζήτημα. Τέλος, η Ρωσία αποτελεί σημαντική γέφυρα διαμεσολάβησης και επιρροής, σε περιοχές που εμπίπτουν σε κρίσιμα αμερικανικά συμφέροντα, όπως στη Συρία, τη Βόρεια Συμμαχία του Αφγανιστάν, την Παλαιστίνη, το Λίβανο και το Ισραήλ.

Και στην περίπτωση των Αμερικανό-ρωσικών σχέσεων, κρίσιμο ρόλο παίζει και η επιχειρηματικότητα. Οι μεγάλες ρωσικές εταιρείες επιθυμούν να προβούν σε εξαγορές αντίστοιχων αμερικανικών και να εδραιωθούν στο αμερικανικό οικονομικό σύστημα. Όμως, η πολιτική κατάσταση είναι τέτοια που ο πολιτικός ανταγωνισμός έχει άμεσο αντίκτυπο στην οικονομική συνεργασία.

Ρωσία και Ασία

Για να γίνει κατανοητό το που δίνει βάρος η Ρωσία είναι χρήσιμο να δούμε γενικά και τις σχέσεις της με τις χώρες του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας και κατ’ επέκταση και την Κίνα.

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης άφησε αυτές τις χώρες με ένα πολύ μεγάλο κενό ασφαλείας. Ακόμα και η χάραξη των συνόρων για κάποιες απ’ αυτές έγινε με αιματηρό τρόπο. Παρ’ όλ’ αυτά η Ρωσία δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να χάσει τη δυνατότητα επιρροής που είχε σε αυτές τις χώρες, λόγω του ότι είχαν κοινά σύνορα, βρισκόντουσαν επάνω σε κρίσιμες ενεργειακές πηγές και αν αυτές οι χώρες συμπορεύονταν με τις ΗΠΑ, θα δημιουργούσαν ζήτημα περικύκλωσης της Ρωσίας, θέτοντας σε κίνδυνο την επαφή τους με τη Δύση και τη Μέση Ανατολή.

Η Δύση και κυρίως οι ΗΠΑ προσπάθησαν να εντάξουν τις χώρες αυτές στις δυτικές δομές. Κύριο μέσο αποτέλεσε το ΝΑΤΟ με το πρόγραμμα Σύμπραξη για την Ειρήνη και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Η Ρωσία από την πλευρά της ήταν αποφασισμένη, ακόμα και τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν μετά την κατάρρευσή της ΕΣΣΔ, να μην επιτρέψει ξένες δυνάμεις να εδραιώσουν την κυριαρχία τους σε αυτή την ευαίσθητη περιοχή. Τα Βαλκάνια, η Ανατολική Ευρώπη και οι Βαλτικές χώρες είχαν «χαθεί», οπότε ο Καύκασος και η Κεντρική Ασία δεν έπρεπε να αφεθούν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Ο πόλεμος στην Τσετσενία με το πολύ υψηλό κόστος που πλήρωσε η Ρωσία, καθώς και ο πόλεμος με τη Γεωργία δηλώνουν αυτό ακριβώς. Τέλος, το ότι κατάφερε η Ρωσία να οδηγήσει (ή εξαναγκάσει) το Κυργιστάν να μην ανανεώσει τη συμφωνία παραχώρησης αεροπορικής του βάσης στις ΗΠΑ, που χρησίμευε για τον ανεφοδιασμό των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, δείχνει τις δυνατότητες ή έστω τους στόχους της στη συγκεκριμένη αυτή περιοχή.

Ένα επιπλέον μέσο που χρησιμοποιεί η Ρωσία στο να επιτύχει τις πολιτικές της επιδιώξεις είναι και οι νέες δομές ασφαλείας που προσπαθεί να σχεδιάσει, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στην Ασία. Όσον αφορά την τελευταία οι πιο σημαντικοί οργανισμοί που δημιουργούνται από την Μόσχα είναι ο Οργανισμός της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO - Collective Security Treaty Organization) και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO - Shanghai Cooperation Organization).

CSTO

Το έμβλημα του

CSTO

Ο CSTO δημιουργήθηκε επίσημα το 2002. Απαρτίζεται από επτά κράτη - μέλη. Την Αρμενία, τη Λευκορωσία, το Καζακστάν, το Κυργιστάν, τη Ρωσία, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν (μέλος το 2006). Η ιστορία του ξεκινάει αρκετά νωρίτερα. Το 1992 η Ρωσία είχε ιδρύσει τη Συνθήκη Συλλογικής Ασφάλειας ή αλλιώς τη Συμφωνία της Τασκένδης, έχοντας οραματιστεί τη δημιουργία μιας δομής περιφερειακής ασφάλειας. Το 2002 έγινε η μετονομασία της σε CSTO. Πρώην μέλος του οργανισμού αποτελεί η Γεωργία.

Στόχος του οργανισμού είναι η εδαφική ακεραιότητα των μελών του από συμβατικές και ασύμμετρες απειλές, από το φονταμενταλιστικό Ισλάμ, το διασυνοριακό έγκλημα, από το εμπόριο ναρκωτικών, η στενότερη συνεργασία με άλλους διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ (στον οποίο έχει θέση παρατηρητή), ο ΟΑΣΕ, το ΝΑΤΟ, η Συνεργασία της Σαγκάης και η συμβολή σε περίπτωση φυσικών καταστροφών. Οι απειλές που θεωρεί ως τις πλέον κρίσιμες ο οργανισμός, είναι το Πακιστάν και το Αφγανιστάν, ως μέρος του πολέμου κατά της τρομοκρατίας και το αυξανόμενο κλίμα έντασης που υπάρχει στην ευρύτερη περιοχή.

Στην πραγματικότητα ο οργανισμός είναι ένα εργαλείο στα χέρια της Μόσχας για να καταδείξει τη συνέχεια της ισχύος της στην περιοχή. Για κάποιους επέχει θέση συνεχιστή του Συμφώνου της Βαρσοβίας και θέση ανταλλάγματος για τις «απώλειες» που είχε η Ρωσία στην περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ένας επιπλέον πολύ σημαντικός στόχος είναι οι επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης. Σύμφωνα με ρωσικά κείμενα ο οργανισμός μπορεί να επέμβει ως ειρηνευτική δύναμη στο έδαφος των μελών του, χωρίς την πρότερη διεθνή έγκριση (π.χ. από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ), ενώ δύναται να προσφέρει τις δυνάμεις του για αντίστοιχες επιχειρήσεις εκτός της γεωγραφικής ζώνης που καλύπτει. Ουσιαστικά η Ρωσία με αυτόν τον τρόπο καθορίζει ζώνη αποκλειστικής επιρροής, όπου δεν απαιτείται διεθνής έγκριση. Πολλές από τις χώρες - μέλη δεν δείχνουν να επιθυμούν να συμμετέχουν σε τέτοιες επιχειρήσεις. Η Λευκορωσία από την πλευρά της ήταν κατηγορηματικά αντίθετη στο να στείλει στρατεύματα σε περιοχές συγκρούσεων που ανήκουν σε πρώην-Σοβιετικές δημοκρατίες, αναφέροντας ότι το Σύνταγμά της δεν επιτρέπει την αποστολή δυνάμεων στο εξωτερικό.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο CSTO είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στους στόχους που έχει θέσει. Οι δυνάμεις που έχει στη διάθεσή του είναι ελάχιστες, ιδίως για την αντιμετώπιση μεγάλων συμβατικών απειλών ή ακόμα και της οργανωμένης τρομοκρατίας, όπως αυτή αντιμετωπίζεται από τις ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις στο Αφγανιστάν (στο οποίο αν αποτύχουν οι σύμμαχοι, θα υπάρξει ευρύτερη ανατροπή στην περιοχή, κάτι που το γνωρίζουν όλες οι πλευρές). Συνολικά οι δυνάμεις ταχείας αντίδρασης που συμφωνήθηκαν, κατά την πρόσφατη σύνοδο του οργανισμού στις 4 Φεβρουαρίου 2009, είναι 10 τάγματα. Πέντε ρωσικά που βρίσκονται στο Τατζικιστάν και άλλα πέντε που ανήκουν στις υπόλοιπες χώρες και ουσιαστικά βρίσκονται στο έδαφος των χωρών τους. Η δύναμη αυτή σπανίως ασκείται μαζί και η δυνατότητα ταχείας αντίδρασης και ανάπτυξης αμφισβητείται.

Από τη δημιουργία του οργανισμού και τη σύσταση της δύναμης ταχείας αντίδρασης ωφελημένη θεωρείται και η Αρμενία, καθώς στα ήδη συμφωνηθέντα για «συλλογική ασφάλεια σε περίπτωση βίαιης ενέργειας κατά κράτους - μέλους του CSTO», κατάφερε να προσθέσει την απόφαση για «αποτροπή ορισμένων ηγετών που επιδιώκουν στρατιωτική λύση στη σύγκρουση στο Καραμπάχ». Ουσιαστικά η Αρμενία έθεσε τη Ρωσία ως προστάτη των συμφερόντων της στην περιοχή του Ναγκόρνο - Καραμπάχ. Αντίστοιχα, η Μόσχα ήθελε να χρησιμοποιήσει τον CSTO κατά της «αναθεωρητικής Γεωργίας», αλλά δεν κατάφερε να οδηγήσει τον οργανισμό στο να αναγνωρίσει την Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία.

SCO

Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σανγκάης δημιουργήθηκε το 2001 και τα μέλη του είναι η Κίνα, η Ρωσία, το Καζακστάν, το Κυργιστάν, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν. Η ιστορία του ξεκινάει από το 1996 όταν και ονομαζόταν Shanghai Five. Ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε ήταν η αποστρατικοποίηση των συνόρων μεταξύ της Κίνας, της Ρωσίας και των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Το παρόν του όνομα το έλαβε το 2001 όταν και έγινε μέλος του το Ουζμπεκιστάν. Η Μογγολία έχει θέση μέλους από το 2004, ενώ το Ιράν, η Ινδία και το Πακιστάν είναι παρατηρητές από το 2005.

Με την πάροδο του χρόνου, ο ρόλος του επεκτάθηκε πέρα από τα καθαρά ζητήματα ασφαλείας και σε περαιτέρω θέματα, όπως το εμπόριο, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και το εμπόριο ναρκωτικών. Ρόλος του, με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, δεν είναι η συλλογική ασφάλεια, όπως γίνεται με το ΝΑΤΟ και τον CSTO, αν και έχουν διεξαχθεί κοινές ασκήσεις το 2007 μεταξύ της Κίνας και της Ρωσίας.

Προς την κατεύθυνση της οικονομικής συνεργασίας κινείται η ίδρυση εντός του CSO, του Επιχειρηματικού Συμβουλίου, που στόχο έχει να φέρει σε επαφή εξέχουσες προσωπικότητες του επιχειρηματικού κόσμου των χωρών - μελών. Οι κύριοι τομείς ενδιαφέροντος είναι η ενέργεια, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες και τα χρηματοπιστωτικά. Επιπλέον, δίνει έμφαση στη συνεργασία στους τομείς της εκπαίδευσης, των νέων τεχνολογιών, της υγείας και της γεωργίας. Δεύτερη σημαντική συνισταμένη του οργανισμού είναι η Διατραπεζική Συνεργασία. Στόχος της είναι να συνεργαστούν οι τράπεζες των χωρών - μελών ώστε να υπάρξει οικονομική συνεργασία. Τρίτο σκέλος είναι το Φόρουμ. Είναι ένας πολύπλευρος, μη-κυβερνητικός, δημόσιος, συμβουλευτικός μηχανισμός, που στόχο έχει να παρέχει ακαδημαϊκή υποστήριξη στον SCO για φλέγοντα ζητήματα και να ενισχύει τη συνεργασία και την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των μελών και όχι μόνο.

Ο οργανισμός σε γενικές γραμμές θεωρείται ότι δημιουργήθηκε για να περιορίσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή της Ασίας, ειδικά μετά τα «βελούδινα» πραξικοπήματα και την στήριξη στην ΝΑΤΟϊκή υποψηφιότητα της Γεωργίας, προκειμένου (από την πλευρά της Κίνας) να εξασφαλιστούν οι μεγάλες ενεργειακές πηγές της περιοχής και (από την πλευρά της Ρωσίας) να διασφαλίσει το «εγγύς εξωτερικό» της.

Αυτό άφησε να εννοηθεί και ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας, Βλ. Πούτιν, ο οποίος δήλωσε την ημέρα διεξαγωγής της κοινής άσκησης, ότι «από σήμερα θα ξεκινήσουν συστηματικά οι εναέριες περιπολίες μακράς ακτίνας». Χαρακτηριστικό ήταν και το κοινό ανακοινωθέν, το οποίο ζητούσε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποχωρήσουν από την βάση τους στο Κυργιστάν. Για τις ΗΠΑ δεν τίθεται ζήτημα του να μετατραπεί ο οργανισμός σε ένα ισχυρό στρατιωτικό σύμφωνο, δεδομένου ότι υπάρχουν μεγάλα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των μελών του.

Ο οργανισμός θα κληθεί να αντιμετωπίσει ζητήματα ασφαλείας, όπως η κατάσταση στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν και η έξαρση της ισλαμικής τρομοκρατίας. Οι ΗΠΑ και οι ΝΑΤΟϊκοί σύμμαχοί τους συμμετέχουν σε αυτήν την προσπάθειας πολεμώντας τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Η δυσκολία του όλου εγχειρήματος δείχνει ότι θα συνεχίσουν για αρκετό καιρό ακόμα. Έτσι ενώ θέλουν μειωμένη αμερικανική επιρροή, εν τούτοις δεν μπορούν να την αποκλείσουν εντελώς και αυτό είναι προς το συμφέρον τους. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός μπορεί να ανατρέψει άρδην την πολιτική κατάσταση στο Πακιστάν και να δημιουργήσει συνθήκες πυρηνικού ολέθρου με την Ινδία, κάτι που θα έχει επιπτώσεις σε όλη την περιοχή. Η Κίνα αντιμετωπίζει ανάλογο πρόβλημα με τον ισλαμικό παράγοντα στην επικράτειά της. Η Ρωσία μέχρι πριν λίγα χρόνια πλήρωνε βαρύ φόρο αίματος στην Τσετσενία για τον ίδιο ακριβώς λόγο και δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να επαναληφθούν ξανά οι ίδιες καταστάσεις. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που το Κρεμλίνο «προθυμοποιήθηκε» στο να βοηθήσει τις ΗΠΑ να συνεχίζουν να υποστηρίζουν τα στρατεύματά τους στο Αφγανιστάν, μετά το κλείσιμο της βάσης στο Μανάς. Σε διαφορετική περίπτωση, αν ήθελαν να μην υπάρχει αμερικανική παρουσία στην περιοχή, θα μπορούσαν πολύ απλά να μην παρέχουν καμία βοήθεια. Τέλος, το Ιράν προσπαθεί να ακολουθήσει μια πολιτική ισχύος έναντι των ΗΠΑ και της Δύσης. Έχει καταθέσει αίτηση για να γίνει πλήρες μέλος του CSO, αλλά προς το παρόν δεν υπάρχει πρόβλεψη διεύρυνσης. Θα μπορούσε, όμως, να γίνει πλήρες μέλος προβαίνοντας, πιεζόμενο, σε μια συνολική λύση για το πρόβλημα των πυρηνικών.

Θεωρούμε ότι ο CSO θα αποτελέσει πεδίο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ Κίνας και Ρωσίας. Από την πλευρά τους οι Κινέζοι θέλουν σαν «μεγάλη» δύναμη να επεκτείνουν τις δυνατότητες επιρροής τους στις γειτονικές χώρες. Από την άλλη πλευρά όμως, οι Ρώσοι δεν είναι διατιθέμενοι να επιτρέψουν κυριαρχία της Κίνας στην περιοχή της Ασίας. Το ίδιο άλλωστε επιθυμούν και οι ΗΠΑ, χωρίς να περιορίζονται στη συγκεκριμένη μόνο περιοχή. Η ανταγωνιστική - συγκρουσιακή σχέση μεταξύ των δύο χωρών δεν θα επιτρέψει στον οργανισμό να κάνει μεγάλα βήματα όσον αφορά τη μετατροπή του σε ισχυρό στρατιωτικό πόλο, ο οποίος θα μπορούσε να δημιουργήσει τετελεσμένα εις βάρος και των ΗΠΑ. Αντιθέτως, θα μπορούσε να δράσει ευεργετικά στην περίπτωση του Ιράν και του πυρηνικού του προγράμματος. Τέλος, αναφορικά με το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και γενικότερα με το ζήτημα της ισλαμικής τρομοκρατίας, οι ΗΠΑ έχουν ένα σημαντικό σημείο συνεργασίας (σύμπλευσης) με τη Ρωσία.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η Ρωσία μέσω αυτών των δύο οργανισμών προσπαθεί να διασφαλίσει σφαίρες επιρροής της, αποκλείοντας σχεδόν, οποιαδήποτε μελλοντική αμερικανική δυνατότητα επιρροής. Η στροφή της Ρωσίας στην περιοχή της Ασίας δεν θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να συγχέεται με το δόγμα του Ευρασιατισμού (Eurasianism). Αυτό, αν και υπαρκτό, δεν είναι ισχυρό ώστε να καθορίσει τη ρωσική εξωτερική πολιτική. Η Μόσχα δεν διασφαλίζει κάποια ιδεολογία της με το να επενδύει στην συνεργασία με άλλες ασιατικές χώρες. Στη συντριπτική της πλειοψηφία διασφαλίζει τα συμφέροντα ασφαλείας που έχει στην περιοχή και τα οποία είναι α) να μην επιτρέψει στην Κίνα να γίνει η μόνη περιφερειακή δύναμη, β) να προστατεύσει τις ενεργειακές πηγές της περιοχής από ξένες δυνάμεις ώστε να μπορεί να της εκμεταλλευτεί, γ) να αποκτήσει συμμάχους στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του διεθνούς εγκλήματος και δ) να μην επιτρέψει διατάραξη της πολιτικής σταθερότητας σε μια περιοχή όπου υπάρχουν αρκετές πυρηνικές δυνάμεις.

Επιπλέον, μην ξεχνάμε ότι η Ρωσία εξαρτάται από την Δύση για την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και μηχανολογικού εξοπλισμού, ενώ η Δύση είναι αυτή που αποτελεί το βασικό αγοραστή των πρώτων υλών και των παραγόμενων προϊόντων της. Άρα σε καμία περίπτωση δεν συμφέρει τη Ρωσία να επενδύσει αποκλειστικά στην Ασία και τον Καύκασο. Όσον αφορά τα Βαλκάνια, η σχέση της με τις ασιατικές χώρες και την Ευρώπη, δείχνουν να είναι πιο σημαντικές. Τα Βαλκάνια πέρα από κάποιες ευκαιρίες οικονομικής φύσης και μάλιστα με ελάχιστες χώρες, δεν προσφέρουν κάτι παραπέρα στους ρωσικούς σχεδιασμούς. Το κενό ισχύος είναι καλυμμένο από τις ΗΠΑ, ενώ αρκετές από τις χώρες αυτές, ως πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, δεν αντιμετωπίζουν με τόσο θετική σκέψη να αφήσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ για χάρη της Ρωσίας, η οποία λειτουργεί ακόμα με σοβιετικά πρότυπα.

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Η Παγκόσμια Τράπεζα εξέδωσε στο δεύτερο εξάμηνο του 2008 την έκθεσή της για τη ρωσική οικονομία για το πρώτο εξάμηνο του έτους, κάνοντας και τις ανάλογες συγκρίσεις με τα προηγούμενα έτη. Τα στοιχεία που δίνει η έκθεση είναι χρήσιμα στο βαθμό που:

* Θα μας δώσουν τη γενική εικόνα της ρωσικής οικονομίας

* Θα μπορέσουμε να συμπεράνουμε εάν η ρωσική οικονομία είναι σε θέση να ανταπεξέλθει στις πολιτικές της δεσμεύσεις, εάν μπορεί να υλοποιήσει το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των ενόπλων της δυνάμεων και κατά πόσο δύναται να υποστηρίξει την εξωτερική της πολιτική η οποία βασίζεται στο οικονομικό στοιχείο.

* Θα δούμε αν η παγκόσμια οικονομική κρίση την επηρεάζει, και κατά πόσο, στην υλοποίηση των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων, που έχουν άμεση επίπτωση στην καθημερινότητα των Ρώσων πολιτών και κατ’ επέκταση στην συνοχή του καθεστώτος.

Γενικά στοιχεία

Η γενική εικόνα είναι ότι η Ρωσία μετά από μια δεκαετία ανάπτυξης βρίσκεται σε πτώση λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η ανάπτυξη που πέτυχε τα περασμένα έτη, η μη επένδυση σε τοξικά ομόλογα και τα αυξημένα αποθέματα σε κεφάλαια, τη βρίσκει καλύτερα προετοιμασμένη έναντι των προβλημάτων που εμφανίζονται, σε σχέση με άλλες αναπτυσσόμενες οικονομίες. Από την άλλη πλευρά η ρωσική οικονομία βασίζει το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξής της αποκλειστικά και μόνο στις καλές τιμές του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου. Αυτό το στοιχείο δεν διαχέει το οικονομικό ρίσκο που δημιουργείται από τις διεθνείς αγορές, με αποτέλεσμα να δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στην οικονομία, παρά τις καλά οργανωμένες προσπάθειες της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την κρίση. Ταυτόχρονα, η ρωσική οικονομία αντιμετωπίζει ενδογενή δομικά προβλήματα που αφορούν την παραγωγικότητά της και την ανταγωνιστικότητά της. Η κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει γενναίες αποφάσεις όσον αφορά τα μακροοικονομικά μεγέθη.

Επιμέρους στοιχεία

Μακροοικονομικοί δείκτες

Για κάθε έτος της περιόδου 1999-2007, η ρωσική οικονομία είχε ρυθμό ανάπτυξης 7% και το πρώτο εξάμηνο του 2008 είχε 8%, αλλά μετά από αυτά τα υψηλά ποσοστά άρχισε η πτώση. Η ανάπτυξη που δύναται να αντέξει η ρωσική οικονομία είναι στο 6-7%. Πέρα από αυτό το σημείο αρχίζει η υπερθέρμανση της οικονομίας που με την σειρά της οδηγεί στην αύξηση του πληθωρισμού.

Μακροοικονομικοί δείκτες 2003-2008 (πίνακας 1)

2003

2004

2005

2006

2007

2008

Τρίμ1-3

ΑΕΠ %

7,3

7,2

6,4

7,4

8,1

8

Βιομηχανική παραγωγή %

8,9

8

5,1

6,3

6,3

5,4

Κεφαλαιουχικές

Επενδύσεις %

12,5

13,7

10,9

16,7

21,1

13,1

Πληθωρισμός

12

11,7

10,9

9

11,9

11,6

Ανεργία %

8,6

8,2

7,6

7,2

6,1

5,3

Αποθέματα δις USD

76,9

124,5

182,2

303,7

478,8

475

Η παγκόσμια οικονομική κρίση μεταφέρθηκε στη Ρωσία λόγω τεσσάρων γεγονότων:

* Η ροή κεφαλαίων προς τη Ρωσία αντιστράφηκε όσο επιδεινωνόταν η οικονομική κρίση, οπότε τα κεφάλαια ζητούσαν καλύτερες αποδόσεις.

* Το ρωσικό τραπεζικό σύστημα αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας στην αποπληρωμή βραχυπρόθεσμων οφειλών προς το εξωτερικό

* Η απότομη πτώση της τιμής του πετρελαίου διάβρωνε τα αποθέματα κεφαλαίου

* Το ρωσικό χρηματιστήριο βίωσε τραγικές στιγμές, χάνοντας τα 2/3 της αξίας του, λόγω της απώλειας εμπιστοσύνης στην ρωσική οικονομία, που με τη σειρά της οφειλόταν στην απότομη πτώση της τιμής του πετρελαίου.

Ενδείξεις για την μείωση της ταχύτητας ανάπτυξης της ρωσικής οικονομίας υπήρξαν από το καλοκαίρι, όταν η τιμή του πετρελαίου ανέβαινε φτάνοντας στο μέγιστο ιστορικό επίπεδο των 144,07 δολαρίων για το Μπρεντ και τα 139,52 δολάρια για το Ουραλίων. Οι ενδείξεις είχαν να κάνουν με την αδυναμία της Ρωσίας να αυξήσει την παραγωγή, το υψηλό κόστος παραγωγής και την ανατίμηση του νομίσματος.

Μία επιπλέον επίπτωση της οικονομικής κρίσης είναι και η αύξηση του κόστους δανεισμού που οδηγεί σε μείωση της ρευστότητας στην αγορά και επηρεάζει αρνητικά τη συνολική ζήτηση της οικονομίας. Έτσι ο ρυθμός αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής που είναι η κινητήριος δύναμη της ρωσικής οικονομίας, άρχισε να μειώνεται αισθητά. Η όποια άνοδος σημειώθηκε, οφείλεται ότι σήμερα εκτελούνται ακόμα παρελθούσες παραγγελίες, κυρίως του δημοσίου τομέα. Την μεγαλύτερη ώθηση έδωσαν οι κατασκευές, η παραγωγή οχημάτων, τρακτέρ, υδατογεννητριών και σωληνώσεων. Περαιτέρω, η μείωση της ρευστότητας θα έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση των επενδύσεων και ως γνωστό, οι επενδύσεις σε συνδυασμό με την κατανάλωση ωθούν την οικονομία ανοδικά. Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται η συμμετοχή του κάθε τομέα ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Αύξηση του ΑΕΠ ανά τομέα για την περίοδο 2003-2008 (πίνακας 2)

2003

2004

2005

2006

2007

2008

Α τρ

2008

Β τρ

ΑΕΠ σύνολο

7,3

7,2

6,4

7,4

8,1

8,5

7,5

Γεωργία, υλοτομία

5,5

3

1,1

3,6

3,1

3,2

3,2

Μεταλλεία

10,8

7,9

0,5

1,6

0,3

1,5

-1

Βιομηχανική παραγωγή

9,5

6,7

6

2,9

7,4

7,6

5,6

Ενέργεια (παραγωγή και διανομή)

1,6

2

1,2

4,7

-1,9

5,3

1,7

Κατασκευές

13

10,3

10,5

11,6

16,4

28,3

18,7

Χονδρικό και Λιανικό εμπόριο

13,2

9,2

9,4

14,6

12,9

11,9

11,7

Χρηματο- οικονομικές υπηρεσίες

9,6

9,9

11,9

10,3

11,4

9,7

9,7

Μεταφορές και τηλεπικοινωνίες

7,2

10,9

6,2

9,6

7,7

9,8

9,4

(πηγή: Ρωσική Στατιστική Υπηρεσία)

Όσον αφορά τα ξένα κεφάλαια, όπως προαναφέρθηκε, παρατηρήθηκε φυγή τους προς πιο αποδοτικές τοποθετήσεις. Αν και η ρωσική οικονομία «άντεξε» σχετικά καλά σε αυτή την μεταβολή, δεν είχε τα ίδια αποτελέσματα με τις εισαγωγές της, οι οποίες δεν ισοσκελίστηκαν από τις μη πετρελαϊκές εξαγωγές. Αρνητική εξισορρόπηση αναμένεται αυτή την περίοδο, με βάση τις τιμές των προϊόντων που διαμορφώνονται από τις χαμηλότερες τιμές του πετρελαίου (θα έχουν γίνει με βάση τα νέα συμβόλαια πετρελαίου).

Σημαντική, όμως, είναι η αντίστροφη ροή των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ), γεγονός που οφείλεται στις πολιτικές της κυβέρνησης στο ζήτημα των επανεθνικοποιήσεων. Οι ΑΞΕ είναι εισροές κεφαλαίου, που δεν δημιουργούν χρέος και δίνουν στη χώρα τη δυνατότητα να αποκτήσει τεχνογνωσία σε νέες τεχνολογίες. Σύμφωνα με την Ρωσική Στατιστική Υπηρεσία οι εισροές ΑΞΕ στον τομέα των εξορύξεων, για το πρώτο μισό του 2008, ανήλθαν στα 2,5δις δολάρια, από 13,9δις δολάρια που ήταν το 2007! Στους ξένους επενδυτές, δημιουργήθηκε αρνητική αίσθηση και λόγω της πολιτικής της κυβέρνησης να θέσει υπό τον έλεγχό της εταιρείες του στρατηγικού τομέα. Μάλιστα, η κυβέρνηση εξέδωσε το 2008 την «Νομοθεσία για την υλοποίηση Άμεσων Ξένων Επενδύσεων που έχουν στρατηγικό χαρακτήρα για την διασφάλιση της άμυνας και της ασφάλειας του κράτους». Αν και θέτει ξεκάθαρα τους κανόνες, ενισχύοντας τη διαφάνεια, εν τούτοις δημιούργησε αρνητικό κλίμα στους ξένους επενδυτές, οι οποίοι στρέφονται όπως φαίνεται στην φιλελευθεροποίηση της αγοράς ηλεκτρισμού.

Άμεσες ξένες επενδύσεις ανά τομέα για τα έτη 2005-2008 (πίνακας 3)

2005

2006

2007

2008

Γεωργία

0,9

1,4

0,8

1,7

Εξορύξεις

30,7

33,1

50,1

22,6

Βιομηχ. Παραγ.

46,1

19

14,8

13,1

Ηλ. Ενέργεια, φυσικό αέριο

1,1

0,4

0,5

33,9

Κατασκευές

0,9

2

3,2

5,3

Χονδρεμπόριο και Λιανεμπόριο

5,9

6,1

11,7

8

Ξενοδοχεία και εστιατόρια

0,2

0,2

0,2

-

Μεταφορές και τηλεπ/νίες

1,9

2,8

2,1

1,5

Χρηματοοικονομικά

4,5

11

4

1,3

Μεσιτικά

7,1

23,5

11,8

11,9

Άλλες υπηρεσίες

00,6

0,4

0,5

0,5

(πηγή: Ρωσική Στατιστική Υπηρεσία)

Οικονομία και ενέργεια

Η Ρωσία θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές ενέργειας. Για κάθε μονάδα ΑΕΠ καταναλώνει περισσότερη ενέργεια απ’ όση η κάθε μία από τις 10 μεγαλύτερες σε κατανάλωση (ενέργειας) χώρες. Το αποτέλεσμα είναι να κατέχει για το 2005, την 12η θέση σε σύνολο 121 χωρών σε αναλογία κιλών πετρελαίου για κάθε δολάριο του ΑΕΠ που παράγει. Η χώρα θα μπορούσε να εξοικονομεί περίπου 300 εκατομμύρια τόνους πετρελαίου (στοιχεία 2005) κατ’ έτος, δηλαδή ποσοστό 45% της αρχικής κατανάλωσης ενέργειας ή 2% της παγκόσμια παραγόμενης ενέργειας.

Η έκταση, ο πληθυσμός, οι καιρικές συνθήκες και η βιομηχανική υποδομή δεν είναι αρκετά για να εξηγήσουν από μόνα τους την υψηλή κατανάλωση ενέργειας που έχει η Ρωσία. Σύμφωνα με μελέτες της Παγκόσμιας Τράπεζας η μεγαλύτερες απώλειες παρατηρούνται στο τελικό στάδιο της κατανάλωσης. Δηλαδή, στην οικιακή κατανάλωση, στην παραγωγή ηλεκτρισμού, στη βιομηχανία και στην θέρμανση.

Τα στοιχεία για τη Ρωσία αυτή τη στιγμή δεν παρουσιάζουν μία καλή προοπτική για το μέλλον. Σύμφωνα με τη Διεθνή Επιτροπή Ενέργειας (International Energy Agency-IEA) η Ρωσία πρέπει να επενδύσει μεγάλα ποσά στην παραγωγή και διανομή φυσικού αερίου. Σε διαφορετική περίπτωση δεν θα είναι σε θέση να καλύψει τις εσωτερικές ανάγκες και τις εξαγωγές της. Πιθανόν μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια να πρέπει να επιλέξει αν θα εξάγει ή αν θα καλύπτει αποκλειστικά την εσωτερική ζήτηση. Η παραγωγή φυσικού αερίου δεν έχει μεταβληθεί σημαντικά από το 1990. Αντιθέτως, η κατανάλωση ενώ την περίοδο 1999-2006 αυξανόταν με ρυθμό 1,7%, τώρα η αύξηση της ζήτησης γίνεται με ρυθμό 2,5%, παρά τον τετραπλασιασμό της φορολόγησης του φυσικού αερίου. Επιπλέον, οι εισαγωγές φυσικού αερίου από την Ευρώπη ανέρχονται, σήμερα, στα 500 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα και μέχρι το 2030 υπολογίζονται να ανέβουν στα 800 δις κ.μ. Ήδη, τον Φεβρουάριο του 2006 φάνηκε ότι η Ρωσία δεν ήταν σε θέση να καλύψει τις ανάγκες των ευρωπαϊκών και βαλκανικών κρατών, οπότε και διέκοψε την παροχή φυσικού αερίου.

Αντίστοιχες ανάγκες υπάρχουν και για ηλεκτρική ενέργεια. Μέσα στα επόμενα 2-4 χρόνια η Ρωσία θα πρέπει να αυξήσει την παραγωγή ηλεκτρισμού κατά 20.000MW για να καλύψει την εσωτερική ζήτηση. Μέχρι στιγμής, όμως, κατάφερε να προσθέσει μόνο περί τα 2.000MW στο δίκτυό της. Λόγω της αδυναμίας της να καλύψει τις ανάγκες που αυξάνονται με ρυθμό 2-4% ετησίως, αναγκάζεται να εισάγει 200-800 MW κάθε μήνα, από την Ουκρανία. Επίσης, η Φινλανδία που ενώ μέχρι πρόσφατα ήταν εισαγωγέας ρωσικού ηλεκτρικού ρεύματος, θα γίνει πλέον εξαγωγέας προς την Ρωσία.

Δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις και για την παραγωγή πετρελαίου. Η Ρωσική κυβέρνηση έχει αναφέρει ότι η παραγωγή πετρελαίου έχει περιέλθει σε στασιμότητα και οι εξαγωγές φαίνεται να φθάνουν στο μέγιστο δυνατό όγκο. Η ΙΕΑ αναμένει ότι από το 2010 θα υπάρξει μείωση των εξαγωγών πετρελαίου, ενώ άλλες πηγές πιστεύουν ότι ήδη έχει ξεκινήσει αυτή η πτώση. Η κυβέρνηση για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις ολοένα και μεγαλύτερες ανάγκες αναγκάζεται να αυξήσει το κόστος του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, ακόμα και στις βιομηχανίες που το χρησιμοποιούν επιδοτούμενο. Βέβαια, το αποτέλεσμα θα είναι η αύξηση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών, διαφορετικά η μόνη εναλλακτική λύση είναι η μείωση των κερδών των εταιρειών.

Η Ρωσία έχει να αντιμετωπίσει άλλα δύο σοβαρά προβλήματα. Το πρώτο είναι η αποτελεσματικότητα του δικτύου παραγωγής και διανομής[12]. Ένα σημαντικό ποσοστό του διακινούμενου φυσικού αερίου χάνεται κατά την μεταφορά, την διανομή, την κακή χρήση στα νοικοκυριά και λόγω της ανάφλεξης στα σημεία εξόρυξης. Σε διαφορετική περίπτωση, η Ρωσία θα μπορούσε να κερδίζει 84-112 δισεκατομμύρια δολάρια από τις εξαγωγές του απολεσθέντος φυσικού αερίου. Αυτό το ποσό αντιστοιχεί με το 5% του ΑΕΠ της χώρας το 2006! Το δεύτερο πρόβλημα είναι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η υψηλή ένταση χρήσης πετρελαίου και άλλων καύσιμων υλικών είναι υπεύθυνη για το 90% των προβλημάτων που δημιουργούνται στην υγεία των πολιτών από την μόλυνση του αέρα. Η μόλυνση έχει αυξήσει την πρόωρη θνησιμότητα, τα αναπνευστικά και καρδιακά προβλήματα. Σύμφωνα μάλιστα με μια μελέτη που χρησιμοποίησε δεδομένα από 178 πόλεις για την περίοδο 1993-1998, υπολόγιζε ότι το 15-17% (219-233.000 άτομα) των πρόωρων θανάτων στην Ρωσία οφείλεται στην μόλυνση του αέρα. Με βάση πιο πρόσφατα δεδομένα (1999) υπολογίστηκε ότι η θνησιμότητα λόγω της μόλυνσης του αέρα ανήλθε στα 44 άτομα για κάθε 100.000 κατοίκους και η πιθανότητα αρρώστιας στα 30 άτομα για κάθε 1.000 κατοίκους.

Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι οι προβλέψεις του OPEC για την μελλοντική ζήτηση (μέχρι το 2030 περίπου) θεωρούν ότι οι ανάγκες θα είναι τέτοιες που θα την αυξήσουν σε τεράστιο βαθμό. Το ακριβές επίπεδο είναι δύσκολο να οριστεί λόγω της πληθώρας των μεταβλητών που εισέρχονται στην ανάλυση. Σε γενικές γραμμές, υπάρχουν δύο σενάρια, ανάλογα με τον βαθμό ανάπτυξης (χαμηλό ή υψηλό) που θα υπάρξει σε παγκόσμιο επίπεδο και την αντίστοιχη εκβιομηχάνιση, οπότε υπολογίζεται ότι η ζήτηση θα είναι κάπου μεταξύ των 100-120 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα. Για να μπορέσουν, όμως, να ανταποκριθούν στην ζήτηση, όλα τα κράτη-μέλη θα πρέπει να κάνουν επενδύσεις για την αύξηση της παραγωγής. Η δε Ρωσία και οι χώρες της Κασπίας θα πρέπει να διαθέσουν μέχρι το 2012 κονδύλια της τάξης των 100-150 εκ. δολάρια και για την πενταετία 2013-2018 επιπλέον 100 εκ δολάρια.

Αμυντικός προϋπολογισμός

Όπως προαναφέραμε, οι ένοπλες δυνάμεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ρωσική σκέψη, λόγω του πολιτικού παρελθόντος της χώρας. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι στρατιωτικές δυνάμεις της ΕΣΣΔ ήταν πανίσχυρες, παράγοντας τεράστιες ποσότητες πολεμικού υλικού, σε βάρος των υπόλοιπων δαπανών κοινωνικού χαρακτήρα. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το πολεμικό υλικό που υπήρχε ήταν αδύνατο να συντηρηθεί με αποτέλεσμα να περιέλθει σε αχρηστία. Οι ένοπλες δυνάμεις της Ρωσίας, αλλά και των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, βρισκόντουσαν σε πολύ κακή κατάσταση. Οι όποιες προσπάθειες έγιναν επί προεδρίας Γιέλτσιν, στον τομέα των αμυντικών δαπανών, είχαν ως στόχο να διατηρήσουν σε όσο το δυνατόν υψηλότερο βαθμό ετοιμότητας κυρίως τις στρατηγικές δυνάμεις και να βελτιώσουν το άθλιο επίπεδο διαβίωσης των μόνιμων στελεχών. Το 80% του αμυντικού προϋπολογισμού δόθηκε σε αυτές τις δυνάμεις.

Για τον Βλ. Πούτιν η ύπαρξη ισχυρών ενόπλων δυνάμεων ήταν μέρος της προσπάθειας αναβίωσης της ισχυρής Ρωσίας και ακρογωνιαίος λίθος για την εξωτερική της πολιτική, αφού ένιωθε όλο και πιο κοντά στα σύνορά της τις στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Χάρη στην πώληση του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των οπλικών συστημάτων, διατέθηκαν όλο και μεγαλύτερα ποσά στην αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων. Από το 2000, προτεραιότητα δόθηκε στις στρατηγικές δυνάμεις (στα πυρηνικά όπλα και τους φορείς τους), στο πολεμικό ναυτικό το οποίο χάρη στην δυνατότητα προβολής ισχύος θα δρούσε στα πλαίσια του «ανοίγματος» της εξωτερικής πολιτικής και στα όπλα ακριβείας. Τα όποια κονδύλια δόθηκαν στις συμβατικές δυνάμεις, είχαν να κάνουν με τον πόλεμο της Τσετσενίας και τις συνεπακόλουθες ανάγκες.

Το 2000 είχε αποφασισθεί η αναδιοργάνωση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων με χρονικό ορίζοντα το 2006. Σε πρώτο στάδιο θα υπήρχε μείωση του στρατεύματος σε 850.000 άτομα, με τις μεγαλύτερες περικοπές σε στελέχη να γίνονται κατά σειρά μεγέθους στον Στρατό Ξηράς, στο Ναυτικό, στην Αεροπορία, στους Συνοριοφύλακες, στο Σώμα Σιδηροδρόμων και τέλος στις στρατιωτικές μονάδες του Υπουργείου Εσωτερικών. Θα υπήρχε αύξηση των οροφών των μονάδων που ανήκουν στις δυνάμεις ταχείας αντίδρασης. Μέχρι το 2016 το σχέδιο προβλέπει την δαπάνη του 50% του προϋπολογισμού στις επιχειρήσεις και την συντήρηση, και του υπόλοιπου μισού στην έρευνα και ανάπτυξη και στην προμήθεια νέων οπλικών συστημάτων.

Από το 2000 παρατηρήθηκαν σημαντικές αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες της Ρωσίας σε στοχευμένους βέβαια τομείς της άμυνας. Το 2001 οι δαπάνες ανήλθαν στα 56 δις δολλάρια.

Το 2002 είχε αρχικά ειπωθεί από τον υπουργό Οικονομικών Alexei Kudrin ότι θα υπήρχε αύξηση 40% στον προϋπολογισμό. Στόχος ήταν η ανάπτυξη νέας γενιάς μαχητικού αεροσκάφους και νέου πυρηνικού υποβρυχίου, καθώς και νέας τεχνολογίας συστημάτων επικοινωνιών και συμβατικών όπλων. Τελικά, τα ποσά που αποδεσμεύτηκαν ήταν 5% κάτω από αυτά του 2001 και κατανεμήθηκαν σε ποσοστό 56% στην επιχειρησιακή εκπαίδευση και την ανάπτυξη. Στην έρευνα, συντήρηση και επανεξοπλισμό διατέθηκαν περισσότερα χρήματα σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αλλά δεν ήταν αρκετά για την εισαγωγή νέων συστημάτων σε ευρεία κλίμακα. Τότε ο σχεδιασμός για νέες προμήθειες μετατέθηκε για το 2005, όταν η ρωσική οικονομία θα είχε αναπτυχθεί σε επαρκή βαθμό. Ο στόχος για το 2002 και το 2003 ήταν η αποπληρωμή των οφειλών του κράτους στις αμυντικές βιομηχανίες και το κυριότερο η αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους.

Το 2004 ο προϋπολογισμός αυξήθηκε χάρη στις υψηλές τιμές του πετρελαίου, τον διατήρηση των επιπέδων του πληθωρισμού (περίπου 12%) και την τήρηση του προϋπολογισμού. Έτσι υπολογίζεται ότι οι αμυντικές δαπάνες ανήλθαν στο 2,6% του ΑΕΠ.

Το 2005 ο αμυντικός προϋπολογισμός παρέμεινε στο 2,6% του ΑΕΠ, αλλά τα ονομαστικά ποσά αυξήθηκαν κατά 15% λόγω της αύξησης του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένου και του πληθωρισμού. Τα ποσά που δαπανήθηκαν για την άμυνα την χρονιά αυτή, δόθηκαν στην εκπαίδευση, στην εθνική ασφάλεια και στις δυνάμεις ασφαλείας.

Την επόμενη χρονιά ο προϋπολογισμός ήταν και πάλι αυξημένος κατά 23,8% (22,3 δις δολάρια). Το 25% των αμυντικών δαπανών του 2006 δόθηκε για υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και τις στεγαστικές ανάγκες του στρατιωτικού προσωπικού. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ποσοστό δόθηκε για την προμήθεια όπλων, εξοπλισμού και την έρευνα και ανάπτυξη (8,8 δις δολάρια). Επιπλέον, λόγω της απόφασης των ΗΠΑ να αναπτύξουν την αντιβαλλιστική ομπρέλα στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία, η ρωσική κυβέρνηση διέθεσε κονδύλιο 2 δις δολαρίων για την αύξηση των αντιβαλλιστικών και αντιαεροπορικών ικανοτήτων της χώρας.

Η σημαντικότερη απόφαση ελήφθη το 2006, από την Επιτροπή Αμυντικής Βιομηχανίας, η οποία συμφώνησε στην εκπόνηση ενός προγράμματος εξοπλισμών για την περίοδο 2007-2015, ύψους 186 δις δολαρίων (το 63% θα δοθεί για νέες αγορές οπλικών συστημάτων και το 27% για την έρευνα και ανάπτυξη). H έμφαση θα δινόταν στην κατασκευή νέων διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων, πυρηνικών υποβρυχίων, αεροπλανοφόρων και ιπτάμενων ραντάρ. Όσον αφορά τους βαλλιστικούς πυραύλους, ο υπουργός άμυνας του προέδρου Πούτιν, Σεργκέι Ιβανώφ, εξήγγειλε στη Βουλή ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα προμηθεύονταν 17 βαλλιστικούς πυραύλους την χρονιά εκείνη (σε σχέση με τους 4 ανά έτος που έμπαιναν σε υπηρεσία μέχρι τότε) και ότι θα ανέπτυσσαν επιχειρησιακά 34 πυραύλους Topol-M σε σιλό και άλλους 50, του ίδιου τύπου, σε κινητούς φορείς, μέχρι το 2015.

Ανοδική πορεία ακολούθησε και ο προϋπολογισμός του 2007 και του 2008. Όμως, ο πόλεμος της Οσετίας κατέδειξε τις μεγάλες ελλείψεις που είχε ο ρωσικός στρατός σε σύγχρονα μέσα, όπως διόπτρες νυχτερινής όρασης, σύγχρονους ασυρμάτους για συνεργασία με τις αεροπορικές δυνάμεις κτλ. Η οικονομική κρίση που άρχισε το 2008 δεν επέτρεψε την υλοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Φτάνοντας στο 2009, η ρωσική κυβέρνηση εξήγγειλε ένα ακόμα εξοπλιστικό πρόγραμμα διάρκειας 3 ετών και ύψους 141 δις δολαρίων, το οποίο είναι άγνωστο πως θα επιτευχθεί. Πρόσφατα (Μάιος 2009), ο πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ άλλαξε τα δεδομένα λέγοντας ότι το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ρωσίας θα υλοποιηθεί μετά το 2011 και θα είναι ύψους 140 δις δολαρίων.

Η αμυντική αναθεώρηση του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας προβλέπει την μετάπτωση σε ταξιαρχίες, καταργώντας τις μεραρχίες. Με τη νέα δομή θα υπάρχουν 39 ταξιαρχίες κρούσης, 55 αεροπορικές μονάδες βασισμένες στα κατάλοιπα των καταργηθέντων αεροπορικών μεραρχιών και συνταγμάτων. Η οροφή των ενόπλων δυνάμεων μειώθηκε από τα 1,2 εκατομμύρια άτομα στο 1 εκατομμύριο στρατιωτικούς. Περαιτέρω μείωση στις 800,000 δεν προβλέπεται με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές.

Στα τέλη του 2008 υπήρχε σχεδιασμός να τεθούν σε υπηρεσία 70 βαλλιστικοί πύραυλοι, 40 αεροσκάφη 5ης γενιάς, 60 επιθετικά ελικόπτερα, 14 σκάφη επιφανείας και υποβρύχια, 300 άρματα και 2000 ΤΟΜΑ και τροχοφόρα ΤΟΜΠ. Όλα αυτά, όμως, αποτελούν απλά σκέψεις δεδομένης της οικονομικής κατάστασης της Ρωσίας.

Η χώρα κατάφερε να έχει για μερικά χρόνια πολύ υψηλά έσοδα από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και εν μέρει από τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων. Η πραγματικότητα, όμως, είναι τελείως διαφορετική.

Σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας συμβούλων Frost & Sullivan (τμήμα aerospace and defense consulting), το 55% των αεροσκαφών και ελικοπτέρων των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων είναι σε χρήση πάνω από 15 χρόνια και το 90% των μέσων επιχειρούν ήδη έχοντας περάσει πρόγραμμα επέκτασης χρόνου ζωής. Η πλειοψηφία των μέσων θα φτάσει το όριο ζωής μέχρι το 2011-2012 περίπου. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι περίπου 3.000 αεροσκάφη και 1.200 ελικόπτερα θα πρέπει να τεθούν εκτός υπηρεσίας. Για να καταφέρει να αντικαταστήσει τα παραπάνω μέσα, θα πρέπει κάθε χρόνο και για τα επόμενα 20-25 χρόνια να εντάσσει 150 αεροσκάφη και 60 ελικόπτερα. Αν προσθέσουμε και το κόστος εκπαίδευσης των χειριστών, που μέχρι στιγμής αγγίζει μόνο τις 60 ώρες πτήσης τον χρόνο, τότε γίνεται κατανοητό ότι το κόστος είναι πάρα πολύ υψηλό.

Από τα παραπάνω προκύπτει το ερώτημα κατά πόσον είναι σε θέση η Ρωσία να καλύψει αυτό το κόστος; Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία η απάντηση είναι όχι. Πιο συγκεκριμένα:

* Η κυβέρνηση χρωστάει μεγάλα ποσά στις αεροπορικές βιομηχανίες, ήδη από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης. Ο μόνος τρόπος να κρατηθεί η ρωσική αεροπορική αλλά και γενικότερα η αμυντική βιομηχανία, είναι να επιτευχθούν εξαγωγές. Σε αυτό το σημείο ζωτικό ρόλο παίζουν οι παραδοσιακοί πελάτες των ρωσικών οπλικών συστημάτων και φυσικά η Ελλάδα.

* Υπάρχουν πολλές μεγάλες εταιρείες στον αεροπορικό, ναυτικό και χερσαίο τομέα, μαζί με χιλιάδες άλλες που προμηθεύουν κύριες εταιρείες με εξαρτήματα. Η προσπάθεια συγχώνευσής τους δεν έχει προχωρήσει καθόλου όλα αυτά τα χρόνια, με αποτέλεσμα να τίθεται συνεχώς το πρόβλημα της επιβίωσής τους και συνεπώς της ανεργίας εκατοντάδων χιλιάδων εργατών, οι οποίοι αν απολυθούν θα είναι σοβαρή εστία κοινωνικών ταραχών.

* Κάποιες αμυντικές βιομηχανίες, μέχρι στιγμής, έχουν αφήσει απλήρωτους τους εργάτες τους, ενώ σε άλλες έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο να μην μπορούν να δουλέψουν επειδή οι εταιρεία ηλεκτρισμού διέκοψε την παροχή, λόγω μη πληρωμής των οφειλών.

* Πρόσφατα η Αλγερία είχε αποφασίσει την αγορά μαχητικών MiG-29, ύψους 1,3 δις δολαρίων, αλλά δεν τα δέχτηκε λόγω της πολύ κακής ποιότητας κατασκευής που είχαν. Αυτό το γεγονός καταδεικνύει τα χρόνια προβλήματα της ρωσικής βιομηχανίας που είναι η μη τήρηση των προθεσμιών παράδοσης των συστημάτων, η κακή ποιότητα, τα ελαττωματικά εξαρτήματα, η κακή υποστήριξη και η έλλειψη ανταλλακτικών.

* Επιπλέον προβλήματα αντιμετωπίζει η ρωσική κυβέρνηση με το θέμα της περίθαλψης των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και της στέγασής τους. Οι μισθοί τους είναι αρκετά χαμηλοί και με τα επίπεδα πληθωρισμού εξαφανίζουν γρήγορα τις όποιες αυξήσεις.

* Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει πολλές φορές ότι θα δοθούν κονδύλια για την έρευνα και ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων. Μέχρι στιγμής κανένα νέο οπλικό σύστημα δεν έχει τεθεί σε υπηρεσία, ούτε όμως και σε παραγωγή. Τα νέα υποβρύχια που σχεδιάζονταν είναι ακόμα υπό μελέτη, ο βαλλιστικός πύραυλος Bulava (εκτοξευόμενος από υποβρύχια) έχει αποτύχει στις περισσότερες δοκιμές του και το σύστημα GPS είναι ακόμη σε αρχικό στάδιο. Εξάλλου η Ρωσία δίνει βάση στην μηχανολογική σχεδίαση και την κατασκευή μεγάλων αριθμών οπλικών συστημάτων, σε αντίθεση με τις δυτικές δυνάμεις που βασίζονται στην υψηλή τεχνολογία με την ανάπτυξη σύγχρονων συστημάτων C4I.

Είναι φανερό ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στον τομέα της Άμυνας. Αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες.

* Για τις πυρηνικές δυνάμεις δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Εκτίμησή μας είναι ότι θα συντηρούνται τα υπάρχοντα όπλα αλλά δεν θα εντάσσονται νέα, τουλάχιστον σε μεγάλους αριθμούς.

* Το πολεμικό ναυτικό της μετά από πολλά χρόνια κατάφερε να στείλει μερικές μονάδες στο Αιγαίο, την Μεσόγειο και την Καραϊβική. Αυτό δεν ήταν ενδεικτικό των δυνατοτήτων του, αλλά οι πλήρεις δυνατότητές του αυτή τη στιγμή. Η Ρωσία κατάφερε να στείλει τρία πλοία στην Μεσόγειο (με το «μαστιζόμενο» από συνεχείς βλάβες αεροπλανοφόρο Κουζνέτσωφ να αντιμετωπίζει πρόβλημα λόγω πυρκαγιάς. Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο σκάφος πάντοτε ακολουθείται από δύο ρυμουλκά σε όποιο σημείο κι αν ταξιδεύει) και άλλα 2 στην Καραϊβική, με τον υπόλοιπα στόλο να παραμένει δεμένος στα λιμάνια λόγω έλλειψης κονδυλίων. Έτσι φαντάζει ουτοπικός ο στόχος της ρωσικής ηγεσίας να προχωρήσει σε ναυπήγηση 6 ομάδων μάχης αεροπλανοφόρων.

Οι αεροπορικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα διαθεσιμότητα και εκπαίδευσης των χειριστών. Από τα 200 περίπου ΜiG-29, τα 90 έχουν τεθεί εκτός υπηρεσίας κατόπιν επιθεώρησης, μετά από ατύχημα που σημειώθηκε στην Σιβηρία το περασμένο έτος.

Μερικά Συμπεράσματα

- Όπως αναφέρθηκε ήδη, η ρωσική πολιτική σκηνή έχει μετατραπεί σε πεδίο κυριαρχίας μιας συγκεκριμένης πολιτικής ομάδας η οποία δεν έχει κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία. Προσπαθεί να συσπειρώσει το λαό γύρω της, δίνοντας ένα λαϊκίστικο ιδεολογικό χαρακτήρα περί εθνικισμού και εξωτερικού κινδύνου. Αυτό σε συνδυασμό με την μέχρι πρότινος υψηλή τιμή του πετρελαίου, «χρύσωνε το χάπι» των πολιτών. Οι αντιδράσεις στο εσωτερικό δεν λείπουν φυσικά. Πολλοί είναι οι επιφανείς και μη, Ρώσοι, που κατηγορούν την ηγεσία Πούτιν - Μεντβέντεφ για την ολοκληρωτική λογική διακυβέρνησης που έχει. Προς το τέλος του 2008, σε διαδήλωση πολιτών που έγινε σε κάποια ανατολική επαρχία, με αιτία την κακή κοινωνική και οικονομική κατάσταση, ο Πούτιν έστειλε αστυνομικές δυνάμεις καταστολής από την Μόσχα, διότι οι τοπικοί αστυνομικοί ήταν σύμφωνοι με τα αιτήματα των διαδηλωτών. Η συνοχή της ρωσικής κοινωνίας είναι ένα ζήτημα που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση και αξιολόγηση.

- Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας κινείται πλέον με βάση ιεραρχημένα συμφέροντα. Για την περιοχή του Καυκάσου, η Μόσχα έδειξε ότι είναι σε θέση και διατιθέμενη να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της ισχύ. Αυτό δείχνει αν μη τι άλλο την αποφασιστικότητα να μην επιτρέψει κανέναν να αμφισβητήσει τα συμφέροντά της στην περιοχή.

- Για την περιοχή της Βαλκανικής τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μετά από πολλά χρόνια απουσίας, το κενό ισχύος που καλύφθηκε κατά την δεκαετία του ’90 από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, δεν αφήνει πολλά περιθώρια δράσης. Έτσι, το μόνο όπλο που απομένει στα χέρια της ρωσικής διπλωματίας είναι οι οικονομικές επενδύσεις, η αγορά οπλικών συστημάτων και το βασικότερο, η ενέργεια. Για τα ενεργειακά ζητήματα όπως παρουσιάσαμε νωρίτερα, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για μείωση των απωλειών κατά τη διάρκεια της παραγωγής και της διακίνησης, αλλά κι αν δεν γίνουν άμεσα επενδύσεις για την αύξηση της παραγόμενης ποσότητας, η Ρωσία θα αντιμετωπίσει σοβαρά οικονομικά και κατ’ επέκταση πολιτικά προβλήματα.

- Συνεπώς αυτή τη στιγμή είναι δύσκολο να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις επιρροής των βαλκανικών κρατών. Ιδιαίτερες περιπτώσεις αποτελούν η Ελλάδα και η Σερβία. Η Ελλάδα κάνοντας εξωτερική εξισορρόπηση (συμμαχίες) προσπάθησε να βρει ένα αντίμετρο στην τουρκική προκλητικότητα, ενώ η Σερβία, ιδιαίτερα μετά την αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου από τις ΗΠΑ και άλλες χώρες, είχε ανάγκη από διεθνή ερείσματα.

- Σχετικά με τις Ρώσο-αμερικανικές σχέσεις παρατηρούμε ότι, με «βασική μεταβλητή» της συνάρτησής μας την προεδρία Μπους, χαρακτηρίζονταν ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Ο ανταγωνισμός ήταν χαρακτηριστικός και η κλιμάκωση στην οποία μπορούσε να οδηγήσει ήταν μεγάλη. Η νέα προεδρία υπό τον Μπ. Ομπάμα υπόσχεται αποκλιμάκωση σε όλα τα μέτωπα έντασης, συμπεριλαμβανομένου και αυτού με τη Ρωσία. Ο απεγκλωβισμός των ΗΠΑ από τα διάφορα μέτωπα και τις ανταγωνιστικές σχέσεις θα δώσει την ευκαιρία να εστιάσουν τις δυνάμεις τους σε περιοχές που υπάρχει αμεσότερο συμφέρον - μεγαλύτερη ανάγκη, αποφεύγοντας την «υπερέκταση» των δυνάμεών τους (πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών).

- Αναφορικά με τις Ρώσο-ευρωπαϊκές σχέσεις παρατηρούμε ότι είναι ουσιαστικά οι σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της κάθε μία χώρας ξεχωριστά. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει πόσο μικρή είναι η συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μεγάλα ζητήματα που αφορούν την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια των μελών της. Το εθνικό συμφέρον είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην περίπτωση αυτή.

- Τέλος δεν πρέπει να μας διαφύγει της προσοχής ότι από πλευράς Ρωσίας δίνεται μεγάλη βαρύτητα στις σχέσεις της με τις ασιατικές χώρες. Η περιοχή είναι ένας χώρος στον οποίο μπορεί να λειτουργήσει με μεγαλύτερη ευχέρεια, έχοντας κατά κάποιο τρόπο το συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των ΗΠΑ. Σε πολλές δε, περιπτώσεις, έχει μπλοκάρει κινήσεις των ΗΠΑ. Χαρακτηριστική είναι τελευταία η απόφαση του Κυργιστάν να μην ανανεώσει την άδεια χρήσης της αεροπορικής του βάσης στο Μανάς από τις ΗΠΑ, που ανεφοδίαζαν από εκεί τις δυνάμεις τους στο Αφγανιστάν. Οι μεταφορές θα εκτελούνται, πλέον, μέσω της Ρωσίας. Αυτή η συμφωνία, μαζί με άλλες αποφάσεις της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, δείχνουν ότι η ρωσική κυβέρνηση προσπαθεί να δημιουργήσει αλληλεξάρτηση με τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος. Θα έχει, έτσι, τη δυνατότητα να καθορίζει όχι μόνο άμεσα αλλά και έμμεσα σημαντικά ζητήματα της διεθνούς πολιτικής. Κατ’ επέκταση αναβαθμίζει τον διεθνή της ρόλο ως παράγοντας σταθερότητας του διεθνούς συστήματος και εμβαθύνει την θέση της.

- Σε ότι αφορά τις Ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι θα πρέπει να μειωθούν ώστε να καταφέρουν να γίνουν αξιόμαχες και ευέλικτες. Η συνεχής χρηματοδότηση του οικονομικού ελλείμματος της αμυντικής βιομηχανίας δεν μπορεί να είναι λύση. Στον αντίποδα στις ΗΠΑ μια αμυντική βιομηχανία όταν αντιμετωπίζει ελλείμματα τίθενται σε εφαρμογή διαδικασίες εξυγίανσης. Για το άμεσο μέλλον δεν προβλέπονται σημαντικές αλλαγές στις δυνατότητες των ρωσικών δυνάμεων, τουλάχιστον με την ένταξη νέων σύγχρονων μέσων. Δηλαδή, οι δηλώσεις της ρωσικής ηγεσίας θα παραμείνουν ως έχουν. Παρ’ όλ’ αυτά, θα υπάρξει ουσιαστική προσπάθεια αύξησης των εξαγωγών οπλικών συστημάτων, μιας και αυτές αποτελούν έναν από τους βασικούς πυλώνες των ρωσικών εξαγωγών. Από πολιτική άποψη, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις δεν θεωρούμε ότι θα μπορέσουν να προσφέρουν κάτι σημαντικό στην εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια. Το συγκριτικό τους πλεονέκτημα παραμένει ο Καύκασος και η Κεντρική Ασία, εκεί όπου μπορούν να ανταγωνιστούν τα κράτη της περιοχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η διάλυση της ΕΣΣΔ και η πτώση του τείχους του Βερολίνου όπως ήτο φυσικό επόμενο είχε και σοβαρές επιπτώσεις με τον ένα ή άλλο τρόπο σε όλα τα τότε κράτη της Βαλκανικής με αποκορύφωμα τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τη δημιουργία νέων ανεξαρτήτων κρατών.

Είναι γνωστό ότι στον περιορισμένο γεωγραφικά χώρο της Βαλκανικής και ως αποτέλεσμα του ψυχρού πολέμου συγκρούσθηκαν οι δύο μεγάλοι στρατιωτικοί συνασπισμοί, το ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Παράλληλα όμως οι τότε χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού παρουσίαζαν και διαφορετικές πολιτικές μη ακολουθώντας πάντα πιστά το μονολιθικό μοντέλο της ΕΣΣΔ.

Επί παραδείγματι η Ρουμανία του Τσαουσέσκου ανέπτυσσε θέσεις έντονα αντισοβιετικές παρά το ότι ήταν μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Το γεγονός εξενεύριζε μεν τη Μόσχα αλλά από την άλλη πλευρά καθιστούσε τον επί δεκαετίες ηγέτη της ιδιαίτερα αγαπητό στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Η Βουλγαρία, η κατ΄ εξοχήν φιλοσοβιετική χώρα της περιοχής, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την Ελλάδα και την υποστήριξε στην κρίση με την Τουρκία του 1987 όπου δηλαδή παρατηρήθηκε το παράδοξο μία χώρα του Συμφώνου της Βαρσοβίας να συμπαραστέκεται σε μία χώρα του ΝΑΤΟ εναντίον μιας άλλης χώρας μέλους του ΝΑΤΟ.

Η Αλβανία κάτω από ένα σκληρό καθεστώς ήταν εχθρός των πάντων.

Η ενιαία Γιουγκοσλαβία ηγείτο του κινήματος των αδεσμεύτων και κινείτο μεταξύ Ανατολής και Δύσης παρά το γεγονός ότι το κοινωνικό της σύστημα ήτο αυτό του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Όμως, παρά ταύτα, το ιδιόμορφο και εξαιρετικά πολύμορφο αυτό status quo διατηρήθηκε επί σχεδόν σαράντα χρόνια χάρις στην ύπαρξη και τον ανταγωνισμό των δύο αντιπάλων στρατιο-πολιτικών συστημάτων.

Για να αντιληφθούμε την ιδιαίτερη σημασία που έχει η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στη σήμερα υφιστάμενη κατάσταση, θα πρέπει να αναφερθούμε συνοπτικά στο ιστορικό της.

Πολεμικές Συγκρούσεις

Η Γιουγκοσλαβία δημιουργήθηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο από τη συρραφή διαφόρων εθνοτήτων με διαφορετικές κουλτούρες και διαφορετικές θρησκείες, ιστορίες και παραδόσεις. Δεν υπήρχε ιστορία μιας ενωμένης και ανεξάρτητης Γιουγκοσλαβίας πριν. Η Κροατία, η Σλοβενία και για ένα μικρό χρονικό διάστημα η Βοσνία αποτελούσαν μέρος της Αυστρο- Ουγγρικής Αυτοκρατορίας. Τονίζεται ότι στη Κροατία και τη Σλοβενία η επικρατούσα θρησκεία ήταν και είναι η Ρωμαιοκαθολική, η κουλτούρα Κεντρο-Ευρωπαϊκή ενώ η συμπαράταξη με τη ναζιστική Γερμανία είναι γνωστή.

Αντίθετα τα νοτιότερα τμήματα της Βαλκανικής αποτελούσαν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με ότι αυτό συνεπάγεται στη διαμόρφωση της κουλτούρας, Σε αυτό το πλαίσιο η Χριστιανό-ορθόδοξη Σερβία με πνευματικούς δεσμούς με την ομόδοξη Ρωσία κέρδισε την ανεξαρτησία της μόλις το 1878 ενώ η μουσουλμανική Αλβανία δημιουργήθηκε ως κράτος το 1912.

Αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η ηγετική προσωπικότητα του Josip Broz Tito συντήρησε την κρατική οντότητα της Γιουγκοσλαβίας μέσω ενός πολύπλοκου ομοσπονδιακού συστήματος δικαιωμάτων και επικαλυπτόμενων κυριαρχιών το οποίο (σύστημα) απέδιδε στις συνιστώσες δημοκρατίες τα δικαιώματα οιονεί κράτους με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες εθνικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων.

Ωστόσο με τις οικονομικές δυσκολίες που άρχισαν την περίοδο του 1980 και με το θάνατο του Τίτο την ίδια περίοδο και μη υπάρχοντος διαδόχου ο οποίος να μπορεί να καλύψει τα διάφορα εθνικά ρήγματα είχε σαν αποτέλεσμα οι εθνικές εντάσεις να μετατραπούν σε αποσχιστικά κινήματα. Το 1989 οι Σέρβοι ηγέτες αφήρεσαν τα δικαιώματα αυτονομίας που στο παρελθόν είχαν δοθεί στο Κόσσοβο και τη Βοιβοντίνα δίδοντας έτσι την ευκαιρία στην αλβανική πλειοψηφία να διεκδικήσει την ανεξαρτησία της.

Μεταξύ 1990 και 1992 η Σλοβενία, η Κροατία, η Βοσνία και τα Σκόπια αναζήτησαν την ανεξαρτησία τους αφήνοντας μόνο τη Σερβία και το Μαυροβούνιο ως συνιστώντα μέρη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας.

Τα παραπάνω βέβαια δεν προέκυψαν χωρίς συγκρούσεις. Οι Σέρβοι οι οποίοι αποτελούσαν την ηγέτιδα δύναμη ήταν αποφασισμένοι να διατηρήσουν όσο περισσότερο από το κράτος τους. Έτσι η διάσπαση ήταν θυελλώδης και οδήγησε σε τρία κύματα συγκρούσεων και πολέμου.

Η πρώτη σύγκρουση ήταν μεταξύ Γιουγκοσλαβίας αφενός και Σλοβενίας και Κροατίας αφετέρου. Όταν η Σλοβενία απεφάσισε την ανεξαρτησία της το 1990 οι Γιουγκοσλαβικές Ένοπλες Δυνάμεις προσπάθησαν να εμποδίσουν την απόσχιση αλλά μετά από σύντομη και σχεδόν αναίμακτη σύγκρουση απεφασίσθη η απόσυρση τους και η Σλοβενία αφέθηκε να αναζητήσει το πολιτικό της μέλλον της στη Δυτική Ευρώπη.

Η περίπτωση της Κροατίας ήταν πιο δύσκολη. Αμέσως μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της τον Ιούνιο του 1991 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος στη σερβοκρατούμενη περιοχή της Κράινα με τις ευλογίες και της Σερβίας. Τον Ιανουάριο του 1992 με την επέμβαση του ΟΗΕ επετεύχθη κατάπαυση του πυρός αλλά οι εχθροπραξίες επανελήφθησαν τον επόμενο χρόνο όταν η Κροατία προσπάθησε να ανακαταλάβει έδαφος από τους Σέρβους. Παρά τη δεύτερη κατάπαυση πυρός που συνήφθη το Μάιο 1993, το Σεπτέμβριο του 1993, ο Κροατικός Στρατός επετέθη εναντίον της σερβικής «Δημοκρατίας της Κράινας». Η τρίτη κατάπαυση του πυρός του Μαρτίου 1994 παραβιάσθηκε το Μάιο από πλευράς Κροατίας και τέλος μετά από μεγάλη επίθεση τον Αύγουστο οι Κροατικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κράινα και 150.000 Σέρβοι εγκατέλειψαν την περιοχή.

Η σύγκρουση της Βοσνίας απεδείχθη περισσότερο περίπλοκη και προκάλεσε μεγάλη αιματοχυσία. Το κύριο χαρακτηριστικό της Βοσνίας ήταν ότι δεν διέθετε έναν αμιγή εθνοτικό πληθυσμό αλλά αποτελείται από 40% Σέρβους, 38% Βόσνιους- Μουσουλμάνους και 22% Κροάτες. Το Φεβρουάριο του 1992 οι Σέρβοι της Βοσνίας απάντησαν με ένοπλη αντίσταση και προσπάθεια δημιουργίας διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των εθνοτήτων στο δημοψήφισμα που διεξήγε η Βοσνιακή κυβέρνηση. Το Μάρτιο του 1994 οι δύο κοινότητες των Βοσνιο-μουσουλμάνων και των Κροατών συμφώνησαν στη δημιουργία της Ομοσπονδίας Βοσνίας –Ερζεγοβίνης ενώ συνεχίστηκαν οι συγκρούσεις μεταξύ των Κροατο-μουσουλμάνων και των Σέρβων της Δημοκρατίας της Srpska. Οι συγκρούσεις με χαρακτήρα εθνικών εκκαθαρίσεων είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κύματος προσφύγων και από τις δύο πλευρές. Ο πόλεμος της Βοσνίας τελείωσε μετά από μεγάλη εξωτερική πίεση το Δεκέμβριο του 1995 με τη συμφωνία του Dayton.

Η τρίτη φάση των συγκρούσεων έλαβε χώρα στην περιοχή του Κόσσοβου, μια περιοχή που οι Σέρβοι θεωρούν λίκνο της χώρας τους και παρά το γεγονός ότι σήμερα κατοικείται στην πλειονότητα της από Αλβανούς. Στα τέλη του 1998 ο Σέρβος Πρόεδρος Μιλόσεβιτς άρχισε μία επιχείρηση αστυνομική και στρατιωτική εναντίον των αυτονομιστών Αλβανών με αποτέλεσμα να δοθεί η απαραίτητη δικαιολογία για τις αεροπορικές επιθέσεις του ΝΑΤΟ οι οποίες διήρκεσαν από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 1999 οπότε εξεδόθη η απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που επέτρεψε την ανάπτυξη της KFOR.

Πολιτικές Εξελίξεις

Παράλληλα σε πολιτικό επίπεδο το 1991 αποτελεί ένα χρόνο σταθμό για τις εξελίξεις στην περιοχή, με κύριο πρωταγωνιστή σε πρώτη φάση την ενωμένη πλέον Γερμανία, οποία αισθανόμενη και την ύπαρξη του κενού που δημιουργήθηκε με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο σπεύδει για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Αξιοποιώντας τις υπάρχουσες αντιθέσεις μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων, στηρίζει πολιτικά και εξοπλίζει στρατιωτικά με όπλα του ανατολικο-γερμανικού στρατού μέσω Αυστρίας και Ουγγαρίας, τις αποσχιστικές ηγεσίες της Κροατίας και Σλοβενίας. Οι Γερμανοί επιθυμούν διακαώς να εντάξουν στη σφαίρα επιρροής τους τις δύο χώρες εκτιμώντας και το ιδιαίτερο φιλογερμανικό και γιατί όχι φιλοναζιστικό παρελθόν τους.

Η τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα των 12, οι ΗΠΑ και ο ΟΗΕ αντιδρούν είτε επισήμως είτε ανεπισήμως μέσω διαρροών και δημοσιευμάτων τονίζοντας την ανάγκη για μία συνολική διευθέτηση του θέματος σε κατάλληλο χρόνο και χωρίς σπουδή, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα ντόμινο. Πλην όμως η Γερμανική πολιτική είναι ασυγκράτητη και αφού αρχικά αποσπά μία πρώτη θετική απόφαση των 12 για αναγνώριση μετά από την υποβολή εκθέσεως περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην περιοχή, παραβιάζει τα χρονικά πλαίσια διακηρύσσοντας τη μονομερή αναγνώριση της ανεξαρτησίας των δύο χωρών θέτοντας τους άλλους εταίρους προ τετελεσμένων γεγονότων.

Το θέμα έθεσε σε σοβαρή δοκιμασία τις σχέσεις Γερμανίας και Γαλλίας και Γάλλος αξιωματούχος (Στρατηγός Γκαλουά) περιέγραψε την κατάσταση ως εξής: «Με τη βοήθεια της ισχύος του μάρκου, η Γερμανία ελίσσεται για να ανακαταλάβει τα εδάφη που κέρδισε με τα όπλα, πριν τα χάσει με την ήττα της στον πόλεμο......Η Βόννη αποζημιώνει τους Σλοβένους και τους Κροάτες συμμάχους του Τρίτου Ράιχ, γράφει στο μαυροπίνακα τη Σερβία, τον εχθρό της, επεκτείνει την επιρροή της προς Νότον, επιβάλλει τη θέλησή της σε μία Ρωσία η οποία εξαρτάται από γερμανικά δάνεια και, παρά τις επιφυλάξεις των δυτικών Εταίρων της, που είναι πλήρως παραιτημένοι, επιβεβαιώνει την πρόθεση της να ανασυνθέσει την Κεντρική Ευρώπη κατά το δικό της τρόπο».

Επόμενος στόχος της προς νότο κάθοδο της Γερμανίας αποτελεί η Βοσνία έτσι ώστε να περιέλθουν υπό την επιρροή της όλα τα τμήματα της Βαλκανικής που αποτελούσαν τμήματα της Αυστροουγγαρίας.

Όμως στο σημείο αυτό οι ΗΠΑ αρχίζουν να ανησυχούν για τις φιλοδοξίες των Γερμανών και αντιλαμβανόμενοι ότι η μόνη αξιόπιστη δύναμη είναι η Σερβία αποφασίζει να στηρίξει τον Πρόεδρο της (Μιλόσεβιτς) διότι τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον και του Βελιγραδίου συμπίπτουν συγκυριακά σε αυτή τη φάση.

Πέρα από τα παραπάνω οι ΗΠΑ εκμεταλλεύονται πλήρως τον πόλεμο Βοσνίας, ωθούν τον Μιλόσεβιτς σε μία πολιτική που προκαλεί ρήγματα στις σχέσεις του με τους Σέρβους της Βοσνίας, δελεάζουν την Κροατία για να αποκτήσουν τελικά τον έλεγχο των Βαλκανίων.

Τον Ιανουάριο του 1993 ο λόρδος Οουεν ως εκπρόσωπος της ΕΕ και ο Σαιρους Βανς ως εκπρόσωπος του ΟΗΕ παρουσιάζουν το σχέδιο τους για την επίλυση του Βοσνιακού. Οι Κροάτες αποδέχονται πλήρως το σχέδιο, οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας το αποδέχονται με τροποποιήσεις και οι Σερβοβόσνιοι το απορρίπτουν κατ΄ επανάληψη λόγω της μονομέρειας του. Όμως κανείς στη διεθνή κοινότητα δεν ήτο διατεθειμένος να σεβαστεί τις αποφάσεις των Σερβοβοσνίων και έτσι το ΝΑΤΟ αρχίζει το βομβαρδισμό τους.

Ο Μιλόσεβιτς αντιλαμβανόμενος ότι η Δύση έχει ταχθεί υπέρ της Βοσνίας και της Κροατίας προσπαθεί να διατηρήσει τις σχέσεις του με την Ουάσινγκτον και υποστηρίζει με κάθε τρόπο τις πρωτοβουλίες της είτε αποδεχόμενος το τροποποιημένο σχέδιο Βανς-Οουεν το 1994 είτε διακόπτοντας την υποστήριξη σε θέματα διοικητικής μέριμνας δηλαδή σε πυρομαχικά ακόμη και καύσιμα.

Οι Σερβοβόσνιοι αντιλαμβάνονται ότι τα πάντα έχουν χαθεί τον Αύγουστο του 1995 και ανοίγει ο δρόμος για τη Συμφωνία του Ντειτον στην οποία οι Σερβοβόσνιοι δεν παρίστανται καν. Η συμφωνία ολοκληρώνεται στις 21 Νοεμβρίου 1995 και υπογράφεται από τους Μιλόσεβιτς, Τούζμαν και Ιζετμπέκοβιτς στο Παρίσι στις 14 Δεκεμβρίου 1995.

Με τις συμφωνίες αυτές ολοκληρώνεται η στρατηγική ελέγχου των Βαλκανίων από τις ΗΠΑ. Όχι μόνο θέτουν υπό τον έλεγχο τους τη Σερβία και τη Βοσνία δημιουργώντας ένα φράγμα για τη γερμανική διείσδυση αλλά επιπρόσθετα αποσπούν την Κροατία μέσω των προβλέψεων της συμφωνίας του Ντειτον σε πολιτικό επίπεδο από την επιρροή του Βερολίνου. Με την απώλεια και της Κροατίας το Βερολίνο συνειδητοποιεί ότι έχει υπερτιμήσει τις δυνατότητες του και αναγκάζεται σε αναπροσαρμογή της πολιτικής του η οποία προσανατολίζεται πλέον στην αργή οικονομική διείσδυση. Κύριο μέσο για τη σταδιακή απόσπαση των Βαλκανικών χωρών από τις ΗΠΑ είναι πλέον η μελλοντική ένταξη στην ΕΕ και μέσω της οικονομικής σχέσης βαθμιαία υποταγή στη γερμανική πολιτική.

Η υπαγωγή χωρίς καμιά δυσκολία της Βουλγαρίας, της Αλβανίας και της ΠΓΔΜ στο αμερικανικό άρμα ολοκληρώνει την αμερικανική παντοδυναμία στα Βαλκάνια.

Ωστόσο, παρά τις όποιες προθέσεις, αρκετά ενωρίς άρχισε να διαφαίνεται ότι η Συμφωνία του Ντέιτον δημιούργησε πολλά προβλήματα στον Μιλόσεβιτς ο οποίος αντελήφθη ότι ο ρόλος του στα Βαλκάνια ήταν υποδεέστερος των όσων είχε υπολογίσει και άρχισε να αναζητά την αναβάθμιση του, ενώ προσπαθεί να κρατήσει το Κόσσοβο το οποίο οι ΗΠΑ θέλουν να αποσπάσουν και να το δώσουν στην Αλβανία. Επιπλέον εμφανές είναι ότι το Μαυροβούνιο θα αποσχιστεί από τη Σερβία.

Στην ίδια λογική και ο Τούζμαν στην Κροατία ασφυκτιά από τη συμφωνία και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την αδυναμία της Σερβίας και ονειρεύεται την Κροατία ως πρώτη δύναμη της περιοχής γεγονός που δημιουργεί σοβαρές προστριβές με τις ΗΠΑ. Εξάλλου και το γραφειοκρατικό μόρφωμα της Βοσνίας δεν φαίνεται να είναι βιώσιμο και τούτο θέτει σε κίνδυνο το όλο αμερικανικό οικοδόμημα.

Οι παραπάνω συνθήκες οδήγησαν στον πόλεμο του Κόσσοβου με τελικό αποτέλεσμα την πτώση και σύλληψη του Μιλόσεβιτς και η αντικατάστασή του από φιλοδυτικές ηγεσίες όπως συνέβη και στην Κροατία και το Μαυροβούνιο και την τελική πλήρη επικράτηση των ΗΠΑ.

Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές επιδιώξεις των ΗΠΑ για την περιοχή διαφαίνεται ότι είναι οι παρακάτω:

* Η προώθηση της ένταξης όλων των κρατών που έχουν προκύψει κατ΄ αρχήν στο ΝΑΤΟ ώστε να διασφαλίζεται ο αποτελεσματικότερος πολιτικο-στρατιωτικός έλεγχος. Εξίσου σημαντική θα είναι και η οικονομική εκμετάλλευση για αγορά των οπλικών συστημάτων που είναι απαραίτητα για την τυποποίηση με τη Συμμαχία.

* Η λελογισμένη πίεση προς τα κράτη-μέλη για την ένταξη στην ΕΕ έτσι ώστε η Ευρώπη να χρεωθεί την οικονομική τους ανασυγκρότηση ενώ ταυτόχρονα θα λειτουργούν προς το συμφέρον της Ουάσιγκτον στα πρότυπα του δόγματος της Νέας Ευρώπης.

* Η χρησιμοποίηση του εδάφους των Βαλκανικών χωρών για την ανάπτυξη στρατιωτικών βάσεων. Ήδη βάσεις έχουν αναπτυχθεί στη Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία και Κόσσοβο ενώ στα παράλια της Αδριατικής θα αναπτυχθούν ναυτικές βάσεις στην Κροατία, Μαυροβούνιο και την Αλβανία.

* Η οικονομική διείσδυση. Ήδη μεγάλες αμερικανικές εταιρίες όπως η κατασκευαστική Μπεχτελ, η χαλυβουργική US Steel, η καπνοβιομηχανία Philip Morris κλπ δραστηριοποιούνται στην περιοχή και όπως είναι φυσικό σε βάρος των Ευρωπαϊκών εταιρειών.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΜΕ ΤΗ ΡΩΣΙΑ

Στρατιωτικές

Στο τμήμα αυτό θα παρουσιάσουμε τα στοιχεία για τη στρατιωτική συνεργασία ανάμεσα στην Ρωσία και στις υπό μελέτη χώρες. Οι λόγοι για τους οποίους μελετάμε τις στρατιωτικές σχέσεις ανάμεσα σ’ αυτά τα κράτη οφείλονται στο ότι:

* Η στρατιωτική παράμετρος (ισχύς) έπαιζε και συνεχίζει να παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ρωσική πολιτική σκέψη. Ο παράγοντας «ισχύς» είναι καίριας σημασίας στον τρόπο λειτουργίας της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι ο Ψυχρός Πόλεμος σχεδιάστηκε με ιδεολογικούς όρους και υλοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα.

* Η αμυντική βιομηχανία της Ρωσίας αποτελεί ένα μεγάλο τμήμα της βιομηχανικής της παραγωγής. Η αγορά όπλων είναι ένας πολύ επικερδής τομέας και η χώρα διαθέτει δυνατότητα διείσδυσης σε αγορές που είναι απρόσιτες για τις Δυτικές δυνάμεις.

Για να εξετάσουμε τον τομέα της αμυντικο-στρατιωτικής συνεργασίας θα λάβουμε υπόψη μας δύο παραμέτρους. Τις συμφωνίες που έχουν υπογραφεί, σε συνδυασμό με το σε ποιους οργανισμούς είναι μέλος η κάθε χώρα, και οι πηγές εξοπλισμού της κάθε χώρας σε σχέση με το ύψος των επενδύσεων στην άμυνα που αφιερώνει η κάθε μία.

Η θέση των Ενόπλων Δυνάμεων στη ρωσική πολιτική

Η στρατιωτική ισχύς ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ρωσικής πολιτικής σκηνής. Οι βίαιες διεργασίες που συντελέστηκαν στο εσωτερικό της χώρας ανά τους αιώνες, τα αχανή σύνορα που καθόριζαν την ανάγκη προστασίας, τα κοινά σύνορα με μεγάλες αυτοκρατορίες της κάθε εποχής και η ανάγκη ενός μηχανισμού προστασίας του εκάστοτε καθεστώτος, εδραίωσαν το ρόλο των ενόπλων δυνάμεων στη συνείδηση των πολιτών και κατ’ επέκταση στην καθημερινότητά τους.

Πιο συγκεκριμένα, η Ρωσία είχε και συνεχίζει να έχει ένα τεράστιο μήκος συνόρων που πρέπει να διαφυλάξει. Δεν υπάρχουν τα φυσικά εμπόδια που θα βοηθούσαν στην άμυνα, οπότε υπήρχε από παλιά η ανάγκη για ισχυρό στρατό που θα προστατεύσει τη χώρα από τους εξωτερικούς εισβολείς. Τέτοιοι ήταν ο Μογγόλοι, ο Ναπολέων, οι Ιάπωνες, οι Γερμανοί και το ΝΑΤΟ. Ειδικά το γεγονός ότι οι Γερμανοί στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έφτασαν λίγο πριν την Μόσχα, είναι μια εμπειρία που έμεινε ανεξίτηλη για πολλά χρόνια στην σκέψη των πολιτών. Επιπλέον, η Ρωσία πάντοτε συνόρευε με μεγάλες δυνάμεις της κάθε εποχής. Το έντονο πολιτικό παρελθόν, η ύπαρξη του ρωσικού εθνικισμού (αίσθηση απειλής από το εξωτερικό και εσωτερικές φυγόκεντρες δυνάμεις) και το αίσθημα μεγαλοπρέπειας και κυρίαρχης θέσης στο διεθνές σύστημα, κάνουν τις ένοπλες δυνάμεις να φαντάζουν στους πολίτες ως πόλος σταθερότητας και επίδειξης της ρωσικής δύναμης στον κόσμο. Τα πλέον πρόσφατα βιώματα, όπως αυτό της Τσετσενίας, της Γεωργίας και γενικά της Νατοϊκής επέκτασης εδραίωσαν ακόμα περισσότερο την αξία των ενόπλων δυνάμεων.

Αμυντικό-στρατιωτική συνεργασία

Κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου το Σύμφωνο της Βαρσοβίας ήταν ένας από τους δύο βασικούς στρατιωτικούς οργανισμούς και ουσιαστικά συμπλήρωνε και διασφάλιζε την πολιτική καθοδήγηση - την Μαρξιστική ιδεολογία. Ένα στρατιωτικό σύμφωνο (όπως και το ΝΑΤΟ) βασίζεται σε κοινές παραδοχές - αρχές. Δηλαδή σε διακηρυγμένους στόχους ως προς τα συμφέροντα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα μέλη του. Πάνω στις αρχές αυτές «χτίζεται» η στρατιωτική ισχύς. Δεδομένου ότι ένα τέτοιος οργανισμός (στρατιωτικά και πολιτικά) πρέπει να λειτουργήσει ως ενιαίο σώμα, θα πρέπει να έχει και τις κατάλληλες δυνάμεις, οι οποίες να μπορούν να συνεργαστούν. Κατ’ επέκταση αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ομοιοτυπία στον στρατιωτικό εξοπλισμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις η ηγεμονεύουσα δύναμη του οργανισμού είναι αυτή που επιβάλει και το ποια οπλικά συστήματα θα αγοραστούν.

Έτσι, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου όλες οι χώρες ανατολικά του «Ανατολικού Μπλοκ» εξοπλίστηκαν με ρωσικά στρατιωτικά συστήματα, τα οποία παρέμειναν στο οπλοστάσιό τους και μετά την πτώση της ΕΣΣΔ. Κάποιες από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες έγιναν μέλη του ΝΑΤΟ, αλλά αρκετά από τα παλαιά τους ρωσικά συστήματα δεν τα άλλαξαν. Έτσι, η Ρωσία έχει «έτοιμους» αγοραστές για τα συστήματα αυτά. Επιπλέον, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης μείωσε την πόλωση που υπήρχε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και η οποία δεν «επέτρεπε» τις χώρες της Δύσης να προμηθεύονται ρωσικά όπλα, με αποτέλεσμα να ανοίγονται νέες αγορές στα ρωσικά συστήματα. Ταυτόχρονα, όμως, άφησε κι ένα κενό ισχύος που για όλες τις χώρες, πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, σήμαινε έλλειμμα ασφαλείας. Αυτό έπρεπε με κάποιο τρόπο να καλυφθεί. Το ΝΑΤΟ ήταν και παραμένει για όλα αυτά τα κράτη ένας εθνικός στόχος. Η αρχική τους ένταξη έγινε με το πρόγραμμα Σύμπραξη για την Ειρήνη (Partnership for Peace) και αργότερα, όταν πληρούσαν τις προϋποθέσεις, έγινε και η επίσημη ένταξή τους.

Αλβανία

Εντός του 2008 λήφθηκε και τον Φεβρουάριο του 2009 κατακυρώθηκε η απόφαση της εισόδου της χώρας στο ΝΑΤΟ. Η Αλβανία ως κομμουνιστικό καθεστώς επέλεξε τον ακραίο απομονωτισμό. Καμία επαφή με το εξωτερικό, πλην της Κίνας, με την οποία βρισκόταν πολιτικά εγγύτερα. Το καθεστώς Χότζα επένδυσε τεράστια ποσά στην κατασκευή πολυβολείων σε όλη την χώρα. Υπολογίζεται ότι κατασκευάστηκαν περί τα 200.000, εις βάρος της ανάπτυξης της χώρας. Όταν κατέρρευσε η ΕΣΣΔ, η χώρα βρέθηκε έρμαιο ταραχών, εσωτερικών συγκρούσεων και μαζικής μετανάστευσης στο εξωτερικό του συντριπτικά μεγαλύτερου ποσοστού της εργατικής της δύναμης.

Στην προσπάθειά της να διασφαλίσει το μέλλον της προσπαθεί να δημιουργήσει συμμαχίες με διάφορες χώρες οι οποίες θα της παρέχουν επενδυτικά κεφάλαια για την ανάπτυξη ή/και στρατιωτική συνεργασία - προστασία. Πρώτη προτεραιότητα ήταν η ένταξη στο ΝΑΤΟ, η οποία και επιτεύχθηκε. Τα ακόλουθα στάδια περιλαμβάνουν άμεση συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και με την Τουρκία. Ανεπτυγμένες σχέσεις με την Ρωσία δεν υπάρχουν, κυρίως λόγω της διαφωνίας σε σημαντικά ζητήματα, όπως για το Κοσσυφοπέδιο, ενώ ταυτόχρονα, οι αλβανικές κυβερνήσεις έχουν αποφασίσει να συμπορευθούν «στενά» με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τον λόγο αυτό έχουν ήδη στείλει 70 άτομα στην Βοσνία, 120 στο Ιράκ και 22 στο Αφγανιστάν οι οποίοι και αναμένεται να ενισχυθούν με έναν επιπλέον λόχο.

Η Τουρκία ως η υπ’ αριθμό ένα άμεση απειλή που αντιμετωπίζει η χώρα μας , έχοντας διαγνώσει ορθά το περιβάλλον ασφαλείας που δημιουργήθηκε, εκμεταλλεύτηκε το κενό ασφαλείας και δημιούργησε στενές σχέσεις με την Αλβανία, οι οποίες θέτουν στρατηγικά ζητήματα για την ελληνική ασφάλεια.

Η πρώτη στρατιωτική συμφωνία μεταξύ της Τουρκίας και της Αλβανίας υπογράφηκε το 1994 και σύμφωνα με αυτή «σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης από μία τρίτη χώρα, οι δύο χώρες θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την ανάσχεση των συνεπειών που θα δημιουργηθούν, κάνοντάς χρήση των δικαιωμάτων τους εντός των διεθνών οργανισμών». Δύο χρόνια νωρίτερα υπήρξε η υπογραφή συμφώνου φιλίας και συνεργασίας, χάρη στο οποίο Αλβανοί αξιωματικοί φοίτησαν σε τουρκικές στρατιωτικές σχολές. Το 2000, με δαπάνες της Τουρκίας εγκαινιάστηκε η ναυτική βάση στο Πασαλιμάν με μεγάλες δυνατότητες ελλιμενισμού και επισκευών σκαφών και εκπαίδευσης. Άλλα οφέλη της Άγκυρας από την προσέγγιση με τα Τίρανα είναι η δυνατότητα που έχουν τα τουρκικά πολεμικά πλοία και ιδιαίτερα τα υποβρύχια να ελλιμενίζονται σε αλβανικά λιμάνια. Πρόσφατα η Αλβανία επέτρεψε τη μόνιμη εγκατάσταση μιας Μοίρας μαχητικών F-4E στο έδαφός της.

Οι σχέση αυτή δίνει στην Τουρκία τη δυνατότητα να αποκτήσει μεγάλη επιρροή σ’ ένα κράτος που συνορεύει με την Ελλάδα. Σε περίοδο σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης θα μπορούσαν να δημιουργηθούν πολλά προβλήματα, καθώς τουρκικά πολεμικά πλοία και αεροσκάφη στην Αλβανία, θα ανάγκαζαν την χώρα μας να διατηρεί μονάδες στα μετόπισθεν, ενώ τα τουρκικά μαχητικά στα βόρεια σύνορά μας, θέτουν σε κίνδυνο τη βασικότερη ενεργειακή υποδομή της χώρας. Η Τουρκία έχει κοινά συμφέροντα με την Αλβανία και εκμεταλλεύεται τις προστριβές με την Σερβία και την Ελλάδα, προκειμένου να αποκτήσει περισσότερα ερείσματα στην γειτονική μας χώρα.

Το επίπεδο των Αλβανικών ΕΔ αυτή τη στιγμή είναι πολύ χαμηλό. Η σχέση της με την Τουρκία και με τις ΗΠΑ, θα την βοηθήσουν να ενταχθεί ομαλά στο ΝΑΤΟ. Η ίδια η ένταξη θα την οδηγήσει στο να αποκτήσει νέα οπλικά συστήματα με τα οποία θα αναβαθμίσει τη μαχητική ικανότητά της και τα οποία θα είναι εναρμονισμένα με τα Νατοϊκά πρότυπα. Το ότι έχει «προσδεθεί» τόσο δυνατά στην αμερικανική πολιτική αποτελεί κλασικό παράδειγμα εξωτερικής εξισορρόπησης και ιδιαίτερα μιας μικρής χώρας η οποία πετυχαίνει τους στόχους της εμπλέκοντας μια μεγάλη δύναμη.

Βουλγαρία

Η Βουλγαρία ήταν ένα από τα μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας με πολύ στενές σχέσεις με την Μόσχα, χάρη στην πολιτική του Τοντόρ Ζίβκωφ, και με αξιόλογη αμυντική βιομηχανία, την οποία συνεχίζει να διατηρεί εν πολλοίς. Τα όπλα που παράγει είναι ρωσικής προέλευσης τα οποία και εξέλιξε. Μετά τη διάλυση του Συμφώνου, η χώρα έθεσε σαν στόχο την ένταξή της στις Δυτικές δομές. Σήμερα αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΟΑΣΕ (από το 1975) και του ΝΑΤΟ.

Η χώρα έχει αναβαθμιστεί γεωπολιτικά, χάρη στους αγωγούς που περνούν από το έδαφός της και κατ’ επέκταση και στρατιωτικά. Αν και εγγύτερα στην αμερικανική πολιτική, η Βουλγαρία δεν παραλείπει να διατηρεί και στενές σχέσεις με την Ρωσία. Μέχρι στιγμής η χώρα έχει υπογράψει με τις Ηνωμένες Πολιτείες συμφωνία για την στάθμευση 2.500 Αμερικανών στρατιωτών σε τέσσερις διαφορετικές βάσεις των βουλγαρικών ενόπλων δυνάμεων και όχι σε ξεχωριστές αμερικανικές. Ο αριθμός τους θα μπορεί να φτάσει τις 5.000 σε περίοδο αντικατάστασης των προηγουμένων και μόνο για περίοδο 30 ημερών. Επιπλέον, προβαίνει σε κοινές χερσαίες, αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η σημασία της Βουλγαρίας για τις ΗΠΑ έχει να κάνει με την πολιτική των τελευταίων για την περιοχή της Βαλκανικής, της Μαύρης Θάλασσας και του Καυκάσου, συμπεριλαμβανομένης και της Κεντρικής Ασίας. Η δυνατότητα να εκμεταλλεύονται τις στρατιωτικές υποδομές της χώρας τους δίνει την ευκαιρία να διατηρούν παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα, μειώνοντας την επιρροή της Ρωσίας και της Τουρκίας, οι οποίες δημιούργησαν την Ναυτική Δύναμη Μαύρης Θάλασσας, στην οποία συμμετέχει και η Βουλγαρία, ως μέσο ενίσχυσης της σταθερότητας και της συνεργασίας στην περιοχή. Ταυτόχρονα, θα μπορούν να στηρίζουν την πολιτική τους στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, αλλά και να έχουν άμεση επαφή με μία χώρα που είναι ενεργειακός κόμβος για τις ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου. Επιπλέον, θα μπορούν να ασκούν πληρέστερο έλεγχο στα Βαλκάνια, που αποδεδειγμένα παραμένει μια περιοχή που οι πολιτικές διεργασίες μεταβολών δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμα, και η αστάθεια ευνοεί την ύπαρξη μη κρατικών δρώντων που αποτελούν μέρος του διεθνούς εγκλήματος και της διεθνούς τρομοκρατίας.

Η Βουλγαρία αυτή τη στιγμή συμμετέχει στρατιωτικά στο ΝΑΤΟ και σταδιακά τα εξοπλιστικά της προγράμματα, σε ό,τι αφορά τα κύρια οπλικά συστήματα, στρέφονται προς τα δυτικά συστήματα. Αυτό δε γίνεται διότι είναι μέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, αλλά και επειδή συμμετέχει με 340 στρατιώτες στην ISAF στο Αφγανιστάν, ενώ είχε αποστείλει 485 στο Ιράκ μέχρι τον Νοέμβριο του 2008, οπότε και τους απέσυρε. Οι πλέον πρόσφατες αγορές κύριων οπλικών συστημάτων αφορούν 3 φρεγάτες από την Ολλανδία, 15 γαλλικά ελικόπτερα AS523AL Cougar, 5 μεταφορικά αεροσκάφη C-27J Spartan και ειδικά θωρακισμένα οχήματα για το Αφγανιστάν από της ΗΠΑ. Η όχι και τόσο καλή οικονομική κατάσταση δεν θα βοηθήσει στην ταχύτερη ενσωμάτωση δυτικών οπλικών συστημάτων στο οπλοστάσιο της χώρας.

Επίσης, η χώρα συμμετέχει στα Battle Groups της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όντας μέλος του ΗELBROC Battle Group στο οποίο έθνος πλαίσιο είναι η Ελλάδα. Ο σχηματισμός μάχης ήταν σε ετοιμότητα για την ανάληψη επιχειρήσεων στα τέλη του 2007 και είναι πάλι, από τις αρχές του 2009. Έτσι, διατηρεί την άμεση επαφή της με την ευρωπαϊκή προοπτική την οποία επέλεξε.

Συμπερασματικά, η Βουλγαρία τηρεί μια ισορροπημένη πολιτική με όλες τις μεγάλες δυνάμεις, δηλαδή, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, θεωρώντας πως έτσι θα αποκομίσει τα μέγιστα οφέλη. Η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα την ενδυναμώσει οικονομικά και πολιτικά, αν και έχει πολύ δρόμο να διανύσει λόγω της ισχύος που έχει το οργανωμένο έγκλημα, αλλά και η αύξηση του ισλαμικού φονταμενταλισμού στην χώρα. Συνολικά η Σόφια κινείται έντεχνα, ικανοποιώντας όλες τα αιτήματα όλων των πλευρών. Ταυτόχρονα, καταφέρνει να διατηρήσει την ισορροπία στις όχι και τόσο καλές σχέσεις με την Τουρκία, η οποία χρησιμοποιεί την τουρκική μειονότητα ως μοχλό πίεσης στην βουλγαρική κυβέρνηση. Αυτοί οι παράγοντες θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό και τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις. Η τουρκική πολιτική ενισχύει τις σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Σόφιας. Η μεταβολή θα μπορούσε να προέλθει από ακραία πολιτικά φαινόμενα στη βιωσιμότητα των Σκοπίων ή κατόπιν αμερικανικής πίεσης, ώστε η χώρα να απεξαρτηθεί περισσότερο από τη Ρωσία και πιθανόν από την Ελλάδα, μετά την ειδική σχέση που ανέπτυξε με την τελευταία.

Βοσνία - Ερζεγοβίνη

Η Βοσνία - Ερζεγοβίνη αποτελεί ένα εθνολογικό πείραμα η βιωσιμότητα του οποίου μένει να αποδειχθεί στο μέλλον. Όλες οι μεγάλες δυνάμεις καταβάλουν προσπάθειες για να αποτρέψουν μια πιθανή διάλυσή του. Οι κοινότητες που το αποτελούν δείχνουν να μην μπορούν να έρθουν κοντά η μία στην άλλη. Το μόνο που θα μπορούσε να κρατήσει την Βοσνία - Ερζεγοβίνη ενωμένη είναι το Σύμφωνο Σταθερότητα και Συνεργασίας που υπογράφηκε τον Ιούνιο του 2008 και το οποίο δύναται να προετοιμάσει την χώρα για είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η λύση αυτή θα αύξανε το βαθμό συνοχής της χώρας. Όσον αφορά τη Ρωσία, η χώρα πίεσε την Σερβία να στηρίξει την υπογραφή του σχεδίου και να μην επιτρέψει τη σερβοβοσνιακή κυβέρνηση να απορρίψει το σχέδιο. Στην περίπτωση αυτή, η Ρωσία ακολούθησε κοινή στάση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ηγέτες, σε αντίθεση με το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Τα ζητήματα ασφαλείας που προκύπτουν από την ύπαρξη μιας τέτοιας εύθραυστης κρατικής δομής, έχουν να κάνουν με την τρομοκρατία και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, που έχουν βρει «στέγη» στην Βοσνία - Ερζεγοβίνη. Ειδικότερα, πολλές μουσουλμανικές χώρες, προωθούν τα σχέδιά τους για ακραίες καταστάσεις που εκτρέφουν την τρομοκρατία, ξεκινώντας από την ανέγερση τζαμιών και παροχή κονδυλίων στήριξης και διάδοσης του ουαχαμπιτισμού.

Η Βοσνία - Ερζεγοβίνη συμμετείχε στην Επιχείρηση Διαρκής Ειρήνη στο Ιράκ με 85 άτομα, μέχρι τον Νοέμβριο του 2008.

Κροατία

Η Κροατία στα τέλη του 2007 εξελέγη για δύο χρόνια μη-μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η χώρα εντάσσεται πλήρως στις δυτικές δομές, ειδικά μετά την επίσημη πρόσκληση που είχε το 2008 (μαζί με την Αλβανία) για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Σημαντικό βήμα για την πορεία της έπαιξε και το γεγονός ότι συνεργάστηκε με το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, για την παράδοση των κατηγορουμένων για εγκλήματα πολέμου κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Γιουγκοσλαβία. Επιπλέον, είναι από τις χώρες που αναμένονται να ενταχθούν σε κάποια από τις επόμενες διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι σχέσεις της με τη Σερβία είναι ακόμα τεταμένες, λόγω και του πολέμου που είχε με τους Σέρβους και διότι ήταν από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν το Κοσσυφοπέδιο.

Στρατιωτικά η χώρα είναι κυρίως χρήστης ρωσικών και πρώην γιουκοσλαβικών όπλων, με ελάχιστες προσθήκες δυτικών συστημάτων. Ο αμυντικός προϋπολογισμός είναι περίπου στο 1,8% του ΑΕΠ της χώρας.

Αυτό που αναμένεται είναι ότι η Κροατία θα συνεχίσει την εμβάθυνση της θέσης της στις Δυτικές δομές, σαν μέλος πλέον του ΝΑΤΟ και πιθανόν και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αλήθεια είναι ότι οι Κροάτες πάντοτε αισθάνονταν ως Ευρωπαίοι (ανήκοντες στην Κεντρική Ευρώπη) δεδομένου ότι μέχρι το 1918 περίπου, η χώρα ανήκε στην Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία. Θεωρείται, δηλαδή, ότι βρισκόταν πιο κοντά στις ευρωπαϊκές δομές και εξελίξεις. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, ότι για την Κροατία, αλλά και για άλλες χώρες, όπως την Σλοβενία, την Σλοβακία, ακόμα και την Ρουμανία, θεωρείται σχεδόν προσβλητικός ο χαρακτηρισμός ότι ανήκουν στα Βαλκάνια.

Μαυροβούνιο

Το Μαυροβούνιο δεν έχει κάποιες ιδιαίτερες στρατιωτικές σχέσεις με τη Ρωσία. Άλλωστε, οι μόνες στρατιωτικές δυνάμεις που έχει είναι περίπου 5.500 άτομα, με κάποιους επιπλέον στις δυνάμεις εσωτερικής ασφαλείας. Οι κύριοι στόχοι του Μαυροβουνίου, μετά την ανεξαρτητοποίηση από την Σερβία, είναι να μπορέσει να ενταχθεί στις Δυτικές δομές και ειδικά όσο εγγύτερα γίνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όσον αφορά την ασφάλειά της, η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Τα κυκλώματα λαθρεμπορίου όπλων είναι πολλά και ισχυρά, με άμεσες συνέπειες για την Ευρώπη. Το δεύτερο πολύ σοβαρό ζήτημα αφορά την περιοχή του Σαντζάκ και έχει να κάνει με το μουσουλμανικό στοιχείο που ζει στην χώρα. Η κυβέρνηση προσπαθεί να εξισορροπήσει την κατάσταση, δίνοντας πολιτική δύναμη στους μετριοπαθείς μουσουλμάνους πολιτικούς. Τα ισλαμικά εξτρεμιστικά δίκτυα είναι δεδομένο, με βάση πληροφορίες και στοιχεία των δυνάμεων ασφαλείας, ότι υπάρχουν και δραστηριοποιούνται έντονα. Στο ζήτημα του Σαντζάκ εκκολάπτεται ένα νέο Κόσοβο, θέτοντας την χώρα σε αντίστοιχη θέση με τα Σκόπια, που είναι όμηροι της αλβανικής μειονότητας. Μόνο που θα πρέπει να προσθέσουμε στην συνάρτηση και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό που στηρίζεται από ξένες, ισλαμικές, χώρες.

Ρουμανία

Η Ρουμανία είναι άλλη μια μεγάλη βαλκανική χώρα που εντάχθηκε άμεσα στα Νατοϊκά σχέδια. Άμεσος ήταν και ο εκσυγχρονισμός των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, ιδίως στα κύρια συστήματα. Οι τελευταίες μείζονες παραγγελίες αφορούν:

* την αγορά 48 μαχητικών αεροσκαφών F-16 Block 25 και Block 50/52 με όλο πρόσθετους κινητήρες, πλήρη ηλεκτρονικά συστήματα αυτοπροστασίας, κατάδειξης στόχων, ηλεκτρονικού πολέμου, τηλεπικοινωνιών και πλήρη τεχνική υποστήριξη

* την αγορά 7 μέσων μεταφορικών αεροσκαφών C-27J Spartan

* 2 μεταχειρισμένες φρεγάτες Type 22 από το Ηνωμένο Βασίλειο

* ραντάρ επιτήρησης από τις ΗΠΑ, με προβλεπόμενη συμπαραγωγή και μεταφορά τεχνογνωσίας

* ραντάρ επιτήρησης αέρος από τις ΗΠΑ.

Τα υπόλοιπα οπλικά συστήματα που διαθέτει είναι σοβιετικής προέλευσης.

Το Βουκουρέστι έχει εξαργυρώσει την στήριξη που έχει από τις Ηνωμένες Πολιτείες, με την αποστολή στο Αφγανιστάν 375 στελεχών, με αποστολή την φύλαξη του αεροδρομίου στην Κανταχάρ στο νότιο τμήμα της χώρας.

Η χώρα θα συνεχίσει να επενδύει στον εξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεών της με νέα οπλικά συστήματα, τα οποία θα είναι εναρμονισμένα με τα Νατοϊκά πρότυπα. Πολιτικά εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που θα συμβάλλει περαιτέρω στην ενίσχυση της χώρας σε όλους τους τομείς. Τα συμφέροντα της Ρουμανίας βρίσκονται στην Μαύρη Θάλασσα, στην οποία θέλει να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο. Όσον αφορά τις στρατιωτικές της σχέσεις με την Ρωσία, μπορούμε να πούμε ότι είναι περιορισμένες και το μόνο σοβαρό σημείο αλληλεξάρτησης είναι η στήριξη που προσφέρει η Μόσχα στην κατασκευή του αγωγού πετρελαίου Κωστάντζα - Τεργέστη.

Κοσσυφοπέδιο

Το Κοσσυφοπέδιο μόνο κράτος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Ένα χρόνο μετά την «ανεξαρτητοποίησή» του προσπαθεί να κερδίσει την αναγνώριση του διεθνούς συστήματος. Δεν είναι, όμως, πολλά τα κράτη που στηρίζουν την ανεξαρτησία του. Το κρατικό μόρφωμα έχει τεθεί εκτός του ρωσικού ελέγχου, από την ημέρα της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ξένες Νατοϊκές και Ευρωπαϊκές δυνάμεις είναι αυτές που στηρίζουν την ύπαρξή του. Η χώρα αποτελεί τοποθεσία για την μεγαλύτερη αμερικανική βάση στα Βαλκάνια, στοιχείο που δείχνει και τις προθέσεις των ΗΠΑ όχι μόνο για τα Βαλκάνια, αλλά και για όλη την περιοχή του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής. Η διαδικασία εξέλιξης της ζωής του Κοσσυφοπεδίου δεν έχει φτάσει σε κάποια τελική μορφή. Στα βόρεια το τμήμα με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση σερβικού πληθυσμού, είναι διατεθειμένο να μην αφήσει την τύχη του στα χέρια της Δύσης. Υποστηρικτής σε αυτή την προσπάθεια των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου και της ίδιας της Σερβίας, είναι η Ρωσία, που εντός του Συμβουλίου Ασφαλείας στηρίζει τα σερβικά, και κατ’ επέκταση τα δικά της, συμφέροντα. Το κρατίδιο του Κοσσυφοπεδίου έχει δημιουργήσει δύο πολύ σημαντικά ζητήματα ασφαλείας για όλη την περιοχή. Το ένα είναι η αύξηση του αλβανικού εθνικισμού, δημιουργώντας φόβους για την ύπαρξη μελλοντικά μιας «Μεγάλης Αλβανίας» και κατά δεύτερο λόγο, η ανυπαρξία ισχυρών αδιάφθορων δομών εξουσίας, έχουν καταστήσει την περιοχή κέντρο τρομοκρατίας, παρακρατικών κυκλωμάτων, κατασκοπείας και διακίνησης ναρκωτικών, όπλων και γυναικών. Μέσα σ’ όλ’ αυτά ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, όπως και σε άλλες Βαλκανικές χώρες, στηρίζει τους μουσουλμάνους Αλβανούς, αυξάνοντας την επιρροή της θρησκείας και των ακραίων στοιχείων.

Για τα ελληνικά συμφέροντα οι εξελίξεις αυτές κάθε άλλο παρά καλές μπορούν να χαρακτηρισθούν. Το Κοσσυφοπέδιο μετά τα Σκόπια είναι η δεύτερη περιοχή που μπορεί εύκολα να αποσταθεροποιήσει όλη την περιοχή των Βαλκανίων, δεδομένων των αντικρουόμενων συμφερόντων. Η Τουρκία φυσικά δεν αφήνει ανεκμετάλλευτες τέτοιες ευκαιρίες. Από την πρώτη στιγμή που έγινε η επέμβαση στην Σερβία από τις Νατοϊκές δυνάμεις, η Άγκυρα ήταν παρούσα, με την συμμετοχή των δυνάμεών της και κυρίως του υπουργείου Εξωτερικών, προκειμένου, μέσω της τουρκικής μειονότητας, να μπορέσει να αποκτήσει ερείσματα και δικαίωμα επιρροής των εξελίξεων.

Σερβία

Η Σερβία είναι μια από τις πιο σημαντικές χώρες στον χώρο των Βαλκανίων. Μετά τον βομβαρδισμό από το ΝΑΤΟ, παρά το ότι ξεκίνησε την ένταξή της στις Δυτικές δομές, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία. Η πορεία της κρίνεται κατά βάση από τα προβλήματα ασφαλείας που αντιμετωπίζει με πρώτο ιεραρχικά να είναι το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου και έπειτα το ζήτημα του Σαντζάκ, στα σύνορα με το Μαυροβούνιο. Το τελευταίο διάστημα οργανώθηκαν επιχειρήσεις των δυνάμεων ασφαλείας της χώρας, με αποτέλεσμα να υπάρξει ένας νεκρός ακραίος ισλαμιστής, αρκετοί συλληφθέντες και η ανακάλυψη όπλων και λοιπών υλικών που θα χρησιμοποιούνταν σε τρομοκρατικές επιθέσεις.

Τα οπλικά συστήματα της Σερβίας είναι ρωσικής αλλά και εγχώριας προέλευσης και κατασκευής. Η αμυντική βιομηχανία της χώρας ήταν από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες στην περιοχή. Πρόσφατα, μάλιστα, κατάφερε να συνάψει συμβόλαιο με την κυβέρνηση του Ιράκ, για την παροχή ελικοπτέρων, ελαφρών αεροσκαφών, ΤΟΜΠ, πυρομαχικών, όπλων, πιστολιών, όλμων, αλεξίσφαιρων γιλέκων και λοιπών υλικών. Το συμβόλαιο αρχικά ήταν αξίας 833.000.000 ευρώ, αλλά μετά από επέμβαση της Αμερικανικής Διοίκησης του Ιράκ, περιορίστηκε σε 236 εκατομμύρια ευρώ. Ακόμα και έτσι, είναι μια σημαντική επιτυχία. Το δεύτερο σημαντικό γεγονός είναι η επιτυχής πτήση ενός μαχητικού MiG-29 που επισκευάστηκε σε αεροπορική βάση της χώρας.

Οι σημαντικότερες εξελίξεις στην Σερβία είναι πολιτικές και οικονομικές, και όχι τόσο στρατιωτικές. Όλες υπαγορεύονται από τις εξελίξεις στο ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου και της μελλοντικής εξασφάλισης των συμφερόντων της χώρας. Για το λόγο αυτό, παρατηρείται μεγαλύτερη κλίση προς την Ρωσία και λιγότερο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πρώτη σημαντική πολιτική εξέλιξη ήταν η εξαγορά από την Gazprom της Σερβικής Κρατικής Εταιρείας Ενέργειας (NIS). Η ρωσική εταιρεία από την πλευρά της υποσχέθηκε να κάνει άμεσες ξένες επενδύσεις με στόχο να μπει η χώρα στο δίκτυο του αγωγού φυσικού αερίου South Stream. Σύμφωνα με διεθνή Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, η Ρωσία ήταν αυτή που στήριξε την εκλογή του Σέρβου προέδρου Μπορίς Τάντιτς, αν και ο Βόισλαβ Κοστούνιτσα θεωρούνταν εγγύτερα στα ρωσικά συμφέροντα, προκειμένου να μπορεί να μην την απομακρύνει από την ευρωπαϊκή της προοπτική, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας

Η ΠΓΔΜ βρίσκεται σε άσχημη πολιτική κατάσταση. Όσο θα εκκρεμεί το ζήτημα του ονόματος με την Ελλάδα, η χώρα θα είναι ανίκανη να ενταχθεί στις Δυτικές δομές που τόσο έχει ανάγκη. Ο λόγος είναι η συνεχής αύξηση του αλβανικού πληθυσμού έναντι του σλαβικού, η ισχύς του οποίου φάνηκε στις εκλογές, που διεξήχθησαν υπό καθεστώς πόλωσης κατά της Ελλάδας. Το μόνο εργαλείο που απέμεινε στον πρωθυπουργό Ν. Γκρούεφσι είναι ο «μακεδονικός» εθνικισμός, που έχει οδηγήσει σε αλλοφροσύνη την κυβέρνηση που προσπαθεί να κρατήσει την χώρα συσπειρωμένη. Η παράλογη αύξηση του εθνικισμού και οι αρνητικές του επιπτώσεις έχουν αρχίσει να γίνονται κατανοητές από τον λαό, που σε πολλές περιπτώσεις είναι αντίθετος στις ενέργειες της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση των Σκοπίων, παρά την αποστολή στρατευμάτων στο Ιράκ, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ΗΠΑ, ώστε μελλοντικά να λάβει ανταλλάγματα, δεν απέφερε καρπούς. Αντιθέτως, είναι ορατό σχεδόν απ’ όλους η προσπάθεια πολλών γειτονικών κρατών να διασπάσουν το κράτος της ΠΓΔΜ. Η Βουλγαρία χορήγησε το τελευταίο διάστημα, επιπλέον 60.000 βουλγαρικά διαβατήρια, με την προϋπόθεση οι κάτοχοί τους να υπογράψουν ότι είναι βουλγαρικής καταγωγής ξένοι υπήκοοι. Το ίδιο έκανε η Σερβία, η Αλβανία αλλά και η Τουρκία!

Σε ότι αφορά τα ζητήματα ασφαλείας, η ΠΓΔΜ έχει να αντιμετωπίσει τον αλβανικό εθνικισμό και τους Αλβανούς αντάρτες, οπότε δεν είναι απίθανο να δούμε την κατάσταση να εκτροχιάζεται, όπως και παλαιότερα. Επιπλέον, η χώρα έχει καταστεί χώρος ελεύθερης δράσης των κυκλωμάτων ναρκωτικών, λαθρεμπορίου όπλων και γυναικών. Όπως και στο Κοσσυφοπέδιο και στην Βοσνία, τα ακραία ισλαμικά στοιχεία είναι παρόντα και ενισχύονται με την στήριξη κρατών όπως το Ιράν και η Σαουδική Αραβία.

Οικονομικές και Πολιτικές συνεργασίες

Η οικονομική συνεργασία έχει αναδειχθεί σ’ ένα πολύ σημαντικό παράγοντα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Η οικονομία (επενδύσεις, εξαγορές, συγχωνεύσεις, κοινοπραξίες, διεθνές εμπόριο, διακρατικές συμφωνίες κτλ) δίνει την ευκαιρία σε μία χώρα να τη χρησιμοποιήσει ως μέρος της μαλακής ισχύος (soft power), αλλά και ως ένα άκρως «επιθετικό» όπλο. Έτσι και η Ρωσία χρησιμοποιεί τις οικονομικές δυνατότητές της αναλόγως. Είδαμε ότι στην περίπτωση της Γεωργίας, η ρωσική εξωτερική πολιτική δεν αναλώθηκε σε οικονομικά ή απλά πολιτικά αντίμετρα. Προχώρησε σε χρήση της στρατιωτικής της ισχύος, δείχνοντας τις «κόκκινες» γραμμές.

Αντίθετα, στην περιοχή της Ευρώπης και των Βαλκανίων δεν οδηγήθηκε σε στρατιωτικά μέτρα, ακόμα και όταν το Κοσσυφοπέδιο ανακήρυξε την ανεξαρτησία, γεγονός σημαντικό για την Ρωσία αν αναλογιστούμε την ομοιότητά του με την Τσετσενία. Η μόνη «έντονη» αντίδραση ήταν στα σχέδια για αντιπυραυλική ασπίδα που προωθούσαν οι ΗΠΑ, όταν και απείλησε να τοποθετήσει τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους στον θύλακα του Καλίνιγκραντ. Η στάση της Ρωσίας στα Βαλκάνια δείχνει ότι:

* Δεν διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την κυριαρχία ή την εδαφική ακεραιότητα της Ρωσίας και τα οποία θα δικαιολογήσουν τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.

* Η περιοχή των Βαλκανίων όπως έχει διαμορφωθεί από πλευράς συμμαχιών, προτεραιοτήτων στην εξωτερική πολιτική των κρατών της μελέτης μας και αμερικανικής ισχύος, είναι πολύ δύσκολο για την Ρωσία να την αλλάξει. Το μόνο που μπορεί να κάνει η Ρωσία είναι να εκμεταλλευθεί τις υπάρχουσες δομές προς το συμφέρον της.

* Παρ’ όλ’ αυτά, αν η Ρωσία θέλει να αλλάξει το status quo στα Βαλκάνια, ο μόνος τρόπος για να το κάνει είναι μέσω της οικονομικής ισχύος της. Το που ακριβώς την ενδιαφέρει να φέρει την κατάσταση, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, είναι δύσκολο να εξάγουμε κάποιο συμπέρασμα.

Ταυτόχρονα οι οικονομικές συνεργασίες και επενδύσεις αποτελούν ένα σημαντικό χρηματοδότη του ρωσικού κράτους και δίνουν στις μεγάλες κρατικές εταιρείες να αυξήσουν τα έσοδά τους. Άλλωστε, όπως είπαμε, η κυρίαρχη ρωσική ιδεολογία είναι το κέρδος. Άρα κάθε ευκαιρία για οικονομική επένδυση δεν θα πρέπει να πηγαίνει ανεκμετάλλευτη.

Ακολούθως θα δούμε σε τι επίπεδο είναι οι οικονομικές σχέσεις της Ρωσίας με τις υπό εξέταση χώρες, προκειμένου να συμπεράνουμε εν μέρει τον βαθμό οικονομικής αλληλεξάρτησης της Ρωσίας με τις χώρες αυτές.

Αλβανία

Η Αλβανία είναι μια χώρα που αμέσως μετά την πτώση του καθεστώτος Χότζα, ήρθε ξαφνικά σε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο. Η μετάβαση ήταν πολύ απότομη και βίαιη. Η χώρα βρέθηκε σε κατακόρυφη πτώση, χωρίς να έχει κάτι να την συγκρατήσει. Αποτέλεσμα ήταν η μαζική μετανάστευση του μεγαλύτερου ποσοστού του εργατικού δυναμικού της χώρας, και μάλιστα του νεότερου, προς το εξωτερικό. Την μεγαλύτερη εισροή γνώρισαν η Ελλάδα και η Ιταλία. Οι μετανάστες και τα εμβάσματα που στέλνουν, αποτελούν την ατμομηχανή της αλβανικής οικονομίας.

Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Αλβανίας, μόνο το 2006 στάλθηκαν εμβάσματα αξίας 1δις ευρώ, μόνο από τους Αλβανούς εργάτες στην Ελλάδα. Αν επιπλέον αναλογιστούμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των εμβασμάτων δεν μετακινείται μέσω τραπεζών, αλλά από τους ίδιους τους μετανάστες (59%), όταν ταξιδεύουν στην πατρίδα τους ή μέσω τρίτων (23%), τότε μπορούμε να φανταστούμε περίπου το μέγεθος του συνολικού κεφαλαίου που εισρέει στην αλβανική οικονομία. Σε παλαιότερο ενημερωτικό σημείωμα της Πρεσβείας της Ελλάδας στα Τίρανα αναφέρεται ότι τα 2/3 του συνολικού εμπορικού ελλείμματος της χώρας χρηματοδοτείται από τους Αλβανούς μετανάστες, καλύπτοντας σε ποσοστό 13,5-14% το ΑΕΠ της Αλβανίας.

Η οικονομία της Αλβανίας βρίσκεται σε διαδικασία ανάπτυξης, ιδιαίτερα χάρη στις επενδύσεις της Ιταλίας, της Ελλάδας και στην εισροή ευρωπαϊκών κονδυλίων, τα οποία είτε επενδύονται άμεσα στην χώρα, είτε την καθιστούν μέρος περιφερειακών προγραμμάτων ανάπτυξης. Η Αλβανία εισάγει τα πάντα. Το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών αφορά μηχανολογικό εξοπλισμό, ενέργεια, τρόφιμα, οικοδομικά υλικά, χημικά προϊόντα, υφαντουργικά προϊόντα κτλ. Μέχρι στιγμής το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας λειτουργεί μεταποιητικά, γι’ αυτό άλλωστε και οι περισσότερες εξαγωγές αφορούν τον τομέα της μεταποίησης ειδών ένδυσης και υπόδησης.

Η προσπάθεια της χώρας είναι να ενταχθεί στις δυτικές δομές και ιδιαίτερα στο ΝΑΤΟ, διατηρώντας ταυτόχρονα άμεση επαφή με την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την οποία γίνεται αποδέκτης πακέτων βοηθείας. Η Αλβανία θεωρείται ως η χώρα με ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά Άμεσων και Έμμεσων Ξένων Επενδύσεων στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην κακή γενικά πολιτική κατάσταση στην χώρα, στη διαφθορά και στην έλλειψη νομοθετικών ρυθμίσεων.

Η Ρωσία δεν έχει μεγάλη παρουσία στην Αλβανία σε οικονομικό επίπεδο, πέρα από κάποιες εξαγωγές που έχει συμφωνήσει. Τον πρώτο λόγο έχει η Ελλάδα και η Ιταλία, ως οι μεγαλύτεροι επενδυτές. Οι μεγαλύτερες κρατικές επιχειρήσεις έχουν εξαγοραστεί από εταιρείες των χωρών αυτών, ενώ ο τραπεζικός τομέας είναι στα «χέρια» ελληνικών, κυρίως, τραπεζών. Επιπλέον, για τις ενεργειακές της ανάγκες, στις οποίες γενικά αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα, καλύπτεται από την Αλγερία με την αγορά φυσικού αερίου.

Βουλγαρία

H Βουλγαρία έχει εξελιχθεί σε μια κομβική χώρα για τους αγωγούς ενέργειας της Ρωσίας. Από αυτό προκύπτει το ότι η Ρωσία καταλαμβάνει την πρώτη θέση ως η μεγαλύτερη εισαγωγική πηγή της χώρας. Αν κοιτάξουμε τις υπόλοιπες χώρες από τις οποίες εισάγει προϊόντα η Βουλγαρία, αυτές είναι η Τουρκία, η Γερμανία η Γαλλία, η Κίνα, η Ελλάδα και η Ιταλία με τη Ρουμανία και τη Γαλλία να ακολουθούν. Στις εξαγωγές της κύριοι εταίροι είναι για άλλη μια φορά η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ιταλία και πρώτη η Τουρκία. Η Σερβία, η Γαλλία και η Ρουμανία ακολουθούν με τα αμέσως επόμενα ποσοστά, ενώ η Ρωσία είναι αρκετά χαμηλότερα. Βλέπουμε ότι στη σύναψη εμπορικών σχέσεων, κυρίαρχη θέση κατέχουν οι Δυτικές αγορές και ότι η Ρωσία έχει βασικό ρόλο στον τομέα των εξαγωγών ενέργειας.

Παρατηρώντας τον τομέα των άμεσων ξένων επενδύσεων, την πρώτη θέση κατέχει η Γερμανία με 605,1 εκατομμύρια ευρώ για το 2008. Οι επόμενες χώρες στην κατάταξη είναι η Ελλάδα, το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Ρωσία ακολουθεί με διαφορά, όπως επίσης και η Ιταλία. Το συνολικό ποσό των Α.Ξ.Ε. στην Βουλγαρία ανέρχεται στα 54,3 δις Ευρώ, με το μεγαλύτερο ποσοστό να επενδύεται στους τομείς των ακινήτων/ενοικιάσεων/επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, στην βιομηχανία, στο χονδρεμπόριο και στις κατασκευές.

Βοσνία - Ερζεγοβίνη

Η Βοσνία - Ερζεγοβίνη είναι μια μικρή χώρα που δεν εμπίπτει εντός των οικονομικών συμφερόντων της Ρωσίας. Αν προσέξει κανείς, οι μεγαλύτερες εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων στη χώρα, προέρχονται από τη γειτονική Σερβία, η οποία έχει άμεσο συμφέρον να θέσει την χώρα υπό τον έλεγχό της. Οι περισσότερες και κυριότερες συναλλαγές της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, εκτελούνται με τις γειτονικές χώρες και τις ευρωπαϊκές. Γενικά η Ρωσία δεν έχει κάποιο ειδικό οικονομικό συμφέρον με την χώρα.

Κροατία

Η Κροατία οικονομικά και πολιτικά δείχνει τη στροφή της προς την Δύση. Ο μεγαλύτερος πολιτικός στόχος της χώρας είναι η είσοδός της στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ. Οι συνομιλίες της με την Ευρωπαϊκή Ένωση εξελίσσονται ομαλά. Η κυβέρνηση της χώρας προωθεί τις απαιτούμενες αλλαγές για να εναρμονιστεί με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ανάμεσα σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και οι απαιτούμενες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Η γενικότερη κατεύθυνση είναι η ένταξη της χώρας στις δυτικές δομές. Εξάλλου οι Κροάτες ως πρώην τμήμα της Αυστροουγγαρίας θεωρούν ότι ανήκουν περισσότερο στην Κεντρική Ευρώπη, παρά στα Βαλκάνια.

Μεγαλύτερος επενδυτής στην χώρα είναι η Αυστρία και η Ολλανδία, με τη Ρωσία να μην δείχνει να έχει ιδιαίτερα συμφέροντα στην χώρα. Οι περισσότερες άμεσες ξένες επενδύσεις κατευθύνονται στο χρηματοοικονομικό, τον κτηματομεσιτικό και τον ενεργειακό τομέα. Κυριότεροι εμπορικοί εταίροι είναι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα η Ιταλία και η Γερμανία. Στον τομέα της ενέργειας, η χώρα καλύπτει κατά 60% τις ανάγκες της σε φυσικό αέριο, εισάγοντας το υπόλοιπο από την Ρωσία. Επίσης, η χώρα έχει αναπτύξει σοβαρές υποδομές και τεχνολογία στην εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σήμερα εκτελεί εξορύξεις σε 20 σημεία σε όλη την χώρα, ενώ συμμετέχει στην εκμετάλλευση κοιτασμάτων στην Αγκόλα, τη Ναμίμπια, τη Συρία, το Ιράν και την Αίγυπτο.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η χώρα δείχνει ξεκάθαρα τη στροφή της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατοχυρώνοντας μελλοντικά την πολιτική και οικονομική της υπόσταση, ενώ για την ασφάλειά της «επενδύει» στο ΝΑΤΟ, κατ’ επέκταση και στις ΗΠΑ, ιδίως μέσω της αποστολής δύο ομάδων ειδικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν.

ΠΓΔΜ

Η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ύπαρξης - συνοχής. Από τη μία πλευρά υπάρχει ολοένα και αυξανόμενη αλβανική μειονότητα έχει καταφέρει να αποκτήσει σοβαρό λόγο στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας. Από την άλλη πλευρά υπάρχει η Βουλγαρία η οποία, όπως η Αλβανία και η Σερβία, έχει δώσει διαβατήρια σε Σκοπιανούς πολίτες με την προοπτική να αποκτήσει σοβαρά ερείσματα και να προλάβει τις εξελίξεις που αφορούν το μέλλον της χώρας.

Για την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν συσπείρωση είναι η ύπαρξη μιας εθνικής ταυτότητας, κάτι που «προσφέρεται» μέσω της πλαστογράφησης της ιστορίας. Ένας σημαντικός τρόπος για να κατοχυρώσει την ύπαρξή της είναι να γίνει μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, όπου η ΕΕ θα διασφαλίσει την πολιτική και «εθνική» της υπόσταση και το ΝΑΤΟ θα εγγυηθεί την ασφάλειά της.

Στο σημείο αυτό εισέρχεται ο παράγοντας «Ελλάδα» και το ζήτημα της ονομασίας της χώρας. Ο ακραίος εθνικισμός που έχει επικρατήσει δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση της χώρας να δει ξεκάθαρα το μέλλον της. Ουσιαστικά η ΠΓΔΜ έχει αφήσει την ύπαρξή της στα χέρια των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ που βλέπουν την χώρα σαν μια χώρα που μπορεί εύκολα να ελεγχθεί. Μέσω αυτής της εξωτερικής εξισορρόπησης (κλασσικό παράδειγμα όπου μια μικρή χώρα προσπαθεί να αποκομίσει οφέλη από τους γείτονές της έχοντας την στήριξη μιας μεγάλης δύναμης) επιδιώκει να ισχυροποιηθεί, κυρίως, πολιτικά. Το έμμεσο βέτο που επέβαλε η Ελλάδα στην χώρα δημιουργεί σοβαρά εμπόδια για το μέλλον της χώρας. Το βέτο αυτό αποκαλύπτει και μια άλλη σημαντική λεπτομέρεια. Η Ελλάδα ως ο μεγαλύτερος άμεσος ξένος επενδυτής στην χώρα και ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους, αδυνατεί να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις μέσω της οικονομικής ισχύος. Ουσιαστικά το επιχείρημα περί «κατάληψης» ή οικονομικής «εισβολής» στην ΠΓΔΜ είναι ανυπόστατο. Το πλέον ισχυρό όπλο της Ελλάδας είναι η συμμετοχή της στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

Σερβία

Αν και μετά τους βομβαρδισμούς του Κοσσυφοπεδίου όλοι περίμεναν ότι η Σερβία θα ενταχθεί πλήρως στις δυτικές δομές, κάτι τέτοιο δεν έχει προχωρήσει πλήρως. Η όλη πορεία της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι σχέσεις της με το ΝΑΤΟ εξαρτώνται από το μέλλον του Κοσσυφοπεδίου. Σύμμαχος στην προσπάθεια αυτή είναι η Ρωσία, στοιχείο που προσδιορίζει και τις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών και κατ’ επέκταση την ρωσική πολιτική στα Βαλκάνια. Οι ρωσικές επενδύσεις στην Σερβία αυξάνονται συνεχώς και εστιάζονται κυρίως στον τομέα της ενέργειας, ειδικά μετά την μεγάλη συμφωνία της Gazprom Oil για την εξαγορά του 51% της NIS, της σερβικής εταιρείας πετρελαίου. Η Ρωσία δείχνει με αυτήν την απόφαση ότι ενδιαφέρεται σοβαρά για την Σερβία, πρώτον, γιατί η χώρα με το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου βρίσκεται σε ρήξη με την Δύση, άρα έχει την ανάγκη από κάποιον άλλο στρατηγικό εταίρο και δεύτερον, γιατί η Σερβία θα αποτελέσει σημαντική δίοδο της ρωσικής ενέργειας προς την Ευρώπη.

Ρουμανία

Η Ρουμανία είναι σαφώς προσανατολισμένη προς τις δυτικές δομές. Έχει ήδη ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ. Στόχος της χώρας είναι να συνεχίσει τη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη που πετυχαίνει τα τελευταία χρόνια. Η Ρουμανία είναι στην τρίτη θέση στις άμεσες ξένες επενδύσεις στην περιοχή των Βαλκανίων, της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής, με πρώτες να είναι η Ρωσία και η Ουκρανία. Μεγαλύτεροι επενδυτές κατά σειρά είναι η Αυστρία, η Ολλανδία, η Γερμανία και ακολουθούν με διαφορά η Γαλλία και η Ελλάδα.

Η Ρουμανία πρόσφατα έλαβε την απόφαση να συνεχίσει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις με στόχο την ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), προκειμένου να υιοθετήσει το Ευρώ ως επίσημο νόμισμά της. Κατ’ επέκταση εμβαθύνει την σχέση της με τη Δύση και όχι με τη Ρωσία. Εξάλλου, οι σχέσεις της Ρωσίας με τη Ρουμανία δεν ήταν και ιδιαίτερα θερμές. Ήταν καθαρά ευκαιριακές, αλλά από την στιγμή που διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση η χώρα αισθάνθηκε περισσότερο ασφαλής, έχοντας ελευθερία επιλογής.

Μαυροβούνιο

Το Μαυροβούνιο μετά την ανεξαρτητοποίησή του από την Σερβία έχει γίνει μεγάλος αποδέκτης άμεσων ξένων επενδύσεων από τη Ρωσία, η οποία καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση μετά την Ουγγαρία. Είναι δύσκολο να υπολογιστεί επακριβώς το μέγεθος των ρωσικών επενδύσεων, λόγω του ότι πολλά ρωσικά κεφάλαια εισρέουν στην χώρα μέσω άλλων προορισμών.

Το ύψος των άμεσων ξένων επενδύσεων έφτασε το 2006 σε ιστορικό ρεκόρ, αγγίζοντας τα 505 εκατομμύρια Ευρώ ή διαφορετικά, ανήλθε σε 815 ευρώ κατά κεφαλή. Τα ποσά αυτά επενδύθηκαν, κατά σειρά προτεραιότητας, στους τομείς των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, στον τουρισμό, στα κτηματομεσιτικά, στη βιομηχανία, σε άλλους τομείς και στις υπηρεσίες. Οι μεγαλύτερες επενδύσεις αφορούν της εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια, της ζυθοποιίας Interbrew από το Βέλγιο, της Hypo Alpe Adria Bank (Αυστρία), των εταιρειών τηλεπικοινωνιών Telenor (Νορβηγία) και Matav (Ουγγαρία), της Opportunity Bank (Βέλγιο), της μηχανολογικής Gorenje (Σλοβενία) κτλ.

Το Μαυροβούνιο λόγω της ειδικής σχέσης που έχει και με τη Σερβία, θα αποτελέσει και αυτό επίκεντρο της ρωσικής προσπάθειας για αύξηση της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια. Είναι μια χώρα η οποία ανεξαρτητοποιήθηκε πρόσφατα και ακόμα δεν έχει ενταχθεί στις δυτικές δομές, οπότε υπάρχει ελεύθερο πεδίο δράσης για την ρωσική εξωτερική πολιτική. Σε αυτό το σημείο να προσθέσουμε και τις δηλώσεις Ρώσων αξιωματούχων Αυτό είναι και ένα δείγμα για το τι θα επιδιώξει η Ρωσία στην περιοχή.

Τουρκία

Η Τουρκία αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για την περιοχή των Βαλκανίων. Η τουρκική ηγεσία επιδιώκει έντονα να γίνει μια ηγετική δύναμη που θα μπορεί να ελέγχει και να καθορίζει τις εξελίξεις.

Στην περιοχή των Βαλκανίων η Τουρκία προσπαθεί να καλύψει το κενό ισχύος που υπήρξε, είτε δίνοντας χρήματα για την στήριξη των οικονομιών των κρατών που ήταν στα πρόθυρα της διάλυσης ή μέσω των μειονοτήτων τουρκικής καταγωγής προσπαθεί να βρει ερείσματα προκειμένου να διαμορφώσει τις καταστάσεις υπέρ της. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Κοσσυφοπεδίου (αλλά και των Σκοπίων) όπου η τουρκική κυβέρνηση προσπάθησε από την πρώτη μέρα να προστατεύσει την τουρκική μειονότητα, που θεωρείται κατάλοιπο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ζητώντας από την «κυβέρνηση» του Κοσσυφοπεδίου να εισάγει μέχρι και την διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας στα σχολεία.

Η διείσδυση της Τουρκίας θα μπορούσε να λεχθεί ότι είναι ένα είδος νέο-οθωμανικού ηγεμονισμού. Όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών επενδύουν προσπαθώντας να αποκτήσουν ερείσματα, οικονομικά ή/και πολιτικά προωθώντας τον τουρκικό επεκτατισμό. Η Τουρκία με την ισχύ που αποκτά όλ’ αυτά τα χρόνια λειτουργεί εν μέρει ως ανεξάρτητη μεταβλητή. Δηλαδή, λαμβάνει τις αποφάσεις της μ’ ένα υψηλό βαθμό ανεξαρτησίας, χωρίς να υπολογίζει, όσο η Ελλάδα, τον αμερικανικό παράγοντα ή την Ε.Ε.

Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να κατανοήσουμε την λογική πάνω στην οποία βασίζεται η τουρκική εξωτερική πολιτική. Χρήσιμο στοιχείο σε αυτό θα είναι κείμενο του συμβούλου του Tayip Erdogan, καθηγητή διεθνών σχέσεων Ahmet Davutoglu, στο οποίο παρουσιάζει τη θεωρία του «στρατηγικού βάθους».

Η αντίληψη περί Στρατηγικού Βάθους είχε εκφραστεί από τον A. Davutoglu μέσα από το ομώνυμο βιβλίο του το 2001. Η κύρια θέση του έργου του είναι ότι η αξία ενός έθνους στη διεθνή πολιτική εξάγεται από την γεωστρατηγική του θέση και το ιστορικό βάθος. Σύμφωνα με αυτό, η θέση της Τουρκίας είναι σημαίνουσα, διότι γεωπολιτικά, μεταξύ άλλων, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και πολιτισμικά αποτελεί τη συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ειδικά για το τελευταίο στοιχείο, ο Davutoglu τονίζει τις σχέσεις της Τουρκίας με τα Βαλκάνια, την Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία και θεωρεί ότι η Τουρκία, λόγω του ότι είναι κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έχει τη δυναμική να γίνει μια μουσουλμανική περιφερειακή δύναμη. Με την στρατηγική αυτή, γίνεται μια προσπάθεια να εξισορροπηθεί η εξάρτηση της χώρας από την Δύση, μέσω της δημιουργίας συμμαχιών που θα διατηρήσουν μια ισορροπία ισχύος στην περιοχή, με την Τουρκία να έχει την κυρίαρχη θέση σε περιφερειακό και κατ’ επέκταση σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το βιβλίο του καθηγητή Ahmet Davutoglu κυκλοφόρησε μόνο στα τουρκικά, όπως και το σχετικό άρθρο. Εν τούτοις, κυκλοφόρησε το 2008, στα αγγλικά, στην επιθεώρηση Turkey Insight (Vol.10, No.1, 2008) κείμενό του, που αποτελεί αξιολόγηση στην θεωρία του Στρατηγικού Βάθους για το έτος 2007.

Πιο συγκεκριμένα, η Τουρκία ορίζεται ως μια «κεντρική» (γεωπολιτικά) χώρα, με πολλαπλές περιφερειακές ταυτότητες, καθότι κατέχει κυρίαρχη θέση μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, ενώ βρίσκεται δίπλα στην Αφρική διαμέσου της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτά τα χαρακτηριστικά δίνουν στην Τουρκία τη δυνατότητα να ελίσσεται μεταξύ όλων αυτών των περιοχών, έχοντας περιοχές επιρροής στο άμεσο περιβάλλον της. Μια τέτοια χώρα, αναφέρει ο Davutoglu, δεν θα πρέπει να θεωρείται ως μια χώρα «γέφυρα», ούτε ως μια χώρα «σύνορο», ούτε ως μια συνηθισμένη χώρα που βρίσκεται στα όρια της Δύσης με τον Μουσουλμανικό Κόσμο.

Σε όρους περιοχών επιρροής, η Τουρκία είναι μία χώρα της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου, της Κεντρικής Ασίας, της Κασπίας, της Μεσογείου, του Περσικού Κόλπου και της Μαύρης Θάλασσας. «Η Τουρκία θα πρέπει να κάνει τον ρόλο της περιφερειακής χώρας τμήμα του παρελθόντος της και να καθορίσει μια νέα θέση: μία σύμφωνα με την οποία θα παρέχει ασφάλεια και σταθερότητα όχι μόνο για τον εαυτό της αλλά και για τους γείτονές της». Δηλαδή, η Τουρκία θα πρέπει να εγγυηθεί την δική της ασφάλεια λαμβάνοντας ενεργό ρόλο στην διαμόρφωση σταθερότητας και ασφάλειας στο άμεσο περιβάλλον της...

Οι σχέσεις της Ρωσίας με την Τουρκία δεν μπορούν να χαρακτηριστούν θερμές. Βασίζονται κατά κύριο λόγο στο εμπόριο και τις επενδύσεις. Πέρα, όμως, απ’ αυτά υπάρχουν και σημαντικά πολιτικά ζητήματα, όπως:

* Ένα βασικό είναι οι σχέσεις της Τουρκίας με την Γεωργία, που είναι σοβαρό σημείο διαφοροποίησης και πιθανής έντασης.

* Δεύτερο ζήτημα είναι το αυτό των Στενών του Βοσπόρου και το κατά πόσο η Τουρκία θα τα έχει ελεύθερα - ανοιχτά για τη ναυσιπλοΐα, κατ’ επέκταση ανοιχτά και για τα τάνκερ με το ρωσικό πετρέλαιο ή φυσικό αέριο. Οι αγωγοί που κατασκευάζει η Ρωσία, μειώνουν την εξάρτηση από την Τουρκία για την συνεχή ροή του πετρελαίου διαμέσου του Βοσπόρου.

* Τρίτο ζήτημα είναι η θέση της Τουρκίας ως προς τους Τσετσένους αντάρτες, προς τους οποίους υπάρχει μια γενικότερη στήριξη κυρίως λόγω του Ισλάμ.

* Τέταρτο ζήτημα είναι το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου και η γενικότερη τουρκική πολιτική στα Βαλκάνια.

* Πέμπτο είναι η τουρκική πολιτική στη Μαύρη Θάλασσα, όπου η Τουρκία επιδιώκει να παίξει ενεργό ρόλο, μην επιθυμώντας να επιτρέψει σε άλλες χώρες (ΗΠΑ, Ρωσία, Ουκρανία κτλ) να έχουν τον πρώτο λόγο.

* Έκτο ζήτημα είναι η τουρκική πολιτική στην περιοχή του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας. Από την εποχή του Οζάλ είναι γνωστή η Τουρκία προσπαθεί να θέσει τις γειτονικές της χώρες υπό την σκέπη της προβάλλοντας το όραμα του παντουρανισμού και παλαιότερα του παντουρκισμού, το οποίο δεν πέτυχε τα αναμενόμενα. Τώρα πλέον το όραμα έχει μετατραπεί σε οικονομική συνεργασία.

* Έβδομο ζήτημα είναι η στάση της Τουρκίας στα γεγονότα στην Μέση Ανατολή και κατά πόσο θα επηρεάσουν αρνητικά ή θετικά την ρωσική παρουσία στην περιοχή.

* Όγδοο θέμα στις ρωσοτουρκικές σχέσεις είναι οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και κατά πόσο θα υπάρξει σύμπλευση των δύο χωρών ιδιαίτερα στα ζητήματα της διανομής/μεταφοράς ενέργειας.

Η παράμετρος «ενέργεια» και τα Βαλκάνια

Γενικά

Το ζήτημα της ενέργειας ένα πολύ ισχυρό εργαλείο για τη ρωσική πολιτική στα Βαλκάνια. Η ενέργεια δημιουργεί ισχυρή αλληλεξάρτηση καθότι σε αυτή βασίζεται η οικονομική ανάπτυξη και οι καθημερινή διαβίωση των πολιτών. Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των βιομηχανιών χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο πετρέλαιο και μετά φυσικό αέριο, και επιπλέον οι επενδύσεις στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας είναι σε νηπιακό στάδιο, αυτομάτως αναδεικνύει την ισχύ που έχουν οι χώρες παραγωγής αυτών των πρώτων υλών. Το πετρέλαιο θα συνεχίσει να είναι το υπ’ αριθμό ένα υλικό καύσης, όσο η τιμή του θα είναι ελκυστική για τους καταναλωτές. Όσο η τιμή του είναι προσιτή τόσο θα μειώνεται η ανάγκη για επενδύσεις σε άλλες μορφές ενέργειας. Ακόμα υπάρχει αρκετό πετρέλαιο στο υπέδαφος, ώστε να θεωρείται περισσότερο οικονομικό το να επενδύσει κανείς στην έρευνα και εξόρυξή του, παρά στις ήπιες μορφές ενέργειας.

Η όποια ευελιξία υπάρχει στον τομέα της ενέργειας περιορίζεται στο πως θα γίνει η διανομή, ώστε να μην υπάρξει αποκλειστική εξάρτηση από ένα και μόνο προμηθευτή. Ακριβώς σε αυτό το σημείο εστιάζεται και η όλη διαμάχη για το μέλλον των ενεργειακών δικτύων. Όσο πιο περιορισμένα είναι, τόσο πιο μεγάλη είναι η αλληλεξάρτηση από τους προμηθευτές αλλά και τις χώρες διέλευσης.

Στόχος όλων των παραγωγών είναι η ύπαρξη εκτεταμένων δικτύων, ώστε να είναι σίγουροι ότι το πετρέλαιο ή το φυσικό αέριό τους θα φτάσει όσο πιο εύκολα γίνεται στους αγοραστές. Από την πλευρά των αγοραστών ο στόχος είναι η ύπαρξη μεγάλων δικτύων ώστε να μπορούν να εναλλάσσουν τις πηγές προμήθειας και να μην αντιμετωπίζουν κινδύνους διακοπής της παροχής ενέργειας, όπως έγινε με την περίπτωση της Ουκρανίας. Από την πλευρά των μεγάλων δυνάμεων η ύπαρξη εναλλακτικών πηγών και δικτύων που θα λειτουργούν αντίθετα προς τα συμφέροντα του αντιπάλου είναι απαραίτητα για να μειωθεί η ισχύς του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η προσπάθεια των ΗΠΑ να μπλοκάρουν ή να καταστήσουν ασύμφορη την κατασκευή δικτύων αγωγών από την πλευρά της Ρωσίας.

Ερχόμενοι στην μελέτη μας θα δούμε πως λειτουργεί η Ρωσία στο ζήτημα των αγωγών. Η κρίση με την Ουκρανία κατέδειξε ξεκάθαρα την ισχύ που έχει η Ρωσία στον τομέα της ενέργειας, αλλά και πόσο επιρρεπές είναι το υπάρχον σύστημα διανομής στις διαθέσεις μια χώρας (Ουκρανία). Ο κύριος στόχος των Ρώσων είναι να κυριαρχήσουν ή να καταλάβουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά ενέργειας, το οποίο θα εκμεταλλευτούν - εξαργυρώσουν και πολιτικά. Για να το πετύχουν αυτό θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα μεγάλο δίκτυο διανομής πετρελαίου και φυσικού αερίου, έχοντας όσο το δυνατόν μεγαλύτερη βαθμό αποκλειστικότητας στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων.

Η Ρωσία αυτή τη στιγμή είναι ένας κύριος προμηθευτής πετρελαίου και φυσικού αερίου για τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το 2006 η Μόσχα εφοδίασε 73 κυβ. δισεκατομμύρια φυσικού αερίου στην περιοχή (το μισό απ’ όσο παρέχει στις χώρες της Ε.Ε.) και 59 εκατομμύρια τόνους πετρελαίου. Τη μεγαλύτερη μερίδα στην παραγωγή και διανομή την έχουν οι Gazprom, Lukoil και Transneft (κρατική εταιρεία υπεύθυνη για τους αγωγούς).[13]

Από το 2007 η ρωσική κυβέρνηση έχει υπογράψει συμφωνίες με πολλές από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες προς τις οποίες είχε χρέος, με αντάλλαγμα επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας. Έτσι, στη Σερβία θα επενδύσει 105 εκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή υδροηλεκτρικού εργοστασίου και θα διαγραφούν 183 εκ. δολάρια χρέους της Σερβίας προς τη Ρωσία, που προήλθε από εισαγωγές φυσικού αερίου.

Αντίστοιχη αποπληρωμή χρέους θα γίνει και με την ΠΓΔΜ. Το 2007 αποφασίστηκε να κατασκευαστούν αγωγοί φυσικού αερίου. Συνολικά θα κατασκευαστούν τέσσερα προγράμματα αγωγών, που αφορούν την κατασκευή αγωγών φυσικού αερίου γύρω από την πόλη των Σκοπίων, τον αγωγό που συνδέει το Klechovce με το Stip και τον αγωγό σύνδεσης Σκοπίων - Τετόβου.[14]

Πέρα από αυτά τα επιμέρους προγράμματα, τα δύο κυριότερα είναι ο αγωγός South Stream και ο αγωγός Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη.

South Stream

Τον Ιούνιο του 2007, αποφασίστηκε μεταξύ της Gazprom και της ιταλικής ΕΝΙ το μνημόνιο κατανόησης για τη σύνδεση με κοινό αγωγό μεταξύ Ρωσίας και Ιταλίας. Ο αγωγός που κατασκευάζεται είναι ο South Stream, που στόχο έχει να εφοδιάσει την ευρωπαϊκή αγορά. Θα ξεκινάει από την περιοχή Beregovaya της Ρωσίας και θα καταλήγει στη Βάρνα της Βουλγαρίας, καλύπτοντας μήκος 900 χιλιομέτρων δια μέσου της Μαύρης Θάλασσας. Ένα τμήμα του θα κινείται νότια από το Μπουργκάς της Βουλγαρίας, στην Αλεξανδρούπολη. Το άλλο σκέλος του αγωγού θα κατευθύνεται βόρεια, και μέσα από την Σερβία θα καταλήγει στην Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία, την Δανία, την Γαλλία και άλλες χώρες, ενώ ταυτόχρονα θα υπάρξει διακλάδωση προς την Αυστρία. Η λειτουργία του αναμένεται να ξεκινήσει από το 2013.

Τον Ιανουάριο του 2008, κατά την επίσκεψη του Πούτιν στη Βουλγαρία, αποφασίστηκε να κατασκευαστεί ο αγωγός μέσω της Βουλγαρίας. Επιπλέον, όμως, ο Ρώσος πρόεδρος, προσέφερε 3,8 εκ. ευρώ για την κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου στο Belene της χώρας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ρωσία αυξάνει την επιρροή της στα Βαλκάνια.

Πέρα από τη Βουλγαρία, ο αγωγός South Stream περιλαμβάνει και ειδική συνεργασία με τη Σερβία. Η Gazprom έχει δημιουργήσει κοινοπραξία με τη σερβική εταιρεία φυσικού αερίου, όπου έχει την πλειοψηφία των μετοχών, σε μια προσπάθεια να έχει υπό τον έλεγχό της την σερβική αγορά αερίου. Στην περίπτωση του πετρελαίου, έχει ήδη υπάρξει συμφωνία με την σερβική κρατική εταιρεία NIS. Εξαγόρασε το 51% της επιχείρησης, αντί 600 εκατ. Δολαρίων και έχοντας κατασκευάσει υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου. Επιπλέον θα δοθούν άλλα 740 εκ. δολ. για τον εκσυγχρονισμό της σερβικής εταιρείας.

Η απόφαση για το αντίτιμο προκάλεσε πολιτική σύγκρουση στο σερβικό κοινοβούλιο. Παρ’ όλ’ αυτά ο πρωθυπουργός Boris Tadic επανεκλέχτηκε τον Φεβρουάριο του 2008. Αν και φιλοευρωπαϊστής, η στάση του στο ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου δεν επιτρέπει υποχωρήσεις. Το ότι η Σερβία γίνεται σημαντικό κέντρο στη διαδικασία μεταφοράς του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, θα σημάνει ότι η Μόσχα θα παρέχει στήριξη στο Βελιγράδι στο ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου.

Με βάση αυτά τα στοιχεία βλέπουμε ότι η Ρωσία αυξάνει την επιρροή της στην περιοχή των Βαλκανίων και όχι μόνο, μέσω της κατασκευής ενός μεγάλου δικτύου διανομής φυσικού αερίου και πετρελαίου. Η ενέργεια είναι το κύριο όπλο της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, με το οποίο κρατάει στα χέρια της τη λειτουργία της οικονομίας των Βαλκανίων και της Ευρώπης. Αυτό λειτουργεί στην πραγματικότητα περισσότερο εξισορροπητικά στην απόφαση που έχουν λάβει πολλές Βαλκανικές και ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, όσον αφορά την στροφή τους προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Η ενέργεια αν και πολύ σημαντική δεν αρκεί, τουλάχιστον για την ώρα, για να ελέγξει πολιτικά η Μόσχα τις πολιτικές εξελίξεις των κρατών.

Αγωγός Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη

Η συμφωνία για την κατασκευή του αγωγού υπογράφηκε τον Μάρτιο του 2007, μεταξύ της Ρωσίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας. Η ολοκλήρωση του προγράμματος αναμένεται να γίνει μέχρι το 2012.

Το συνολικό μήκος του αγωγού είναι περί τα 283 χιλιόμετρα και η αξία του ανέρχεται σε 1,2 δις δολάρια. Συνολικά θα μπορούν να μεταφέρονται 700.000 βαρέλια την ημέρα, με δυνατότητα να αυξηθεί η ποσότητα σε πάνω από 1.000.000 ημερησίως. Η Ρωσία θα είναι ο κύριος μέτοχος στο πρόγραμμα (μέσω κοινοπραξίας που αποτελείται από την Transneft, την Rosneft και την Gazpromneft), με ποσοστό 51%, ενώ η Βουλγαρία και η Ελλάδα θα μοιράζονται το υπόλοιπο ποσοστό.

Ο αγωγός αυτός μειώνει τη σχετική ισχύ που έχει η Τουρκία μέσω του ελέγχου των Στενών. Με τον Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη, παρακάμπτονται τα στενά του Βοσπόρου, άρα η Τουρκία χάνει τη δυνατότητα ελέγχου που είχε στην ροή του πετρελαίου.

Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχουν δύο άλλοι αγωγοί οι οποίοι δρουν αντίθετα προς τον Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη και οι οποίοι υποστηρίζονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η διαδρομή του αγωγού Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη

Ο ένας είναι ο PEOP (Pan European Oil Pipeline) που συνδέει το ρουμανικό λιμάνι της Κωστάντζας με την Τεργέστη της Ιταλίας, δια μέσου της Σερβίας, της Κροατίας και της Σλοβενίας. Από εκεί θα συνδέεται με τον TAL (Trans Alpine Line) και το ιταλικό δίκτυο αγωγών. Ο ΡΕΟΡ θα έχει μήκος 1295 χιλιόμετρα και το κόστος του ανέρχεται στα 2,4 δις δολάρια. Συνολικά θα μεταφέρει περίπου 60 εκατομμύρια τόνους πετρελαίου ανά έτος και το 9% αυτού θα παραμένει στην Σερβία και την Κροατία. Η λειτουργία του τοποθετείται χρονικά εντός του 2011.

Ο δεύτερος αγωγός που έχει αμερικανική στήριξη είναι ο ΑΜΒΟ, ο οποίος συνδέει τη Βουλγαρία, την Αλβανία και την ΠΓΔΜ. Η συμφωνία για την κατασκευή του υπεγράφη το 2007. Στόχος είναι να μεταφέρει πετρέλαιο από την Κασπία στο Μπουργκάς της Βουλγαρίας, με τελικό προορισμό το λιμάνι του Αυλώνα στην Αδριατική. Το μήκος του αγωγού θα είναι 850 χιλιόμετρα, το κόστος του 1,3 δις δολάρια και η χωρητικότητά του ανέρχεται στα 35 εκατομμύρια τόνους ανά έτος.

Η διαδρομή του αγωγού ΑΜΒΟ

Blue Stream

O Blue Stream μεταφέρει απευθείας φυσικό αέριο στην Τουρκία, παρακάμπτοντας ενδιάμεσες χώρες, όπως για παράδειγμα η Γεωργία. Η σύμβαση για την έναρξη κατασκευής του έγινε το 1997, σε συνεργασία με την τουρκική Botas και την ιταλική ΕΝΙ, ενώ το μήκος του φτάνει τα 1213 χλμ.

χάρτης Gazprom

Η επέκταση του δικτύου συνεχίζεται με την κατασκευή του Nord Stream που μέσω της Βαλτικής Θάλασσας θα καταλήγει στη βόρεια Γερμανία και θα συνδεθεί με το υπάρχον ευρωπαϊκό δίκτυο διανομής. Η παροχή του θα μπορέσει να ικανοποιήσει τις αυξανόμενες ανάγκες της ευρωπαϊκής αγοράς.

Με βάση τα στοιχεία του 2006 η Γερμανία, η Ιταλία, η Τουρκία και η Γαλλία είναι οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς ρωσικού φυσικού αερίου. Χαρακτηριστικά να αναφέρουμε ότι η Γερμανία εισάγει περίπου το 34% του φυσικού αερίου και το 40% του πετρελαίου της από τη Ρωσία και υπολογίζεται ότι μέχρι το 2020 θα εισάγει το 60% του φυσικού αερίου της από τις ρωσικές πηγές. Φαίνεται ξεκάθαρα πόσο ισχυρή καθίσταται η Ρωσία μέσω των ενεργειακών της πηγών, δυνάμενη να ελέγξει ακόμα και την ανάπτυξη των ισχυρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εξαγωγές φυσικού αερίου (2006)

πίνακας: Gazprom

Nabucco

Ο αγωγός αυτός είναι ένα έργο που προσπαθεί να εξισορροπήσει την πολιτική και οικονομική αξία του South Stream, γι’ αυτό και υποστηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στόχος του είναι να συνδέσει την Τουρκία με την Αυστρία, μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Ουγγαρίας και κατ’ επέκταση να συνδεθεί με τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Μέτοχοι της κοινοπραξίας, με ποσοστό 16,67% ο καθένας, είναι η τουρκική BOTAS, η Bulgarian Energy Holding, η ουγγρική MOL, η αυστριακή OMV και η γερμανική εταιρεία παραγωγής ενέργειας RWE.

Φυσικά το ζήτημα σε κάθε αγωγό είναι από που θα «γεμίζει». Το πρόγραμμα του Nabucco φιλοδοξεί να προωθεί στην Ευρώπη φυσικό αέριο από το Αζερμπαϊτζάν, το Τουρκμενιστάν, το Καζακστάν, την Αίγυπτο, τη Ρωσία, το Ιράν σε μελλοντικό στάδιο και ίσως από το Ιράκ. Βέβαια ο εφοδιασμός του αγωγού με φυσικό αέριο από την Αίγυπτο (γεωγραφική εγγύτητα), το Ιράν (πολιτικά κριτήρια) και τη Ρωσία (πολιτικά και οικονομικά κριτήρια), θέτει ερωτήματα για το αν θα καταφέρει τελικά να προμηθεύει τον όγκο του προϊόντος που υπόσχεται.

Το μήκος του Nabucco θα είναι 3.300 χιλιόμετρα περίπου. Θα ξεκινάει από τα τουρκογεωργιανά ή /και τα τουρκοιρανικά σύνορα και θα καταλήγει στο Baumgarten της Αυστρίας. Το κόστος του θα αγγίζει τα 7,9 δις Ευρώ και η χωρητικότητά θα αγγίζει τα 31 δις κυβικά μέτρα ανά έτος. Υπολογίζεται ότι θα είναι έτοιμος το 2014.

χάρτης Κοινοπραξίας Nabucco

Μερικά Συμπεράσματα

Από τα προεκτεθέντα είναι προφανές ότι στα σημερινά Βαλκάνια υφίσταται μία τελείως διαφορετική κατάσταση σχετικά με το status quo που υπήρχε προ της διάλυσης του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Οι ισορροπίες του παρελθόντος έχουν ανατραπεί και οι ΗΠΑ επιδιώκουν:

* Την ένταξη όλων των κρατών που έχουν προκύψει μετά τις συγκρούσεις της δεκαετίας του 90 κατ΄αρχήν στο ΝΑΤΟ ώστε να διασφαλίζεται ο αποτελεσματικότερος πολιτικο-στρατιωτικός έλεγχος. Εξίσου σημαντική θα είναι και η οικονομική εκμετάλλευση για αγορά των οπλικών συστημάτων που είναι απαραίτητα για την τυποποίηση με τη Συμμαχία.

* Τη λελογισμένη πίεση προς τα κράτη-μέλη για την ένταξη των Βαλκανικών χωρών αυτών στην ΕΕ έτσι ώστε η Ευρώπη να χρεωθεί την οικονομική τους ανασυγκρότηση ενώ ταυτόχρονα θα λειτουργούν προς το συμφέρον της Ουάσιγκτον στα πρότυπα του δόγματος της Νέας Ευρώπης που διακατείχε τους νεοσυντηρητικούς της εποχής Μπους.

* Την χρησιμοποίηση του εδάφους των Βαλκανικών χωρών για την ανάπτυξη στρατιωτικών βάσεων. Ήδη βάσεις έχουν αναπτυχθεί στη Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία και Κόσσοβο ενώ στα παράλια της Αδριατικής θα αναπτυχθούν ναυτικές βάσεις στην Κροατία, Μαυροβούνιο και την Αλβανία.

* Την οικονομική διείσδυση. Ήδη μεγάλες αμερικανικές εταιρίες όπως η κατασκευαστική Μπεχτελ, η χαλυβουργική US Steel, η καπνοβιομηχανία Philip Morris κλπ δραστηριοποιούνται στην περιοχή και όπως είναι φυσικό σε βάρος των Ευρωπαϊκών εταιρειών.

Από την άλλη πλευρά η Ρωσία εκτιμά ότι επί του παρόντος:

* Δεν διακυβεύονται (στα Βαλκάνια) ζωτικά συμφέροντα της, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την κυριαρχία ή την εδαφική ακεραιότητα της Ρωσίας και τα οποία θα δικαιολογήσουν τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.

* Στην περιοχή των Βαλκανίων όπως έχει διαμορφωθεί ο συσχετισμός τ από πλευράς συμμαχιών, είναι πολύ δύσκολο για την Ρωσία να τον επηρεάσει προς όφελός της. Το μόνο που μπορεί να κάνει η Ρωσία είναι να εκμεταλλευθεί τις υπάρχουσες δομές προς το συμφέρον της.

* Παρ’ όλ’ αυτά, αν η Ρωσία θέλει να αλλάξει το status quo στα Βαλκάνια, ο μόνος τρόπος για να το κάνει είναι μέσω της οικονομικής ισχύος της. Το που ακριβώς την ενδιαφέρει να φέρει την κατάσταση, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, είναι δύσκολο να εξάγουμε κάποιο συμπέρασμα.

Ειδικότερα σε ότι αφορά την πολιτική των ενεργειακών αγωγών βλέπουμε ότι οι αγωγοί έχουν γίνει ένα πεδίο παγκοσμίου ανταγωνισμού. Η κάθε χώρα προσπαθεί να γίνει διακομιστικό κέντρο, ώστε να επιτύχει διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, αλλά και για να αυξήσει τα έσοδά της. Για τις χώρες που είναι οι κύριοι υποστηρικτές των αγωγών ο πολιτικός παράγοντας αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Η Ρωσία προσπαθεί να ελέγξει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της αγοράς, από την παραγωγή και τη διανομή μέχρι την κατανάλωση και μέχρι στιγμής έχει καταφέρει όχι μόνο να έχει δικά της μεγάλα κοιτάσματα, αλλά και αποκλειστική χρήση άλλων που βρίσκονται σε γειτονικές χώρες. Στο σημείο αυτό είναι που τίθενται οι απορίες για την βιωσιμότητα των «αμερικανικών» προγραμμάτων, όπως είναι ο Nabucco.

Ναι μεν οι ΗΠΑ θέλουν η Ευρώπη να μην εξαρτάται από την Ρωσία, είναι, όμως, άγνωστο αν θα καταφέρουν να δημιουργήσουν ένα βιώσιμο πρόγραμμα. Η Ελλάδα μέχρι στιγμής αποκτά σοβαρές υποδομές στην μεταφορά και αποθήκευση φυσικού αερίου, ώστε να αυξάνει τα έσοδά της και την σχετική (μικρή) διαφοροποίηση των πηγών.

Οι αγωγοί αν και είναι μια σοβαρή εστία ανταγωνισμού, εν τούτοις θεωρείται ότι θα συμβάλλουν στην πολιτική και οικονομική σταθερότητα ορισμένων γεωγραφικών περιοχών. Πιο συγκεκριμένα θα μειώσουν τις πιθανότητες ένοπλης σύγκρουσης, αλλά όχι τον έντονο ανταγωνισμό, τον οποίο θα μεταφέρουν σε άλλο επίπεδο (οικονομικό, πολιτικό).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» στη Μελέτη : «Η Επανεμφάνιση της Ρωσίας στα Βαλκάνια. Επιπτώσεις για την περιοχή και την ελληνική εξωτερική πολιτική».

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

Κύριοι εξαγωγικοί εταίροι (εκατ. Ευρώ)

2005

2006

2007

Γαλλία

435,4

503,8

538,5

Γερμανία

928,9

1162,6

1389,1

Ελλάδα

891,2

1072,7

1229,5

Ιταλία

1132,5

1216,5

1392,2

Ισπανία

307,8

388,1

323,3

Ην. Βασίλειο

208,3

309,1

337

Ρουμανία

356,8

505,2

660,7

Αλβανία

50,5

82,1

51,2

Βοσνία

54,4

101,5

27,1

Κροατία

132,5

202,9

125,7

Τουρκία

990,7

1392,4

1544,3

ΠΓΔΜ

188,1

263,9

284

Σερβία

282,3

464,2

629,8

Ρωσία

122,1

182,9

326,7

Μαυροβούνιο

0

0

4,7

Η.Π.Α.

286,4

341,5

315,2

Κίνα

57,4

62,3

74,7

Κύριες χώρες εισαγωγών (εκατ. Ευρώ)

2005

2006

2007

Γαλλία

687,3

758,6

820,4

Γερμανία

1998,2

2301,8

2503,4

Ελλάδα

735,0

967,1