ΜΕΛΕΤΗ:
ΜΜΕ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Επιτροπή Μελέτης
α. Υπτγος Χρήστος Μπολώσης
Γ.Γ. ΣΕΕΘΑ-Καθηγητής ΣΣΕ.
Συντονιστής-Ανάλυση Γ΄, Δ΄ και ΣΤ΄ Παραγόντων.
β. Σαμαράς Αθανάσιος
Πτυχιούχος Οικονομικών (Παν/μιο Πειραιώς) – Μεταπτυχιακό στη Επικοινω-
νιακή Στρατηγική (Παν/μιο City Λονδίνου) – Μεταπτυχιακό στην Πολιτική
Επικοινωνία (Emerson College ΗΠΑ) – Διδακτορικό στην Πολιτική Επικοινω-
νία (Sussex University Αγγλίας).
Ανάλυση Α΄, Β΄ και Ε΄ Παραγόντων
γ. Καναβάκης Στυλιανός
Πτυχιούχος Τμ. Διεθνών Ευρωπαϊκών Σπουδών (Παν/μιο Μακεδονίας) -
Μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές
(Πάντειο Πανεπιστήμιο).
Ανάλυση Ζ΄ Παράγοντα.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
|
Α/Α |
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ |
ΣΕΛΙΔΑ |
|
1.
2. 3.
4.
5.
6. 7. 8. 9. |
Εισαγωγή 1.1 Γενικά 1.2 Σκοπός 1.3 Προϋποθέσεις 1.4 Περίληψη Μελέτης 1.4.1 1ος Παράγοντας: Σχέσεις ΜΜΕ – Κράτους – ΕΔ. 1.4.2 2ος Παράγοντας: Δημοσιογραφική λειτουργία (ρόλος δημοσιογράφων). 1.4.3 3ος Παράγοντας: Υφιστάμενο σύστημα ενημερώσεως των δημοσιογράφων από το ΥΕΘΑ και παρατηρούμενες δυσλειτουργίες. 1.4.4 4ος Παράγοντας: ΜΜΕ και θεμελιώδη δικαιώματα. Νομικό καθεστώς, Κώδικες και Όρια δεοντολογίας. 1.4.5 5ος Παράγοντας: Ρόλος ΜΜΕ στην διαχείριση Κρί- σεων. 1.4.6 6ος Παράγοντας: ΜΜΕ και Εθνική Ασφάλεια. 1.4.7 7ος Παράγοντας: Ψυχολογικές Επιχειρήσεις και ΜΜΕ. 1.5 Γενικά Συμπεράσματα.
Ανάλυση 1ου Παράγοντα: Σχέσεις ΜΜΕ – Κράτους – ΕΔ Ανάλυση 2ου Παράγοντα: Δημοσιογραφική λειτουργία ρόλος δη- μοσιογράφων). Ανάλυση 3ου Παράγοντα: Υφιστάμενο σύστημα ενημερώσεως των δημοσιογράφων από το ΥΕΘΑ και παρατηρούμενες δυσ- λειτουργίες. Ανάλυση 4ου Παράγοντα: ΜΜΕ και θεμελιώδη δικαιώματα. Νο- μικό καθεστώς, Κώδικες και Όρια δεοντολογίας. Ανάλυση 5ου Παράγοντα: Ρόλος ΜΜΕ στην διαχείριση κρίσεων. Ανάλυση 6ου Παράγοντα: ΜΜΕ και Εθνική Ασφάλεια. Ανάλυση 7ου Παράγοντα: Ψυχολογικές Επιχειρήσεις και ΜΜΕ. Βιβλιογραφία |
|
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΤΕΛΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΡΕΥΝΗΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΩΝ
ΜΕΛΕΤΗ: ΜΜΕ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
α. Γενικά
Στην εποχή μας αναγνωρίζεται στις περισσότερες χώρες ως θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι μόνο η ελευθερία του λόγου και κατ’ επέκταση και του Τύπου, αλλά και το δικαίωμα των πολιτών στην ανεμπόδιστη πληροφόρηση. Αυτό δεν ήταν πάντοτε αυτονόητο. Είναι κατάκτηση των τελευταίων δεκαετιών που επισήμως καθιερώνεται από τους χάρτες του ΟΗΕ, της Ουνέσκο, της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άλλων Διεθνών Συμβάσεων.
Η νέα τάξη πραγμάτων στην διεθνή κοινότητα δημιούργησε αρρυθμίες και νέους συσχετισμούς δυνάμεων. Προς το παρόν τα αλληλοεξαρτώμενα συμφέροντα διατηρούν σε κατάσταση ιδιόρρυθμης ισορροπίας τις σχέσεις των σημαντικότερων κρατών και πολιτικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα οι κίνδυνοι εμφυλίων και περιφε-ρειακών συγκρούσεων εκτιμώνται ως αυξημένοι.
Η γεωγραφική θέση της χώρας μας, η ιδιότητα της ως μέλους της Ευρω-παϊκής Ενώσεως και του ΝΑΤΟ, η εγγύτητα της προς τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Μ. Ανατολής και η άμεση ή έμμεση συνάρτηση αυτών με τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, έχουν συντελέσει στην διεύρυνση του σημερινού γεωπολιτικού ορίζοντα της Ελλάδος που εκτείνεται από την Ευρώπη, την Μεσόγειο και τα παράκτια κράτη της, την Μαύρη θάλασσα με τα Παρευξείνια Κράτη και την Μ. Ανατολή.
Στο χώρο αυτό καλλιεργούνται, υποστηρίζονται, εξυπηρετούνται ή και ενίοτε υπονομεύονται τα Εθνικά μας συμφέροντα.
Στην προσπάθεια προβολής και υποστήριξης των εθνικών μας συμφερόντων σημαντικό ρόλο παίζουν τα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως (ΜΜΕ).
Σήμερα όλοι αποδέχονται τον καθοριστικό ρόλο των ΜΜΕ στη διαμόρφωση των διεθνών σχέσεων και ιδίως στην εξέλιξη μιας διεθνούς αντιπαράθεσης. Υπό τον τελευταίο αυτό όρο στεγάζονται πολλά επιμέρους φαινόμενα όπως η επιλογή και η ροή της πληροφόρησης, η συνθετική και ψύχραιμη ή η αποσπασματική και νευρική αντιμετώπιση ενός ζητήματος, η πληρότητα, η διάχυση και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, η εθνική αυτοκατάφαση, ο βαθμός γνώσης του «άλλου», η αναπαραγωγή ή η αμφισβήτηση των στερεοτύπων, η ενστάλαξη αντιλήψεων για το ρόλο των «τρίτων» (δηλαδή των ξένων δυνάμεων) σε μια διαμάχη που διέρχεται από πολλές ιστορικές φάσεις κ.ο.κ.
Ο Τύπος και γενικώς τα ΜΜΕ δεν παρατηρούν ούτε καταγράφουν απλώς. Διαμορφώνουν τη συλλογική συνείδηση, την εθνική αυτοσυνειδησία, τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία κινείται όχι μόνον η ευρεία κοινή γνώση, αλλά σε μεγάλο βαθμό και η ειδική κοινή γνώμη των υπεύθυνων προσώπων. Δηλαδή του πολιτικού, στρατιωτικού, διπλωματικού επιστημονικού και δημοσιογραφικού προσωπικού μέσα από το οποίο αναδεικνύονται κατά καιρούς οι χειριστές των θεμάτων και των κρίσεων (όταν αυτές προκύπτουν).
Είναι ακόμη προφανές ότι ο ρόλος των ΜΜΕ είναι εξ ορισμού διαφορετικός από το ρόλο των πολιτικών οργάνων, των στρατιωτικών επιτελείων, των διπλωματικών και άλλων υπηρεσιών, των επιστημονικών ιδρυμάτων, των επιχειρησιακών κύκλων κ.ο.κ.
Το συγκριτικό όμως πλεονέκτημα των ΜΜΕ, είναι η ποικιλία των πηγών τους, η ευκολία και η ταχύτητα των συμπερασμάτων τους και η ικανότητα τους να επηρεάζουν είτε ενσυνειδήτως είτε λανθανόντως, όλους τους άλλους χώρους.
Υπό την έννοια αυτή η καταγραφή του ρόλου των ΜΜΕ στην εξέλιξη των διεθνών σχέσεων ενεργεί ως επισήμανση προς τους ίδιους τους λειτουργούς των ΜΜΕ, για το μεγάλο βαθμό της επιρροής και το υψηλό επίπεδο ευθύνης τους.
Τα τελευταία χρόνια, όταν γίνεται αναφορά στα ΜΜΕ, όλο και περισσότερο παρομοιάζεται η ύπαρξη και λειτουργία τους, ως Εξουσία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι αποκαλούνται πλέον, ατύπως βέβαια, ως «4η Εξουσία», συνεκδοχικώς με τις υπό του Συντάγματος καθοριζόμενες (άρθρο 26) τρεις «Λειτουργίες» (όρος που ισχύει πλέον, αντί του μέχρι πρότινος «Εξουσίες»), δηλαδή την Νομοθετική (Πρόεδρος Δημοκρατίας και Βουλή), την Εκτελεστική (Πρόεδρος Δημοκρατίας και Κυβέρνηση) και την Δικαστική.
Η επίδραση της εξουσίας αυτής στην πορεία ενός Κράτους ως Κοινωνικής, Πολιτικής, Οικονομικής, Πολιτιστικής αλλά και Στρατιωτικής οντότητος, είναι χωρίς υπερβολή καταλυτική, λόγω και της τεράστιας τεχνολογικής αναπτύξεως των Μέσων αλλά και των τρόπων επικοινωνίας.
Αυτό που φαίνεται να δημιουργεί κάποιο γενικότερο πρόβλημα με τα ΜΜΕ είναι η δυσκολία εξευρέσεως μιας ισορροπημένης χρήσεώς τους.
Μετά τον Πόλεμο του Κόλπου δημιουργήθηκε μια Νέα Τάξη πραγμάτων και συσχετισμών στον χώρο των ΜΜΕ. Οι εικόνες πλέον του πολέμου έφθασαν στο σαλόνι και την κρεβατοκάμαρα μας. Τότε που η κάμερα κατέγραφε χωρίς κανένα έλεγχο, χωρίς καμία λογοκρισία, παρότι και τότε και η μία και η άλλη πλευρά, ο Σαντάμ Χουσεϊν και οι Δυτικοί, παρενέβαιναν και διοχέτευαν προπαγανδιστικά στοιχεία, η εικόνα μιλούσε.
Κορυφαία στιγμή ήταν επίσης η περίπτωση των Ιμίων. Αφενός είχαμε τον έντυπο λόγο, τις εφημερίδες, αφετέρου είχαμε την τηλεόραση. Η τηλεόραση κατέγραφε με εικόνες. Και βεβαίως είναι γνωστό τι συνέβη με τον απόπλου των σκαφών από τον Ναύσταθμο Σαλαμίνος και τα όσα τότε δημοσιοποιήθηκαν, καθώς και οι συζητήσεις περί του εάν ήταν πρέπον ή όχι να παρουσιασθεί με εικόνα ο απόπλους και τα συνακόλουθα.
Στην Πατρίδα μας, η σχετικώς πρόσφατη απελευθέρωση της πληροφορήσεως, με την κατάργηση των μονοπωλίων των κρατικών σταθμών ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, έχει φέρει ένα πλήθος δημοσιογράφων σε κάθε επαγγελματικό χώρο και βεβαίως και στον χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ).
Η προαναφερθείσα μη ισορροπημένη χρήση των ΜΜΕ, έχει ως αποτέλεσμα υπερβολές και ατυχή περιστατικά, που ενώ δεν προσφέρουν τίποτα στην ουσιαστική ενημέρωση της Κοινής Γνώμης, αντίθετα μερικές φορές την αποπρο-σανατολίζουν και προσφέρουν βοήθεια σε ξένες υπηρεσίες πληροφοριών ή την αντίπαλη προπαγάνδα.
Είναι προφανές πως ο τομέας της Εθνικής μας Αμύνης, με όλες τις ευαισθησίες και τις ιδιαιτερότητές του, επηρεάζεται και αυτός καθοριστικά από ην δύναμη των ΜΜΕ.
Τέλος είναι βέβαιον ότι η διεξαγωγή Ψυχολογικών Επιχειρήσεων από τις Ένοπλες Δυνάμεις, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από ην «συμπεριφορά» των ΜΜΕ.
β. Σκοπός της Μελέτης
Σκοπός της Μελέτης είναι να αναλυθεί ο ρόλος, οι σχέσεις αλληλεξάρτησης και οι επιδράσεις των ΜΜΕ στην Εθνική Άμυνα και στην διεξαγωγή των Ψυχολογικών Επιχειρήσεων, καθώς και οι παράγοντες διαμορφώσεως της Κοινής Γνώμης έναντι των Ενόπλων Δυνάμεων στην Ειρήνη και στον Πόλεμο.
1.3. Προϋποθέσεις
Η Επιτροπή προκειμένου να προχωρήσει στην ανάλυση του θέματος , έθεσε τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
1.3.1. Το νομικό καθεστώς «Περί Τύπου» και γενικώς περί ΜΜΕ καθώς και η ανάγκη ενημερώσεως της Κοινής Γνώμης επί θεμάτων ΕΔ, δεν προβλέπεται να μεταβληθεί, τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον.
1.3.2. Η ανάλυση του θέματος θα περιορισθεί στις σχέσεις ΜΜΕ και ΕΔ
1.3.3. Οι στόχοι των ΜΜΕ, αποβλέπουν στο κέρδος και υπαγορεύονται από καθαρά εμπορικά κίνητρα.
1.3. Παράγοντες Μελέτης
1.3.1. Σχέσεις ΜΜΕ – Κράτους – ΕΔ
1.3.2. Δημοσιογραφική Λειτουργία (Ρόλος Δημοσιογράφων)
1.3.3. Υφιστάμενο Σύστημα Ενημερώσεως των Δημοσιγράφων από το ΥΕΘΑ και παρατηρούμενος δυσλειτουργίες.
1.3.4. ΜΜΕ και Θεμελιώδη Δικαιώματα. Νομικό Καθεστώς. Κώδικες και Όρια Δεοντολογίας.
1.3.5. Ρόλος ΜΜΕ στην Διαχείριση Κρίσεων
1.3.6. ΜΜΕ και Εθνική Ασφάλεια
1.3.7. Ψυχολογικές Επιχειρήσεις και ΜΜΕ
1.4. Περίληψη Μελέτης
1.4.1. Α΄ Παράγοντας: Σχέσεις ΜΜΕ – Κράτους – Ε.Δ.
Μερικά Συμπεράσματα
1.4.2. Β΄ Παράγοντας: Δημοσιογραφική λειτουργία (ρόλος δημοσιο
γράφων
1.4.2.1. Η συμβολή των ειδήσεων στην κατασκευή της κοινωνικής πραγματικότητας καθιστά αναγκαία την ανάλυση των στοιχείων της και των διαδικασιών που την απαρτίζουν, έτσι ώστε να μπορούν να γίνουν αντιληπτοί τόσο οι κίνδυνοι που περικλείει, όσο και οι ευκαιρίες που παρέχει στο επίπεδο της διαμόρφωσης της δημόσιας εικόνας (image making) και της μαζικής πειθούς για τις ένοπλες δυνάμεις. Η βαθιά αντίληψη της λειτουργίας των ειδήσεων και των κανόνων στους οποίους υπόκεινται οι δημοσιογράφοι που τις παράγουν είναι σημαντικό προαπαιτούμενο για την αποτελεσματική οργάνωση της αλληλεπίδρασης με αυτά. Σημαντικό στοιχείο επικέντρωσης της παρούσας μελέτης είναι η ανάλυση συστημικών παραγόντων και δυναμικών η λειτουργία των οποία γίνεται χωρίς να υπάρχει απαραίτητα υψηλός βαθμός συνειδητότητας. Η επίδραση των ΜΜΕ, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον στρεβλωτικό τρόπο με τον οποίο αναπαριστούν την πραγματικότητα. Οι στρεβλώσεις απορρέουν από την διαδικασία κατασκευής των ειδήσεων.
1.4.2.2. Μία δεδομένη άποψη για την ειδησεογραφία, είναι ότι αποτελεί πιστό αντικατοπτρισμό της πραγματικότητας. Οι δημοσιογράφοι μπορούν να παρατηρήσουν τον κόσμο γύρω τους με ακρίβεια και να καταγράψουν με πιστότητα ό,τι συμβαίνει, χωρίς να παρεμβαίνουν και να παραμορφώνουν αυτή την αντικατοπτρική εικόνα κατά κανένα τρόπο. Αυτή η εικασία όμως τελεί υπό αίρεση Ωστόσο συμβαίνουν άπειρα γεγονότα. Η καθημερινότητα όλων μας, συναθροι-ζόμενη, δημιουργεί ένα πολύ εκτεταμένο σύμπαν γεγονότων, που δε μπορεί να καταγραφεί στην πληρότητά του ούτε από ένα ωριαίο τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων, ούτε από μία εφημερίδα. Κατά συνέπεια, για να προκύψουν οι ειδήσεις, απαραίτητο είναι να γίνει μία επιλογή απ’ όλα αυτά τα γεγονότα. Η επιλογή γίνεται με κάποια κριτήρια, και τα κριτήρια αυτά παρεμβαίνουν και μειώνουν την πιστότητα της αντανάκλασης/ειδησεογραφίας προς την απεικονισμένη πραγματικότητα.
1.4.2.3. Σε ένα δεύτερο επίπεδο υπάρχει μία περιοδικότητα στην παραγωγή των μέσων επικοινωνίας, που δεν έχει αντιστοιχία στην εμφάνιση των σημαινόντων συμβάντων. Η διαφορά αυτή απαιτεί την παραγωγή γεγονότων, που θα έχουν σημαντικότητα και περιοδικότητα τέτοια, που θα εξυπηρετούν την περιοδικότητα των μέσων και θα τα αποδεσμεύουν από την τυραννία του τυχαίου. Πάνω σε αυτά τα στοιχεία βασίζεται η θεώρηση των ειδησεογραφικού προϊόντος ως κατασκευασμένου αγαθού (manufactured good).
1.4.2.4. Στην συνέχεια εξετάζουμε τους μηχανισμούς κατά-σκευής της ειδησεογραφίας με βάση τους οποίου παράγεται η ειδησεογραφία. Οι μηχανισμοί αυτοί παράγουν με δομικό τρόπο στρεβλώσεις και μεροληψίες και η κατανόηση τους αποτελεί, όπως προείπαμε, βασικό προαπαιτούμενο για την αποτελεσματική διαχείριση των ΜΜΕ. Ουσιαστικά αυτού του είδους οι στρεβλώσεις και μεροληψίες ενυπάρχουν με αυτές που παράγει ο κομματικός ανταγωνισμός, η διαπλοκή, οι κάθε μορφής προβοκάτσιες των αντιπάλων, τα φαινόμενα δηλαδή που απαρτίζουν την προπαγάνδα. Η βασική διαφορά είναι ότι η μεροληψία που παράγει η προπαγάνδα είναι συνειδητή και ερμηνεύεται μέσα από συγκεκριμένα στρατηγικά παίγνια που κατά περίπτωση καθοδηγούν την δράση των «αντιπάλων», οι μεροληψίες και οι στρεβλώσεις που παράγει ο μηχανισμός κατασκευής της ειδησεογραφίας είναι δομικές, ασυνείδητες και συστημικές και γι αυτό επαναλαμβανόμενες και προβλέψιμες.
1.4.2.5. Για να επικουρήσουμε αποτελεσματικότερα το έργο των ενόπλων δυνάμεων θα αναλύσουμε:
α. Τον μηχανισμό κατασκευής της ειδησεογραφίας
β. την αντικειμενικότητα και
γ. την αμεροληψία
Μερικά Συμπεράσματα
1.4.3. Γ΄ Παράγοντας: Υφιστάμενο σύστημα ενημερώσεως των δη-
μοσιογράφων από το ΥΕΘΑ και παρατηρούμενες δυσλειτουρ-
γίες
Το επικρατούν πνεύμα είναι, ότι τα ΜΜΕ πρέπει να έχουν απόλυ-τη ελευθερία ενεργείας και λειτουργίας, όμως ο ανταγωνισμός μεταξύ των ΜΜΕ με τελικό έπαθλο την τηλεθέαση - ακροαματικότητα – αναγνωσιμότητα κατά περί-πτωση, οδηγεί πολλές φορές σε ανεπιθύμητες παρενέργειες (υπερβολές, πα-ραποίηση κ.λπ.).
Ενώ κάθε μία πλευρά εξεταζομένη χωριστά θα έλεγε κανείς πως έχει θεσμοθετημένες αλλά και άτυπες διαδικασίες για το συγκεκριμένο αντικείμενο, στην πράξη δημιουργείται μία αντιπαράθεση, που αγγίζει τα όρια της αμφισβή-τησης και καχυποψίας μεταξύ τους.
Μερικά Συμπεράσματα
Ως βασικό συμπέρασμα του παράγοντα διατυπώνεται η εκτίμηση ότι η σχέση μεταξύ Ε.Δ. και ΜΜΕ έχει βελτιωθεί χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ακόμη προβλήματα, ενώ θα πρέπει να βρεθούν εκείνες οι διαδικασίες και μέτρα, τα οποία θα αποτελέσουν τον κοινό κώδικα, ώστε το αποτέλεσμα να καλύπτει κατά προτεραιότητα τα Εθνικά συμφέροντα.
1.4.4. Δ΄ Παράγοντας: ΜΜΕ και θεμελιώδη δικαιώματα. Νομικό καθε-
στώς και όρια δεοντολογίας.
Το υπάρχον Νομικό Καθεστώς (Σύνταγμα, Ποινικός Κώδικας και λοιποί Νόμοι), καλύπτει επαρκώς το αντικείμενο που έχει σχέση με τον χειρισμό θεμάτων που άπτονται της Εθνικής Αμύνης, υπό την ευρεία όμως έννοια (διαρροή απορρήτου, διασπορά ψευδών ειδήσεων κ.λπ.).
Στους ισχύοντες όμως – μέχρι και τους πρόσφατους – κανόνες δι-καίου «Περί Τύπου και ΜΜΕ», δεν υπάρχει κάποια, έστω και απλή μνεία, ρύθμιση για «ειδικό χειρισμό», θεμάτων που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις, όπως σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. παιδική ηλικία, θέματα βιασμών κ.λπ.).
Μερικά Συμπεράσματα
Το γεγονός ότι το ισχύον Νομικό Καθεστώς καλύπτει επαρκώς τις περιπτώσεις απορρήτου επί θεμάτων σχεδιάσεως, επιχειρήσεων, εξοπλιστικών προγραμμάτων, διασποράς ειδήσεων κ.λπ., δεν θεωρείται ότι πρέπει να αποτελεί τον μόνο ανασχετικό παράγοντα αποφυγής υπερβολών από την πλευρά των ΜΜΕ. Εξάλλου αυτό (το νομικό πλαίσιο), δεν καλύπτει και όλες τις περιπτώσεις.
Επομένως η ύπαρξη και ενός κώδικα Δεοντολογίας μεταξύ ΥΕΘΑ και ΜΜΕ, κρίνεται εκ των πραγμάτων αναγκαία.
1.4.5. Ε΄ Παράγοντας: Ρόλος ΜΜΕ στη διαχείριση κρίσεων.
Μερικά Συμπεράσματα
1.4.6. ΣΤ΄ Παράγοντας: ΜΜΕ και Εθνική Ασφάλεια.
Η ασφάλεια Πληροφοριών και Εγκαταστάσεων, αποτελεί ένα σύστημα μέτρων και υλικοτεχνικής υποδομής, το οποίο αποσκοπεί στην προφύλαξη της μυστικότητας των διαβαθμισμένων πληροφοριών, αλλά και την φυσική ασφάλεια των Εγκαταστάσεων από συστήματα υποκλοπών και δολιοφθορών.
Η αλματώδης και συνεχής ανάπτυξη των Μέσων και τρόπων επικοινωνίας, σε συνδυασμό και με την ολονέν αυξανομένη αναζήτηση από τα ΜΜΕ πληροφοριών και ειδήσεων για ικανοποίηση του κοινού τους, δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα στο σύστημα ασφαλείας πληροφοριών και εγκαταστάσεων, το οποίο γι’ αυτό θα πρέπει περιοδικώς να αναθεωρείται.
Παρά το γεγονός ότι οι Ε.Δ. και τα ΜΜΕ, εκ της αποστολής τους έχουν διαφορετικές προτεραιότητες στα θέματα ασφαλείας, εν τούτοις το Εθνικό συμφέρον είναι εκείνο που θα πρέπει πάντα αν οριοθετεί τις ενέργειές τους, για την σωστή ενημέρωση της κοινής γνώμης και την προφύλαξη των πληροφοριών και εγκαταστάσεων.
Μερικά Συμπεράσματα
Απαιτείται ο επανέλεγχος των υφισταμένων μέτρων ασφαλείας και η βελτίωσή τους, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο.
Το ΥΕΘΑ και τα Γενικά Επιτελεία, θα πρέπει μέσω των εκπροσώπων τύπου, να παρέχουν καθημερινή πληροφόρηση στους διαπιστευμένους δημοσιογράφους, πάνω σε θέματα των ΕΔ, που μπορεί να ενδιαφέρουν ην κοινή γνώμη, ώστε να μην αναγκάζονται οι δημοσιογράφοι να κυνηγάνε την είδηση με «ανορθόδοξους» τρόπους, περιφερόμενοι στους διαδρόμους και στα γραφεία.
Για την κάλυψη της αδυναμίας αυτής, θα μπορούσε να δημιουργηθεί στο «Στρατόπεδο Παπάγου», και εκτός των κυρίων κτιρίων, Γραφείο Τύπου και για τους τρεις Κλάδους των ΕΔ. Στον χώρο αυτό θα παραμένουν οι δημοσιογράφοι, θα γίνονται οι ενημερώσεις τους και θα δίδοντα οι συνεντεύξεις. Είναι ευνόητο ότι το κτίσμα αυτό θα πρέπει να διαθέτει χώρους εργασίας, χώρους ανακοινώσεων και συνεντεύξεων, καθώς και χώρο αναπαύσεως με κυλικείο. Βεβαίως θα πρέπει να υπάρχει και σύγχρονος επικοινωνιακός εξοπλισμός με τηλέ-φωνα, τηλεομοιότυπα (fax), μεμονωμένους τηλεφωνικούς θαλάμους, τηλεοπτικές συσκευές, πρόσβαση στο Διαδίκτυο (internet) κ.λπ.
Ανάλογα γραφεία ίσως θα ήταν σκόπιμο να δημιουργηθούν και σε επίπεδο Μειζόνων Σχηματισμών.
Οι ΕΔ και τα ΜΜΕ μπορεί να έχουν διαφορετικές προτεραιό-τητες σε θέματα ασφαλείας πληροφοριών, ο στόχος όμως είναι (ή θα πρέπει να είναι ) κοινός. Δηλαδή η εξυπηρέτηση του Εθνικού συμφέροντος.
Το Εθνικό συμφέρον αποτελεί τον βασικό παράγοντα που θα οριοθετεί σχέσεις συνεργασίας και κατανόησης μεταξύ ΕΔ και ΜΜΕ και θα καθορίζει τον βαθμό αυτοελέγχου των ΜΜΕ.
Κρίνεται απαραίτητη η συστηματική και περιοδική ενημέρωση των διαπιστευμένων στο ΥΕΘΑ δημοσιογράφων, πάνω στις ιδιαιτερότητες του χώρου των ΕΔ σε θέματα ασφαλείας Πληροφοριών και Εγκαταστάσεων.
1.4.7. Ζ΄ Παράγοντας: Ψυχολογικές Επιχειρήσεις και ΜΜΕ.
Ο πόλεμος αποτελεί πολλές φορές το τελευταίο μέσο για την επίλυση μιας διαμάχης. Η υψηλή στρατηγική μιας χώρας θεωρεί και αυτή τη περίπτωση, επενδύοντας, έτσι, και στην στρατιωτική ισχύ. Η προσφυγή στα όπλα, όπως είναι εύκολα κατανοητό, δεν είναι πάντοτε η πλέον ενδεδειγμένη λύση. Η κάθε περίπτωση απαιτεί διαφορετική προσέγγιση και για το λόγο αυτό η εθνική ισχύς δεν εδράζεται μόνο σε αυτόν τον συντελεστή ισχύος.
Η στρατιωτική ισχύς αποτελεί ένα τμήμα της υψηλής στρατηγικής ενός κράτους, η οποία με τη σειρά της καλείται να συνδυάσει όλα τα μέσα που διαθέτει ένας δρων του διεθνούς συστήματος προκειμένου να επιτύχει τους στόχους που έχει θέσει.
Η υψηλή στρατηγική, ως ορισμός, εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία σε κάθε εποχή. Στην παρούσα χρονική στιγμή ξεφεύγουμε από τους καθαρά τριαδικούς πολέμους[1] του Κλαούζεβιτς και μπαίνουμε σε μια νέα εποχή. Τα ΜΜΕ, που αποτελούν και το βασικό αντικείμενο μελέτης αυτής της εργασίας, προσθέτουν ένα νέο δεδομένο στην συνάρτηση της εθνικής ασφάλειας.
Η σημασία των ΜΜΕ είναι δεδομένη και αναγνωρισμένη. Είναι ένα εργαλείο με το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί μια από τις αρχές που αναφέρει ο Σουν Τζου στο βιβλίο του «Η τέχνη του πολέμου». Δηλαδή, να καταφέρει κάποιος να πετύχει νίκη έναντι του αντιπάλου του χωρίς καν να πολεμήσει στο πεδίο της μάχης. Η χρήση τους στοχεύει στον επηρεασμό όχι μόνο του αντιπάλου, αλλά των φίλιων και ουδέτερων δυνάμεων και της εσωτερικής κοινής γνώμης.
Στις σύγχρονες επιχειρήσεις και σε όλους τους πολέμους και ειδικότερα στους τελευταίους στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, βλέπουμε ότι υπάρχουν δημοσιογράφοι ενσωματωμένοι σε μάχιμες μονάδες.
Παρατηρείται, όμως, μια ουσιαστική διαφοροποίηση στον τομέα που ονομάζεται Ψυχολογικές Επιχειρήσεις (ΨΕΠ). Οι ΗΠΑ έχουν επιδοθεί εδώ και χρόνια σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από το παραδοσιακό πλαίσιο των ΨΕΠ ή ειδικότερα του Ψυχολογικού Πολέμου και της Προπαγάνδας. Στόχος είναι, πλέον, η διεξαγωγή Επιχειρήσεων Πληροφόρησης που θα ασκούνται κατά τη διάρκεια της ειρήνης, χωρίς να χρησιμοποιούνται ψεύδη για να πεισθεί το ακροατήριο. Ουσιαστικά, οι Επιχειρήσεις Πληροφόρησης (ΕΠ) ανάγονται σε συντελεστή ισχύος και μέρος της υψηλής στρατηγικής. Για αυτό άλλωστε και θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο αυτό.
Συνεπώς ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος που διαδραματίζουν τα ΜΜΕ στον τομέα των Επιχειρήσεων Πληροφόρησης. Πώς μπορούμε να αποτρέψουμε, μέσω της επιρροής, μία πλευρά από το να πράξει κάτι εναντίον μας ή να την στρέψουμε υπέρ ημών ή απλά να την διατηρήσουμε ουδέτερη. Με άλλα λόγια τα ΜΜΕ συμβάλλουν σε όλο το φάσμα της Αποτροπής.
Η ανάπτυξη του παράγοντος θα γίνει σε δύο μέρη:
Το πρώτο, που υποδιαιρείται σε δύο τμήματα, αποτελεί εισαγωγή στις απαιτούμενες γνώσεις που πρέπει να έχει ο αναγνώστης προκειμένου να γίνει αντιληπτό, ποιά είναι τα σημεία στα οποία μπορεί να παρεμβληθούν οι Ε.Π. ώστε να αλλάξουν το αποτέλεσμα υπέρ μιας πλευράς. Στο πρώτο τμήμα παρουσιάζονται οι βασικές έννοιες, οι αναφερόμενες στην λειτουργία των Επιχειρήσεων Πληροφόρησης. Στο δεύτερο τμήμα αναπτύσσεται η διαδικασία λήψης αποφάσεων που ακολουθεί μια χώρα ή ένας δρων, προκειμένου να γίνει αντιληπτό που στοχεύουν οι ΕΠ. Στο τρίτο τμήμα αναφέρονται οι σύγχρονες στρατηγικές που ακολουθούνται ώστε να επηρεαστεί το ακροατήριο το οποίο στοχεύεται κάθε φορά.
Στο δεύτερο τέλος, αναλύεται ο όρος Επιχειρήσεις Πληροφόρησης, ποια είναι η διαφορά τους από τις Ψυχολογικές Επιχειρήσεις, πως προέκυψαν και πως εξυπηρετούν την εθνική ή γενικά στρατηγική ενός δρώντα του διεθνούς συστήματος.
Μερικά Συμπεράσματα
Οι επιχειρήσεις πληροφόρησης απαιτούν εξειδικευμένο προσωπικό. Δεν επαρκεί το να τοποθετηθεί κάποιο άτομο σε μια ομάδα που είναι επιφορτισμένη με το να παράγει το αντίστοιχο έργο. Χρειάζεται ειδική κατάρτιση. Είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί πολιτικό προσωπικό ή εταιρείες του χώρου.
Η ενσωμάτωση δημοσιογράφων σε στρατιωτικές μονάδες, όπως έπραξαν οι συμμαχικές δυνάμεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, είναι απαραίτητη για να μπορεί ο λαός της χώρας στην οποία ανήκουν οι δυνάμεις αυτές, να διαθέτει την απαιτούμενη πληροφόρηση, η οποία πρέπει να είναι αληθής. Αυτό ισχύει και για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις που διαθέτουν τμήματα σε ειρηνευτικές αποστολές, για τα οποία λίγα γίνονται γνωστά στον καθημερινό Τύπο.
Οι επιχειρήσεις πληροφόρησης πρέπει να γίνουν κύριο και όχι υποστηρικτικό στοιχείο της εθνικής στρατηγικής.Όλα αυτά τα χρόνια η Ελλάδα στα πλαίσια της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης δέχεται πλήγματα, όπως είναι λογικό και αναμενόμενο, ψυχολογικής φύσης. Θα πρέπει λοιπόν να δώσει μεγαλύτερη βάση στις επιχειρήσεις πληροφόρησης στο εσωτερικό και το εξωτερικό, ώστε να έχει ολοκληρωμένη αποτροπή.
1.5. Γενικά Συμπεράσματα
(ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ)
2. Ανάλυση Α΄ Παράγοντα: Σχέσεις ΜΜΕ – Κράτους – Ε.Δ.
2.1. Ιστορικό – Παρούσα Κατάσταση
2.1.2. Σύμφωνα με μία άποψη μία ένοπλη σύρραξη (ή η άμεση προοπτική της), οδηγεί σε μεταβολή των πραγματικών συνθηκών μεταβάλλοντας κατά συνέπεια τον τρόπο λειτουργίας των Μ.Μ.Ε.. Σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από ελεύθερη και δημοκρατική λειτουργία των Μ.Μ.Ε, αυτό οδηγεί σε ασυνέχειες. Ο πόλεμος συχνά επιδρά όχι απλά και μόνο στις πρακτικές, αλλά και στον τρόπο που γίνεται αντιληπτός ο κανονιστικός ρόλος των Μ.Μ.Ε. Μεγάλα τμήματα την κοινωνίας παύουν να θεωρούν τα Μ.Μ.Ε ως πηγή πληροφόρησης που οφείλει να είναι αμερόληπτη και τα αντιλαμβάνονται ως εργαλεία διαχείρισης του εσωτερικού μετώπου, η λειτουργία των οποίων αποσκοπεί στο να κρατήσει ψηλά το ηθικό και να ενισχύσει την προσπάθεια τόσο στο θέατρο των μαχών, όσο και στο θέατρο της Κοινής Γνώμης. Χαρακτηριστική αυτής της προσέγγισης, είναι η άποψη του Άγγλου δημοσιογράφου Max Hastings[2]:
«Κανένας Άγγλος ρεπόρτερ δεν μπορεί να παραμένει ουδέτερος, όταν η χώρα του βρίσκεται σε πόλεμο. Η αντικειμενικότητα είναι μία πολυτέλεια, για περιόδους που η χώρα έχει ειρήνη. Σε περιόδους πολέμου οι δημοσιογράφοι μετατρέπονται σε προέκταση της πολεμικής προσπάθειας». ‘
2.1.3. Έτσι κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων, σε κράτη με βαθιά δημοκρατική παράδοση και με νομοθετικά καθιερωμένη την ελευθερία του τύπου, λαμβάνει χώρα μία έντονη σύγκρουση ανάμεσα στο συμφέρον του κράτους, που πρέπει να φροντίσει για την επιβίωση του έθνους από την μία, και στο δικαίωμα στην αλήθεια, την ελευθεροστομία, και την ελευθεροτυπία από την άλλη (Jeanneney 1999:162, επίσης Carruthers 2000:9).
2.1.4. Σημαντικό είναι, τα Μ.Μ.Ε να μη θίγουν την Ασφάλεια των Επιχειρήσεων γνωστοποιώντας πληροφορίες. Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά στην λογική της δημοσιογραφίας και στην λογική των στρατιωτικών επιχειρήσεων: ‘ Το βασικό για μία πετυχημένη στρατιωτική επιχείρηση είναι η Μυστικότητα, ενώ το σημαντικό για την πετυχημένη δημοσιογραφία είναι η Δημοσιότητα’[3]. Το περιεχόμενο των ΜΜΕ, έχει πάντα ως δευτερεύον ακροατήριο τις υπηρεσίες κατασκοπίας του αντιπάλου. Στον πόλεμο των Φώκλαντ, Άγγλοι αξιωματούχοι ανησυχούσαν επειδή οι ατέρμονες συζητήσεις στην τηλεόραση περί της έκβασης του Πολέμου, μπορούσαν από λάθος να φανερώσουν στρατηγικά σχέδια στους Αργεντινούς (Adams 1986:157). Αυτό συνέβη στο Πόλεμο στο Περσικό όταν τα στρατηγικά σχέδια της εισβολής στο Κουβέιτ συζητήθηκαν σε εκπομπή[4] (Smith 1999:205). Η δυνατότητα της άμεσης και σε πραγματικό χρόνο μετάδοσης της είδησης μεγιστοποίησε τον κίνδυνο που θέτουν τα Μ.Μ.Ε για την ασφάλεια των πληροφοριών. Στον πόλεμο στον Περσικό, οι δημοσιογράφοι που εμφανίζονταν στα κανάλια και ανέφεραν πού έπεσαν ή πόσο αστόχησαν οι πύραυλοι άθελά τους παρείχαν την αναγκαία επικοινωνιακή επανατροφοδότηση (feedback) για να βελτιωθεί η ευστοχία τους. Χαρακτηριστική, επίσης, είναι η περίπτωση Ελληνικού τηλεοπτικού καναλιού, όταν κατά την διάρκεια της Κρίσης στα Ίμια παρουσίαζε σε ζωντανή σύνδεση, τα Ελληνικά πολεμικά πλοία που απέπλεαν από τον Ναύσταθμο.
2.1.5. Πέρα από την ασφάλεια των επιχειρήσεων, το περιεχόμενο των Μ.Μ.Ε. είναι σημαντικό στην κινητοποίηση του εσωτερικού μετώπου και στην συντήρηση του υψηλού ηθικού των ενόπλων δυνάμεων. Καμία πολεμική σύγκρουση κερδίζεται, χωρίς ισχυρό εσωτερικό μέτωπο. Η φράση «pοur quοι? pοurquοι?» (γιατί να πολεμήσουμε; για ποιόν να πολεμήσουμε;) υπήρξε ενδεικτική της αποσάθρωσης του ηθικού των Γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων και της κατάρ-
ρευσης του εσωτερικού μετώπου πριν καταρρεύσει το στρατιωτικό μέτωπο στην αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η εμπειρία των Αμερικανών στο Βιετνάμ, θεωρήθηκε από πολλούς χαρακτηριστική για την επίδραση που μπορεί να έχει η μη λογοκριμένη παρουσίαση μία πολεμικής σύγκρουσης στο εσωτερικό μέτωπο, καθώς και την επίδραση του τελευταίου στις πολεμικές επιχειρήσεις. Η επέμβαση στο σύστημα επικοινωνίας προς χάριν της αποτελεσματικής διαχείρισης του εσωτερικού μετώπου θεωρείται ότι έχει μικρότερη νομιμοποίηση απ’ ότι στην περίπτωση της ασφάλειας των επιχειρήσεων γιατί στηρίζεται στην άποψη ότι κάποιος γνωρίζει το δημόσιο συμφέρον καλύτερα και μπορεί ν’ αποφασίζει για τους άλλους.
2.1.6. Αν όμως η αποσάθρωση του ηθικού των ενόπλων δυνάμεων και η αποσύνθεση του εσωτερικού μετώπου είναι η Σκύλλα των σχέσεων Μ.Μ.Ε. – Ε.Δ. η «εθνική τύφλωση» είναι η Χάρυβδη. Κατά μία άποψη, ο υπερβάλλον πατριωτισμός στην δημοσιογραφία μπορεί να καταστεί αντιπαραγωγικός γιατί στερεί την κοινωνία από την πληροφόρηση και τον διάλογο που είναι απαραίτητος για την λήψη των σωστών αποφάσεων (Kalb 1994:6). Ενίοτε η υπερβολή εκμηδενίζει. Ο εθνοκεντρισμός των Μ.Μ.Ε. δύναται να παγιώσει την κοινή γνώμη σε ορισμένες θέσεις δημιουργώντας έτσι ανελαστικότητες κι ενδεχομένως παγιδεύοντας την πολιτική ηγεσία. Χαρακτηριστικά είναι τα συμπεράσματα δύο ερευνών για τον ρόλο του τύπου στα εθνικά μας θέματα. Ο Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης (1997:270-1) αναφέρει για τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις[5]:
«… οι ημερήσιες εφημερίδες και των δύο χωρών δεν αντιμετωπίζουν κριτικά τις επιλογές της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής, αλλά συμβαδίζουν με τους εκάστοτε εθνικούς στόχους … τα έντυπα και των δύο χωρών με το να μην είναι σε θέση να ασκήσουν κριτική στις ίδιες θέσεις, παραδείγματος χάριν να παραδεχθούν το ενδεχόμενο, ότι και τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς μπορούν να συζητηθούν, περισσότερο ενισχύουν, παρά αποδυναμώνουν το συγκρουσιακό δυναμικό.» ‘
Αντίστοιχα η έρευνα των Αντώνη Αρμενάκη και συνεργατών (1996:217, επίσης Παναγιωτοπούλου 1996:234) για τον ρόλο του τύπου στο Σκοπιανό συμπεραίνει:
«… κατά την κρίσιμη περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 1991 και Απριλίου 1993 το σύνολο σχεδόν του ελληνικού Τύπου αντιμετώπισε το Μακεδονικό ζήτημα και την γιουγκοσλαβική κρίση με ένα έντονα εθνοκεντρικό τρόπο. Η επανάληψη εθνο-κεντρικών αντιλήψεων και επιχειρημάτων συνέβαλε στη καλλιέργεια μιας στερεοτυπικής προσέγγισης των εθνικών θεμάτων, με αποτέλεσμα να συμπιέσει τα περιθώρια των πολιτικών και διπλωματικών ελιγμών της τότε κυβέρνησης».’
2.1.7. Έτσι από μία άλλη οπτική γωνία, τόσο η θεωρία του «Δημοσίου συμφέροντος» ως παράγοντας ελέγχου της ροής της επικοινωνίας, όσο και η γενικότερη αντίληψη ότι κάποιοι μπορούν να έχουν την απόλυτα σωστή άποψη του δημοσίου συμφέροντος και κατά συνέπεια να δύνανται να ελέγξουν τη ροή επικοινωνίας, απορρίπτεται ως αυταρχική. Αντιπροτείνουν το μοντέλο της ελεύθερης αγοράς των ιδεών, που επιτρέπει τον ισότιμο ανταγωνισμό όλων των διαφορετικών απόψεων. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό οι διάφορες μορφές λογοκρισίας είναι εμπόδιο στο να φτάσει κανείς στην αλήθεια. Παραθέτουν μία σειρά παραδειγμάτων, όπου η απόκρυψη των πληροφοριών λειτούργησε αρνητικά για το δημόσιο συμφέρον. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ο Κένεντυ οίκτιρε τους δημοσιογράφους των «Τάιμς της Νέας Υόρκης», που τον εισάκουσαν και δε δημοσίευσαν τις πληροφορίες που είχαν για την αμερικανοκίνητη εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων στην Κούβα. δημοσίευση, που κατά τον Κένεντυ θ’ ακύρωνε την επιχείρηση σώζοντάς τον από μία παταγώδη αποτυχία.
2.1.8. Δύο ακόμη, πολύ χαρακτηριστικά, παραδείγματα προέρχονται από το Ισραήλ, ένα κράτος, από την καταβολή του οποίου τα ΜΜΕ λειτουργούν, τόσο υπό τον έλεγχο στρατιωτικού λογοκριτή, όσο και υπό συνθήκες αυτολογο-κρισίας για λόγους εθνικού συμφέροντος. Στις παραμονές του πολέμου του Γιομ Κιμπούρ (1973) οι ισραηλινές εφημερίδες δε δημοσίευαν τις ειδήσεις για τις στρατιωτικές προετοιμασίες στην Αίγυπτο και στη Συρία, για να μη δημιουργήσουν πανικό. Το αποτέλεσμα ήταν η Κοινή Γνώμη (και όχι μόνο αυτή) να μην έχει προετοιμαστεί κατάλληλα για τον επερχόμενο πόλεμο. Το 1985 έγινε συμφωνία για την ανταλλαγή 1.150 Παλαιστινίων καταδικασμένων για «τρομοκρατικές ενέργειες» με 6 Ισραηλινούς στρατιώτες, οι οποίοι είχαν απαχθεί στο Λίβανο. Τα Ισραηλινά μέσα ενημέρωσης αποφάσισαν να αυτολογοκρίνουν τις σχετικές ειδήσεις για λόγους εθνικού συμφέροντος. Ο στρατιωτικός λογοκριτής από την άλλη επιθυμούσε να κυκλοφορήσουν τα νέα, έτσι ώστε η λαϊκή αντίδραση να ακυρώσει τη συμφωνία[6].
2.1.9. Το θέμα της επικοινωνιακής χειραγώγησης δε θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ηθική του διάσταση και στις σκοπιμότητες του χειραγω-γού. Έχει και μία ακόμη διάσταση, εκείνη της νομιμοποίησης και αποδοχής από μία κοινωνία που το υφίσταται. Ένα βασικό ζητούμενο της επικοινωνιακής στρατηγικής σε μία δημοκρατική χώρα είναι η νομιμοποίηση της λογοκρισίας, της προπαγάνδας, και της δημιουργίας ενός ελεγχόμενου πληροφοριακού περιβάλλοντος σε περιόδους εθνικής κρίσης ή ένοπλης σύρραξης. Η νομιμοποίηση αυτών των ενεργειών σχετίζεται τόσο με τις ιδιαιτερότητες της σύγκρουσης, όσο και με την ύπαρξη αντιθέσεων στο εσωτερικό της κοινωνίας. Ουσιαστικά το θέμα της νομιμοποίησης δεν μπορεί να εξεταστεί αυτόνομα ούτε ως προς τη μορφή της επικοινωνιακής χειραγώγησης, ούτε ως προς το θέμα της ευρύτερης διαχείρισης του εσωτερικού μετώπου.
2.1.10. Η αυτονομία των Μ.Μ.Ε. εντάσσεται στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης των σχέσεών τους με την πολιτική εξουσία. Είτε έχει να κάνει με τον καθορισμό του θεσμικού πλαισίου των Μ.Μ.Ε., είτε σχετίζεται με την αέναη διαπραγμάτευση των αποδεκτών πρακτικών του ελληνικού συστήματος πολιτικής επικοινωνίας, η διαδικασία αυτή καθορίζει τα περιθώρια δράσης για τις ένοπλες δυνάμεις. Υπάρχει δηλαδή ένα φάσμα αποδεκτών τρόπων πρακτικής τόσο για τα Μ.Μ.Ε., όσο και για τις ένοπλες δυνάμεις, που καθορίζεται από μία σειρά από παράγοντες, τους εξής:
α. Τη σχέση Μ.Μ.Ε. και πολιτικής εξουσίας.
β. Την προϊστορία των σχέσεων Μ.Μ.Ε. και πολιτι-κής εξουσίας τόσο σε περιόδους εθνικής κρίσης, όσο και κατά τη διάρκεια επικοινωνιακής χειραγώγησης
γ. Την υφή της επικοινωνιακής χειραγώγησης
δ. Το βαθμό διακύβευσης της σύγκρουσης
Οι προαναφερθέντες Παράγοντες αναλύονται ως εξής:
:
α. Η Σχέση των Μ.Μ.Ε. και της Πολιτικής Εξουσίας
H σχέση Μ.Μ.Ε. και πολιτικής εξουσίας συναρτάται τόσο από τα δομικά χαρακτηριστικά του επικοινωνιακού συστήματος, όσο και από αυτά του πολιτικού συστήματος, καθώς και από τη διαντίδραση τους. Το πλέγμα αυτών των σχέσεων προϋπάρχει και είναι πολύ ευρύτερο των ζητημάτων διαχείρισης του εσωτερικού μετώπου και της διαπραγμάτευσης της εικόνας της χώρας. Τα πλαίσιά του καθορίζουν τα όρια των αποδεκτών πρακτικών από τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας. Η προβληματική εδώ ενσωματώνει στοιχεία όπως ο ρόλος του πυλωρού, που διαδραμάτισε το κράτος στα πλαίσια του κρατικού μονοπωλίου στη ραδιοτηλεόραση, το κυρίαρχο μοντέλο κατασκευής της ειδησεογραφίας, η ύπαρξη αυτόνομης δημοσιογραφικής κουλτούρας, με την έννοια των καθορισμένων πρακτικών που γίνονται αποδεκτές από όλους . ακόμη ο βαθμός και το είδος της εμπορευματοποίησης των Μ.Μ.Ε., ο βαθμός επέκτασης του επικοινωνιακού συστήματος, η τυχόν πρόσδεση των Μ.Μ.Ε. σε διαπλεκόμενα συμφέροντα, η ύπαρξη σημαντικών πολιτικών αντιθέσεων και ο βαθμός που αυτές μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία των Μ.Μ.Ε. και τελικώς ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα πολιτικής επικοινωνίας διαχειρίζεται τη διαφωνία, τόσο αυτή που παράγεται στα πλαίσια του πολιτικού συστήματος, όσο και τη διαφωνία που παράγεται έξω από αυτό.
2.2.2. Στην περίπτωση της ραδιοτηλεοπτικής απελευθέρωσης στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου είναι ενδιαφέρουσα η μεταβολή της σχέσης ανάμεσα στην πολιτική και τα μέσα επικοινωνίας. Το σύστημα πέρασε από τη λογική της πολιτικής (party logic), όπου η λειτουργία των μέσων επικοινωνίας οργανωνόταν έτσι, ώστε να καλύψει τις ανάγκες του πολιτικού συστήματος, στη λογική του μέσου (media logic), όπου η συμπεριφορά των πολιτικών πρέπει να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις των μέσων, ώστε να μεγιστοποιήσουν την ειδησεογραφική κάλυψη (βλ. Mazzoleni 1987). Κατά τη διάρκεια της ραδιοτηλεοπτικής απελευθέρωσης η επέκταση του επικοινωνιακού πεδίου είχε άμεσα αποτελέσματα στη δυναμική της διαχείρισης του εσωτερικού μετώπου. Στο επίπεδο της χειραγώγησης υπήρξε μία πολύ σημαντική διαφοροποίηση. Υποκαταστάθηκε η μία και μοναδική προπαγάνδα του κρατικού μηχανισμού από τις πολλαπλές και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες προσπάθειες πειθούς διαφορετικών ομάδων πίεσης. Αυτές οι προσπάθειες φιλτράρονται στο εξής από το μηχανισμό κατασκευής της ειδησεογραφίας, που επιπλέον αποτελεί αυτόνομο και συχνά ανεξέλεγκτο μηχανισμό παραγωγής μεροληψιών.
β. Η Προϊστορία των Σχέσεων
Συχνά τα τραυματικά γεγονότα οδηγούν στη μεταβολή των αποδεκτών πρακτικών. Κάθε αδικαιολόγητη ή αποτυχημένη προσπάθεια χειραγώγησης των Μ.Μ.Ε. από την όποια εξουσία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καταστήσει παράνομη οποιαδήποτε αντίστοιχη προσπάθεια στο μέλλον. Αντίθετα ο αρνητικός ρόλος των Μ.Μ.Ε. σε μία ήττα ή σε μία κρίση που άπτεται εθνικού θέματος μπορεί να διευκολύνει την κατασταλτική επαναοριοθέτηση των επιτρεπτών από τα Μ.Μ.Ε. πρακτικών. Αυτό ισχύει ακόμα και αν ο αρνητικός ρόλος των Μ.Μ.Ε. είναι θέμα εικασιών και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ή δεν αποδεικνύεται επιστημονικώς.
γ. Η Υφή της Επικοινωνιακής Χειραγώγησης
Θεωρείται ότι υπάρχει ουσιαστική ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη λογοκρισία, στις ενέργειες δηλαδή στις οποίες προβαίνει το κράτος προκειμένου να αυτοπροστατεύεται από τις αλήθειες των Μ.Μ.Ε., και στην προπαγάνδα, την επιθετική δράση, που επιδιώκει με κάθε τρόπο να επηρεάσει τα πνεύματα και τις ψυχές (Jeanneney 1999:162). Αυτή η διαφοροποίηση μπορεί να θεωρηθεί ότι λειτουργεί νομιμοποιητικά υπέρ της λιγότερο ακραίας μορφής χειραγώγησης, της λογοκρισίας. Ωστόσο, όπως αναφέρει και ο Haste (1995:114), η λογοκρισία αποτελεί μία μορφή αρνητικής (αντεστραμμένης) προπαγάνδας, διότι, με το να περιορίζεται η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον πόλεμο ή τη σύγκρουση, δημιουργείται και διαχέεται στην ευρύτερη κοινωνία μία ψευδής εικόνα για τα συμβάντα, η οποία με τη σειρά της αποτελεί τη βάση για περαιτέρω δράση.
δ. Ο Βαθμός Διακύβευσης της Σύγκρουσης
Ο βασικός παράγοντας νομιμοποίησης κάθε προσπάθειας επικοινωνιακής χειραγώγησης, καθώς και κάθε προσπάθειας καταστολής επικοινωνιακών λειτουργιών, είναι το μέγεθος της διακύβευσης της σύγκρουσης. Τι μπορεί, δηλαδή, να χαθεί και τι να κερδηθεί ανάλογα με την έκβαση της σύγκρουσης. Ο David Miller (1995:45) παρέχει μία κατηγοριοποίηση των συγκρουσιογόνων καταστάσεων ανάλογα με το μέγεθος της διακύβευσης:
- Ο Ολοκληρωτικός Πόλεμος, ορίζεται από τον Taylor (1990:161) ως «ένας αγώνας για εθνική επιβίωση, όπου όλες οι πηγές του έθνους – στρατιωτικές, οικονομικές, βιομηχανικές, ανθρώπινες, ψυχολογικές– πρέπει να κινητοποιηθούν για να επιτευχθεί η νίκη και να αποφευχθεί η ήττα». Η έννοια του ολοκληρωτικού πολέμου ενσωματώνει τα στοιχεία της συνολικής κινητοποίησης μίας κοινωνίας για επιβίωση, την λειτουργική εξάλειψη της διαίρεσης ανάμεσα στο πεδίο των μαχών και στο εσωτερικό μέτωπο και το στοιχείο της μαζικοποίησης. Οι τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις που οδήγησαν στην άνοδο της μαζικής κοινωνίας δημιούργησαν όχι μόνο τα μαζικά μέσα επικοινωνίας αλλά και τον μαζικό πόλεμο.
Σε αυτή την περίπτωση το σύστημα λειτουργεί συγκεντρωτικά, ενώ ο ρόλος της κεντρικής διεύθυνσης στη οικονομία αυξάνει. Συνήθως, μεγάλος μέρος των ελευθεριών, που απολαμβάνει η κοινωνία σε περιόδους ειρήνης, περιστέλλεται, ενώ η λογοκρισία και η προπαγάνδα νομιμοποιούνται από την ανάγκη για εθνική επιβίωση[7]. Το μέγεθος του διακυβεύματος στον ολοκληρωτικό πόλεμο αυξάνει την δυνατότητα του πατριωτισμού να λειτουργήσει σαν μηχανισμός ευθυγράμμισης των Μ.Μ.Ε. με τις ανάγκες του πολέμου. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου και στην Αγγλία και στην Αμερική οι δημοσιογράφοι λειτούργησαν με καθεστώς αυτολογοκρισίας και όχι με ένα έξωθεν επιβεβλημένο σύστημα ελέγχου[8]. Αντίθετα σε όλες τις άλλες περιπτώσεις που το διακύβευμα της σύγκρουση είναι μικρότερο απαιτείται πιο ενεργητικό επικοινωνιακό μάνατζμεντ εκ μέρους της πολιτείας και των Ε.Δ. .
- Σε μερικές συρράξεις (partial engagements), όπως ο πόλεμος στον Κόλπο ή ο βομβαρδισμός του Κοσσυφοπεδίου, γενική λογοκρισία είναι πιο δύσκολο να επιβληθεί, ενώ οι διαφορετικές απόψεις είναι πιο δύσκολο να περιθωριοποιηθούν. Συχνά το αν ένας πόλεμος είναι ολοκληρωτικός ή αν αποτελεί μερικής σύρραξη συχνά είναι θέμα προοπτικής. Για τους Αμερικάνους το Βιετνάμ ήταν μερική σύρραξη για τους Βιετναμέζους ήταν ολοκληρωτικός πόλεμος (Carruthers 2000:13)
- Στο επίπεδο των επιχειρήσεων καταστολής εσωτε-ρικών εξεγέρσεων, (counter-insurgency conflict), όπως π.χ. στη Βόρεια Ιρλανδία με τον IRA μέχρι πρόσφατα ή στην Τουρκία με τους Κούρδους, όπου η αντίθεση που παράγει τη σύγκρουση βρίσκεται στο εσωτερικό του κράτους και όχι στο εξωτερικό, η νομιμοποίηση μέτρων λογοκρισίας είναι πιο περιορισμένη.
- Στο επίπεδο των σοβαρών εσωτερικών ταραχών, η απειλή για την υπόσταση του κράτους είναι μικρότερη και κατά συνέπεια η ανοχή της κοινωνίας σε μέτρα καταστολής κι επικοινωνιακής χειραγώγησης είναι αισθητά πιο μειωμένη.
Γενικώς η διακύβευση της σύγκρουσης θεωρείται μεγαλύτερη όταν αυτή είναι διεθνής. Οι Cohen, Adoni, και Bantz (1992) μελετώντας τις αναπαραστάσεις των κοινωνικών συγκρούσεων σε πέντε χώρες βρήκαν ότι οι συγκρούσεις που άπτονται των διεθνών σχέσεων παρουσιάστηκαν από την τηλεόραση ως πιο σύνθετες, με πιο μεγάλη ένταση, και δυσκολότερες να λυθούν από τις εσωτερικές συγκρούσεις. Η διαφοροποίηση αυτή επαναλήφθηκε και στο επίπεδο του ακροατηρίου: ο κόσμος θεώρησε ότι οι διεθνείς συγκρούσεις είναι δριμύτερες και σοβαρότερες από τις εθνικές/εσωτερικές.
2.2. Μορφές Άμυνας των ΜΜΕ στην χειραγώγηση
2.1.1. Η βασικότερη άμυνα των ειδησεογραφικών Μ.Μ.Ε. σε προσπάθειες χειραγώγησης εκ μέρους του κράτους προκύπτει από το θεσμικό τους ρόλο, δηλαδή από την κανονιστική (normative) δύναμη των Μ.Μ.Ε. «Σε μια δημοκρατία, τα Μ.Μ.Ε. είναι μια ζωτική δύναμη που τοποθετεί τις ανησυχίες των πολλών στο οπτικό πεδίο των λίγων που κυβερνούν» (Shudson 1995). Ο Τύπος ονομάστηκε «Τέταρτη Εξουσία», εξαιτίας της δύναμης που έχει, να ελέγχει την Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική λειτουργίες. Ένας ελεύθερος και ανεξάρτητος τύπος είναι απαραίτητη προϋπόθεση της σωστής λειτουργίας της δημοκρατίας και είθισται να αποτελεί καταστατική αρχή της. Ο ρόλος που ο τύπος παίζει σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, συχνά θεσμοθετείται μέσα από τις συνταγματικές επιταγές.
Το άρθρο 14 του ελληνικού Συντάγματος αναφέρει :
«Κάθε άτομο μπορεί να εκφράσει και να διαδώσει τις σκέψεις του προφορικώς, γραπτώς ή μέσω του Τύπου σύμφωνα με τους νόμους του κράτους. Ο Τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και όλα τα άλλα προληπτικά μέτρα απαγορεύονται».
Αντιστοίχως η Πρώτη Προσθήκη (First Amendment) του Συντάγματος των Η.Π.Α. αναφέρει:
«Το Κογκρέσο δεν πρέπει να νομοθετεί ευνοϊκά προς ένα κατεστημένο ή μια θρησκεία, ούτε να απαγορεύει την ελεύθερη εξάσκησή της, ούτε να συστέλλει την ελευθερία του λόγου ή του Τύπου, ή το δικαίωμα των ανθρώπων να συνέρχονται ειρηνικά και να αιτούν από την Κυβέρνηση να εξετάσει τα αιτήματα τους».
2.1.2. Αντίστοιχη νομολογία υπάρχει σε όλες, σχεδόν, τις δημοκρατικές κοινωνίες. Οι νόμοι αυτοί ερμηνεύουν την ελευθερία του Τύπου ως μια προέκταση της ελευθερίας του λόγου. Η κανονιστική δύναμη της ελευθερίας του Τύπου είναι εμφανής και στους αρνητικούς συνειρμούς, που φέρουν λέξεις, όπως λογοκρισία. Ο όρος είναι τόσο στενά συνδεδεμένος με αυταρχικά και αντιδημοκρατικά καθεστώτα, που δε χρησιμοποιείται, ακόμα και όταν η φύση της περιστάσεως τον νομιμοποιεί. Παραδείγματος χάριν η λογοκρισία κατά τη διάρκεια του πολέμου των Φώκλαντ αναφερόταν ως «Εκκαθάριση» (clearance), ενώ κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, αναφερόταν ως «Καθοδήγηση» (guidance).
2.1.3. Προσπάθειες κατασταλτικής παρέμβασης στα Μ.Μ.Ε. λειτουργούν αντίθετα και από το γράμμα και από το πνεύμα της δημοκρατικής πολιτείας. Τα μέσα επικοινωνίας, καθώς και η διεθνής κοινότητα, χρησιμοποιούν το προανα-φερθέν πλαίσιο ως έναν πήχη, που μετράει την απόκλιση του κράτους και των χειραγωγών από αυτά που συνιστούν τη δημοκρατική πρακτική. Έτσι η θεωρία της δημοκρατίας δεν προσφέρει μόνο μια νομική και ηθική ασπίδα για την προάσπιση της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας, αλλά επίσης παρέχει ένα σύστημα ερμηνευ-τικών πλαισίων και σχημάτων, που ενεργοποιούνται άμεσα σε συνθήκες έντονης επικοινωνιακής χειραγώγησης και δυναμικής επαναδιαπραγμάτευσης της έκτασης των δημοσιογραφικών τρόπων πρακτικής, προβάλλοντας την εικόνα του κράτους ή και του κόμματος ή όποιου άλλου εξουσιαστικού μηχανισμού, με τον οποίο αντιπαρατίθενται, ως κυνικού χειραγωγού. Σ’ αυτή τη σεναριακή δομή που προβάλλουν, τα Μ.Μ.Ε. διατηρούν για τον εαυτό τους το ρόλο του ελεγκτή της εξουσίας και του πυλώνα της δημοκρατίας.
2.1.4. Μία άλλη άμυνα των Μ.Μ.Ε. στην ενεργό επικοινωνιακή παρέμ-βαση του κράτους σε περιόδους κρίσεις είναι η λειτουργία της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας ως βασικό modus operandi του επικοινωνιακού συστήματος. Στα πλαίσια αυτής της λειτουργίας η Tuchman (1978) θεωρεί ότι η αντικειμενικότητα είναι ένα στρατηγικό τελετουργικό, που χρησιμοποιείται από τους δημοσιογράφους ως άμυνα εναντίον οποιουδήποτε θα τους κατηγορούσε ότι διαστρεβλώνουν τις απόψεις του, ή ότι λειτουργούν μεροληπτικά εναντίον του. Υπό αυτή την προοπτική η «αντικειμενικότητα» προβάλλεται από τη δημοσιογραφική κοινότητα όχι ως μεθοδολογία κατασκευής ειδήσεων, ούτε ως τρόπος οργάνωσης των μεροληψιών, αλλά ως ένας μηχανισμός, που εγγυάται ότι η ειδησεογραφία λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Συνεπώς προβάλλει τις συναινετικές ή συγκρουσιακές διαδικασίες, που υπάρχουν στα πλαίσια της κοινωνίας. Σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα οι πολιτικές ηγεσίες, που έχουν μία άμεση σχέση εκπροσώπησης με την ευρύτερη κοινωνία, αποτελούν κατά κύριο λόγο τις «αξιόπιστες πηγές», που εμφανίζονται στις ειδήσεις, και των οποίων οι μαρτυρίες αποτελούν τα όρια της αποδεκτής ερμηνείας που προβάλλουν τα Μ.Μ.Ε. Εάν στη διάρκεια της εθνικής κρίσης υπάρξει συναίνεση, αυτή θα προβλη-θεί από τα Μ.Μ.Ε. Εάν αντιθέτως κατά τη διάρκεια της εθνικής κρίσης αναπτυχθεί συγκρουσιακή δυναμική, που συνεπάγεται πολιτική διαφωνία είτε για τη φύση της σύγκρουσης, είτε για τον τρόπο αντιμετώπισής της, τότε τα Μ.Μ.Ε. θα αναπαρα-γάγουν αυτή τη συγκρουσιακή δυναμική. Σύμφωνα με αυτή την άποψη είναι απί-θανο τα Μ.Μ.Ε. να κινηθούν αυτόνομα και να ενεργοποιήσουν συγκρουσιακές δυ-νάμεις, όταν υπάρχει εθνική ομογνωμία. Απότοκο αυτών των απόψεων είναι η αντίληψη ότι σε περιόδους εθνικής κρίσης ο επικοινωνιακός σχεδιασμός δε θα πρέπει να στηρίζεται σε κατασταλτικά μέτρα κατά των Μ.Μ.Ε., αλλά στην πρωτο-γενή ανάπτυξη και διαχείριση της κοινωνικής συναίνεσης.
2.1.5. Ούτε αυτό το ιδεολόγημα βεβαίως ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Αν και υπάρχουν κάποιες έρευνες που το ενισχύουν, με κυριότερη αυτή του Hallin (1986) για το Βιετνάμ, ωστόσο η τότε αντίληψη περί αντικειμενικότητας δεν ανταποκρίνεται πλήρως στους τρέχοντες τρόπους δημο-σιογραφικής πρακτικής. Εξ άλλου υπάρχουν παραδείγματα, όπου η αντίθεση της βάσης του πολιτικού συστήματος ενεργοποιήθηκε από την αυτόνομη λειτουργία των Μ.Μ.Ε. ερχόμενη σε αντίθεση με την υπάρχουσα συναίνεση στην κορυφή. Στην περίπτωση της Ελλάδας χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε το μποϋκοτάζ τον ολλανδικών και δανικών προϊόντων ως διαμαρτυρία για τη στάση τους στο Σκοπιανό καθώς και οι αντιαμερικανικές εκδηλώσεις για τους βομβαρδισμούς στο Κοσσυφοπέδιο.
2.1.6. Στην επικοινωνιακή χειραγώγηση ισχύει το ρητό «η υπερβολή εκμηδενίζει». Τα Μ.Μ.Ε. διατηρούν την αξιοπιστία τους απέναντι στο κοινό τους, συντηρώντας μία εικόνα αντικειμενικότητας, αμεροληψίας, και αξιοπιστίας. Αν αυτή η εικόνα τρωθεί, τότε τα Μ.Μ.Ε. απαξιώνονται ως επικοινωνιακός δίαυλος. Τόσο ο Oron Hale (1964) στην ανάλυση της χειραγώγησης του γερμανικού Τύπου από τους Ναζί, όσο και ο Robert McDonald (1983) στην ανάλυση της χειραγώγησης του ελληνικού Τύπου από τη Χούντα, δείχνουν με τις εξαίρετες αναλύσεις τους πως η υπερβολική και εμφανής χειραγώγηση των Μ.Μ.Ε., εκτός του ότι μειώνει την αξιοπιστία τους, βλάπτει και τον ίδιο το χειραγωγό. Αντιστοίχως, όταν το BBC δέχθηκε επιθέσεις από Άγγλους πολιτικούς και εφημερίδες διότι κατά τη διάρκεια του πολέμου στα Φώκλαντ αναφερόταν στα «Αγγλικά Στρατεύματα» και όχι στις «ημέτερες δυνάμεις», αντέτεινε ότι η διεθνής αξιοπιστία, την οποία του εξασφάλιζε η αντικειμενικότητά του, ήταν εξαιρετικώς πολύτιμη περιουσία για να θυσιαστεί για τις ανάγκες βαυκαλισμού της κοινής γνώμης και της πολιτικής ηγεσίας[9].
2.1.7. Οι αντιλήψεις που υπάρχουν για τη δύναμη των μέσων είναι ένας παράγοντας που λειτουργεί σαν δίκοπο μαχαίρι για τα Μ.Μ.Ε.: από τη μία πλευρά μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία, εφόσον δίνει δύναμη στους δημοσιογράφους και στους ιδιοκτήτες των Μ.Μ.Ε. στις σχέσεις τους με τους πολιτικούς και τις άλλες ηγεσίες[10], από την άλλη αυτές ακριβώς οι αντιλήψεις είναι που νομιμοποιούν την επιβολή ελέγχων και περιορισμών. Οι απόψεις για τη δύναμη των Μ.Μ.Ε. συχνά δεν έχουν σχέση με τα επιστημονικά συμπεράσματα της επικοινωνιολογίας. Πολλές φορές υπάρχει εμμονή σε ιδεοληψίες, που προέρχονται από την ξεπερασμένη επιστημονικώς θεωρία των πανίσχυρων Μ.Μ.Ε. Σε ανάλυση των επιδράσεων των αναπαραστάσεων των δημοσιογράφων και των Μ.Μ.Ε. στο λόγο των πολιτικών, βρέθηκε ότι η δύναμη των Μ.Μ.Ε. γίνεται αντιληπτή στα εξής επίπεδα:[11]
α. Τα Μ.Μ.Ε. έχουν ισχύ στο επίπεδο του κοινού. Έχουν τη δύναμη να πείθουν, να επηρεάζουν το κοινό.
β. Στο δομικό επίπεδο, τα Μ.Μ.Ε. παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην κατασκευή της πραγματικότητας και της αυτογνωσίας μιας κοινωνίας. Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην κατασκευή της κοινωνικής πραγματικότητας είναι μια ένδειξη της ισχύος τους.
γ. Στο επίπεδο της δημοσιογραφικής διαμεσολάβησης. Έχον-τας την εμπειρία της πραγματικότητας, δηλαδή μια σαφή κι ακριβή εικόνα των γεγονότων όπως συνέβησαν και των αναπαραστάσεων αυτών των γεγονότων που παρέχουν τα Μ.Μ.Ε. και παρατηρώντας την απόσταση αυτών των δύο, συναισθάνεται κανείς το μέγεθος της δημοσιογραφικής διαμεσολάβησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αντίληψη ισχύος των Μ.Μ.Ε., ως της ικανότητάς τους να χειραγωγούν την προβολή της πραγματικότητας. Είναι σαφές ότι άτομα σε ηγετικές θέσεις, που λαμβάνουν σημαντικές αποφάσεις και συμμετέχουν πιο ενεργητικά στο κοινωνικό γίγνεσθαι, θα έχουν σαφέστερη εικόνα της αδιαμεσολάβητης πραγματικότητας.
δ. Στις σχέσεις με τα Μ.Μ.Ε. υπάρχει ένα επίπεδο άμεσης συναλλαγής, όπου προσφέροντας κανείς πληροφορίες στα Μ.Μ.Ε. παίρνει σε αντάλλαγμα πληροφόρηση. Σ’ αυτό το επίπεδο συναλλαγής τα Μ.Μ.Ε. θεωρούνται ισχυρά, όχι μόνο διότι ελέγχουν την αντιμισθία, αλλά και διότι μπορούν να λειτουργήσουν και ως πυλωροί ελέγχοντας τις διόδους προς τη δημόσια σφαίρα. Έτσι μπορούν και να σιωπήσουν τους ασκούντες κριτική.
2.1.8. Αυτές οι διαφορετικές αντιλήψεις για τη δύναμη των Μ.Μ.Ε. λειτουργούν άλλες φορές ανασχετικά, δημιουργώντας φόβο σε όσους θέλουν να περιορίσουν τον ρόλο των Μ.Μ.Ε., και σε άλλες περιπτώσεις ως επιχείρημα υπέρ της επιβολής ενός κατασταλτικού ρυθμιστικού πλαισίου στα Μ.Μ.Ε. Τα ΜΜΕ έχουν ισχύ στις συναλλαγές τους με τις ηγεσίες, όσο θεωρούνται από εκείνες ότι έχουν δύναμη στο επίπεδο του κοινού. Η αντίληψη όμως ότι τα ΜΜΕ, μέσω της διαπλοκής, επηρεάζουν την πολιτική εξουσία (και όχι μόνο) διαχέεται στο κοινό και λειτουργεί ως απόδειξη για την ισχύ των ΜΜΕ Έτσι λειτουργεί ένας φαύλος κύ-κλος, όπου η οιαδήποτε εκδήλωση ισχύος των ΜΜΕ λειτουργεί ως αυτοεκπλη-ρούμενη προφητεία.
2.1.9. Στο σημείο, όπου η εξωτερική πολιτική συνδέεται με τις ένοπλες δυνάμεις και τα Μ.Μ.Ε., η δύναμη των τελευταίων αποκτά επιπλέον τις ακόλουθες διαστάσεις:
α. ως επιταχυντής των διεθνών εξελίξεων, που επιβάλλοντας γρήγορους ρυθμούς στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα.
β. ως παράγοντας συγκρουσιογόνου αρνητισμού, που μπορεί να δημιουργήσει τετελεσμένα ή να εγκλωβίσει σε ανεπιθύμητα διλήμματα.
γ. καλλιεργώντας μορφές δυναμικής στο εσωτερικό μέτωπο, που εναντιώνονται ή περιορίζουν τις αποτελεσματικές διεθνείς σχέσεις και την ορθολογική διαχείριση των εθνικών θεμάτων.
2.1.10. Αν και στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχουν αναλύσεις για τις λειτουργίες των Μ.Μ.Ε., που δημιουργούν αυτές τις ιδεοληψίες για τη δύναμη τους, δεν υπάρχει επί του παρόντος συστηματική ανάλυση για το πώς η δύναμη των Μ.Μ.Ε. σε περιόδους εθνικών κρίσεων, γίνεται αντιληπτή από δημοσιογράφους, πολιτικούς, στρατιωτικούς και γραφειοκράτες, δηλαδή από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης (opinion leaders) και από τους διαμορφωτές της πολιτικής (policy makers). Για να επέλθει σταθερή ισορροπία σε αυτό το πλέγμα σχέσεων και για να διαμορφωθεί ένας αποτελεσματικός σχεδιασμός δράσης σε διαφόρους τύπους κρίσεων, πρέπει οι ιδεοληψίες που υπάρχουν για τη δύναμη των Μ.Μ.Ε., καθώς και οι αντιλήψεις για τα όρια των αποδεκτών τρόπων πρακτικής να αναλυθούν σε βάθος.
2.1.11. Ένας άλλος μηχανισμός αντιμετώπισης προσπαθειών ελέγχου, που διαθέτουν τα Μ.Μ.Ε., είναι η χρήση του στρατηγικού πλαισίου για την παρουσίαση και ερμηνεία κάθε προσπάθειας, που αποσκοπεί στον περιορισμό της λειτουργίας τους. Το στρατηγικό πλαίσιο είναι μόνιμο και σταθερό φαινόμενο στις αναπαραστάσεις της πολιτικής δράσης, ορισμένες δε από τις εκφάνσεις του στο πεδίο της διαχείρισης των εθνικών θεμάτων και των ενόπλων δυνάμεων είναι ιδιαιτέρως παθογενείς. Ακραίας μορφής έκφανση του «στρατηγικού πλαισίου» είναι το «πλαίσιο του ξένου δακτύλου», όπου η δράση των Ελλήνων που διαχειρίζονται μία κρίση παρουσιάζεται ως ετεροκαθορισμένη και εξυπηρετούσα αλλότριες προτεραιότητες και όχι το εθνικό συμφέρον. Μία διαφορετική έκφανσή του είναι η «μικροκομματική πλαισίωση», που παρουσιάζει τη διαχείριση των εθνικών θεμάτων ως υποκινούμενη από κομματικές σκοπιμότητες. Στρατηγική πλαισίωση εφαρμόζεται επίσης όταν προσπάθειες για επιβολή περιορισμών σε ορισμένες λειτουργίες των Μ.Μ.Ε. για αποδεκτούς λόγους, όπως η ασφάλεια των επιχειρήσεων ή το ηθικό στο εσωτερικό μέτωπο, αποδίδονται από τα Μ.Μ.Ε. σε μη αποδεκτούς λόγους, όπως η συγκάλυψη ατοπημάτων εκ μέρους της πολιτικής ή της στρατιωτικής ηγεσίας.
2.1.12. Τα φάσμα των ιδεολογημάτων, στα οποία μπορούν να στη-ριχτούν τα Μ.Μ.Ε. για να απονομιμοποιήσουν την επικοινωνιακή χειραγώγηση και τον έλεγχο εκ μέρους της εξουσίας, είναι εκτεταμένο και έχει κάθε φορά να κάνει με την ιστορική εμπειρία, καθώς και με τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περίπτωσης.
2.3.1. Ιστορικά, η έννοια του Εσωτερικού Μετώπου έχει διαμορφωθεί σε αντιδιαστολή με την έννοια του Πολεμικού Μετώπου και αναφέρεται στο σύνολο των προσπαθειών που καταβάλει η ευρύτερη κοινωνία για να υποστηρίξει την πολεμική προσπάθεια. Παραδοσιακά η επικοινωνιακή διάσταση του Εσωτερικού Μετώπου, αφορά την διαχείριση των ΜΜΕ προς ενίσχυση της υποκί-νησης και την διατήρηση υψηλού ηθικού. Σταδιακά η ύπαρξη μακροχρόνιων αντιθέσεων που δεν εξελίσσονται απαραίτητα σε ένοπλη σύρραξη, δημιούργησε Εσωτερικό Μέτωπο εν τη απουσία Πολεμικού Μετώπου. Υπό αυτές τις συνθήκες, η διαχείριση του Εσωτερικού Μετώπου σχετίζεται πρωτίστως με την διαχείριση της νομιμοποίησης των ενόπλων δυνάμεων και των αποφάσεων της πολιτικής ηγεσίας. Σε επιστημολογικό επίπεδο η διαχείριση Εσωτερικού Μετώπου, είναι ο χώρος όπου η εφαρμοσμένη επικοινωνιολογία συναντάται με το τρίγωνο του Κλάουζεβιτς «Κυβέρνηση – Στρατός – Λαός».
Στην συνέχεια, θα διερευνηθούν δύο προβληματικές που σχετίζονται με το εσωτερικό μέτωπο. Η πρώτη σχετίζεται με την νομιμοποιητική βάση των Ενόπλων Δυνάμεων και η δεύτερη με την επικοινωνιακή διάσταση του φαινομένου της Φινλανδοποίησης.
2.3.2. Οι ισχυρές ένοπλες δυνάμεις στηρίζονται στην οικονομική και ψυχολογική υποστήριξη της κοινωνίας. Η υποστήριξη αυτή, συνδέεται ευθέως με δύο εικόνες:
α. την εικόνα του άμεσου και σημαντικού κινδύνου, που καθιστά το κόστος των Ε.Δ. αναγκαίο, και
β. τη θετική εικόνα των Ε.Δ. ως αποτελεσματικών διαχειριστών. Στην κατασκευή και των δύο εικόνων σημαντικό ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ.
2.3.3. Η ισχυρή νομιμοποιητική βάση των Ε.Δ. στην Ελληνική κοινωνία στηρίχθηκε και στην Τουρκική επιθετικότητα. Ουσιαστικά η Τουρκία με τις εικόνες επιθετικότητας που παρήγαγε θωράκιζε την εικόνα των Ε.Δ.. Οι ειδήσεις για τις παραβιάσεις του Ελληνικού εναέριου χώρου η τις Τουρκικές αξιώσεις στα νησιά, περνούσαν το μήνυμα του άμεσου και σημαντικού κινδύνου για την ασφάλεια της χώρας. Μήνυμα που απαντούσε σε ερωτήματα του τύπου «μήπως το κόστος είναι μεγάλο;», πριν αυτά ακόμα τεθούν. Μετά το 1999 οι αναπαραστάσεις των Ελληνο-τουρκικών σχέσεων και τα στερεότυπα που προβάλλονται για την Τουρκία, έχουν μεταβληθεί άρδην χωρίς να έχει μεταβληθεί σε αντίστοιχο βαθμό και η πραγματικότητα.
2.3.4. Η μεταβολή των αναπαραστάσεων της Τουρκία από «άμεσο και ορατό κίνδυνο» σε «φίλο», δημιουργεί την ανάγκη για πιο ενεργητική, συστηματική και σε βάθος διαχείριση της εικόνας των Ενόπλων Δυνάμεων. Η επιθετικότητα των μέσων επικοινωνίας απέναντι σ’ έναν θεσμό καθορίζεται από την υποστήριξη που προσφέρει η κοινή γνώμη στον θεσμό αυτό. Ο άμεσος και ορατός κίνδυνος που αποτελούσε η Τουρκική επιθετικότητα, δημιουργούσε αναστολές στην επιθετικότη-τα των ΜΜΕ κατά των Ε.Δ. Στον βαθμό που η μεταβολή των Ελληνοτουρκικών σχέσεων υποσκάπτει την νομιμοποιητική βάση τόσο η ένταση όσο και η συχνό-τητα του αρνητισμού των ΜΜΕ, θα αυξάνεται δημιουργώντας αλλεπάλληλες επικοινωνιακές κρίσεις.
2.3.5. Ο όρος Φινλανδοποίηση, περιγράφει τη διαδικασία κατά την οποία μία μικρή χώρα, η οποία συνορεύει με μία μεγαλύτερη, αποκτά με συγκεκαλυμμένο τρόπο εξαρτήσεις από την ισχυρή της γείτονα. Εξαρτήσεις, που την κάνουν να αντιδρά αυτόματα και ευνοϊκά σε κάθε αίτημα της μεγαλύτερης χώρας. Η υιοθέτηση αυτής της στάσης, είναι απότοκο του φόβου ότι η μικρή χώρα οδηγούμενη σε σύρραξη με το γείτονά της, θα χάσει πολύ περισσότερα.
2.3.6. Ο όρος αυτός αποτελεί κωδικοποίηση των ιστορικών σχέσεων της Φινλανδίας με τη Σοβιετική Ένωση. Μετά από μία σειρά ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ των δύο χωρών στο πρώτο μισό του αιώνα, η μεταπολεμική φινλανδική κυβέρνηση του Suho Passikivi ακολούθησε μία πολιτική ευμενούς ουδετερότητας απέναντι στη Σοβιετική ‘Ένωση, η οποία μέσα από ένα πλέγμα «φιλικών» συμφώνων συνεργασίας, καθώς και τη σύναψη προνομιακών οικονομικών σχέσεων, οδήγησε στο «συντονισμό» της εξωτερικής και εν μέρει της εσωτερικής πολιτικής της Φινλανδίας, με τις απαιτήσεις της Σοβιετικής Ένωσης (Scruton 1982).
2.3.7. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου ο όρος αυτός χρησιμο-ποιήθηκε, ως μέρος του ιδεολογικού οπλοστασίου του ΝΑΤΟ, που νομιμοποιούσε την ύπαρξη του, ενώ συγχρόνως κατεδείκνυε τους κινδύνους που κρύβονταν από τη δράση ορισμένων φιλειρηνικών κινημάτων, καθώς και των στενών εναγκα-λισμών των ευρωπαϊκών χωρών με τη Σοβιετική Ένωση. Πέραν του ιστορικού πλαισίου στο οποίο αναδείχθηκε, ο όρος αυτός, χρησιμεύει για να καταδείξει τους κινδύνους που συνεπάγονται επιθέσεις φιλίας, όταν αυτές γίνονται στα πλαίσια:
α. μίας μακροχρόνιας δομικής αντιπαλότητας που δεν αίρεται,
β. μίας ανισότητας στρατιωτικών δυνάμεων και αντίστοιχα μειωμένης πρόθεσης αυτές να χρησιμοποιηθούν.
2.3.8. Ο κυριότερος παράγοντας νομιμοποίησης κάθε προσπάθειας επι-κοινωνιακής χειραγώγησης είναι το μέγεθος της διακύβευσης της σύγκρουσης. Τι μπορεί, δηλαδή, να χαθεί και τι να κερδηθεί ανάλογα με την έκβαση της σύγκρου-σης. Την περίοδο 1944-48, με την Σοβιετική εισβολή να επικρέμεται, η κυβέρνηση της Φινλανδίας προειδοποίησε τους δημοσιογράφους ότι λόγοι σύνεσης απαιτούσαν η εικόνα της Σοβιετικής Ένωσης στα Φινλανδικά ΜΜΕ να είναι σύμφωνη με τις επιθυμίες της. Έτσι, απαίτησε από τους Φιλανδούς δημοσιο-γράφους να κινηθούν στα επίπεδα αυτολογοκρισίας που κινήθηκαν οι Άγγλοι συνάδελφοι τους κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η δημοσίευση αρνητικών σχολίων κατά ξένης χώρας ή της κυβέρνησης της στον τύπο, θα θεωρείται ως δυσφήμιση, κακούργημα τιμωρούμενο με διετή φυλάκιση (Salminen 1999:16).
2.3.9. Ο πρόεδρος της Φινλανδίας καθώς και ο υπουργός των εξωτερικών λειτουργούσαν ως δίαυλοι μέσω των οποίων άμεσες κι έμμεσες απειλές εκπορευόταν από την Σοβιετική Ένωση προς τους ιδιοκτήτες κι εργαζόμενους των ΜΜΕ. Άλλος μοχλός πίεσης, ήταν η πρεσβεία της ΕΣΣΔ στην Φινλανδία, μία από τις καλύτερα στελεχωμένες στον κόσμο, με πάνω από 300 υπαλλήλους. Ειδική ομάδα, ανέλυε το περιεχόμενο των ΜΜΕ. Κάθε μέσο επικοινωνίας ήταν χρεωμένο σε ειδικό παρατηρητή, ενώ τα κεντρικά ενημερώ-νονταν σε καθημερινή βάση για τις αναπαραστάσεις της ΕΣΣΔ, από τα Φινλανδικά ΜΜΕ. (Salminen 1999:52).
2.3.10. Η λειτουργία της Φινλανδοποίησηs, απαιτεί μία σύνθετη διαδικασία αυτολογοκρισίας, που παίρνει την μορφή της αστυνόμευσης του οικείου συμβολικού περιβάλλοντος, εκ μέρους του πιο αδύνατου μέρους της σχέσης. Η Φινλανδοποίηση, ακριβώς όπως ο επεκτατικός εθνικισμός και η πολεμική σύγκρουση, οδηγεί σε χειραγώγηση του επικοινωνιακού συστήματος. Τα απολυταρχικά καθεστώτα έχουν διαμορφώσει τα ΜΜΕ κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση τους κι έτσι δεν δημιουργούνται ασυνέχειες. Οι πιέσεις που ασκεί μία σύρραξη στις σχέσεις μίας φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας με τα, αντιστοίχως, φιλελεύθερα ΜΜΕ, είναι συνήθως βραχυπρόθεσμη και δεν δημιουργεί δομικές στρεβλώσεις. Στην περίπτωση της Φινλανδοποίησης η ανάγκη αστυνόμευσης του συμβολικού περιβάλλοντος και αυτολογοκρισίας έχει διαχρονική σταθερότητα δημιουργώντας στρεβλώσεις στο επικοινωνιακό σύστημα. Ουσιαστικά τα ΜΜΕ καλούνται να λειτουργήσουν με μία λογική, με ένα τρόπο κατασκευής της ειδησεογραφίας, διαφορετικό από αυτόν που αντιστοιχεί στην δομή τους.
2.3.11. Στο επίπεδο των κοινωνικών αναπαραστάσεων, η τακτική αυτή οδηγεί στον αποκλεισμό ορισμένων απόψεων από το περιεχόμενο των ΜΜΕ, που με την σειρά του οδηγεί στην έκπτωση τους από τον πολιτικό και κοινωνικό διάλογο. Ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα του αποκλεισμού αυτού στο επίπεδο της κοινής γνώμης; Την απάντηση δίνει η Γερμανίδα θεωρητικός Noelle-Neumann (1984) με την θεωρία του «Σπιράλ της Σιωπής». Προτείνει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι για να αποφύγουν την απομόνωση σε σημαντικά δημόσια ζητήματα, καθοδηγούνται απ’ ότι νομίζουν ότι είναι οι κυρίαρχες απόψεις στο περιβάλλον τους. Οι άνθρωποι τείνουν να αποκρύπτουν τις απόψεις τους, όταν νομίζουν ότι ανήκουν στη μειοψηφία, αντιθέτως, είναι πιο πρόθυμοι να τις εκφράσουν, όταν εικάζουν ότι ανήκουν στις κυρίαρχες ομάδες. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι απόψεις που γίνονται αντιληπτές ως κυρίαρχες κερδίζουν ακόμα περισσότερο έδαφος και οι εναλλακτικές υποχωρούν ακόμα περισσότερο. Τα ΜΜΕ αποτελώντας τις πιο εύκολα προσβάσιμες πηγές παίζουν καθοριστικό ρόλο στον προσδιορισμό της κυρίαρχης άποψης για το ακροατήριο. Συνεπώς απόψεις που εκ συστήματος αποκλείονται από τα ΜΜΕ περιορίζεται η δυνατότητα τους να λειτουργήσουν σαν άξονες για την οργάνωση και την κινητοποίηση της κοινής γνώμης. Ο συνδυασμός των επικοινωνιακών διεργασιών της Φινλανδοποίηση με την λειτουργία του σπιράλ της σιωπής έχει την δυνατότητα να μετατρέψει μία στρατηγική κίνηση σε ψυχική άλωση του υπό φινλανδοποίηση έθνους παγιώνοντας την εθελοδουλία και προσδίδοντας της κανονιστικό ρόλο.
2.3.12. Μία άλλη αλλοίωση που υφίσταται το υπό Φιλανδοποίηση έθνος, είναι οι στρεβλώσεις που δημιουργούνται στην γλώσσα. Στρεβλώσεις ανάλογες με αυτές που περιγράφει ο Όργουελ στο μυθιστόρημα «1984». Οι λέξεις χρησιμοποιούνται όχι με το πραγματικό τους νόημα, άλλα ως ευφημισμοί που αποκρύπτουν την πραγματικότητα. Αντίστοιχα προς το «1984», όπου η λέξη «Ειρήνη» σημαίνει «Πόλεμος», στην Φινλανδοποίηση η ίδια λέξη σημαίνει «Υποταγή», ενώ η «Εθελοδουλία» βαφτίζεται «Καλή Γειτονία», για να γίνουν αμφότερες πιο εύκολα αποδεκτές, ενώ η ιστορία ξαναγράφεται για να συνταιριάζει με τις πολιτικές αναγκαιότητες της στιγμής και του κατ’ ουσίαν επικυρίαρχου. Το newspeak της Φινλανδοποίησης είναι πιο «light» από το αντίστοιχο Οργουελιανό αλλά όχι και λιγότερο επικίνδυνο. Είτε προέρχεται από επιθετική στάση (ιμπεριαλισμός), είτε από αμυντική (Φινλανδοποίηση), η διαδικασία ελέγχου του κοινωνικού γίγνεσθαι μέσα από τον έλεγχο του νοήματος των λέξεων (terministic control), μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματικό.
2.3.13. Η ανάλυση της Φινλανδοποίησης, δεν έχει απλά και μόνο ιστορικό ενδιαφέρον. Η ετυμολογία και μόνο του όρου καθιστά πασίδηλη την δυνατότητα εφαρμογής του στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Απειλές και παραβιά-σεις εκ μέρους της Τουρκίας, αποσκοπούν στην μείωση της κυριαρχίας της Ελλάδας και στον περιορισμό των δυνατοτήτων της να λαμβάνει αποφάσεις. Η μη επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας επί τη απειλή πολέμου, καθώς και η μη εγκατάσταση των S-300 στην Κύπρο, αποτελούν «λαμπρά» παραδείγματα. Η διαδικασία της Φινλανδοποίησης για να ολοκληρωθεί απαιτεί την εναλλαγή των επιδείξεων δύναμης με επιθέσεις φιλίας. Στα πλαίσια μίας Ελληνοτουρκικής φιλίας που λειτουργεί κάτω από την σκιά ενός έντονα συγκρουσιακού παρελθόντος.
2.3.14. Τα Ερμηνευτικά πλαίσια του ενδοτισμού, με το ρητορικό κάλυμμα του «φιλειρηνισμού», έχουν παρεισφρήσει στο δημόσιο διάλογο για τον επαναπροσδιορισμό της εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας μετά την προσέγγιση με την Τουρκία στην «Πολιτική των Σεισμών» και στο Ελσίνκι. Η μόλυνση του κοινωνικού διαλόγου και ακόμα χειρότερα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από αυτά τα σχήματα, δύναται να υποσκάψει την δυνατότητα των ενόπλων δυνάμεων να λειτουργήσουν ως διαπραγματευτικό όπλο για την ελληνική θέση. Αυτό αίρει την όποια ουσία της «Ελληνοτουρκικής Φιλίας», μετατρέποντας την από ισότιμη σχέση σε εθελοδουλία και συνεπώς σε Φινλανδοποίηση.
2.3.15. Η αποτελεσματική διαχείριση των μέσων επικοινωνίας και του εσωτερικού μετώπου εν γένει , είναι ζωτική για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Αλλά και οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι να επικοινωνιακό φαινόμενο. Οι παραβιάσεις του Ελληνι-κού Εναέριου Χώρου για παράδειγμα, είναι μηνύματα εκ μέρους της Τουρκίας. Μηνύματα αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας. Οι αναχαιτίσεις μας, ενεργητικά αναιρούν το νόημα αυτού του μηνύματος. Ακόμα και μέσα στο κλίμα των προσδοκιών που δημιουργεί η Ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, σε πολλούς, είναι καλό να θυμόμαστε ότι πραγματική φιλία μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ίσων. Στα πλαίσια αυτά ισχυρές ένοπλες δυνάμεις είναι ένα σαφές μήνυμα, μήνυμα αποτροπής προς κάθε αμφισβητία, ένα ουσιαστικό μήνυμα αποτροπής πολέμου.
2.4. Μερικά Συμπεράσματα
2.4.1. Το βάρος της ρύθμισης των Μ.Μ.Ε. και του καθορισμού των ορίων δράσης τους πέφτει στην πολιτεία με τα αρμόδια όργανά της, καθώς και στην κοινωνία των πολιτών. Οι Ε.Δ. έχουν περιορισμένο ρόλο στον καθορισμό αυτών των σχέσεων. Εμπλέκονται όμως άμεσα στο βαθμό που τα Μ.Μ.Ε. επιδρούν στην εικόνα των Ε.Δ., καθώς και στο βαθμό που είναι απαραίτητος ο ευρύτερος σχεδιασμός για περιπτώσεις κρίσεων και για συστηματική διαχείριση του εσωτερικού μετώπου. Το σύστημα πολιτική επικοινωνίας λειτουργεί σε όρους επιβολής της λογικής των μέσων στην διαμόρφωση της εικόνας της πολιτικής καθώς και των πολιτικών και κρατικών θεσμών καθώς και ακραίας δημοσιογραφικής παρείσδυσης.
2.4.2. Υπάρχει θεμελιώδης αντίφαση ανάμεσα στην λογική της επικοινωνιακής διαχείρισης/προπαγάνδας και σε αυτή της δημοκρατικής πολιτείας. Σε περιόδους ένοπλης σύγκρουσης ή κρίσης η αντίφαση παίρνει την μορφή έντονης σύγκρουσης ανάμεσα στο συμφέρον του κράτους, που πρέπει να φροντίσει για την επιβίωση του έθνους από την μία και στην ελευθεροτυπία από την άλλη. Κατά μία άλλη αντίληψη το μοντέλο της ελεύθερης αγοράς ιδεών απορρίπτει αυτή την αντίφαση προτείνοντας την ελευθεροτυπία ως το μόνο δρόμο προς το δημόσιο και εθνικό συμφέρον. Σε κάθε περίπτωση η διαχείριση του εσωτερικού μετώπου περιλαμβάνει όχι μόνο την διαχείριση των σχέσεων των ενόπλων δυνάμεων με τα ΜΜΕ αλλά και την διαχείριση της εσωτερικής νομιμοποίησης των ΜΜΕ ώστε να μην απαξιώνονται ως δίαυλοι επικοινωνίας με το κοινό καθώς και την χρησιμοποίηση της δημοσιογραφικής κριτικής για την ορθολογικότερη λειτουργία του συστήματος.
2.4.3. Το φάσμα των αποδεκτών πρακτικών καθορίζεται από μία σειρά από παράγοντες όπως: (α) τη σχέση Μ.Μ.Ε. και πολιτικής εξουσίας, (β) την προϊστορία των σχέσεων Μ.Μ.Ε. και πολιτικής εξουσίας τόσο σε περιόδους εθνικής κρίσης, όσο και κατά τη διάρκεια επικοινωνιακής χειραγώγησης (γ) Την υφή της επικοινωνιακής χειραγώγησης και (δ) το βαθμό διακύβευσης της σύγκρουσης.
2.4.4. Το οπλοστάσιο των ΜΜΕ σε φαινόμενα χειραγώγησης σχετίζεται με τον κανονιστικό ρόλο των ΜΜΕ, με τους μηχανισμούς απονομιμοποίηση που διαθέτουν καθώς και με ένα έντονα αυτοαναφορικό αφήγημα της δύναμης τους που λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
2.4.5. Τέλος, διερευνώντας ειδικότερα ζητήματα διαχείρισης του Εσωτερικού Μετώπου καταγράφουμε τον κομβικό ρόλο των αναπαραστάσεων της εξωτερικής πολιτικής στην δόμηση της εικόνας των ενόπλων δυνάμεων. Επίσης μέσα από την ιστορική εμπειρία αλλά και τα σύγχρονα διακυβεύματα του φαινομένου της Φινλανδοποίησης, διερευνούμε τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς μέσω των οποίων πραγματώνεται μία συσταλτική διαχείριση του εσωτερικού μετώπου καθώς και τα προβλήματα για την στρατηγική αποτροπής που απορρέουν από αυτή.
3. Ανάλυση Β΄ Παράγοντα: Δημοσιογραφική Λειτουργία (ρόλος των
δημοσιογράφων).
3.1. Ιστορικό – Παρούσα Κατάσταση
3.1.1. Μηχανισμοί Κατασκευής Ειδησεογραφίας
Απόρροια της αντίληψης ότι η ειδησεογραφία αποτελεί μία κατασκευασμένη εικόνα κι όχι μία πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, αναγκαία είναι η αναζήτηση και κατανόηση των μηχανισμών, σύμφωνα με τους οποίους κατασκευάζεται η εικόνα αυτή. Η έννοια της κατασκευής της ειδησεογραφίας άπτεται δύο διαδικασιών:
α. Η διαδικασία της επιλογής, από το σύνολο των εν δυνάμει γεγονότων, που θα παρουσιαστούν ως είδηση.
β. Η διαδικασία κανονικοποίησης του τυχαίου, που επιτρέπει την περιοδική παρουσία των μέσων επικοινωνίας, παρά την ακανόνιστη και τυχαία εμφάνιση των σημαντικών γεγονότων.
3.1.1.1. Από τα Γεγονότα στις Ειδήσεις
Η προσοχή των δημοσιογράφων προσανατολίζεται σε ότι είναι αξιοσημείωτο (και άξιο επισήμανσης), κι έχει μια τέτοια μορφή, κατάλληλα σχεδιασμένη και τυποποιημένη, ώστε να γίνει ρεπορτάζ. Γι' αυτό το λόγο οι εφημερίδες σε ημερήσια βάση αναζητούν τις ειδήσεις καλύπτοντας περιοχές, όπως τα αστυνομικά τμήματα, τα δικαστήρια, τα νοσοκομεία και τα υπουργεία, δηλαδή εκεί όπου είναι πιθανό να πρωτοεμφανιστούν γεγονότα.
Σημαντικό στοιχείο για τη μελέτη της μετατροπής των γεγονότων σε ειδήσεις υπήρξε η έννοια του Πυλωρού. Ο όρος πυλωρός (gatekeeper) αναφέρεται σε όλους όσοι έχουν τη δύναμη να καθορίσουν ποια μηνύματα θα περάσουν από τις πύλες των μέσων επικοινωνίας και θα αποτελέσουν μέρος της δημόσιας σφαίρας. Επί του προκειμένου, ο όρος αναφέρεται σε αυτούς που καθορίζουν ποια γεγονότα θα καταγραφούν ως ειδήσεις από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Kurt Lewin[12] για να περιγράψει τη διαδικασία των αγορών σε ένα νοικοκυριό. Ο White (1950) εισήγαγε αυτόν τον όρο στη μελέτη της δημοσιογραφίας. Ο ίδιος μελέτησε τη διαδικασία, με την οποία ο αρχισυντάκτης μίας επαρχιακής αμερικανικής πόλης επέλεγε από το σύνολο των ειδήσεων, που του έστελνε το πρακτορείο ειδήσεων, ποιες θα δημοσίευε στην εφημερίδα και ποιες όχι. Στη συνέχεια κατέγραφε τις αιτίες των επιλογών του. Αυτή η έρευνα επέτρεπε να μετρηθεί ποια είναι τα στοιχεία που καθορίζουν την επιλογή της είδησης μέσα από ένα αχανές σύνολο εν δυνάμει επιλογών.
Προσπαθώντας να καθορίσουν τους παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να μετατρέψουν ένα γεγονός σε είδηση, οι Galtung και Ruge (1969) ανέλυσαν την ειδησεογραφία των νορβηγικών εφημερίδων σε περιπτώσεις κρίσεις. Η ανάλυση τους οδήγησε στους ακόλουθους παράγοντες:
· Επικαιρότητα. Οι ειδήσεις αναφέρονται σε πολύ πρόσφατα γεγονότα ή σε επαναλαμβανόμενα γεγονότα. Μία καινούργια είδηση αντικαθιστά μία παλιότερη. Οι ειδήσεις για το βομβαρδισμό του Κοσσυφοπεδίου από το ΝΑΤΟ αντικατέστησαν πλήρως τις ειδήσεις για τη σύλληψη του Οτσαλάν.
· Συχνότητα. Όσο πιο συμβατή είναι η συχνότητα ενός γεγονότος με τη συχνότητα ενός ειδησεογραφικού μέσου, τόσο πιο πιθανό είναι το γεγονός να καταγραφεί ως είδηση από το συγκεκριμένο μέσο. Η περιοδικότητα των επικοινωνιακών μέσων διαφέρει και αυτό επηρεάζει τις προοπτικές τους. Τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δελτία παρουσιάζονται με μεγάλη συχνότητα και έτσι ρέπουν στην καταγραφή του άμεσου, ενώ είναι μυωπικά σε πιο μακροχρόνιες τάσεις. Έτσι ένας φόνος καταγράφεται ως συμβάν πιο άμεσα κι εύκολα από μία διαχρονική αύξηση της εγκληματικότητας.
· Μέγεθος. Ένα ελάχιστο μέγεθος πρέπει να υπάρχει σε ένα συμβάν, προκειμένου να καταχωρηθεί ως είδηση.
Περίοδοι εκτεταμένης δημοσιογραφικής ανυδρίας ή υπερεκτεταμένα επικοινωνιακά συστήματα στα οποία αναπτύσσεται έντονος ανταγωνισμός μπορεί να οδηγήσουν σε συνειδητή χειραγώγηση του μεγέθους που απαιτείται από ένα γεγονός για να θεωρηθεί είδηση. Αυτό οδηγεί σε μία πλασματική εικόνα της πραγματικότητας. Όπως αυτάρεσκα δήλωνε ο Αμερικανός δημοσιογράφος Steffents[13]: «Μπορώ να δημιουργήσω ένα κύμα βίας όποτε θέλω, απλά καταγράφοντας όλα τα σχετικά περιστατικά, που συμβαίνουν στην πόλη στη διάρκεια ενός μήνα. Μπορώ επίσης να σταματήσω το κύμα βίας, χρησιμοποιώντας τα συνήθη κριτήρια επιλογής των ειδήσεων». Αντίστοιχα βέβαια μπορεί να δημιουργηθεί κι ένα κύμα με αρνητικές για τις Ε.Δ. ειδήσεις.
Αντιστρόφως, πολύ σημαντικά και μεγάλου μεγέθους γεγονότα μπορεί να υποστούν ειδησεογραφική έκλειψη, επειδή στην ειδησεογραφία κυριαρχεί μία άλλη, εντόνως μελοδραματική είδηση. Αυτό ενίοτε έχει τραγικά αποτελέσματα. Χαρακτηριστικό είναι το ξέσπασμα της δημοσιογράφου του CNN Annanpour σε συνέδριο για τα Μ.Μ.Ε. στη Νέα Υόρκη. Εκεί εγκαλούμενη γιατί δεν κάλυψε τις σφαγές στη Ρουάντα τόσο αποτελεσματικά, όσο τον πόλεμο στη Βοσνία, έτσι ώστε να κινητοποιηθεί η διεθνής κοινή γνώμη και να υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση, απάντησε ότι αυτή πήγε στη Ρουάντα και προετοίμαζε λεπτομερή ρεπορτάζ, που αναδείκνυαν όλη τη φρίκη της γενοκτονίας, τα ρεπορτάζ αυτά όμως δεν έβρισκαν το δρόμο τους στην οθόνη, επειδή κυριαρχούσε η ιστορία του Ο. J. Simpson[14].
· Αμφισημία – Όσο λιγότερη αμφισημία υπάρχει σ’ ένα γεγονός, όσο δηλαδή το νόημά του είναι πιο ξεκάθαρο στα πλαίσια της συγκεκριμένης κουλτούρας, τόσο πιο εύκολο είναι να επιλεγεί ως είδηση. Τα νέα για ένα σεισμό αξιολογούνται ως σημαντικότερα σε χώρες που έχουν σεισμική ιστορία όπως η Η.Π.Α. ή η Ιαπωνία, παρά σε χώρες που δεν έχουν «κουνηθεί» ποτέ, όπως η Αγγλία ή η Ουγγαρία. Η κοινή εμπειρία, δημιουργεί ένα πολιτιστικό υπόβαθρο για καλύτερη εκτίμηση κι αξιολόγηση της είδησης.
· Τα γεγονότα που καταγράφονται ως ειδήσεις, θα πρέπει να είναι απροσδό-κητα ή ασυνήθιστα. Πολλές φορές αυτά τα στοιχεία είναι σημαντικότερα στον καθορισμό της είδησης από το ίδιο το περιεχόμενο του συμβάντος.
· Παρ' ότι το απροσδόκητο ενδιαφέρει, ωστόσο δεν είναι όλη η διάσταση του απροσδόκητου που προβάλλεται στις ειδήσεις. Τα γεγονότα που γίνονται ειδήσεις, τόσο στο παρελθόν, όσο και στο παρόν, είναι στην ουσία αναμενόμενες καταστάσεις. Ουσιαστικώς είναι το σύνολο των ατυχημάτων και των συμβάντων, που το κοινό είναι προετοιμασμένο να μάθει γι' αυτά που θα γίνουν ειδήσεις .
Όταν ένα γεγονός έχει αναφερθεί ως είδηση, θα εξακολουθεί να αναφέρεται ως είδηση για ένα χρονικό διάστημα, ακόμα κι αν το μέγεθός του έχει δραστικώς μειωθεί. Επίσης αντίστοιχα γεγονότα μικρότερου μεγέθους, που όμως συνειρμικώς ανάγουν σε μία σημαντική είδηση, καταγράφονται κι αυτά ως ειδήσεις, συχνά δημιουργώντας στο ακροατήριο την ψευδαίσθηση μίας τάσης, ή ακόμα και φαινόμενα μιμητισμού. Για παράδειγμα τη μία ημέρα παρουσιάζεται στις ειδήσεις ο παιδοκτόνος πατέρας. Την επόμενη μέρα ένας άλλος, ο οποίος εγκατέλειψε τα παιδιά του σε διαφορετικά μέρη της εθνικής οδού προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για την οικονομική του δυσπραγία, καθώς και για την ανικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τους. Εδώ όχι μόνο το πρώτο γεγονός έχρισε το δεύτερο είδηση, αλλά και το ακροατήριο έχει πλήρως αφομοιώσει τη διαδικασία, εφ' όσον η εγκατάλειψη των παιδιών από το δεύτερο πατέρα είχε τη μορφή ενός σχεδιασμένου ψευδογεγονότος, που αποσκοπούσε στη χειραγώγηση του συγκεκριμένου κανόνα της δημοσιογραφίας για την απόκτηση δημοσιότητας στο πρόβλημά του.
Η κυριαρχία ενός θέματος στην ειδησεογραφία επηρεάζει την αντίληψη του κοινού, που φαντασιώνεται αντίστοιχα γεγονότα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ότι μετά την πτώση ενός αεροπλάνου σε μία περιοχή υπάρχει σωρεία αναφορών από κατοίκους της περιοχής ότι είδαν να πέφτει και άλλο αεροπλάνο. Συνήθως την αφορμή για τέτοιες αναφορές δίνουν περαστικά αεροπλάνα, για τα οποία οι κάτοικοι θεωρούν ότι παρουσιάζουν κάποια ανωμαλία. Οι μαρτυρίες αυτές συνήθως κινητοποιούν τα τοπικά Μ.Μ.Ε., ενώ τις περισσότερες φορές το γεγονός διαψεύδεται πριν μετατραπεί σε είδηση από τα εθνικής εμβέλειας Μ.Μ.Ε. Υπήρξε περίπτωση όπου η μαρτυρία ενός χωρικού στη Χαλκιδική ότι άκουσε ένα αεροπλάνο να πέφτει συνδυάστηκε με καπνούς[15] παράγοντας μία τόσο ισχυρή φήμη, που εξανάγκασε την πολεμική αεροπορία να κινητοποιήσει μηχανισμούς διάσωσης για την περίπτωση που όντως είχε πέσει κάποιο μικρό πολιτικό αεροπλάνο[16].
Άλλοι παράγοντες αξιολόγησης της είδησης σχετίζονται με πολιτιστικές παραμέτρους:
Όσο περισσότερο ένα γεγονός συνδέεται με κυρίαρχα έθνη και με κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες, τόσο πιθανότερο είναι να αποτελέσει είδηση.
Από το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου η Δανία αποτέλεσε μόνο μία φορά πρωτοσέλιδο θέμα των Τάιμς της Νέας Υόρκης, όταν κάποιοι έκοψαν το κεφάλι της γοργόνας, του αγάλματος που κοσμεί το λιμάνι της. Πόσο συχνά άραγε αποτέλεσαν τεκταινόμενα στις Η.Π.Α. πρωτοσέλιδο στις δανικές εφημερίδες; Σήμερα, που οι περισσότεροι πόλεμοι είναι συμβολικοί και το κύριο θέατρο μαχών είναι η κοινή γνώμη της Αμερικής και ορισμένων άλλων μεγάλων χωρών, η δομική ανισορροπία στην ειδησεογραφική παρουσίαση ανάμεσα στα μικρά και στα μεγάλα έθνη γίνεται όλο και πιο αισθητή. Η μεροληψία της ειδησεογραφίας υπέρ των ισχυρότερων κρατών και των συγκρουσιογόνων καταστάσεων αποκλείει αμέσως ένα μεγάλο αριθμό χωρών. Σε κράτη, για τα οποία η καλλιέργεια και η διαχείριση της εικόνας τους στη διεθνή κοινή γνώμη είναι σημαντικές, είτε για να ενισχύσουν τον εξαγωγικό εμπορικό προσανατολισμό τους, είτε για να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους στο διεθνές στερέωμα, ο αποκλεισμός που συνεπάγεται η δομική ανισότητα στην κατασκευή της διεθνούς ειδησεογραφίας ξεπερνιέται με δομικές διεθνείς δημόσιες σχέσεις (Kunczik 1997:25).
Οι Shoemaker, Danielian και Brendlinger (1991) εξετάζοντας την παρουσίαση ξένων ειδήσεων στον αμερικανικό τύπο βρήκαν ότι η διαδικασία επιλογής ειδήσεων μεροληπτούσε εντόνως υπέρ ειδήσεων από χώρες, των οποίων η πολιτική ή είναι πολύ φιλική προς τις Η.Π.Α., ή αποκλίνει πολύ έντονα από το επιθυμητό. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας ανάγουν και σε ένα άλλο κριτήριο ανάδειξης των ειδήσεων:
O «Εθνικισμός του Τύπου» (Press Nationalism) ή εθνοκεντρισμός ορίζεται από τον Gans ως ένας μηχανισμός επιλογής ειδήσεων, που αφορά κατά κύριο λόγο τις εξωτερικές ειδήσεις. Σύμφωνα με αυτό το κριτήριο η επιλογή ενός συμβάντος, που σημειώνεται στο εξωτερικό, εξαρτάται ως είδηση προβαλλόμενη από τα αμερικανικά Μ.Μ.Ε. από το βαθμό που αυτό άπτεται αμερικανικών συμφερόντων, ή αποτελεί αντικείμενο εστίασης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο εθνοκεντρισμός τόσο στο επίπεδο της επιλογής των ειδήσεως όσο και σε αυτό της παρουσίασης τους δεν αποτελεί βέβαια Αμερικανικό ίδιο. Έρευνες της ειδησεογραφικής κάλυψης του Σκοπιανού ζητήματος από τις εφημερίδες αποκαλύπτουν έντονο εθνοκεντρισμό[17]. Αντιστοίχως, η διερεύνηση των αυτοστερεοτύπων και των ετεροστερεοτύπων στον Ελληνικό και στον Τουρκικό τύπο από τον Χριστόδουλο Γιαλλουρίδη (1997) καταδεικνύει την καθοριστική επίδραση του εθνοκεντρισμού στην διαμόρφωση του περιεχομένου των Μ.Μ.Ε. .
Ο αρνητισμός και η σύγκρουση είναι πολλές φορές καθοριστικά στοιχεία για την επιλογή μίας είδησης. Κάθε μέρα εκατομμύρια άνθρωποι διασχίζουν το δρόμο, ωστόσο ο ένας που θα παρασυρθεί από το αυτοκίνητο γίνεται είδηση. Στον τελευταίο σεισμό μάθαμε πόσα σπίτια έπεσαν και όχι πόσα άντεξαν. Μία συμφωνία με την κυβέρνηση και τους αγρότες θα είχε ειδησεογραφική κάλυψη της τάξης των 2 λεπτών, στην ελάχιστη απεργία ή σύγκρουση λόγω διαφωνίας θ’ αφιερωνόταν πολλαπλάσιος χρόνος. Η έμφαση που δίνεται στη σύγκρουση και στη βία ως κριτήρια ανάδειξης ενός γεγονότος σε είδηση, δύναται να διαστρέψει κατά επικίνδυνο τρόπο την εικόνα της κοινωνίας που προβάλλουν τα Μ.Μ.Ε. Τονίζοντας για παράδειγμα την εγκληματικότητα οι ειδήσεις μπορούν να δημιουργήσουν την εικόνα μίας πολύ πιο επικίνδυνης κοινωνίας από αυτή που πραγματικά υπάρχει οδηγώντας σε άσκηση πιέσεων από τα μέλη της για κατασταλτικά μέτρα και υψηλότερα επίπεδα αστυνόμευσης. Μεσοπροθέσμως αυτό μπορεί να οδηγήσει στην επανεισαγωγή της θανατικής ποινής, στη νομιμοποίηση μέσων και ενεργειών εκ μέρους της αστυνομίας, που συνιστούν καταπίεση ανθρωπίνων δικαιωμάτων (όπως συμβαίνει σήμερα στις Η.Π.Α.), και στη νομιμοποίηση της χρήσης συστημάτων ηλεκτρονικής παρακολούθησης.
Η τάση των Μ.Μ.Ε. να τονίζουν αρνητικές και συγκρουσιακές καταστάσεις, όχι απλώς παραμορφώνει την πραγματικότητα, αλλά μπορεί να επηρεάσει άμεσα τα ίδια τα γεγονότα. Για παράδειγμα, αν σε μία ήρεμη και πολιτισμένη διαδήλωση υπάρξει μία μικρή συμπλοκή και αυτή τύχει βιντεοσκόπησης, τότε αυτή και μόνο θα προβληθεί στις ειδήσεις δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της βίας. Αναλυτές των Μ.Μ.Ε. όπως ο Parenti (1986) θεωρούν αυτό το μηχανισμό κατασκευής της ειδησεογραφίας ως συνειδητή μέθοδο περιθωριοποίησης και δυσφήμησης των κοινωνικών κινημάτων και των διαδηλώσεων. Η κυρίαρχη παθογένεια είναι αυτή που υφίσταται όχι στο επίπεδο των αναπαραστάσεων, αλλά στην επίδραση που αυτές έχουν στην πραγματικότητα. Δηλαδή αυτός ο μηχανισμός κατασκευής ειδησεογραφίας εκπαιδεύει τους διαδηλωτές και τους πάσης φύσεως διαμαρτυρόμενους, οι οποίοι, για να μεγιστοποιήσουν τη δημοσιότητα που θα πάρει η εκδήλωση, ενσωματώνουν στο σχεδιασμό τους έντονα συγκρουσιακά ενδεχόμενα, είτε με καταλήψεις, είτε με τη δημιουργία αντιδιαδηλώσεων (Clutterbuck 1981, Graber 1993). Σε πιο ακραία μορφή αυτό συμβαίνει σε τρομοκρατικές πράξεις. η εστίαση των Μ.Μ.Ε. στην τρομοκρατική ενέργεια και η παροχή αφειδώς δημοσιότητας αυξάνουν την επικοινωνιακή της αξία. Ως συνέπεια αυτής της πρακτικής η τρομοκρατική ενέργεια μεταβάλλεται σε ένα ψευδογεγονός, αντίστοιχο μίας συνέντευξης τύπου, ενώ η βία ή και η αφαίρεση ζωής, που συνεπάγεται μία τρομοκρατική ενέργεια, αποτελούν το μηχανισμό απόκτησης δημοσιότητας. Έτσι έχουμε την πραγματική βία, η οποία από μόνη της αποσκοπεί σε κάποιο αποτέλεσμα, και τη βία, η οποία στοχεύει στην επίτευξη συμβολικών/επικοινωνιακών στόχων. Όπως συμβουλεύει και ο Carlos Marighela (1971) στο Εγχειρίδιο του Αντάρτη των Πόλεων: «τα ΜΜΕ απλά και μόνο αναγγέλλοντας τη δράση των επαναστατών καθίστανται χρήσιμα εργαλεία για την προπαγάνδα τους». Κατά το Weimann (1992:117), η ειδησεογραφία μπορεί να ενισχύει την τρομοκρατία με τους εξής τρόπους:
α. Η δημοσιότητα είναι το οξυγόνο της τρομοκρατίας. Τα ΜΜΕ παρέχοντας την επιζητούμενη δημοσιότητα στις τρομοκρατικές οργανώσεις ενισχύουν τη συμβολική τρομοκρατία.
β. Η εκλογίκευση της τρομοκρατίας. Κατά την διάρκεια της ειδησεογραφικής παρουσίασης η αναζήτηση των λόγων, της υποκίνησης, και της λογικής της τρομοκρατίας μπορεί να οδηγήσει στην αιτιολόγηση κι εκλογίκευσή της.
γ. Η χρήση ουδέτερων ή θετικών προσδιοριστικών όρων για τις τρομοκρατικές οργανώσεις μπορεί να λειτουργήσει θετικά για την εικόνα τους.
δ. Η αναφορά στη διαφορά της τάξης μεγέθους ανάμεσα στην τρομοκρατική οργάνωση και τον κρατικό μηχανισμό μπορεί να οδηγήσει σε λανθάνουσα ηρωωποίηση της πρώτης.
Ένα βασικό κριτήριο για την επιλογή των τηλεοπτικών ειδήσεων αποτελεί ο οπτικός δυναμισμός, η δυνατότητα ενός γεγονότος να έχει άμεση οπτική επένδυση.
Ένα παράδειγμα, που αναδεικνύει τη δυνατότητα της οπτικοποίησης να μετατρέψει ένα γεγονός σε είδηση, είναι η λειτουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης στη Γιουγκοσλαβία. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δε λειτούργησαν στην πρώτη γραμμή του πυρός και της ειδησεογραφικής αναζήτησης, αλλά σε περιοχές που κατείχαν είτε οι Σέρβοι, είτε οι Κροάτες. Έτσι, ενώ η παγκόσμια προσοχή ήταν συγκεντρωμένη στο Σεράγεβο, στην ενδοχώρα η εθνοκάθαρση έπαιρνε το δρόμο της ανενόχλητη. Ακόμη και αν υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες, ο βασικός παράγοντας για τη δημιουργία τηλεοπτικών ειδήσεων είναι η ικανότητα των δημοσιογράφων να έχουν άμεση πρόσβαση στα γεγονότα και να τα οπτικοποιούν. Για παράδειγμα ενώ υπήρχαν αναφορές για στρατόπεδα συγκέντρωσης από την αρχή σχεδόν του πολέμου στη Βοσνία, αυτά αναδείχθηκαν σε βασική είδηση μόλις τον Αύγουστο του 1992, όταν το συνεργείο το αγγλικού σταθμού ΙΤΝ κατάφερε να τα επισκεφθεί και να τα βιντεοσκοπήσει[18] (Shaw 1996:64).
Η εξάρτηση της τηλεοπτικής είδησης από την εικόνα είναι διττή. Ο οπτικός δυναμισμός μπορεί μεν να αναδείξει ένα γεγονός σε είδηση, υπάρχει όμως πάντοτε και η ανάγκη της οπτικοποίησης για όσα γεγονότα έχουν επιλεγεί για τις ειδήσεις. Αυτό συνδέεται και με τη δυνατότητα χειραγώγησης της ειδησεογραφίας. Πρόσβαση στα γεγονότα σημαίνει πρόσβαση στις εικόνες, περιορισμός της πρόσβασης στα γεγονότα μπορεί να αποτρέψει τη δημιουργία ειδήσεων που θεωρούνται αρνητικές. Χαρακτηριστικό είναι το συμπέρασμα του Taylor (1992:5), ενός από τους σημαντικότερους αναλυτές της πολεμικής προπαγάνδας, για τον πόλεμο στον Περσικό: ‘Η παθολογική ανάγκη της τηλεόρασης για κινούμενη εικόνα την καθιστά έρμαιο στα χέρια αυτών που ελέγχουν την πρόσβαση στα γεγονότα … το αναπόφευκτο γεγονός είναι ότι η ειδησεογραφική κάλυψη είναι μεροληπτική, διότι η ιστορία πρέπει να συνοδεύεται με εικόνες’.
Όταν ένα γεγονός εκπληρεί άλλα κριτήρια σε βαθμό που η επιλογή του ως είδηση να είναι αυτονόητη, τότε το αποτελεσματικό επικοινωνιακό μάνατζμεντ αποσκοπεί στο να επηρεάσει το οπτικό υλικό που θα συνοδεύει την είδηση. Αυτό γίνεται είτε διαμέσου του ελέγχου της πρόσβασης στα γεγονότα, είτε διαμέσου των επικοινωνιακών επιχορηγήσεων (information subsidies).
Οι επικοινωνιακές επιχορηγήσεις αναφέρονται στις περιπτώσεις που το οπτικό υλικό, είτε φωτογραφικό, είτε βίντεο, διατίθεται χωρίς κόστος στα Μ.Μ.Ε. από τον οργανισμό που επιθυμεί μία καλύτερη παρουσίαση, είτε αυτό είναι μια επιχείρηση, είτε ένα κόμμα, είτε οι ένοπλες δυνάμεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα επικοινωνιακής επιχορήγησης αποτελούν τα Δελτία Τύπου. Στο οπτικό πεδίο υπάρχουν τα οπτικοποιημένα δελτία τύπου ή Video News Release.
Ένας άλλος παράγοντας που καθορίζει την επιλογή των γεγονότων και τη μετατροπή τους σε ειδήσεις, είναι η απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στο γεγονός και στον ειδησεογραφικό οργανισμό.
Γειτνίαση. Όσο πιο κοντά είναι ένα γεγονός, τόσο πιο σημαντικό καθίσταται και συνεπώς τόσο πιθανότερο είναι να συμπεριληφθεί στην ειδησεογραφία. Η γειτνίαση νοείται τόσο τοπικώς, όσο και πολιτισμικώς.
Σύμφωνα με έναν εκδότη τοπικής αμερικανικής εφημερίδας, χίλιοι νεκροί στην Αφρική ισοδυναμούν με εκατό νεκρούς στην Ευρώπη, με δέκα νεκρούς στη Νέα Υόρκη και με ένα νεκρό στην πόλη του, όσον αφορά τον καθορισμό της σημαντικότητας της είδησης. Αντιστοίχως για λόγους εγγύτητας η νατοϊκή παρέμβαση στο Κόσοβο υπήρξε πολύ σημαντικότερη ως είδηση στην Ελλάδα από τη στρατιωτική παρέμβαση στο Ανατολικό Τιμόρ. Όπως και οι σεισμοί της Τουρκίας είναι για μας ειδησεογραφικώς σημαντικότεροι από αυτούς της Κίνας ή της Ιαπωνίας.
Όπως επισημαίνει ο Shaw (1996:8-9), ο όρος ‘γειτνίαση’ δε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται αποκλειστικώς και μόνο στη φυσική απόσταση, ότι έχει μόνο γεωγραφική σημασία δηλαδή, αλλά αποτελεί ένα φαινόμενο με κοινωνική και ψυχολογική διάσταση.
Πολλές φορές η ψυχολογική διάσταση της απόστασης υπερισχύει της γεωγραφικής, με αποτέλεσμα άτομα που είναι πολύ κοντά να νοιώθουν πολύ μακριά και αντιστρόφως. Αυτό συχνά απορρέει από μία διαδικασία συνειδητών πολιτικών επιλογών. Ένα από τα πρώτα μεταπολεμικά δόγματα της ελληνικής πολιτικής, το «Ανήκομεν εις την Δύσιν», αποσπούσε την Ελλάδα από τον ιδεολογικώς και πολιτικώς διαφοροποιημένο βαλκανικό περίγυρο, δημιουργώντας ταυτοχρόνως νοητικά σύνορα με την Αγγλία, τη Γαλλία, και τις Η.Π.Α. Έτσι η ψυχολογική διάσταση της γειτνίασης ανέτρεπε τη γεωγραφική πραγματικότητα στον καθορισμό της αυτοεικόνας μας.
Η γειτνίαση έχει και μία εντόνως κοινωνική διάσταση. Μπορεί δηλαδή μία ομάδα ατόμων να ζει στην ίδια πόλη με εμάς, αλλά να μας χωρίζει μια τόσο μεγάλη κοινωνική απόσταση, ώστε να μην επιτρέπει καμίας μορφής συνταύτιση και κατά συνέπεια να μη μας ωθεί σε καμίας μορφής ενεργοποίηση προς όφελος τους. Η γειτνίαση, η κατασκευή, ή η μείωση της απόστασης δεν είναι ένα παθητικό φαινόμενο, αλλά μία ενεργητική λειτουργία. Τα Μ.Μ.Ε. μπορούν να εντείνουν αυτής της μορφής την κοινωνική και ψυχολογική απόσταση παρουσιάζοντας τα άτομα αυτά ως περιθωριακά, ενσωματώνοντάς τα στην εικόνα του «άλλου». Η ειδησεογραφική κάλυψη των Μ.Μ.Ε. μπορεί επίσης να μειώσει τις γεωγραφικές, κοινωνικές, και ψυχολογικές αποστάσεις, ακόμα και όταν αυτές απορρέουν από αντιπαλότητες αιώνων και βαθιά ριζωμένα στερεότυπα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των σεισμών στην Τουρκία. Η γεωγραφική γειτνίαση και ο έντονα δραματικός χαρακτήρας των συμβάντων οδήγησε σε εκτεταμένη ειδησεογραφική κάλυψη. Η αμεσότητα και ο οπτικός δυναμισμός της τηλεοπτικής κάλυψης έφερε τα θύματα, τον πόνο και την αγωνία στο σαλόνι μας. Τη θέση του παραδοσιακού στερεοτύπου του Τούρκου ως «Αττίλα», πήρε η εικόνα της χαροκαμένης μάνας, που έκλαιγε τα παιδιά της στα ερείπια. Συνέπεια της ειδησεογραφίας ήταν η μετατροπή των Τούρκων από «ανάξια» σε «άξια» υποστηρίξεως θύματα. Αυτή η μεταβολή στην αντίληψη, είχε ως αποτέλεσμα την παροχή βοήθειας, πράξη που άμβλυνε κατά κάποιο τρόπο την οξύτητα από την παραδοσιακή αντίθεση και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για πολιτική δράση. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η γεωγραφική γειτνίαση οδήγησε σε υψηλά επίπεδα ειδησεογραφικής κάλυψης, που με τη σειρά τους δημιούργησαν ψυχολογική γειτνίαση.
Δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η μεταβολή των «αποστάσεων» προέρχεται μόνο από την (ασυνείδητη και μηχανιστική) λειτουργία των κανόνων παραγωγής της ειδησεογραφίας. Αντιθέτως μπορεί να χειραγωγηθεί συνειδητά για να επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι. Η κατασκευή και η διαχείριση της «απόστασης» είναι αναπόσπαστο μέρος της διαχείρισης του εσωτερικού μετώπου, διότι συνδέεται άμεσα με φαινόμενα όπως ο ηθικός αποκλεισμός. Η ύπαρξη μεγάλης απόστασης, πραγματικής ή ψυχολογικής, μπορεί να οδηγήσει σε ηθικό αποκλεισμό. Ο ηθικός αποκλεισμός επέρχεται όταν ορισμένες κατηγορίες ατόμων θεωρούνται ότι εκπίπτουν από το σύνολο, όπου οι ηθικές αρχές, οι κοινωνικές αξίες και οι άλλοι κανονισμοί εφαρμόζονται. Οι «άλλοι» θεωρούνται ως μη άτομα, ως αναλώσιμοι (Gudykunst 1991:5). Ο ηθικός αποκλεισμός επηρεάζει τη δυνατότητα που έχουν τα διεθνή γεγονότα να κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη στο εσωτερικό κάθε χώρας κι έτσι να επιδράσουν στην ημερήσια διάταξη και δράση των κυβερνήσεων. Έτσι τα πάθη των Σέρβων κινητοποίησαν την ελληνική κοινή γνώμη, ενώ τα αντίστοιχα πάθη των Τσετσένων όχι. Αντιστοίχως η μοίρα των Κοσοβάρων ξεσήκωσε πολύ περισσότερο και πολύ αποτελεσματικότερα της αμερικανικές αντιδράσεις από την πολύ χειρότερη μοίρα των Κούρδων της Τουρκίας.
Δύο ερωτήματα τίθενται εδώ:
α. Η αίσθηση της γειτνίασης που διαμορφώνουμε απέναντι σε μία κοινωνική ή εθνοτική ομάδα είναι παραγωγικό αίτιο ή απόρροια του πιθανού ηθικού αποκλεισμού;
β. Είναι τα επικοινωνιακά χαρακτηριστικά του συμβάντος και η ειδησεογρα-φία ή φαινόμενα όπως το «Εθνικό Συμφέρον» και πολιτικές ή πολιτισμικές προκαταλήψεις που καθορίζουν την «απόσταση»; Αυτά τα ερωτήματα, η απάντηση στα οποία διαφέρει κατά περίπτωση, είναι σημαντικά, διότι η απάντησή τους προσδιορίζει το βαθμό, στον οποίο θα πρέπει κατά τη διαχείριση του εσωτερικού μετώπου να χρησιμοποιηθούν μορφές επικοινωνιακής στρατηγικής (communication management) ή μη-επικοινωνιακές στρατηγικές κοινωνικού ελέγχου (social engineering).
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που επηρεάζει την κατασκευή της ειδησεογραφίας είναι η πρόσβαση που υπάρχει σε διαφόρους παράγοντες και γεγονότα. Η δυνατότητα, δηλαδή, που έχει ένα άτομο να εμφανιστεί στις ειδήσεις ή σε άλλες ενημερωτικές εκπομπές και να διατυπώσει τις απόψεις του. Η πρόσβαση στα γεγονότα ως κριτήριο επιλογής τους στην ειδησεογραφία αναφέρεται στο κόστος κάλυψης αυτών των γεγονότων από το μέσο ενημέρωσης.
Κατά τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Gans, από την Οπτική Γωνία της Πηγής ειδήσεων (source), η αποτελεσματική πρόσβαση στην ειδησεογραφία καθορίζεται από τους εξής παράγοντες:
α. Κίνητρα.
β. Εξουσία. Όσο πιο ισχυρή είναι μία πηγή, τόσο πιο εύκολη πρόσβαση έχει. Άτομα ή οργανώσεις που στερούνται δύναμης μπορούν να κερδίσουν πρόσβαση παράγοντας έντονα δραματικές ιστορίες.
γ. Ικανότητα να παρέχει κατάλληλες πληροφορίες στους δημοσιογράφους.
δ Πολιτιστική και γεωγραφική γειτνίαση της πηγής προς τους δημοσιογράφους.
Από την πλευρά των δημοσιογράφων η επιλογή ενός ατόμου ή ενός οργανισμού ως πηγή στην κατασκευή μίας είδησης σχετίζεται με τους εξής παράγοντες:
α. Θετική προγενέστερη συνεργασία. Άτομα ή οργανισμοί, που στο παρελθόν έδωσαν χρήσιμες πληροφορίες ή και δημιούργησαν ειδήσεις, είναι πιθανό να ξαναχρησιμοποιηθούν στην κατασκευή της ειδησεογραφίας. Τα άτομα αυτά καθιερώνονται ως ‘αξιόπιστες πηγές’. Η συνεχής χρήση όμως συχνά απαξιώνει. Η διάρκεια της παρουσίας είναι αντιστρόφως ανάλογη της έντασης. Άτομα που εμφανίζονται συνέχεια στα Μ.Μ.Ε. σύντομα ‘καίγονται’ και η διαδικασία παραγωγής της ειδησεογραφίας εστιάζεται σε άλλα άτομα. Στην Ελλάδα ο μεγάλος αριθμός τηλεοπτικών καναλιών συνδυαζόμενος με το ταυτόχρονο ενδιαφέρον στις ίδιες ειδήσεις και στις ίδιες πηγές οδηγεί σε ταχεία απαξίωση όχι μόνο συγκεκριμένων ατόμων, αλλά και ολόκληρων επαγγελματικών κλάδων όπως οι πολιτικοί στα μέσα τις δεκαετίας του '90 και οι σεισμολόγοι πιο πρόσφατα.
β. Αποδοτικότητα. Οι πηγές κρίνονται από την ικανότητά τους να παρέχουν πολλές πληροφορίες χωρίς σημαντική απώλεια χρόνου και προσπάθεια.
γ. Αξιοπιστία. Οι δημοσιογράφοι προτιμούν τις πηγές, των οποίων οι πληροφορίες απαιτούν το μικρότερο δυνατό έλεγχο και εξακρίβωση.
δ. Επισημότητα. Οι δημοσιογράφοι προτιμούν τα άτομα που βρίσκονται σε επίσημες και υπεύθυνες θέσεις. Η προτίμηση οφείλεται αφ' ενός στο ότι τα στοιχεία τους έχουν κύρος, αφού λόγω θέσης είναι πιο δύσκολο να πουν ψέματα, και αφ' ετέρου στην ύπαρξη ενός ευρύτερου φάσματος διαπλοκών ανάμεσα στα άτομα αυτά και στους δημοσιογράφους.
ε. Σαφήνεια
στ. Ικανότητα να παράγουν σύγκρουση και δράμα
Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι η ελευθερία του λόγου δεν περιορίζεται μόνο στο δικαίωμα του να μιλά κανείς ελεύθερα, αλλά και να επικοινωνεί εν γένει, δηλαδή όχι απλώς να εκφέρει μία διαφορετική άποψη, αλλά και να μπορεί να την κάνει να ακουστεί από τους άλλους, από το ευρύτερο κοινό. Συνεπώς με το να περιορίσουμε μία φωνή στο χώρο της διαπροσωπικής επικοινωνίας αποκλείοντάς την από το πεδίο των Μ.Μ.Ε., τη μετατρέπουμε σε ψίθυρο, και ουσιαστικώς τη λογοκρίνουμε. (Neghi 1988:3). Έτσι στο θέμα της πρόσβασης των ατόμων στα Μ.Μ.Ε. ο μηχανισμός κατασκευής της ειδησεογραφίας λειτουργεί ως μορφή λογοκρισίας. Ο καθορισμός του ποιος μπορεί να μιλήσει στις τηλεοπτικές εκπομπές λόγου και του ποιος μπορεί να αποτελέσει πηγή στις ειδήσεις και υπό ποιες συνθήκες καθορίζει το περιεχόμενο, το επίπεδο, και τα όρια του κοινωνικού διαλόγου.
3.1.1.2. Παράδειγμα του ρόλου των Μηχανισμών Κατασκευής της Ειδησεογραφίας στην Διαχείριση των Διεθνών Κρίσεων
Χαρακτηριστική περίπτωση για το ρόλο που μπορούν να παίξουν οι ειδικότερες συνθήκες κατασκευής της ειδησεογραφίας και οι αξιόπιστες πηγές στην έκβαση μίας σύγκρουσης, αποτελούν οι επαναστάσεις, οι οποίες ξέσπασαν στο Ιράκ αμέσως μετά το τέλος του πολέμου του Κόλπου. Με παρακίνηση των συμμάχων οι Σιίτες στο νότιο και οι Κούρδοι στο βόρειο Ιράκ επαναστάτησαν. Και στις δύο περιπτώσεις οι συμμαχικές δυνάμεις δεν εκπλήρωσαν τις προσδοκίες των επαναστατών και τους άφησαν να σφαγιασθούν από τις ιρακινές δυνάμεις. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπήρξε ασφαλής πρόσβαση των τηλεοπτικών συνεργείων στην περιοχή των συγκρούσεων. Έλειψε δηλαδή η συνεχής ροή του εντόνως δραματικού πληροφοριακού υλικού, που θα μπορούσε να αναδείξει την εν λόγω κατάσταση σε βασική είδηση και να δραστηριοποιήσει τη διεθνή κοινή γνώμη. Βασική ήταν η έλλειψη του οπτικού υλικού, που θα επέτρεπε στους νεκρούς να μετατραπούν από ανώδυνη στατιστική σε ανθρώπινο δράμα.
Καίτοι υπήρχαν οι μαρτυρίες αυτών που ξέφευγαν από τη Βασόρα για τον αγώνα ζωής και θανάτου που έδιναν οι κάτοικοι της ενάντια στα στρατεύματα του Σαντάμ, δεν υπήρχε η πρωτογενής δημοσιογραφική πρόσβαση, η δυνατότητα ζωντανής σύνδεσης και το απαραίτητο δραματικό οπτικό υλικό, στοιχεία τα οποία θα καθιστούσαν το συγκεκριμένο γεγονός σημαίνουσα είδηση για ικανό χρονικό διάστημα και με τέτοιο τρόπο, ώστε να κινητοποιηθεί η κοινή γνώμη.
Οι συγκρούσεις των Κούρδων με τον ιρακινό στρατό έγιναν αφού ο τελευταίος κατέπνιξε την εξέγερση στο σιιτικό Νότο. Οι Κούρδοι ηττώμενοι μετακινήθηκαν προς τα περσικά και τα τουρκικά σύνορα. Μόνο όταν πλέον οι Κούρδοι πρόσφυγες έφτασαν στα τουρκοϊρακινά σύνορα ανακαλύφθηκαν από τα τηλεοπτικά συνεργεία και τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης. Η Τουρκία αρνήθηκε να τους παράσχει άσυλο και οι αμερικανικές, αγγλικές, και γαλλικές δυνάμεις κινήθηκαν για να παράσχουν προστασία και ανθρωπιστική βοήθεια στους πρόσφυγες βορείως του 36ου παραλλήλου. Κατά μία άποψη η κινητοποίηση αυτή υπήρξε απόρροια της τηλεοπτικής ειδησεογραφίας. Η κάλυψη της τραγικής κατάστασης των Κούρδων προσφύγων ενσωμάτωνε και δηλώσεις τους. Δηλώσεις που δεν περιορίζονταν σε απλή και μόνο περιγραφή της τραγικής τους κατάστασης ή τους δράματος που έζησαν ώσπου να φτάσουν στα τουρκοϊρακινά σύνορα. Όσο ξετυλιγόταν το κουβάρι των προσφυγικών διηγήσεων μπροστά στις κάμερες των συνεργείων, τόσο ο λόγος περνούσε από την περιγραφή στην κατανομή ευθυνών για τις δηλώσεις των συμμάχων, που τους ξεσήκωσαν κατά του Σαντάμ και μετά τους εγκαταλείψαν. Αυτή η διαδικασία σταδιακώς διέβρωσε τη δημοσιογραφική αντίληψη και μετέτρεψε την ειδησεογραφική κάλυψη σε μία διαδικασία απόδοσης ευθυνών[19] (blame game). Έτσι επήλθε μια ποιοτική μεταβολή, μια λειτουργική υπέρβαση στο δημοσιογραφικό λόγο, που από την παρουσίαση πέρασε στην υπεράσπιση. Ενδεικτικώς το ρεπορτάζ για τους Κούρδους πρόσφυγες ακολουθούσαν ρεπορτάζ από διαδηλώσεις στις Η.Π.Α. ενάντια στην εγκατάλειψη των προσφύγων και από πλάνα του τότε προέδρου των Η.Π.Α. Μπουά να παίζει αμέριμνος γκολφ. Σταδιακώς η απόδοση ευθυνών γινόταν όλο και πιο συγκεκριμένη. Το μήνυμα/αίτημα ήταν παραπάνω από σαφές: ‘κάντε κάτι’ (Shaw 1996: κεφ. 7).
Κατά μία άλλη άποψη, το παραγωγικό αίτιο της στρατιωτικής επέμβασης δεν ήταν η ειδησεογραφική κάλυψη, αλλά τα αμερικανικά συμφέροντα. Ενδεχόμενη επιτυχία της σιιτικής επανάστασης στο νότιο Ιράκ θα δημιουργούσε ένα νέο κράτος, ομόδοξο, και ως εκ τούτου σύμμαχο με το Ιράν, που θα ήταν ουσιαστικώς ένα καρφί για τους σουνίτες Άραβες της Σαουδικής Αραβίας. Από την άλλη η μαζική έξοδος των ιρακινών Κούρδων στην Τουρκία θα αποσταθεροποιούσε το εκεί καθεστώς. Κάτι που ήθελε να αποφύγει η αμερικανική κυβέρνηση.
3.1.2. Η Κανονικοποίηση του Τυχαίου
Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας παράγουν ειδήσεις με μία αυστηρά κανονισμένη περιοδικότητα. Τα εξαιρετικά σημαντικά γεγονότα όμως τείνουν να μην αναγνωρίζουν την κανονικότητα αυτή και να συμβαίνουν ακανόνιστα. Για τα μέσα μαζικής επικοινωνίας είναι σημαντικό να εξασφαλίσουν μία ροή ειδήσεων, που να ικανοποιεί την περιοδικότητά τους και να τα αυτονομεί από τα πολύ σημαντικά γεγονότα. Απάντηση σε αυτό το ζήτημα υπήρξε η συστηματοποίηση της διαδικασίας παραγωγής των ειδήσεων.
Οι ειδήσεις των ΜΜΕ παράγονται στα πλαίσια μεγάλων, ιεραρχικώς δομημένων, τεχνικώς περίπλοκων οργανισμών, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι προσανατολισμένοι στο κέρδος. Οι δημοσιογράφοι είναι μέρος αυτών των δομών και η οργάνωση της εργασίας τους ανταποκρίνεται και συντηρεί αυτά τα πλαίσια. Η οργανωτική ρουτίνα, οι δημοσιογραφικές αξίες και οι αντικειμενικοί περιορισμοί της διαδικασίας παραγωγής (όπως ο χρόνος και οι παραγωγικές πηγές) επηρεάζουν το δημοσιογραφικό έργο και δημιουργούν συστήματα ασυνείδητων μεροληψιών στην ειδησεογραφία.
Κατά τον Epstein (1973) η επίδραση αυτών των παραγόντων γίνεται φανερή στα εξής επίπεδα:
α. Οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί είναι ιεραρχικώς και γρα-φειοκρατικώς οργανωμένοι για να διαχειρίζονται με αποτελεσματικότητα τη ροή των ειδήσεων. Τόσο τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, όσο και οι εφημερίδες, έχουν ένα ραφιναρισμένο σύστημα ελέγχου, επεξεργασίας, και συστηματοποίησης της διαδικασίας παραγωγής της ειδησεογραφίας.
β. Όσο πληθαίνουν τα ειδησεογραφικά μέσα και όσο η διαδικασία παραγωγής της ειδησεογραφίας αυξάνει σε όγκο και γίνεται τεχνολογικώς πιο σύνθετη, τόσο παθητικότερη γίνεται. Η ενεργητική αναζήτηση ειδήσεων και η πραγματική έρευνα υποκαθίσταται από την εξάρτηση των δελτίων τύπου, τις συνεντεύξεις, τις διαρροές κι από άλλες μορφές διάχυσης ειδήσεων.
Μία άλλη άποψη αυτού του ζητήματος υπήρξε η δραματική αύξηση των ψευδογεγονότων, των γεγονότων δηλαδή που είναι κατασκευασμένα για να εμφανιστούν στις ειδήσεις. Αυτά τα γεγονότα από τη φύση τους ανταποκρίνονται στις ανάγκες παραγωγής των ειδήσεων, με αποτέλεσμα πολλές φορές να εκτοπίζουν από την ειδησεογραφία τα πραγματικά γεγονότα. (Boorstin 1963) Με αυτό τον τρόπο η απόσταση ανάμεσα στη φαντασιακή θέσπιση της κοινωνίας και την καθ’ εαυτή πραγματικότητα αυξάνει.
Παράλληλα ο Boorstin (1963) έκανε ένα διαχωρισμό ανάμεσα στον ήρωα, δηλαδή σε αυτόν που έχει δημοσιότητα εξαιτίας των επιτευγμάτων του, και στη διασημότητα (celebrity), στο άτομο δηλαδή που είναι διάσημο επειδή είναι διάσημο. Καθώς η εμφάνιση των ηρώων, όπως και των πραγματικά σημαντικών γεγονότων διέπονται από τον νόμο του τυχαίου και δεν υφίστανται την κανονικοποίηση, που είναι αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης, τα τελευταία παράγουν και καταναλώνουν διασημότητες με τον ίδιο τρόπο και ρυθμό που παράγουν και καταναλώνουν ψευδογεγονότα. Η έλευση των μανεκέν και των τηλεπαρουσιαστριών των πρωινών εκπομπών αποτέλεσε απόρροια της ιδιωτικοποίησης και της επέκτασης του τηλεοπτικού πεδίου. Τα μέσα επικοινωνίας και κυρίως αυτά που είναι εστιασμένα στην εικόνα μέσα από μία διαδικασία αυτοαναφοράς μετέτρεψαν τους παρουσιαστές και τις παρουσιάστριές τους σε σταρ, που με τη σειρά τους παρήγαγαν ειδήσεις, μηνύματα, ή ακόμα και άλλους σταρ. Όπως ακριβώς το ψευδογεγονός εκτοπίζει το πραγματικό γεγονός, έτσι και η διασημότητα εκτοπίζει τον ήρωα. Επειδή τα μέσα μαζικής επικοινωνίας είναι βασικός παράγοντας κοινωνικοποίησης, η αντικατάσταση αυτή επηρεάζει τα πρότυπα που προβάλλουν στην κοινωνία και την ευρύτερη διαδικασία κοινωνικής αξιολόγησης.
γ. Η δημιουργία ειδικεύσεων στη δημοσιογραφία, καθώς και ειδικών ανταποκριτών, οδηγεί σε μία σταθερή παραγωγή ειδήσεων. Οι δημοσιογράφοι καλύπτουν συγκεκριμένους χώρους, όπως τα υπουργεία, τα κόμματα, την οικονομία κ.ά., διαδικασία που τους φέρνει σε μόνιμη και σταθερή επαφή με τους συγκεκριμένους χώρους και επιτρέπει τη συστηματική καλλιέργεια πηγών. Αυτό αφ’ ενός συστηματοποιεί την απόδοση των συγκεκριμένων χώρων σε ειδήσεις, αφετέρου όμως δημιουργεί συνθήκες, στις οποίες ο δημοσιογράφος μπορεί ν’ αλωθεί από το χώρο είτε άμεσα, είτε έμμεσα, μέσω της συνειδησιακής διήθησης και της ταύτισης με το χώρο που καλύπτει και όχι με την εφημερίδα του και το κοινό του. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ, όπου οι δημοσιογράφοι συστεγάζονται και επί μακρόν συνυπάρχουν με τους βουλευτές και τους αντίστοιχους ανταποκριτές των άλλων εφημερίδων, ενώ η φυσική τους παρουσία στις εφημερίδες τους είναι ελάχιστη. Ο Αμερικανός αναλυτής Κρουζ ερευνώντας τη συνύπαρξη των ανταποκριτών, που κάλυπταν έναν υποψήφιο για τις προεδρικές εκλογές των Η.Π.Α., διαπίστωσε ότι η συνύπαρξη αυτή δημιουργούσε κοινή αντίληψη, που ομογενοποιούσε την ειδησεογραφική εκροή σε τέτοιο βαθμό, που το φαινόμενο χαρακτηρίστηκε αγελαία δημοσιογραφία (pack journalism).
3.1.3. Η Αντικειμενικότητα στην Ειδησεογραφία – Η Φύση της Μεροληψίας
Σύμφωνα με τους ιστορικούς των μέσων επικοινωνίας, η απαξίωση της κυριαρχίας των κομμάτων και η αύξηση της σημασίας των μέσων ως μίας αυτόνομης διαδικασίας κατασκευής και οργάνωσης της ειδησεογραφίας βασίστηκε στην άνοδο της αρχής της αντικειμενικότητας, που έλαβε χώρα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα στον αγγλοσαξονικό χώρο, και βασιζόταν σε καθαρώς εμπορικά κίνητρα. Η ανάγκη δηλαδή της μαζικής εφημερίδας να καλύψει ένα πολιτικώς ετερογενές ακροατήριο, χωρίς να αποξενώσει κανένα μέρος του, οδήγησε στην πολιτική ουδετεροποίηση της πληροφορίας. Σε οικονομικό επίπεδο μοχλός αυτής της διαδικασίας υπήρξε η αύξηση του διαφημιστικού εισοδήματος σε σχέση με αυτό που προερχόταν από την κυκλοφορία των εφημερίδων. Στην Αμερική αυτή η διαδικασία κατέληξε στην οργάνωση του Τύπου σε μία σειρά τοπικών μονοπωλίων, με τις περισσότερες περιοχές των Η.Π.Α. να εξυπηρετούνται μόνο από μία εφημερίδα, στην Αγγλία η κατάληξη ήταν η εξάλειψη του Εργατικού Τύπου[20] . Άλλοι παράγοντες ανόδου της «αντικειμενικότητας», ως καθεστηκυίας αντίληψης για την οργάνωση της ειδησεογραφίας υπήρξαν τα Ειδησεογραφικά Πρακτορεία, τα οποία εξαπλώθηκαν από την εποχή του τηλεγράφου, και όφειλαν να παρέχουν πληροφορίες με ουδέτερη πολιτική πλαισίωση, ώστε να είναι αποδεκτή από όλα τα μέσα που τις λάμβαναν. Αυτό αποτέλεσε έναν εξωγενή παράγοντα διάχυσης της αμεροληψίας στις εφημερίδες, που σταδιακά επηρέασε το κανονιστικό τους πλαίσιο (McNair (1994) Robinson και Sheehan (1983).
.
Μετά την αρχική της άνοδο, η αντικειμενικότητα ως επαγγελματική πρακτική παγιοποιήθηκε μέσα από το σύστημα κοινωνικοποίησης του δημοσιογραφικού χώρου και καθισταμένη η κυρίαρχη επαγγελματική ιδεολογία απέκτησε δύναμη κανονιστική. Συνεπώς κατέστη μηχανισμός αξιολόγησης της δημοσιογραφικής παραγωγής, ακόμα και σε χώρες που τα δομικά στοιχεία του συστήματος πολιτικής επικοινωνίας δεν ευνοούσαν την εφαρμογή της.
Η αντικειμενικότητα, όπως διαμορφώθηκε λειτουργικά μέσα από την αμερικανική και τη διεθνή εμπειρία, περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: Η είδηση πρέπει να περιέχει όσο το δυνατόν περισσότερο λεπτομερείς και ελέγξιμες πληροφορίες Η αρχή της αντικειμενικότητας προϋποθέτει ένα σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στην παρουσίαση των γεγονότων και στο σχολιασμό τους. Όποτε είναι αυτό εφικτό, πρέπει να αναφέρονται αξιόπιστες πηγές σχολιασμού. Τα νέα πρέπει να δημοσιοποιούνται εγκαίρως και οι τελευταίες κάθε φορά εκδοχές ενός συμβάντος πρέπει επίσης να παρουσιάζονται. Η οπτική του δημοσιογράφου πρέπει να είναι αμερόληπτη και να αποστασιοποιείται από τις συγκρουόμενες πλευρές. Η αντικειμενική παρουσίαση προϋποθέτει παντελή έλλειψη προσωπικών, κοινωνικών, και πολιτικών μεροληψιών[21] (McQuail 1992).
Στη βάση της αντικειμενικότητας ως στοιχείου οργάνωσης και παρουσίασης των ειδήσεων βρίσκεται ή έννοια της αμεροληψίας. Η αμεροληψία εκτιμάται κυρίως επειδή πολλά γεγονότα περιέχουν συγκρούσεις και είναι ανοιχτά σε εναλλακτικές ερμηνείες και εκτιμήσεις. Το σύνηθες πρότυπο της αμεροληψίας απαιτεί ισομέρεια στην επιλογή και τη χρήση των πηγών, ώστε να αντανακλούν διαφορετικές απόψεις. Ουσιαστικώς η αμεροληψία συνοψίζεται στην απουσία σκόπιμης ή απορριπτέας ‘προκατάληψης’. Επίσης η αμεροληψία απαιτεί ουδετερότητα στην παρουσίαση των ειδήσεων, διάκριση των γεγονότων από τις προσωπικές απόψεις και αποφυγή αξιολογήσεων ή χρήση συναισθηματικής γλώσσας ή εικόνων. Η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία γίνονται καλύτερα κατανοητές δια της αντιπαραθέσεως με την έννοια της μεροληψίας. Κατά τον McQuail (1992:191) ο όρος μεροληψία (bias) αναφέρεται σε κάθε συστηματική τάση του ειδησεογραφικού υλικού να απομακρύνεται από την αντικειμενικότητα και να ευνοεί την μία άποψη / οπτική / ερμηνεία εις βάρος της άλλης.
Αναφερόμενοι στη μεροληψία θα πρέπει να αποφύγουμε ένα από τα κλασικά σφάλματα της υπεραπόδοσης αιτιότητας. Πολλές φορές θεωρούμε οποιαδήποτε απόκλιση της ειδησεογραφίας από την αντίληψη που έχουμε διαμορφώσει εκ των προτέρων για τον κόσμο ως απόρροια συνειδητής χειραγώγησης εκ μέρους των Μ.Μ.Ε. Ωστόσο μεγάλο μέρος αυτών που αντιλαμβανόμαστε ως μεροληψία των Μ.Μ.Ε., είτε οφείλονται σε επιλεκτική αντίληψη και αξιολόγηση του ακροατηρίου, είτε είναι ασυνείδητες μεροληψίες, που προέρχονται από το μηχανισμό κατασκευής της ειδησεογραφίας και τη δράση του ιδεολογικού εποικοδομήματος. Για λόγους περαιτέρω διασαφήνισης θα εξετάσουμε την κατηγοριοποίηση των μεροληψιών που παρέχει ο McQuail (1992:193-4). Σύμφωνα με αυτή, οι μεροληψίες κατηγοριοποιούνται επί τη βάσει δύο αντιθετικών δίπολων:
- Ανάλογα με το αν υπάρχει πρόθεση ή όχι και
- Ανάλογα με τον αν η μεροληψία είναι εμφανής ή κεκαλυμμένη.
|
|
Εμφανής |
Κεκαλυμμένη |
|
Υπάρχει Πρόθεση |
Κομματισμός |
Προπαγάνδα |
|
Δεν Υπάρχει Πρόθεση |
Ασυνείδητη μεροληψία |
Ιδεολογία |
Σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση αυτή υπάρχουν τεσσάρων ειδών μεροληψίες που εμφανίζονται κατά κύριο λόγο στην ειδησεογραφία.
α. Κομματισμός. Υπάρχει πρόθεση μεροληψίας και η μεροληψία είναι εμφανής και εν πολλοίς αναμενόμενη. Πολλές εφημερίδες στην Ελλάδα και αλλού έχουν ανοικτή και δεδηλωμένη κομματική τοποθέτηση[22]. Αντιστοίχως στο μοντέλο τηλεόρασης που έχει υιοθετηθεί στον ευρωπαϊκό Νότο είναι αναμενόμενη η υποστήριξη της κρατικής τηλεόρασης προς την εκάστοτε κυβέρνηση. Ακόμα και σε ορισμένες αμερικανικές εφημερίδες, οι οποίες κινούνται αυστηρά στα όρια που θέτει η αρχή της αντικειμενικότητας, είναι αναμενόμενος ο κομματισμός του μέρους της εφημερίδας που δεν παρουσιάζει ειδήσεις, αλλά πολιτικά σχόλια.
β. Ασυνείδητη Μεροληψία[23]. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει πρόθεση χειραγώγησης, ωστόσο η ύπαρξη της μεροληψίας είναι εμφανής στην επικοινωνιακή εκροή. Η ασυνείδητη μεροληψία προκύπτει από τη λειτουργία των μηχανισμών κατασκευής της ειδησεογραφίας.
γ. Προπαγάνδα. Υπάρχει πρόθεση χειραγώγησης δια της μεροληπτικής παρουσίασης των συμβάντων, ωστόσο η εν λόγω μεροληψία δεν είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή. Αντίθετα από τον κομματισμό η πρόθεση χειραγώγησης αποκρύπτεται, ενώ συχνά το προϊόν φέρει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της αντικειμενικότητας. Τέτοιας μορφής προπαγάνδα τροφοδοτείται από επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, από άσκηση δημοσίων σχέσεων, από ψευδογεγονότα που οργανώνονται για να αυξήσουν την ειδησεογραφική κάλυψη και από επικοινωνιακές ‘επιδοτήσεις’. Όπως αναφέρει και ο McQuail (1992:194), η διερεύνηση αυτών των μεροληψιών προϋποθέτει την υιοθέτηση μίας στάσης συνεχούς κριτικής και αμφισβήτησης από το θεατή.
δ. Ιδεολογία. Μορφή μεροληψίας, η οποία δεν είναι εμφανής, και για την ύπαρξη της οποίας δεν υπάρχει πρόθεση. Η συγκεκριμένη μορφή προκύπτει από μία κοσμοθεωρία που οργανώνει τον τρόπο αντίληψης του γίγνεσθαι. Η κοσμοθεωρία αυτή επηρεάζει τόσο την κατασκευή της ειδησεογραφίας, όσο και τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος την αντιλαμβάνεται. Ουσιαστικώς το ακροατήριο έχει κοινωνικοποιηθεί με αυτή την κοσμοθεωρία. Η ύπαρξη μιας τέτοιας μεροληψίας μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο μέσω της διαπολιτισμικής σύγκρισης, ή από άτομα που εμφορούνται από ιδεολογήματα αντιθετικά προς την κυρίαρχη ιδεολογία.
Ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης των μεροληψιών δεν είναι η αποφυγή, αλλά η συστηματική διερεύνηση και η δημόσια καταγγελία. Στις Η.Π.Α. οι συντονισμένες δημόσιες καταγγελίες σε συνδυασμό με μποϊκοτάζ -ή με απειλές για μποϊκοτάζ- των προϊόντων των χορηγών έχουν κατά καιρούς φέρει αποτελέσματα (βλέπε Montgomery 1989, Blumler 1991)[24]. Για όσους θίγονται άμεσα από το περιεχόμενο της ραδιοτηλεόρασης, η ισχύουσα νομοθεσία τους επιτρέπει να προσφύγουν στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, στην ανεξάρτητη δηλαδή εποπτική αρχή. Το Ε.Σ.Ρ. δύναται δια νόμου να απαιτήσει να λάβει το σχετικό υλικό από τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, να το εξετάσει, και, αν χρειαστεί, να επιβάλει ποινή.
3.1.3. Συνοπτικός Οδηγός Ανάλυσης Περιεχομένου και Διερεύ-νησης Μεροληψιών
Πολλές φορές η αίσθηση ότι οι ειδήσεις είναι μεροληπτικές είναι υποκειμενική κι ερμηνεύσιμη από την θεωρία των παραγωγικών αιτιών και το φαινόμενο των εχθρικών μέσων. Συχνά η μεροληψία υπάρχει στο μάτι που κοιτάζει και όχι στο περιεχόμενο των Μ.Μ.Ε. που παρατηρείται. Υπάρχουν ορισμένοι απλοί κανόνες για να ελεγχθεί κατά πόσο η αίσθηση μεροληψίας ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα έτσι ώστε η όποια συζήτηση να γίνεται μετά λόγου γνώσεως.
Η χρηστικότητα της ανάλυσης περιεχομένου μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την διερεύνηση μεροληψιών μια και που επιτρέπει ν’ αντιληφθούμε τάσεις που δεν είναι εύκολο να τις συνειδητοποιήσουμε σαν απλοί θεατές. Τάσεις οι οποίες έχουν σωρευτικά αποτελέσματα στην κοινή γνώμη, είναι ενδεικτικές κοινωνικών ή άλλων μεταβολών και μπορούν να επιδράσουν ποικιλοτρόπως στην διαχείριση του εσωτερικού μετώπου[25]. Η συστηματική ανάλυση περιεχομένου, επίσης, επιτρέπει την εύρεση των στοιχείων που συντελούν στην αποτελεσματικότερη διαχείριση της εικόνας των ενόπλων δυνάμεων[26] Ερευνώντας την ειδησεογραφική κάλυψη της πτώσης του C-130 τον Φεβρουάριο του 1991 και την προσπάθεια αναζήτησης του, ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος (1999β:119-121) βρήκε ότι:
«… το 56,1% των δημοσιευμάτων είναι αρνητικού χαρακτήρα, το 37,2% διατηρεί μία πιο ουδέτερη στάση ενώ μόλις το 6,7% έχουν κάποια θετικότητα … Κατά την διάρκεια των πρώτων ημερών της προσπάθειας διάσωσης οι εφημερίδες παρουσιάζονται από θετικές έως ουδέτερες για την όλη επιχείρηση κινητοποίησης. ‘Όμως όλες γίνονται αρνητικές όσο οι μέρες περνούν …»
Η ανάλυση δείχνει ότι ο αρνητισμός υπήρξε συνάρτηση τόσο της διάρκειας της κρίσης όσο και την τάσης των αρμοδίων να μην προσφέρουν άμεση και έγκυρη πληροφόρηση στα Μ.Μ.Ε. εξάπτοντας την φαντασία τους και οδηγώντας τους προς άλλες λιγότερο έγκυρες και πιο επιρρεπεί στο αρνητισμό και το δράμα πηγές.
Η μέτρηση για να είναι αποτελεσματική πρέπει να μετρά το περιεχόμενο ορισμένων μέσων επικοινωνίας σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Για να υπάρξει αποτελεσματική συνάθροιση των στοιχείων που προκύπτουν από την ανάλυση πρέπει αυτά να ενταχθούν σε κατηγορίες. Οι κατηγορίες πρέπει να είναι προσδιορισμένες με σαφήνεια έτσι ώστε όποιος επαναλάβει την μέτρηση να βγάλει το ίδιο αποτέλεσμα ενώ δεν πρέπει να υπάρχει επικάλυψη μεταξύ τους. Δηλαδή να μην μετράται το ίδιο στοιχείο από περισσότερες από μία κατηγορίες. Οι κατηγορίες είτε προέρχονται από έναν θεωρητικό προβληματισμό είτε αναδεικνύονται από το ίδιο το περιεχόμενο των Μ.Μ.Ε. που τελεί υπό ανάλυση. Στην συνέχεια παρατίθεται ένας συνοπτικός κατάλογος μεροληψιών[27].
3.1.3.1. Μεροληψία δια της παράλειψης.
Αποσιωπούνται γεγονότα και καταστάσεις που είναι εναντίον των απόψεων ή των συμφερόντων των Μ.Μ.Ε. . Ενδεχομένως να παρουσιάζεται η αλήθεια και μόνο η αλήθεια αλλά όχι όλη η αλήθεια. Ο βαθμός διερεύνησης αυτής της μεροληψίας εξαρτάται από ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά του επικοινωνιακού συστήματος. Το πρώτο είναι το είδος της διαφοροποίησης του περιεχομένου που χαρακτηρίζει το επικοινωνιακό σύστημα. Κατά τον Entman (1989:96) υπάρχουν δύο ειδών διαφοροποιήσεις του περιεχομένου: η οριζόντια και η κάθετη.
α. Οριζόντια Διαφοροποίηση. Υπάρχει όταν κάθε εφημερίδα ή τηλεοπτικός σταθμός παρουσιάζει τα γεγονότα από μία δεδομένη οπτική γωνία παράγοντας μία μεροληπτική αναπαράσταση της πραγματικότητας, ενώ το άθροισμα των Μ.Μ.Ε. παρουσιάζει όλες τις βασικές ιδεολογίες και ερμηνευτικά πλαίσια που διέπουν την κοινωνία. Έτσι χωρίς να ισχύει η αρχή της αντικειμενικότητας σε κανένα μέσο, στο σύστημα επικοινωνίας σαν σύνολο δεν υπάρχουν σημαντικοί αποκλεισμοί. Αυτή υπήρξε σε γενικές γραμμές η κατάσταση του ελληνικού επικοινωνιακού συστήματος έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Οι εφημερίδες ικανοποιούσαν τις βασικές ιδεολογικές/πολιτικές ομαδοποιήσεις της Ελληνικής κοινωνίας. Ο καθένας διάβαζε την εφημερίδα που ανταποκρινόταν στην πολιτική του τοποθέτηση και η οποία τροφοδοτούσε το ιδεολογικό του πλαίσιο με ερμηνείες ενώ ταυτόχρονα τον προφύλασσε από τις όψεις της πραγματικότητας που ερχόταν σε σύγκρουση με ότι πίστευε και που μπορούσαν να τον ρίξουν σε κατάσταση γνωστικής ασυμφωνίας. Η μεροληψία δια της παράληψης ήταν αναμενόμενη και από πολλούς επιθυμητή. ‘Όποιος ήθελε να έχει μία ολιγότερο χαλαρή σχέση με την πραγματικότητα διάβαζε δύο εφημερίδες με διαφορετική πολιτική τοποθέτηση και μεσώ της διακειμενικής σύγκρισης προσπαθούσε να βγάλει άκρη.
β. Η κάθετη διαφοροποίηση. Αναφέρεται στην περί-πτωση των Μ.Μ.Ε. που λειτουργούν με βάση την αρχή της αντικειμενικότητας και προσπαθούν να παρουσιάσουν εξίσου όλες τις απόψεις χωρίς να λαμβάνουν θέση. Επειδή λειτουργούν οι ίδιοι κανόνες παραγωγής των ειδήσεων εξίσου σε όλα τα Μ.Μ.Ε. η επικοινωνιακή εκροή είναι σε μεγάλο βαθμό ομογενοποιημένη. Υπάρχει δηλαδή διαφοροποίηση στο εσωτερικό του κάθε μέσου αλλά όχι στο επικοινωνιακό σύστημα σαν σύνολο. Στην κάθετη διαφοροποίηση η μεροληψία δια της παράληψης δεν είναι ενδογενές στοιχείο του συστήματος αλλά όταν αυτό συμβαίνει, η διακειμενική ανάλυση σπάνια είναι χρηστική. Σε αυτές τις περιπτώσεις η σύγκριση της διαμεσολαβούμενης πραγματικότητας με την προσωπική εμπειρία μπορεί ν’ αποδώσει καρπούς[28].
Άλλος δομικός παράγοντας που παράγει μεροληψία δια της παράλειψης σχετίζεται με τον βαθμό διείσδυσης του επιχειρηματικού κεφαλαίου στην ιδιοκτησία των Μ.Μ.Ε. και την δύναμη που έχει να επιβάλει την θεματολογία του και ν’ αποκλείει από τις ειδήσεις ανεπιθύμητα γεγονότα ή να επιβάλει την ειδησεογραφική κάλυψη σε γεγονότα που έχουν «εμπορικό» ενδιαφέρον[29]. Στην Ελλάδα η ευρύτερη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται για το ρόλο των διαπλεκομένων και για την φύση της διαπλοκής κράτους και κεφαλαίου, με τα Μ.Μ.Ε. να θεωρούνται προνομιακό πεδίο της διαπλοκής και ταυτόχρονα ν’ αποτελούν βασικό μοχλό των εκατέρωθεν πιέσεων, επηρεάζει την διαδικασία αναζήτηση μεροληψιών δια της παράλειψης. Ουσιαστικά «το πλαίσιο της διαπλοκής» επιβάλει την «ανάγνωση» των Μ.Μ.Ε. με βάση τα στρατηγικά συμφέροντα των διαπλεκομένων και τις παραλείψεις και μεροληψίες που αυτά επιβάλλουν. Παραλήψεις αυτής της μορφής διερευνώνται με την διακειμενική σύγκριση μέσων που πρόσκεινται σε διαφορετικά συστήματα διαπλοκής.
3.1.3.2. Μεροληψία στην επιλογή των θεμάτων.
Η δημοκρατική πολιτεία στηρίζεται στις επιλογές. Οι διαφορετικές επιλογές συχνά προκαλούν συγκρούσεις. Η δημόσια σφαίρα χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις πολλές εκ των οποίων επιδεικνύουν σταθερότητα στον χρόνο Σύμφωνα με την θεωρία της αποφασιστικής αξιοποίησης (instrumental actualization) πολλά από τα γεγονότα που εμφανίζονται στις ειδήσεις λειτουργούν υπέρ της μίας ή της άλλη πλευράς σε κάποιο από τα υφιστάμενα πλέγματα αντιθέσεων. Μορφή μεροληψίας συνιστά η εκ συστήματος επιλογή θεμάτων που έχουν θετική αξιοποίηση ενώ παράλληλα αποσιωπούνται όσα έχουν αρνητική αξιοποίηση για μία από τις δύο πλευρές μίας δημόσιας σύγκρουσης. Για να μετρηθεί η μεροληψία αυτής της μορφής πρέπει να είναι γνωστή η αποφασιστική αξιοποίηση των γεγονότων στα πλαίσια των διαμεσολαβούμενων συγκρούσεων καθώς και ν’ αποδειχθεί ότι υπάρχουν στοιχεία υπέρ της μίας πλευράς που εκ συστήματος παραλείπονται.
3.1.3.3. Μεροληψία στην σειρά τοποθέτησης των θεμάτων .
Η σειρά τοποθέτησης ενός γεγονότος σ’ ένα δελτίο ειδήσεων ή σε μία εφημερίδα είναι ενδεικτική τόσο της δημοσιογραφικής αξιολόγησης όσο και της επίδρασης της στο ακροατήριο. Ειδήσεις που αξιολογούνται σαν σημαντικότερες τοποθετούνται στην αρχή του δελτίου ειδήσεων ή στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων. Σύμφωνα με την θεωρία της ημερήσιας διάταξης η σημαντικότητα που αποδίδουν τα Μ.Μ.Ε. σ’ ένα θέμα επηρεάζει την σημαντικότητα που αποδίδει το ακροατήριο σ’ αυτά και συνεπώς δύναται να επηρεάσει τις αξιολογικές κρίσεις ή ακόμα και την κινητοποίηση της κοινής γνώμης. Μορφή μεροληψίας αποτελεί το εκ συστήματος ‘θάψιμο’ σημαντικών ειδήσεων στις πίσω σελίδες ή στο μέσο του δελτίου. Με τον τρόπο αυτό χωρίς το στοιχείο να παραλείπεται μειώνεται η «ορατότητα» του και συνεπώς η επίδραση του στο ακροατήριο.
Μία ιδιαίτερη μορφή της μεροληψίας στην σειρά τοποθέτησης των θεμάτων αφορά τις εφημερίδες. Η είδηση σε μία εφημερίδα γράφεται συνήθως με την μορφή της πυραμίδας, δηλαδή τα πιο σημαντικά στοιχεία της είδησης αναφέρονται στην αρχή ενώ όσο συνεχίζει το κείμενο μειώνεται η σημαντικότητα των στοιχείων που καταγράφονται. Το κοινό εθισμένο σε αυτή τη δημοσιογραφική σύμβαση διαβάζει με αντίστοιχο τρόπο τις εφημερίδες. Δηλαδή οι περισσότεροι κοιτάζουν τους τίτλους, λιγότεροι την πρώτη παράγραφο ενώ όσο συνεχίζει το κείμενο, το κοινό φθίνει. Μορφή μεροληψίας ανακύπτει όταν σημαντικά στοιχεία γραφούν όχι στην αρχή αλλά στην μέση ή στο τέλος της είδησης. Στις τηλεοπτικές ειδήσεις παρέχεται ένα αφήγημα συνεχούς ροής όπου για να μην χάσει κανείς την επόμενη είδηση πρέπει να δει όλη την προηγούμενη. Κατά συνέπεια η τοποθέτηση των γεγονότων μέσα σε μία τηλεοπτική είδηση δεν είναι τόσο σημαντική όσο σε μία εφημερίδα.
Σε πρακτικό επίπεδο, η διερεύνηση της μεροληψίας αυτής γίνεται με καταγραφή και σύγκριση της θεματολογίας σε διαφορετικά μέσα. Άλλη προσέγγιση είναι η καταγραφή του χρόνου που πέρασε από την αρχή του δελτίου για να εκφωνηθεί μία είδηση (π.χ. 35 λεπτά έπρεπε να περιμένει ο θεατής του καναλιού Χ για να μάθει ότι χθες έγιναν 14 παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου).
3.1.3.4 Μεροληψία δια της επιλογής ερμηνευτικού πλαισίου.
Συχνά οι καταστάσεις και τα γεγονότα είναι πολύπλευρα. Σύμφωνα με την θεωρία των πλαισίων η εστίαση της ειδησεογραφίας σε μία και όχι σε μία άλλη πλευρά δύναται να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο αυτό θα γίνει αντιληπτό καθώς και την επίδραση που θα έχει. Για να μελετηθούν οι μεροληψίες αυτού του είδους πρέπει να διερευνηθούν τα πλαίσια που χρησιμοποιούνται ή θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να ερμηνεύσουν ένα γεγονός, ν’ αξιολογηθεί η αποφασιστική τους αξιοποίηση και στην συνέχεια να μελετηθεί η συχνότητα εμφανίσεως τους.
3.1.3.5. Μεροληψία δια της χρήσης ταμπελών.
Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από την γλώσσα. Ο τρόπος με τον οποίο ονομάζουμε το κάθε τι καθορίζει την σχέση μας μαζί του και αποτελεί μία πρώτη ένδειξη για τους τρόπους δράσης που πρέπει ν’ ακολουθηθούν. Συχνά υφίσταται ένα παίγνιο κυριαρχίας για το ποιος καθορίζει την ονομασία των πραγμάτων και συνεπώς του τρόπου με τον οποίο αυτά γίνονται αντιληπτά (game of terministic control). Η κρίση ωστόσο κρίνει τον κρίνοντα. Η χρήση των ταμπελών είναι χαρακτηριστική για τις μεροληψίες αυτού που τις χρησιμοποιεί. Η χρήση αρνητικών ταμπελών παίρνει την μορφή τόσο της ονομασίας των φαινομένων όσο και της χρήσης επιθετικών χαρακτηρισμών. Συχνά η χρήση ορισμένων όρων ενεργοποιεί προϋπάρχοντα ερμηνευτικά πλαίσια εντάσσοντας ένα καινούργιο γεγονός σ’ ένα προϋπάρχον και φορτισμένο προβληματισμό. Σ’ αυτή την περίπτωση η χρήση ταμπελών αποτελεί μία κεκαλυμμένη μορφή της μεροληψίας δια της επιλογής ερμηνευτικού πλαισίου.
Μία ειδικότερη μορφή της μεροληψίας δια της χρήσης ταμπελών αποτελεί η απόδοση αρνητικών ή ιδεολογικά φορτισμένων όρων για τον χαρακτηρισμό όσων φέρουν μία συγκεκριμένη άποψη ενώ για τους αντιπάλους τους δεν χρησιμοποιείται καμίας μορφής χαρακτηρισμός. Η χρήση των ταμπελών σηματοδοτεί την παρέκκλιση και κατ’ αντιδιαστολή η μη χρήση ταμπελών την κανονικότητα, το αποδεκτό.
Σε έρευνες αυτής της μορφής αρχικά καταγράφεται το εύρος των ονομασιών και των επιθετικών χαρακτηρισμών που αποδίδονται στο υπό μελέτη φαινόμενο. Συνήθως οι κατηγορίες προκύπτουν από το ίδιο το κείμενο. Είναι σημαντικό να εξεταστεί υπέρ ποιας πλευράς λειτουργούν οι διάφοροι όροι. Στην συνέχεια βρίσκεται η συχνότητα με την οποία αυτοί χρησιμοποιούνται σε κάθε άρθρο ή εκπομπή. Για να υπάρχει αποτελεσματική σύγκριση η ανάλυση πρέπει να γίνει σε περισσότερα από ένα μέσο ή σε διαφορετικές περιόδους.
Αναφέρει για παράδειγμα ο Θεοδωρακόπουλος (1999:30) σε σχέση με το Κυπριακό:
«… η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο μετατρέπεται σε επέμβαση, σε παρέμβαση, σε απλή άφιξη. Η ίδια η εισβολή και παράνομη κατοχή λησμονούνται τελείως και καταλήγει το ίδιο το Κυπριακό να παρουσιάζεται σαν διακοινοτική διαφορά και σύρραξη».
Οι διαφορετικές ταμπέλες παρέχουν διαφορετικό βαθμό νομιμοποίησης της κατάστασης καθορίζοντας έτσι τους αποδεκτούς τρόπους δράσης. Η ταμπέλα ενεργοποιεί το ερμηνευτικό πλαίσιο. Η παρατήρηση του Θεοδωρακόπουλου μπορεί να χρησιμεύσει σαν υπόθεση εργασίας σε μία ποσοτική ανάλυση τόσο στον λόγο της διπλωματίας και των διεθνών οργανισμών όσο και στον τρόπο που παρουσιάζεται το Κυπριακό από τα διεθνή Μ.Μ.Ε.
‘Άλλη πρόταση για έρευνα αυτού του τύπου αποτελεί η εξέταση των εφημερίδων για μία βδομάδα μετά την κρίση στα 'Ιμια (1996) ή μετά την σύλληψη του Οτσαλλάν (1999) και για μία βδομάδα μετά τους σεισμούς στην Τουρκία (1999). Ποιοι είναι οι επιθετικοί χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τους εξ ανατολών γείτονες μας; Υπάρχει μεροληψία στην χρήση των ταμπελών και αν ναι το σύστημα αυτό των μεροληψιών υφίσταται διαχρονική μεταβολή; Οι τυχόν αλλαγές στις λέξεις τι αλλαγές στις πολιτικές προδικάζουν;
Μεροληψία δια της πρότασης ή καταδίκης συγκεκριμένων πολιτικών.
Αυτό συμβαίνει όταν ένα ρεπορτάζ δεν αναφέρει απλά τα γεγονότα αλλά υποστηρίζει την υιοθέτηση μίας πολιτικής ή μίας συγκεκριμένης θέσης. Συχνά η υιοθέτηση αυτής της πολιτικής δεν είναι απόρροια μίας λογικής συζήτησης ή μίας δομημένης επιχειρηματολογίας όπως θα συνέβαινε σ’ ένα άρθρο σχολιασμού, αλλά προτείνεται σαν αυτονόητη από το περιεχόμενο του ρεπορτάζ.
7) Μεροληψία στην επιλογή των πηγών.
Ο δημοσιογράφος όπως και ο ιστορικός στηρίζεται στον λόγο των πηγών. Πολλές ειδήσεις ξεκινούν από τις επίσημες δηλώσεις ή τις διαρροές ‘επισήμων’ κι ‘ανεπισήμων’. Στις εφημερίδες παρουσιάζονται αυτούσιες δηλώσεις μέσα σε ρεπορτάζ. Στα δελτία ειδήσεων εμφανίζονται άτομα τα όποια είτε παρέχουν μαρτυρικές καταθέσεις για τα τεκταινόμενα είτε καλούνται να τα ερμηνεύσουν και να τα αξιολογήσουν. Αντίστοιχος είναι ο ρόλος των καλεσμένων στις εκπομπές λόγου. Σε κάθε μία από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις γίνονται δημοσιογραφικές επιλογές: σε πόσους και σε ποιούς θα δοθεί το βήμα; με ποιά κριτήρια; πόσο χρόνο θα έχουν να μιλήσουν; Το νόμισμα της ‘επιλογής των πηγών’ στην άλλη του όψη γράφει ‘πρόσβαση στην κοινωνία’. Οι επιλογές των δημοσιογράφων σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν τα όρια του διαλόγου που αναπτύσσεται στην κοινωνία. Η πραγματική ελευθεροστομία χωρίς ελευθεροτυπία και πρόσβαση στα Μ.Μ.Ε. δεν έχει νόημα. Φωνές που αποκλείονται από τα Μ.Μ.Ε. γίνονται ψίθυροι και χάνονται στο περιθώριο.
Οι δημοσιογραφικές επιλογές ενέχουν τον κίνδυνο της μεροληψίας. Ακόμα κι αν ο δημοσιογραφικός λόγος που περιβάλει τις δηλώσεις των πηγών είναι πλήρως απαλλαγμένος από αξιολογικές κρίσεις κι ερμηνείες, η επιλογή των ατόμων που καλούνται να σχολιάσουν το συμβάν ενδέχεται να οδηγήσει σε μεροληπτική απεικόνιση της πραγματικότητας. Ο τρόπος για να διερευνηθεί αυτό είναι να καταγραφούν τα άτομα που εμφανίζονται και ομιλούν στις ειδήσεις για ένα συγκεκριμένο ζήτημα σε μία χρονική περίοδο. Τα άτομα αυτά εντάσσονται σε ορισμένες κατηγορίες έτσι ώστε να επιτευχθεί η αποτελεσματική συνάθροιση τους. Η κατηγοριοποίηση γίνεται είτε ανάλογα με την ομάδα στην οποία ανήκουν είτε ανάλογα με το είδος των απόψεων τις οποίες εκφέρουν είτε με κάποιο άλλο ειδικό χαρακτηριστικό τους. Σε περιπτώσεις που το αξίωμα της πηγής δεν είναι ενδεικτικό του περιεχομένου της ομιλίας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ίδιο το περιεχόμενο σαν στοιχείο κατηγοριοποίησης (π.χ. θετική ή αρνητική δήλωση, δήλωση υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς). Χρηστικό είναι επίσης να μετράται όχι μόνο ο αριθμός των εμφανίσεων των πηγών αλλά και η χρονική διάρκεια αυτής της εμφάνισης (σε τηλεοπτικό δελτίο) ή η έκταση της (σε εφημερίδα). Έτσι ώστε σταθμίζοντας τις φορές εμφάνισης με την έκταση τους να οδηγηθούμε σε αποτελεσματικότερη μέτρηση της παρεχομένης δημοσιότητας
3.1. Ιστορικό – Παρούσα Κατάσταση
4. Ανάλυση Γ΄ Παράγοντα: Υφιστάμενο σύστημα ενημερώσεως των
δημοσιογράφων από το ΥΕΘΑ και παρατηρούμενες δυσλειτουργίες
4.1. Ιστορικό – Παρούσα Κατάσταση
Ενώ κάθε μία πλευρά, εξεταζομένη χωριστά, θα έλεγε κανείς πως έχει θε-σμοθετημένες αλλά και άτυπες διαδικασίες για το συγκεκριμένο αντικείμενο, στην πράξη δημιουργείται μια αντιπαράθεση, που εγγίζει τα όρια της αμφισβήτησης και της εκατέρωθεν καχυποψίας.
Θα πρέπει επομένως να βρεθούν εκείνες οι διαδικασίες και τα μέτρα, τα οποία θα αποτελέσουν τον κοινό κώδικα εργασίας, ώστε το αποτέλεσμα να καλύπτει κατά προτεραιότητα, τα Εθνικά Συμφέροντα.
Στο ΥΕΘΑ, υφίσταται η Διεύθυνση Κοινωνικών Δραστηριοτήτων και Δημοσίων Σχέσεων, τμήμα της οποίας είναι υπεύθυνο για την επαφή του Υπουργείου με τα ΜΜΕ. Επικεφαλής του τμήματος αυτού ορίζεται έγκριτος δημοσιογράφος.
Στα Γενικά Επιτελεία (ΓΕ) εξάλλου, υπάρχει εκπρόσωπος Τύπου, συνήθως Αξιωματικός βαθμού Αντισυνταγματάρχου ή αντιστοίχου των άλλων Κλάδων, ο οποίος επιλαμβάνεται της ενημέρωσης των δημοσιογράφων σε θέματα τα οποία αναφέρονται στο ΓΕΕΘΑ ή τους Κλάδους των ΕΔ.
Ο θεσμός αυτός των εκπροσώπων Τύπου των ΓΕ, καθιερώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και έκτοτε λειτουργεί ικανοποιητικά, πλην ελα-χίστων εξαιρέσεων.
Η επικοινωνιακή σχέση των ΓΕ με τα ΜΜΕ και την ενημέρωση της Κοινής Γνώμης, καθορίζεται με Πάγιες Διαταγές ή με διαταγές που εκδίδονται κατά καιρούς από τα ΓΕ και οι οποίες ρυθμίζουν τα όργανα, τις αρμοδιότητες, τις ευθύνες τους κ.λπ.
Ήδη το ΓΕΣ, έχει εκδώσει σχετικό βοήθημα με τίτλο «Εγχειρίδιο Ενη-μέρωσης Κοινού και Τύπου», ενώ το ΓΕΕΘΑ έχει εκπονήσει Προσχέδιο Διακλαδικού Κανονισμού, με τίτλο «Ένοπλες Δυνάμεις και ΜΜΕ».
Πέραν αυτών έχει ήδη δημιουργηθεί από το ΓΕΣ και λειτουργεί «Σχολείο Εκπροσώπων Τύπου». Οι σύγχρονες εγκαταστάσεις του Σχολείου ευρίσκονται στην Θεσσαλονίκη. Η συχνότητα λειτουργίας του, επί του παρόντος, έχει καθορισθεί σε μία φορά τον χρόνο, με προοπτική αυτή να αυξηθεί. Στο Σχολείο φοιτούν περί τους 20 Αξιωματικοί, ενώ το διδακτικό προσωπικό αποτελείται από καθηγητές Πανεπιστημίου και εγκρίτους δημοσιογράφους. Τέλος η όλη εκπαίδευση του Σχολείου το οποίο θα μετεξελιχθεί σε Διακλαδικό, περιλαμβάνει και επισκέψεις σε ανάλογους με τα ΜΜΕ χώρους (Ραδιοφωνικούς σταθμούς, εγκαταστάσεις εφημερίδων κ.λπ.). Η διάρκεια φοιτήσεως στο Σχολείο είναι δύο εβδομάδες, ενώ υπάρχει σχεδιασμός για μελλοντική αύξηση αυτής.
Ένα από τα κυριότερα προβλήματα τα οποία υπάρχουν στις σχέσεις ΥΕΘΑ και ΜΜΕ, είναι η αμφισβήτηση και καχυποψία, μεταξύ των οργάνων της Στρατιωτικής Υπηρεσίας και των διαπιστευμένων δημοσιογράφων που τους οδηγεί σε «αντίπαλα» στρατόπεδα.
Οι στρατιωτικοί από την μια πλευρά, πιστεύουν ότι οι δημοσιογράφοι επιδιώκουν να βρουν με κάθε μέσο, πληροφορίες για να επιτύχουν αύξηση της κυκλοφορίας των εντύπων ή της ακροαματικότητας των Μέσων τους και ότι στην προσπάθεια τους αυτή δεν αποφεύγουν να καταφύγουν και σε μη δεοντολογικώς αποδεκτούς τρόπους ανακαλύψεως αυτή της πληροφόρησης.
Από την άλλη πλευρά οι δημοσιογράφοι, ασκώντας μεταξύ άλλων και αμειβόμενο επάγγελμα, πράγματι επιζητούν να βρουν θέματα από αυτά που πολλές φορές «πουλάνε», όπως σκάνδαλα, παραλείψεις της Διοικήσεως ή και αναζήτηση πειστηρίων, τα οποία θα τους δώσουν την πολυπόθητη δημοσιογραφική επιτυχία. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει, ότι οι δημοσιογράφοι δέχονται πολλές, οι οποίες συχνά είναι αφόρητες, πιέσεις από τους εργοδότες τους (εκδότες), για «αλιεία» ειδήσεων. Είναι δε τόση η πίεση, ώστε ενίοτε ο δημοσιογράφος, αν δεν βρίσκει, «δημιουργεί» την είδηση. Και αυτό είναι πλέον πρόβλημα και μάλιστα σοβαρότατο. Διότι μια ψευδής είδηση, δημιουργεί μια πρώτη εντύπωση, η οποία δύσκολα θα ανασκευασθεί με μια διάψευση, αφού πάντα θα έρπει η αμφιβολία και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στη Κοινή Γνώμη θα κλείνει πονηρά το μάτι, ότι το θέμα «κουκουλώθηκε»…
Αυτή η αρνητική ψυχολογική διάθεση μεταξύ Γενικών Επιτελείων και δημοσιογράφων, θέτει υπό αμφισβήτηση όλες τις καλές προθέσεις και προσπά-θειες για την ορθή ενημέρωση των δημοσιογράφων και μέσω αυτών της Κοινής Γνώμης.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι απαιτείται ειδική νομοθεσία. Άλλοι έχουν την άποψη ότι η κοινή νομοθεσία μας αρκεί. Πάντως έχουμε ατελές πλέγμα νομοθεσίας για τα ΜΜΕ και αναμένεται το θέμα να λυθεί σύμφωνα με κοινοτικές οδηγίες.
Ένα απλό παράδειγμα: Ένας πολίτης δυσφημείται από κάποιο ΜΜΕ και δικαστικά καταδικάζεται αυτό να επανορθώσει την προσβολή που έκανε στον πολίτη. Πράγματι αυτό επανορθώνεται, εάν πρόκειται για κάποιο τηλεοπτικό κανάλι στις 03.00 τότε δηλαδή που ελάχιστοι παρακολουθούν το πρόγραμμα και όχι στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων που είχε γίνει η προσβολή. Εάν η επανόρθωση έπρεπε να γίνει από εφημερίδα παρόμοια θα ενεργούσε δηλαδή θα δημοσίευε την διάψευση με μικρά γράμματα, σε άλλη σελίδα με άσχετη θεματολογία. Αυτά δείχνουν το ατελές πλέγμα νομοθεσίας. Αντίθετα στις ΗΠΑ η νομοθεσία προβλέπει αστρονομικά ποσά για αποζημιώσεις των πολιτών έναντι της παντοδυναμίας των ΜΜΕ.
Ένας από τους λόγους που συντείνει και καλλιεργεί την αντίθεση αυτή, είναι ότι δεν υπάρχει προγραμματισμένος και κατά τακτά χρονικά διαστήματα χρόνος για την ενημέρωση των εκπροσώπων του τύπου, η δε ενημέρωσή τους είναι περιστασιακή, αποσπασματική και συγκεντρωτική σε επίπεδο ΥΕΘΑ ή ΓΕ.
Οι προτεινόμενοι από τα ΜΜΕ δημοσιογράφοι διαπιστεύονται στο ΥΕΘΑ, πιθανώς χωρίς επαρκείς γνώσεις της στρατιωτικής επιστήμης και τέχνης , ως και των ιδιαιτεροτήτων των θεμάτων ασφαλείας στις ΕΔ. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση ενός, θεωρουμένου μάλιστα και από τους πλέον ενήμερους του χώρου, «στρατιωτικού» συντάκτη, ο οποίος σε τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων ζητούσε, απαιτούσε καλύτερα, σε τόνο οργίλο και με το γνωστό ύφος του προστάτη των πτωχών και των αδυνάτων, να διασκευασθούν μερικά επιθετικά ελικόπτερα τύπου «Απάτσι» σε μεταφοράς ασθενών, ώστε να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της διακομιδής ασθενών υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες…
Η ιδιαιτερότητα, από πλευράς ασφαλείας, των χώρων τόσο του ΥΕΘΑ όσο και των ΓΕ, επιβάλλει την δημιουργία ενός χώρου στον οποίο θα παρα-μένουν και θα εργάζονται οι δημοσιογράφοι, μακράν των χώρων εργασίας των Αξιωματικών και του λοιπού στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού για λόγους προφανείς. Η χωρίς έλεγχο κυκλοφορία στους διαδρόμους και τα γραφεί των Γενικών Επιτελείων και του ΥΕΘΑ εγκυμονεί κινδύνους σχετικούς με την ασφάλεια Προσωπικού, Εγγράφων και Εγκαταστάσεων, διότι βεβαίως - και είναι αυτονόητο αυτό - δεν σημαίνει ότι ένας διαπιστευμένος συντάκτης, είναι υπεράνω πάσης υποψίας. Συνεπώς θα πρέπει να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Προσφάτως και αφού προηγήθηκε κυριολεκτικά «μάχη» μεταξύ πρώην Υπουργού και των εκπροσώπων του Τύπου, έχει ήδη παραχωρηθεί κατάλληλα διασκευασμένος χώρος στο ισόγειο του κτιρίου του ΥΕΘΑ με τις ανάλογες ευκολίες (τηλέφωνα, Υ/Η, συσκευές τηλεοράσεων κ.λπ.). Βεβαίως δεν εξέλειπαν και οι ανεξέλεγκτες «βόλ-τες» των δημοσιογράφων στους διαδρόμους του ΥΕΘΑ και των Επιτελείων, αφού πολλές φορές και για διάφορες αιτίες παρουσιάζεται ανάγκη να μεταβούν π.χ στο γραφείο του υπουργού, το οποίο ευρίσκεται στον 3ο όροφο.
4.2. Μερικά Συμπεράσματα
Το υφιστάμενο σύστημα ενημερώσεως των εκπροσώπων των ΜΜΕ από πλευράς του ΥΕΘΑ και η δι΄ αυτών πληροφόρηση της Κοινής Γνώμης, παρά τις καλές προσπάθειες και προθέσεις όλων, έχει περιθώρια περαιτέρω βελτιώσεως.
Κρίνεται αναγκαία, η δημιουργία καλύτερου ψυχολογικού κλίματος, επιπέ-δου εργασίας, εκτιμήσεως και εμπιστοσύνης στα εμπλεκόμενα όργανα, τόσο από πλευράς ΥΕΘΑ όσο και από πλευράς ΜΜΕ.
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, επιμέλεια και διαρκής μέριμνα για την βελτίωση της λειτουργίας του «Σχολείου Εκπροσώπων Τύπου», τόσο από πλευράς υποδομών όσο και από πλευράς διδακτικού προσωπικού και διδακτέας ύλης. Βεβαίως είναι αυτονόητο, ότι θα πρέπει πλέον να λειτουργεί ως Διακλαδικό.
Η διαπίστευση των δημοσιογράφων πρέπει να γίνεται με κάποια στοιχειώδη κριτήρια επαγγελματικής γνώσεως του εξειδικευμένου αντικειμένου, το οποίο καλύπτουν ενημερώνοντας την Κοινή Γνώμη. Ένας καλός τρόπος θα ήταν η λειτουργία ταχύρρυθμου σεμιναρίου για τους νεοδιπιστευομένους δημοσιογρά-φους, για την ενημέρωσή τους στις ιδιαιτερότητες του στρατιωτικού περιβάλλοντος, αλλά και στα τρέχοντα θέματα και διαδικασίες.
Το ΥΕΘΑ με την καθιέρωση του παραπάνω σχολείου έκαμε το πρώτο από-φασιστικό βήμα. Καιρός να το ακολουθήσουν και ο δημοσιογράφοι.
Ο καθορισμός ακόμη και καθημερινής, ει δυνατόν, ενημερώσεως των δημοσιογράφων, έστω και αν δεν υπάρχουν ειδήσεις, κρίνεται αναγκαίος. Είναι γνωστό ότι η καθημερινή επαφή, επιλύει πολλά προβλήματα και «παρεξηγήσεις».
Απαιτείται, σε συνεργασία με το ΥΕΘΑ, η δημιουργία κανόνων δεον-τολογίας από τα προϊστάμενα των δημοσιογράφων κλιμάκια (ΕΣΗΕΑ κ.λπ.), ώστε με προσωπική αυτοκριτική, να αποφεύγονται δημοσιοποιήσεις κατά-στάσεων που μπορεί να δημιουργήσου προβλήματα στο αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων.
Κρίνεται ως απολύτως αναγκαίο, όπως ο χώρος εργασίας των δημο-σιογράφων ευρίσκεται εκτός του κυρίως κτιρίου του Υπουργείου, ώστε να αποφεύγονται δυσάρεστες καταστάσεις. Με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζουν άλλα κράτη (Γερμανία) το πρόβλημα.
5. Ανάλυση Δ΄ Παράγοντα: ΜΜΕ και θεμελιώδη δικαιώματα. Νομικό
καθεστώς. Κώδικες και όρια Δεοντολογίας.
5.1. Ιστορικό - Παρούσα Κατάσταση
5.1.1. Γενικά
Τα ΜΜΕ διέρχονται σήμερα μία σοβαρή κρίση αξιοπιστίας και το θέμα της δεοντολογίας τους απασχολεί ολοένα και περισσότερο την κοινή γνώμη, τους νομικούς αλλά και τους ίδιους τους δημοσιογράφους. Η βαθμιαία συγκέντρωση κεφαλαίων στο χώρο των ΜΜΕ με την εμπορευματοποίηση την οποία επέφερε και η υπαγωγή τους στους νόμους της ελεύθερης αγοράς είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τα τελευταία κυρίως χρόνια, την απομάκρυνση τους από τις αρχές και τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το κοινωνικό λειτούργημα το οποίο επιτελούν.
Βρίσκονται στην καρδιά της κοινωνικής ζωής, την οποία εξάλλου δημιουργούν και καθιστούν δυνατή, για να επηρεαστούν, αντανακλαστικά, από την ίδια. Κάθε κοινωνία οργανώνεται και μπορεί να λειτουργήσει διαχρονικά μόνο μέσω πολλαπλών εργαλείων παρέμβασης, τα πιο σημαντικά εκ των οποίων είναι τα μέσα επικοινωνίας. Σε ό,τι αφορά τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά και ως επιτακτική συνθήκη της ύπαρξης της, ο γραπτός λόγος είναι το μέσον για να εντοπιστούν και να καταγραφούν οι πληροφορίες.
Οι αυτοκρατορίες αρχικώς δεν μπορούν να είναι παρά μόνο "αυτοκρατορίες χαρτιού" και αργότερα αυτοκρατορίες της πληροφορίας και του ελέγχου της. Οι μεταβολές της σύγχρονης εποχής, μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα, απλώς επιβεβαιώνουν αυτό το γεγονός, κυρίως στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Η διεύρυνση των υπηρεσιών της κοινωνίας, που εκτείνονται σε όλες τις πλευρές της ατομικής ζωής, στηρίζεται στην υπερβολική ανάπτυξη του όγκου των παραγόμενων εγγράφων. Δίχως την αυξανόμενη ποσότητα του σωρού χαρτιών, ακόμη και η ίδια η λειτουργία του δυτικού κοινωνικού προτύπου θα ήταν αδύνατη.
5.1.2. Θεμελιώδη Δικαιώματα
Η σχέση των ΜΜΕ με τα θεμελιώδη δικαιώματα κυριαρχείται από μία βασική αντίφαση ανάμεσα στη δημοκρατική και τη φιλελεύθερη όψη του προβλήματος.
Τα ΜΜΕ δεν είναι απλά και μόνο ένα πεδίο άσκησης συνταγματικών δικαιωμάτων. Δεν είναι απλά και μόνο ένας θεμελιώδης δημοκρατικός και φιλελεύθερος θεσμός. Είναι η «μήτρα» μέσα από την οποία παράγεται και αναπαράγεται η ίδια η πολιτική βούληση, η ίδια η κοινωνική νοοτροπία.
Τελικώς η ίδια συνείδηση κάθε κοινωνίας για τον εαυτό της. ΄Έτσι είναι εξαιρετικά μονοδιάστατη και συμβατική η προσέγγιση εκείνη που βλέπει τα ΜΜΕ ως μηχανισμούς άσκησης του κλασικού δικαιώματος της ελευθερίας της γνώμης και της πληροφόρησης ή ακόμη ως το προϊόν που προκύπτει από την άσκηση αυτού του κλασικού συνταγματικού δικαιώματος. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ο συνεκτικός ιστός της κοινωνίας μας, το μέτρο της σύγκρισης των αξιών που βασίζονται στην ψευδαίσθηση πολυφωνίας και πληρότητας στην ενημέρωση.
5.1.3. Κώδικες Δεοντολογίας
Αν ο όρος δεοντολογία σημαίνει το να πράττει κανείς τα δέοντα κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εν γένει, η έννοια της δεοντολογίας στο χώρο των ΜΜΕ σχετίζεται, όπως είναι προφανές, με τη συμπεριφορά τους κατά την άσκηση του λειτουργήματος που τους έχει ανατεθεί, το οποίο συνίσταται στην πληροφόρηση των πολιτών και στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Και, όταν αναφερόμαστε στη συμπεριφορά των ΜΜΕ προς το κοινό, συμπεριλαμβάνουμε τόσο τον Τύπο όσο και τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, τόσο τους δημοσιογράφους όσο και τους ιδιοκτήτες εφημερίδων, ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών.
Οι ιδιοκτήτες των εφημερίδων έχοντας πλέον ως γνώμονα την ορθολογική εκμετάλλευση της επιχείρησης τους έχουν χάσει το αίσθημα ευθύνης που διέθεταν σε παλιότερες εποχές, πράγμα που οδηγεί στην παραβίαση των αρχών της υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Η επικράτηση στον άκρατο και χωρίς φραγμούς ανταγωνισμό επιτυγχάνεται μέσω του εντυπωσιασμού του κοινού και στο βωμό της θυσιάζεται η αντικειμενική πληροφόρηση, το επίπεδο των προγραμμάτων ακόμη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Το πρόβλημα της δεοντολογίας παρουσιάζεται με μεγαλύτερη ένταση και σε μεγαλύτερη έκταση με την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών ΜΜΕ (ειδικότερα από το χρονικό σημείο της έκρηξης και της καθιέρωσης της ιδιωτικής τηλεόρασης και ραδιοφωνίας) και προτάσεις για την αντιμετώπιση του έχουν γίνει κατά καιρούς τόσο από πλευράς των συλλογικών οργάνων των δημοσιογράφων όσο και από πλευράς του Κράτους.
Όσον αφορά τη δημοσιογραφική δεοντολογία, δύο αντικρουόμενες προτάσεις αντιμετώπισης του προβλήματος έχουν διατυπωθεί:
α. Η Ψήφιση ενός Κώδικα δεοντολογίας με τη μορφή Νόμου περί Τύπου.
β. Η θέσπιση ενός Κώδικα αρχών ή Κώδικα τιμής, για την τήρηση του οποίου οι δημοσιογράφοι θα αυτοδεσμεύονται συλλογικά στο πλαίσιο των δημοσιογραφικών τους οργανώσεων.
Η πρώτη άποψη προβάλλεται κυρίως από την Πολιτεία, βρίσκει, όμως αντίθετες τις Ενώσεις Συντακτών και τον δημοσιογραφικό κόσμο εν γένει. Υποστηρίζεται, ότι η θεσμοθέτηση ενός Κώδικα Δεοντολογίας περικλείει σοβαρούς κινδύνους περιστολής της ελευθεροτυπίας και είναι δυνατό να καταλήξει σε άδικο κυνήγι των δημοσιογράφων για θέματα για τα οποία δεν είναι αυτοί οι μόνοι υπεύθυνοι.
Η δεύτερη άποψη, που βρίσκει σύμφωνες τις Ενώσεις Συντακτών αλλά και σημαντικό μέρος της Νομικής Επιστήμης και υποστηρίζει, ότι το ίδιο το επάγγελμα είναι αρμόδιο αλλά και έχει και την ευθύνη του προσδιορισμού της δικής του δεοντολογίας με βάση τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στην εσωτερική έννομη τάξη (τη λύση αυτή έχει επιλέξει η πλειοψηφία των δυτικών χωρών). Αντίθετα, όπως έχει αποδείξει η διεθνής πρακτική, ένας Κώδικας δεοντολογίας με τη μορφή του Νόμου περί Τύπου δεν είναι δυνατό να λύσει τα προβλήματα της δεοντολογίας, όπως και δεν τα έλυσε στις χώρες στις οποίες καθιερώθηκε.
Δεν επαρκεί η τήρηση του νόμου αυτού από μόνους τους δημοσιογράφους απαιτείται, επιπλέον:
Καθημερινή συνειδητή προσήλωση στο γράμμα και στο πνεύμα του νόμου αυτού, όλων των παραγόντων των ΜΜΕ
Εναρμόνιση με τον νόμο αυτό, της δεοντολογίας ευρύτερων κοινωνικών ομάδων.
Ένα πολιτιστικό επίπεδο του συνολικού πληθυσμού της χώρας σε υψηλό επίπεδο.
Στην Ελλάδα το θέμα αυτό δεν έχει ακόμα επιλυθεί, όμως και το συνολικότερο πρόβλημα της δεοντολογίας των ΜΜΕ βρίσκεται σε σχεδόν εμβρυακή κατάσταση. Κάποιες σοβαρές προσπάθειες γίνονται, βέβαια, τα τελευταία χρόνια από τις Ενώσεις Συντακτών. Οι διάφορες κατηγορίες Κωδίκων Δεοντολογίας που έχουν καθιερωθεί και εφαρμόζονται στις διάφορες χώρες, όπου κυκλοφορούν εφημερίδες και λειτουργούν ηλεκτρονικά ΜΜΕ, όπως και οι πηγές και το περιεχόμενο των δεοντολογικών αρχών που απαρτίζουν τους Κώδικες αυτούς εν γένει, είναι δυνατό να καταταγούν στις εξής τέσσερις κατηγορίες:
α. Οι Κώδικες των Δημοσιογράφων είτε αποτελούν ξεχωριστά κείμενα είτε άρθρα ενσωματωμένα στα Καταστατικά των Δημοσιογραφικών Ενώσεων. Πολύ συχνά συναντάμε δεοντολογικές αρχές και στο επίπεδο της επιχείρησης, (ενσωματωμένες στον εσωτερικό κανονισμό της εφημερίδας ή του ηλεκτρονικού ΜΜΕ). Οι αρχές αυτές δεσμεύουν το προσωπικό της εν λόγω επιχείρησης.
β. Οι Κώδικες των Εκδοτών αφορούν τη συμπεριφορά των εκδοτών του Τύ-που τόσο στις σχέσεις τους μεταξύ τους όσο και στις σχέσεις του καθενός από αυτούς με το αναγνωστικό κοινό.
γ. Οι Κώδικες Τύπου συνίστανται σε γενικότερες συμφωνίες μεταξύ Κράτους/ Εκδοτών / Δημοσιογράφων, οι οποίες αφορούν ολόκληρο το σύστημα του Τύπου. Οι συντελεστές της πληροφόρησης συνάπτουν, δηλαδή, συμφωνίες που αφορούν τη διαδικασία έκδοσης των εφημερίδων, τη συμπεριφορά της εφημερίδας και του εκδότη προς το δημοσιογράφο, του δημοσιογράφου προς τον εκδότη, του εκδότη προς το αναγνωστικό κοινό, του δημοσιογράφου προς το αναγνωστικό κοινό.
δ. Οι Κώδικες των ηλεκτρονικών ΜΜΕ Είναι προϊόν της τελευταίας δεκαετίας περίπου και έχουν καθιερωθεί ήδη στο σύνολο των χωρών της Ευρώπης και στις ΗΠΑ. Στους Κώδικες των ηλεκτρονικών Μέσων διακρίνουμε και πάλι τους Δημοσιογραφικούς Κώδικες, τους Κώδικες Προγραμμάτων και τούς Κώδικες διαφήμισης.
5.1.4. Όρια Δεοντολογίας
Τα πράγματα εμφανίζονται απλά, όταν παρατηρήσει κανείς την δημοκρατική ή την φιλελεύθερη όψη ξεχωριστά. Η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης, η άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα μέσα ενημέρωσης, η δεοντολογία των σφυγμομετρήσεων, τα κριτήρια σύνθεσης των πολιτικών εκπομπών έχουν λυθεί ή λύνονται από την νομοθεσία ή την πρακτική εφαρμογή τους.
Η φιλελεύθερη όψη, η προστασία της προσωπικότητας, το δικαίωμα απάντησης, ο σεβασμός και τα όρια της δημοσιογραφικής έρευνας και αποκάλυψης, η προστασία του δημοσιογραφικού απορρήτου αποτελείται από κλασικά θέματα που βρίσκουν γενικά τη λύση τους. Όταν όμως προκύπτει ένα συγκεκριμένο - εξειδικευμένο θέμα παρουσιάζεται πρόβλημα στην πρακτική εφαρμογή των γενικών κανόνων λόγω της αλληλοσύγκρουσης των διαφόρων κανόνων με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολο να δοθεί λύση.
Για να δοθεί μία απάντηση πρέπει να αποσαφηνισθεί ποιος έχει τώρα μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας τα ΜΜΕ ή τα αντικείμενα επιρροής τους ή ειδικότερα το κάθε άτομο. Κάνοντας μια συνολική στάθμιση των συμβάσεων-διατάξεων και γενικά όλου του νομοθετικού πλαισίου που ισχύει θα έλεγε κάποιος σχετικά εύκολα ότι δεν κινδυνεύει η ελευθερία της πληροφόρησης και του τύπου αλλά η προστασία του ατόμου, της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου.
Η κάθε κυβέρνηση δεν έχει την παραμικρή επιθυμία να κινήσει μηχανισμούς επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή να δημιουργήσει κλίμα περιστολής και καταστολής στα ΜΜΕ. Δεν υπάρχει κανονιστικό έλλειμμα στη χώρα μας. Έχουμε μία σχετικώς επαρκή νομοθεσία που περιλαμβάνει την απειλή πολλών κυρώσεων και προβλέπει πολλές διοικητικές ποινικές και αστικές διαδικασίες. Υπάρχουν πολλοί κώδικες δεοντολογίας που ισχύουν.
Τα φαινόμενα του σεβασμού της προσωπικότητας ή της παραβίασης του ιδιωτικού βίου δεν είναι προβλήματα καινούργια ή εγχώρια αλλά κλασικά διεθνή. Είναι προβλήματα που παρουσιάζονται συνεχώς και υφέρπουν. Αλλά υπάρχουν κάποιες στιγμές όξυνσης που μας φέρνουν αντιμέτωπους ευθέως μ’ αυτά και μας επιτρέπουν να αποκτήσουμε συνείδηση των προβλημάτων. Σε τελευταία ανάλυση το πρόβλημα επικεντρώνεται στην εξουσία που έχουν τα ΜΜΕ.
Η ισχύουσα νομοθεσία στην Ελλάδα περιλαμβάνει σήμερα δύο ανεξάρτητες διοικητικές αρχές που αλληλοσυμπληρώνονται: το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και την Εθνική Επιτροπή Ηλεκτρονικών Μέσων Επικοινωνίας.
Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης είναι εξοπλισμένο με κάποιες ισχυρές αρμοδιότητες εποπτείας και επιβολής κυρώσεων. Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα να απευθύνει το Εθνικό Συμβούλιο συστάσεις και προειδοποιήσεις. Να επιβάλλει πρόστιμα που φθάνουν μέχρι 150.000 ευρω στους τηλεοπτικούς σταθμούς και αναστολής λειτουργίας τους για 3 μήνες.
Επίσης ο Υπουργός έχει τη δυνατότητα να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης.
Στη δε Εφημερίδα της Κυβερνήσεως είναι δημοσιευμένα κείμενα που ορίζουν τους κώδικες δεοντολογίας και για τις δημοσιογραφικές εκπομπές και για τις διαφημίσεις και για τις υπόλοιπες δηλαδή τις δραματοποιημένες εκπομπές.
Υπάρχει νομικός εξοπλισμός , αλλά το πρόβλημά μας δεν είναι ούτε οι κυρώσεις ούτε οι απειλές ούτε η δημιουργία ενός κλίματος περιστολής. Μπορεί όμως κάποιος να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά αναγόμενος στους κώδικες δεοντολογίας που υπάρχουν;
5.1.5. Ο ρόλος των Δημοσιογράφων
Η δημοσιογραφία έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Πρόκειται για ένα επάγγελμα, η άσκηση του οποίου συνιστά ταυτόχρονα άσκηση συνταγματικού δικαιώματος.
Άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της γνώμης, άσκηση του δικαιώματος στη διάδοση των απόψεων και των στοχασμών. Οι δημοσιογράφοι μαζί με τους πολιτικούς συγκροτούν κατά βάση το δημόσιο λόγο. Και είναι υπεύθυνοι απέναντι στην κοινωνία εκφράζοντάς τον. Πρέπει να διαφυλάξουν την πειστικότητα και την αξιοπιστία των λόγων τους.
Υπάρχει όμως και ένα κοινό πεδίο μεταξύ δικαιοσύνης και δημοσιογραφικής δραστηριότητας. Ο δημοσιογραφικός λόγος, όπως και ο δικαστικός λόγος μπορεί να λειτουργεί ως εγγυητής των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Και ταυτόχρονα, όπως οι δύο όψεις του Ιανού, ως φορέας εξουσίας και μάλιστα πολύ ισχυρής συχνά ανεξέλεγκτης.
Για αυτό καθένας που έχει την ευκαιρία, το προνόμιο, τη δυσκολία πολλές φορές μέσα στον στοχασμό του και μέσα από την αναζήτηση της συνείδησής του να επιτελεί το λειτούργημα αυτό, πρέπει να γνωρίζει ότι κρίνεται και ως φορέας της αμυντικής του υποχρεώσεως ,δηλαδή της υποχρεώσεώς του να προστατεύει τα ατομικά του δικαιώματα και ως φορέας της εξουσιαστικής του δύναμης.
5.1.6. Επίπεδα επιρροής
Τα ΜΜΕ ασκούν επιρροή σε διάφορα επίπεδα. Υπάρχουν 3 διαφορετικά επίπεδα πολιτικής επιρροής των ΜΜΕ στα οποία εκδηλώνεται και η αντίθεσή τους με την πολιτική:
Στο επίπεδο της νοοτροπίας και των βαθύτερων κριτηρίων της πολιτικής στάσης η επιρροή είναι πράγματι σημαντική γιατί τα ΜΜΕ αναπαράγουν, ενσταλάζουν και επιβάλλουν μία ουσιαστικά στερεότυπη και απλουστευτική στάση απέναντι στην πολιτική.
Στο επίπεδο των προσώπων και της πολιτικής συγκυρίας η επιρροή τους είναι πολύ σημαντική και αναφέρεται στις προσωπικές επιλογές μεταξύ κομματικών στελεχών, μεταξύ υποψηφίων βουλευτών – τοπικών αρχόντων και στη διαμόρφωση πολύ συγκεκριμένης συγκυρίας.
Το τρίτο επίπεδο είναι το επίπεδο των βασικών πολιτικών συμπεριφορών των θεμελιωδών πολιτικών επιλογών. Είναι το επίπεδο στο οποίο δοκιμάζεται η πραγματική επιρροή των ΜΜΕ. ΄Όταν ξεπερνάει τα όρια της συγκυρίας και των συγκεκριμένων προσώπων δεν είναι τόσο σημαντική όσο νομίζουμε, ενώ εξακολουθεί να είναι σημαντική στη διαμόρφωση της βαθύτερης κοινωνικής νοοτροπίας γιατί εκεί επιβάλλει αισθητικά πρότυπα και αυτά τα αισθητικά πρότυπα είναι μακροπρόθεσμα απολύτως πολιτικά.
5.1.7. Υπάρχον Νομικό καθεστώς
Το υπάρχον νομικό καθεστώς (Σύνταγμα, Ποινικός Κώδικας και λοιποί νόμοι) καλύπτει επαρκώς το αντικείμενο, που έχει σχέση με τον χειρισμό θεμάτων που άπτονται της Εθνικής Άμυνας υπό την ευρεία αυτής έννοια (διαρροή απορρήτου, διασπορά ψευδών ειδήσεων, περιορισμός ανταπόκρισης για λόγους ασφαλείας κ.λπ.).
Στους ισχύοντες όμως κανόνες δικαίου περί «Τύπου και ΜΜΕ», δεν υπάρχει κάποια, έστω και απλή μνεία για «ειδικό χειρισμό» των θεμάτων που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις, όπως σε άλλες περιπτώσεις, πολύ σωστά, κα-λύπτονται διάφορα ευαίσθητα θέματα όπως π.χ. «Η παιδική ηλικία», «Περί βιασμού» , η προστασία μαρτύρων, η προστασία προσωπικών δεδομένων κ.λπ.
Τα θέματα του Τύπου και των Μέσων Μαζικής Ενημερώσεως, γενικώς καλύπτονται από του παρακάτω κανόνες δικαίου:
α. Το Σύνταγμα της Χώρας, το οποίο στο άρθρο 14, προβλέπει τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση, μετά από παραγγελία Εισαγγελέως, μετά την κυκλοφορία, εφημερίδων ένεκα δημοσιευμάτων αποκαλυπτόντων πληροφορίες, περί την σύνθεση, εξοπλισμό και την διάταξη των Ενόπλων Δυνάμεων ή για την οχύρωση της Χώρας κ.λπ., ή στρέφεται κατά της εδαφικής ακεραιότητος του Κράτους.
Περαιτέρω, στην υποπαράγραφο 6 του ιδίου άρθρου, καθορίζεται η περίπτωση κατά συρροή παραβάσεως των πραναφερθεισών παραβάσεων.
Στο άρθρο τέλος 19 του Συντάγματος, καθορίζονται τα θέματα περιορισμού του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, για λόγους ασφαλείας.
β. Τον Νόμο υπ’ αριθμ. 2243/1994, περί καταργήσεως των ειδικών ποινικών διατάξεων περί τύπου, ο οποίος στην ουσία καταργεί ή επιβεβαιώνει διατάξεις (ουσιαστικές ή δικονομικές) του Ν. 5060/1931 «Περί Τύπου, Προσβολών Τιμής», του ΑΝ 1092?1938 «Περί Τύπου», του Ν.1178/1981 και του Ν.1806/1988.
γ. Τον Ποινικό Κώδικας, (άρθρα 134, 135, 137, 146, 149, 191 και άλλα), με τα οποία ρυθμίζονται θέματα επιβουλής της ακεραιότητος της Χώρας, εσχάτης προδοσίας, παραβίασης μυστικών της Πολιτείας, κατασκοπείας και διασποράς ψευδών ειδήσεων.
δ. Τον Ν. 2328/1995 «περί Ιδιωτικής Τηλεοράσεως, Τοπικής Ραδιοφωνίας, Ραδιοτηλεοπτικής αγοράς κ.λπ.», ο οποίος ρυθμίζει θέματα ιδιωτικής τηλεοράσεως και ραδιοφωνίας.
Από την μελέτη των προαναφερθέντων Κανόνων Δικαίου προκύπτουν τα ακόλουθα:
α. Ο Ν. 2243/1994, καταργεί όλες τις ποινικές διατάξεις περί τύπου που αναφέρονται μεταξύ άλλων και σε θέματα που εμπίπτουν σε αντικείμενα της γενικής εννοίας «Εθνική Άμυνα», τα οποία ερυθμίζοντο από συναφείς νόμους (Ν.5060/1931 και ΑΝ 1092/1938).
β. Συνέπεια της ρυθμίσεως αυτής είναι ότι για τα σχετικά θέματα, ισχύουν οι συναφείς διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 14, 15 και 19) και του Ποινικού Κώδικος (¨άρθρα 134, 135, 137, 146, 191) και άλλες.
γ. Ειδικής σημασίας για την υπό ανάπτυξη μελέτη, είναι η ρύθμιση του άρθρου 191 του Ποινικού Κώδικος που αναφέρεται στην διασπορά ψευδών ειδήσεων, με οποιονδήποτε τρόπο, ικανών να επιφέρουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στις Ένοπλες Δυνάμεις της Χώρας κ.λπ.
δ. Σε κανένα σημείο των ισχυόντων Κανόνων Δικαίου, συμπε-ριλαμβανομένων και των προσφάτων Νόμων Περί Τύπου και ΜΜΕ, αναφέρεται κάποια ρύθμιση ή έστω μνεία για ανάγκη «Ειδικού Χειρισμού» των θεμάτων που αφορούν τις Ένοπλες Δυνάμεις της Χώρας, ως εκ του ειδικού τους ρόλου. Η διαπίστωση αυτή αναφέρεται, διότι από τους Νόμους αυτούς, σε άλλες περιπτώσεις – και πολύ σωστά - καλύπτεται ο χειρισμός επίσης ειδικών θεμάτων όπως π.χ «Η παιδική ηλικία», «τα θέματα βιασμού» κ.λπ.
ε. Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς και διαταγές, το δικαίωμα της προσφυγής των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων στην Δικαιοσύνη δυσχεραίνεται.
στ. Η ρύθμιση του άρθρου 3 του Ν.2328/1995, καλύπτει επαρκώς τις περιπτώσεις προσβολής της προσωπικότητος, τιμής, υπόληψης, επαγγελματικής και άλλης δραστηριότητος των στελεχών από τα ΜΜΕ.
5.2. Μερικά Συμπεράσματα
5.2.1. Το γεγονός ότι το ισχύον Νομικό Καθεστώς, καλύπτει επαρκώς τις περιπτώσεις απορρήτου επί θεμάτων σχεδιάσεως, επιχειρήσεων, εξοπλιστικών προγραμμάτων, διασποράς ειδήσεων κ.λπ. δεν θεωρείται ότι πρέπει να αποτελεί τον μόνο ανασχετικό παράγοντα αποφυγής υπερβολών από την πλευρά των ΜΜΕ. Εξ’ άλλου αυτό (το Νομικό Καθεστώς), δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις.
5.2.2. Επομένως η ύπαρξη και ενός Κώδικα Δεοντολογίας μεταξύ ΥΕΘΑ και ΜΜΕ, κρίνεται εκ των πραγμάτων ως απολύτως αναγκαία.
6. Ανάλυση Ε΄ Παράγοντα: Ρόλος ΜΜΕ στην διαχείριση κρίσεων.
6.1. Ιστορικό – Παρούσα Κατάσταση
6.2. Μερικά Συμπεράσματα
7. Ανάλυση ΣΤ΄ Παράγοντα: ΜΜΕ και Εθνική Ασφάλεια.
7.1. Ιστορικό – Παρούσα Κατάσταση
7.1.1. Γενικά
Η ιδέα της ενημέρωσης του κοινού, πριν ή κατά τη διάρκεια διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων, δεν αποτελεί τεχνική μόνο της σημερινής εποχής αλλά χρησιμοποιήθηκε έντονα ήδη από την Αρχαιότητα από όλους τους μεγάλους θεωρητικούς του πολέμου και υπάρχει από τότε που συστήθηκαν οι πρώτες οργανωμένες κοινωνίες με πολιτικό λόγο.
Στην Αρχαιότητα, τότε που δεν υπήρχαν βέβαια οι δορυφορικές επικοινωνίες, ούτε ο κυβερνοχώρος του ΙΝΤΕΡΝΕΤ, οι άνθρωποι είχαν εφεύρει άλλες μεθόδους για να μπορούν να μεταδώσουν τις ιδέες τους και για να καλλιεργήσουν το κατάλληλο κλίμα στην κοινή γνώμη πριν από τη διεξαγωγή κάποιας στρατιωτικής επιχείρησης. Έτσι λοιπόν χρησιμοποιείτο ως μέσο μαζικής ενημέρωσης ο γραπτός και ο προφορικός λόγος, οι συναθροίσεις στην αγορά και στα θέατρα καθώς και τα διάφορα μηνύματα που προέκυπταν από τους χρησμούς των μαντείων.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η "Ιλιάδα" του Ομήρου είναι το πρώτο σύγγραμμα παγκοσμίως, που απευθύνεται στη μέση κοινή γνώμη και προσπαθεί να μεταδώσει μηνύματα για την ευρύτερη ιδέα του Ελληνισμού, για την υπεροχή των Ελλήνων έναντι των αλλοφύλων , για την αλληλεγγύη των Ελλήνων μεταξύ τους και για τις υποτιθέμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των βαρβάρων . Μέσα στα γλαφυρά κείμενα του Ομήρου, παρουσιάζονται τα γεγονότα της εκστρατείας των Αχαιών στην Τροία με έντονο πολεμικό και ηρωικό χαρακτήρα και εκθειάζονται τα πρόσωπα που συμμετέχουν σ' αυτήν (Αχιλλέας, Έκτορας κ.λ.π.).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα συγγραφής κειμένου αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς είναι ο "Επιτάφιος" του Περικλή, που μας παραδίδει ο Θουκυδίδης, όπου αναπτύσσονται με περισσή σαφήνεια η ανάγκη διεξαγωγής του πολέμου, οι σκοποί του και οι λόγοι για τους οποίους έπρεπε οι Αθηναίοι να νικήσουν.
Κορυφαίο παράδειγμα ενημέρωσης της κοινής γνώμης για στρατιωτικές επιχειρήσεις είναι η ιστορία που έγραψε ο Θουκυδίδης για τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο Θουκυδίδης είναι ο πρώτος αρχαίος Έλληνας κλασσικός συγγραφέας που ερευνά τα πραγματικά δεδομένα και προσπαθεί να εντοπίσει μέσα από τα κείμενά του τις πραγματικές και όχι τις φαινομενικές αιτίες που προκαλούν τη σύγκρουση μεταξύ των αντιπάλων (Αθήνας - Σπάρτης).
Με δεδομένη σήμερα την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών μέσων της δημοσιογραφίας, κάθε χώρα προσπαθεί να εκμεταλλευθεί όσο περισσότερο γίνεται τα μέσα ενημέρωσης για να προβάλει και να δικαιολογήσει τις κάθε είδους στρατιωτικές επιχειρήσεις της.
7.1.2. ΜΜΕ και Ασφάλεια
Τα ΜΜΕ έχοντας ως σκοπό την ενημέρωση της κοινής γνώμης, αναζητούν σε κάθε ευκαιρία, σε κάθε χώρο και με κάθε τρόπο, την είδηση και την εικόνα που θα εντυπωσιάσει τον αναγνώστη ή τον τηλεθεατή ή τον ακροατή.
Η προσπάθεια αυτή όμως, μπορεί για λόγους ανταγωνισμού, άγνοιας, κέρδους, προσωπικής προβολής και σκοπιμοτήτων, να δημιουργήσει σο-βαρά προβλήματα στην ασφάλεια πληροφοριών.
Οι παρακάτω περιπτώσεις, υποθετικές βέβαια αλλά διόλου απίθανες, είναι χαρα-
κτηριστικές:
α. Αν π.χ. γραφεί στον Τύπο ότι κάποιος στρατιωτικός Διοικητής διέταξε το προσωπικό να παραμείνει στην Μονάδα, δηλαδή να απαγορεύσει την έξοδο, αυτό μπορεί για από τον αναγνώστη της εφημερίδας να ερμηνευθεί ως μια περίπτωση αυθαιρεσίας του στρατού, για μια ξένη όμως υπηρεσία μπορεί να σημαίνει ότι η συγκεκριμένη μονάδα, έχει τεθεί σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητος και πιθανώς να είναι έτσι.
β. Αν π.χ. από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς μεταδοθεί σαν σχόλιο ότι ο Αρχηγός ΓΕΑ την ώρα που γίνονται αναχαιτίσεις λόγω μαζικών παραβιάσεων του Ελληνικού εναέριου χώρου, βγήκε από την Αίθουσα Επιχειρήσεων αναστατωμένος ή καταϊδρωμένος, το γεγονός αυτό από τον ακροατή μπορεί να εκληφθεί ως σαρ-καστικό σχόλιο, αλλά για τους διατάξαντες τις παραβιάσεις, μπορεί να σημαίνει ότι η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες.
γ. Όταν από τις τηλεοράσεις προβάλλεται η έξοδος του Ελληνικού Στόλου α-πό τον Ναύσταθμο, όπως έγινε στην περίπτωση των Υμίων, ο Έλληνας τηλεθεατής πιθανώς ενθουσιάζεται. Από την άλλη όμως πλευρά του Αιγίου, μπορούν να πάρουν ή να επιβεβαιώσουν αρκετές πληροφορίες, όπως ποιες μονάδες αποπλέουν και αν είναι μονάδες κρούσεως, επιφανείας ή μονάδες ανθυποβρυχιακού πολέμου, αν επιβαίνει ο Αρχηγός του Στόλου ή άλλοι Διοικητές και σε ποια πλοία, αν τα πλοία φέρουν πλήρη φόρτο πυρομαχικών και εφοδίων κ.λπ.
Οι δημοσιογράφοι και οι ρεπόρτερ έχουν ανεπτυγμένη περιέργεια και εμμονή προκειμένου να ανακαλύψουν την είδηση. Γι’ αυτούς, ένα αφημένο έγγραφο πάνω στο γραφείο ή μια συζήτηση μεταξύ επιτελών στους διαδρόμους ή ένα τηλεφώνημα που ακούγεται από κάποιο γραφείο, αποτελούν στοιχεία ενδια-φέροντος. Δεν θα διστάσουν ούτε στο έγγραφο να ρίξουν μια ματιά, ούτε να παρα-κολουθήσουν διακριτικά (ή και αδιάκριτα) τι λέγεται σε μια συζήτηση ή σε ένα τηλεφώνημα.
Είναι σχετικά εύκολο να πεισθεί κάποιος που υπηρετεί ή εργάζεται σε μια στρατιωτική υπηρεσία, να δίνει αθώες φαινομενικώς πληροφορίες για το τι συμβαίνει στον χώρο του. Οι πληροφορίες όμως αυτές, συνδυαζόμενες με άλλες, πιθανώς να είναι αξιοποιήσιμες.
Από την πλευρά αυτή των ΕΔ, ο στρατιωτικός αναπτύσσεται και λειτουργεί μέσα σε ένα χώρο όπου οι περισσότερες ενέργειες και καταστάσεις πε-ριβάλλονται από κάποια διαβάθμιση ασφαλείας.
Κάθε μετάδοση διαβαθμισμένης πληροφορίας σε αναρμόδια πρό-σωπα μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο την αποστολή των ΕΔ και γι’ αυτό κάθε α-ποκάλυψη στρατιωτικού μυστικού χαρακτηρίζεται από τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώ-δικα, ως βαρύ έγκλημα και τιμωρείται με ανάλογες ποινές.
Έτσι τίθεται το ερώτημα αν θα πρέπει να υπάρχουν στεγανά στον χώρο των ΕΔ. Η απάντηση είναι βεβαίως αρνητική, αλλά επισημαίνεται ότι ούτε σχεδίαση, ούτε επιχειρήσεις, ούτε εξοπλιστικά προγράμματα μπορούν να γίνονται με πλήρη δημοσιότητα.
Ασφαλώς η Κοινή Γνώμη θα πρέπει να ενημερώνεται για το τι συμβαίνει στον χώρο των ΕΔ. Όταν όμως πρόκειται για ειδικά θέματα που άπτον-ται της αποτελεσματικότητάς τους, τότε η ενημέρωση θα πρέπει να περιορίζεται στον βαθμό που τα υπεύθυνα προς τούτο πρόσωπα των ΕΔ κρίνουν με κριτήριο τις επικρατούσες συνθήκες και το Εθνικό συμφέρον.
7.1.3. Έλεγχος και Ασφάλεια
Η διαδικασία της επικοινωνίας αποτελεί δύο βασικές λειτουργίες με αποδέκτη την κοινωνία όπως αυτή είναι ή όπως αυτή διαμορφώνεται. Πρώτον καταγράφει το περιβάλλον. Το επιτηρεί, και όταν λέμε περιβάλλον εννοούμε τόσο το εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Δεύτερον η επικοινωνιακή διαδικασία συντονίζει τμήματα της κοινωνίας κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται η κοινωνία αυτή, σε όσα συμβαίνουν στο περιβάλλον. Την δουλειά αυτή αναλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό τα ΜΜΕ με τους δημοσιογράφους τους, με τους παρουσιαστές τους, που ο καθένας από αυτούς έχουν το δικό τους κοινό. Έχουμε δηλαδή κανάλια επηρεαζόντων και κανάλια επηρεαζόμενων.
Τα μαζικά μέσα είναι παντοδύναμα, ασκούν άμεση επιρροή, σκληρή επιρροή. Αυτό έχει αποδειχθεί από μετρήσεις ως προς την διαμόρφωση της κοινής γνώμης σε σειρά θεμάτων, που με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο προβλήθηκαν από τα διάφορα κανάλια. Ωστόσο έστω και εκ των υστέρων το τηλεοπτικό κοινό ανέπτυξε άμυνες. Στην αρχή της εμφάνισης των πολλών καναλιών·, το κοινό ήταν συμπαγές, ως προς τον βαθμό επιρροής που δεχόταν για την διαμόρφωση γνώμης του. Τώρα αυτό έχει περιοριστεί καθώς οι αποδέκτες έχουν και άλλους τρόπους για να ενημερωθούν για τα θέματα που τους ενδιαφέρουν, πέρα από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο.
Έτσι έχουμε χονδρικά δύο κατηγορίες αποδεκτών της ενημέρωσης:
- Εκείνους, οι οποίοι επιμένουν να εμμένουν στο να είναι παθητικοί αποδέκτες της είδησης από την τηλεόραση ή από το ραδιόφωνο και
- Εκείνους, οι οποίοι μπορούν να ακούνε να βλέπουν τη-λεόραση να ακούν ραδιόφωνο, αλλά παράλληλα θέλουν να διασταυρώνουν τα όσα μαθαίνουν από εκεί και με άλλους τρόπους.
Τα μέσα ενημέρωσης γίνονται πάρα πολύ επικίνδυνα, ειδικά σε θέματα εθνικής ασφάλειας και σε θέματα άμυνας, όταν ο δημοσιογράφος λειτουργεί χωρίς να έχει και την κατάλληλη ενημέρωση. Εκεί πραγματικά ο κίνδυνος είναι πολύ μεγάλος και εκεί πρέπει να γίνει μεγάλη προσπάθεια στο να υπάρχει μια ενημέρωση των δημοσιογράφων για ειδικά τεχνικά θέματα, για θέματα στρατηγικής και τακτικής.
Είναι πάρα πολύ σημαντικό και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, στην Αμερική οι Ένοπλες Δυνάμεις, καλούν δημοσιογράφους και όχι απαραίτητα τους στενούς του στρατιωτικού ρεπορτάζ, σε ασκήσεις, σε μια Μονάδα προωθημένη, για να καταλάβουν τι είναι αυτό ακριβώς για το οποίο μιλούν.
Στον κόσμο που ζούμε σήμερα, που ο καθένας μπορεί μέσω του Διαδικτύου να παραγγείλει από Αμερικάνικη εταιρεία μια δορυφορική φωτογραφία που θα μπορεί να δει ακόμη και πόσα οχήματα υπάρχουν σε μια Μονάδα σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, το τι σημαίνει απόρρητο, έχει πραγματικά αλλάξει.
Ζούμε σ’ ένα κόσμο όπου ένα μεγάλο κομμάτι, αυτό που λέμε μυστικών πληροφοριών, που συνηθίζαμε να λέμε μυστικές πληροφορίες είναι πλέον ανοικτό και προσβάσιμο σε όλους, μέσα από τις ανοικτές πηγές.
Μέσα στα πλαίσια της στρατιωτικής και πολιτικής ασφάλειας το μέγιστο δυνατόν των πληροφοριών θα πρέπει να αποδεσμεύονται προς το κοινό. Είναι σημαντικό να μην αποκρύπτονται πληροφορίες που δεν έχουν αξία για τον εχθρό, καθώς και να μην αποκρύπτονται πληροφορίες που θα βοηθήσουν στην κατανόηση και στήριξη της κοινής γνώμης στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και δραστηριότητες. Άσκοπη διαβάθμιση πληροφοριών που δεν βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση και υποστήριξη της κοινής γνώμης, θα πρέπει να αποφεύγονται.
Σταθμίζοντας την αξία μιας συγκεκριμένης πληροφορίας για τον εχθρό και την ανάγκη να κρατηθεί το κοινό ενήμερο, θα πρέπει να υπολογιστεί ότι η έλλειψη επίσημης πληροφόρησης οδηγεί σε απώλεια της αξιοπιστίας και υποστήριξης, ενώ παράλληλα κάνει το κοινό ευάλωτο σε παραπληροφόρηση από τον εχθρό (εχθρική προπαγάνδα, Ψίθυρος)
Πληροφορίες οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της επιχεί-ρησης ή μιας δραστηριότητας και τις πιθανότητες επιτυχίας της ή διακινδυνεύουν την ασφάλεια της χώρας και των στρατευμάτων δεν θα πρέπει να αποδεσμεύονται.
Οι Στρατιωτικοί, δικαιολογημένα ανησυχούν για τη διασφάλιση των επιχειρησιακών κινήσεων των μαχόμενων τμημάτων, αλλά και για την ασφάλεια του προσωπικού και γι’ αυτό καταβάλουν κάθε προσπάθεια να προλάβουν οποιαδήποτε διαρροή πληροφοριών από τα ΜΜΕ, που θα μπορούσαν ανα-πόφευκτα να είναι πολύτιμες για τον αντίπαλο. Αυτό σημαίνει, ότι οι Στρατιωτικοί αναγκάζονται να καταφεύγουν σε έλεγχο των αναφορών των ανταποκριτών από το πεδίο της μάχης και τις θέσεις υποστήριξης, μέσω λογοκρισίας, εφαρμόζοντας κάποιους κανόνες, ή περιορίζοντας την πρόσβαση των ΜΜΕ στο πεδίο της μάχης. Αν και δεν είναι δυνατό να υπάρξει μια περιορισμένη πρόσβαση στη ζώνη μάχης, οι στρατιωτικοί θέλουν τα ΜΜΕ εκεί, διότι θέλουν η κοινή γνώμη στα μετόπισθεν να γνωρίζει ότι οι στρατιώτες κάνουν καλά τη δουλειά τους. Επιζητούν δηλαδή την προβολή του έργου τους. Επιπλέον, ο λαός δικαιούται να μάθει πως αξιοποιούνται οι θυσίες τις οποίες κάνει για τον εξοπλισμό και τη συντήρηση των Ενόπλων του Δυνάμεων.
Η φυσιολογική επιθυμία των στρατιωτικών να προωθήσουν τις καλές ειδήσεις εμποδίζοντας την μετάδοση των κακών, μπορεί να είναι βλαπτική. Η καλύτερη μέθοδος να χειρισθείς την πληροφόρηση μέσω των ΜΜΕ και να εξασφαλίσει κάποιος την ευνοϊκή στάση της κοινής γνώμης, είναι να κάνει «καλά τη δουλειά του». Εάν οι στρατιωτικοί προσπαθήσουν να «πνίξουν» τις ειδήσεις ή να χαλιναγωγήσουν τα ΜΜΕ, ειδικά εάν δεν είναι ειλικρινείς με τους δημοσιογράφους, τότε αυτοί με τη σειρά τους δε θα είναι σε θέση να καλύψουν τις δραστηριότητές τους ικανοποιητικά και πιθανό να μην ανταμείψουν τους στρατιωτικούς για την καλή δουλειά, που θα έχουν κάνει. Για παράδειγμα, στην «Καταιγίδα της Ερήμου» οι πεζοναύτες αν και δεν συνέβαλαν σημαντικά στη μάχη, κέρδισαν περισσότερη δημοσιότητα από τους υπόλοιπους, διότι είχαν πολύ καλή συνεργασία με τα ΜΜΕ.
Οι καλοί επικοινωνιολόγοι, γνώστες των στρατιωτικών θεμάτων, συνιστούν να αποδέχονται οι στρατιωτικοί τα σφάλματά τους το συντομότερο δυνατό. Μία αποδεκτή μέθοδος είναι να «ρίχνεις» την είδηση, να υπομένεις μια-δυο μέρες τη δυσαρέσκεια και να προχωράς. Αν οι στρατιωτικοί επιχειρήσουν να χα-λιναγωγήσουν τα ΜΜΕ τότε εκείνα γίνονται αρνητικά και ασφαλώς το κενό αξιοπι-στίας αυξάνει. Εάν στη συνέχεια ανακαλύψουν κάποια προσπάθεια συγκάλυψης, τότε η κάλυψη του γεγονότος παίρνει μεγάλες διαστάσεις με έμφαση όχι μόνο στο γεγονός, αλλά και στην προσπάθεια απόκρυψής του.
Ο καλύτερος και πλέον αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμε-τώπισης του όλου θέματος, είναι ο καθορισμός κοινά αποδεκτών κανόνων, τους οποίους κάθε πλευρά οφείλει να τηρεί στις μεταξύ τους σχέσεις. Ανάλογοι βέβαια κανόνες θα μπορούσαν να συμφωνηθούν και για όλες τις μορφές της δρα-στηριότητας ενός κράτους, όπως π.χ. στην πολιτική, την οικονομία, κ.α.
Για το σκοπό αυτό απαιτείται η ύπαρξη ενός ενιαίου φορέα για συντονισμό όλων εμπλεκομένων, ώστε να αποφεύγονται αυτοσχεδιασμοί και ροή ανεπιθύμητων πληροφοριών σε μη εξουσιοδοτημένους αποδέκτες.
Οι αμερικανοί τηλεθεατές παρακολούθησαν τον πόλεμο στο Ιράκ χωρίς αίμα και χωρίς Ιρακινούς. Ένας αμερικανός πολίτης που παρακολούθησε τον πόλεμο μόνο από την τηλεόραση, μπόρεσε άνετα να φτάσει στο συμπέρασμα, ότι οι Ιρακινοί δεν υπήρχαν και ότι στις μάχες δεν χυνόταν αίμα. Οι εικόνες ήταν πάντα «καθαρές», έχοντας λογοκριθεί με απόφαση των καναλιών. Σχεδόν κανείς τηλεθεατής δεν είδε τις εικόνες των αιχμαλώτων στο Ιράκ. Το Πεντάγωνο ζήτησε από τα κανάλια να μην τις δείξουν, κι εκείνα υπάκουσαν. Οι τρισδιάστατες παρου-σιάσεις των βομβαρδισμών ήταν τόσο ρεαλιστικές, που ο τηλεθεατής αισθάνεται σαν να παρευρίσκονταν στην εκτόξευση του πυραύλου και να παρακολουθούσε την πορεία του, χωρίς όμως ποτέ να δει την ίδια την έκρηξη της βόμβας.
Η τεχνολογία τελειώνει εκεί που αρχίζει το δράμα, για το οποίο τα αμερικανικά τηλεοπτικά κανάλια διαθέτουν πάντα ένα φίλτρο. Η περίφημη αυτολο-γοκρισία της αμερικανικής τηλεόρασης, που φάνηκε ανάγλυφα στην κάλυψη των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, εμποδίζει τους τηλεθεατές να παρακολουθήσουν από τον καναπέ τους δυσάρεστες εικόνες.
Στον πόλεμο κατά του Ιράκ, η τεχνολογία επιτρέπει την απευθείας μετάδοση μιας κατακτητικής επιχείρησης, καταδικάζει όμως τους θεατές να δουν την «πιο άσχημη έρημο που έχω δει ποτέ στη ζωή μου». Έτσι περιέγραψε την έρημο του Ιράκ ο βετεράνος Τεντ Κόπελ του ABC, ο οποίος συνόδευε με ένα φορτηγό τις Μεραρχίες που προέλαυναν από τον Νότο.
Οι κάμερες, που βρίσκονταν στα άρματα μάχης και οι δορυφορικές συνδέσεις, επέτρεπαν την παρακολούθηση της προέλασης με μια εικόνα τόσο κα-θαρή, ώστε οι πρωταγωνιστές σχεδόν χρειάζονταν μακιγιάζ. Από την εικόνα αυτή, όμως, έλειπαν οι Ιρακινοί, τα σπίτια, τα χωριά, και βέβαια οι μάχες. Οι συνδέσεις με τους ανταποκριτές, άρχιζαν να μετατρέπονται σε μια σουρεαλιστική ποδοσφαιρική μετάδοση.
Ένας παρουσιαστής, που βρίσκονταν σε μια πόλη με αραβικά χα-ρακτηριστικά, ζητά από τους ανταποκριτές να του αναλύσουν την έκβαση και το αποτέλεσμα μιας μάχης. Όταν ένας πύραυλος εκρήγνυται δίπλα του, όπως συνέβη με τον Ουόλτερ Ρότζερς του CNN, εκείνος εξηγεί αμέσως ότι «δεν είναι τίποτα» και περνάει σε άλλο θέμα, χωρίς να δίνει σημασία στην τραγωδία που μπορεί να έχει προκληθεί.
Το επεισόδιο που έφερε στο προσκήνιο τα όρια της αυτολο-γοκρισίας μεταδόθηκε από το κανάλι Αλ Τζαζίρα. Το CBS έπαιρνε συνέντευξη από τον υπουργό Αμύνης Ντόναλντ Ράμσφελντ, όταν άρχισαν να μεταδίδονται από το αραβικό κανάλι οι εικόνες των αμερικανών αιχμαλώτων. Το CBS, χωρίς να δείξει αυτές τις εικόνες, ζήτησε την αντίδραση του Ράμσφελντ, ο οποίος μίλησε για τη Συνθήκη της Γενεύης και έσπευσε να ζητήσει από τα κανάλια να μη δείξουν ποτέ αυτές τις εικόνες. Εκείνα υπάκουσαν και απέκρυψαν το υλικό, το οποίο οι αμε-ρικανοί τηλεθεατές μπορούσαν βέβαια να παρακολουθήσουν από το κανάλι Αλ Τζαζίρα. Όταν έπεσε η νύχτα, πάντως, ορισμένα κανάλια προέβαλαν μερικά δευτε-ρόλεπτα από τις επίμαχες εικόνες.
Δεδομένου ότι υπάρχουν κάπου 300.000 αμερικανοί στρατιώτες στην πολεμική ζώνη, οι οικογένειές τους υποβάλλονται σε έναν άλλο βομβαρδισμό: Τον βομβαρδισμό της ενημέρωσης. Ο Τομ Μπρόκοου από το NBC δέχθηκε την κριτική που του έκανε η μητέρα ενός στρατιώτη, λέγοντας ότι «αυτή η κάλυψη μας σκοτώνει». Οι δημοσιογράφοι, είπε ο Μπρόκοου, συχνά ξεχνούν ότι πίσω από αυτά τα τρισδιάστατα γραφήματα παίζονται ανθρώπινες ζωές. Παρόλα αυτά, μια δημοσκόπηση που έκανε η εφημερίδα «USA Today», έδειξε ότι το 87% των Αμερικανών θεώρησαν πως τα μέσα ενημέρωσης έκαναν πολύ καλή δουλειά. Όσο για τις αντιπολεμικές διαμαρτυρίες, φαίνεται να χρησιμεύουν στα κανάλια για να καλύπτουν τα κενά τους στην κάλυψη του πολέμου.
7.2. Μερικά Συμπεράσματα
7.2.1. Απαιτείται, αν αυτό κριθεί σκόπιμο, ο έλεγχος αποδόσεως των υ-φισταμένων μέτρων ασφαλείας και η βελτίωσή τους.
7.2.2. Ορισμένα μέτρα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν προς την κατεύθυνση αυτή είναι:
7.2.2.1. Δημιουργία κάθετης κλιμάκωσης της ασφαλείας κατά ορόφους, οπού η πρόσβαση θα επιτρέπεται μόνο σε πρόσωπα, τα οποία θα φέ-ρουν εμφανώς ανάλογη διαβάθμιση.
7.2.2.2. Δημιουργία μιας ενιαίας, εξειδικευμένης σε θέματα ασφαλείας υπηρεσίας, υπεύθυνης για ο σύνολο των εγκαταστάσεων όλων των Κλάδων.
7.2.2.3. Το στρατιωτικό και πολιτικό προσωπικό, να ενημερώ-νεται συχνά πάνω σε θέματα ασφαλείας, τις ευθύνες που έχει για την διατήρηση του Απορρήτου, καθώς και τις σχέσεις με τα ΜΜΕ.
7.2.2.4. Ο τρόπος χρήσεως των τηλεφώνων πρέπει να αποτε-λέσει κύριο μέλημα των Υπηρεσιών. Στον τομέα αυτό εμπίπτει και χρήση των κινητών τηλεφώνων και κυρίως στις μονάδες που προβλέπεται να εκτελέσουν επιχειρήσεις.
7.2.3. Στο Υπουργείο και τα Γενικά Επιτελεία θα πρέπει, μέσω των εκ-προσώπων Τύπου, να παρέχουν καθημερινή πληροφόρηση προς τους διαπι-στευμένους δημοσιογράφους πάνω σε θέματα των ΕΔ, τα οποία μπορούν να ενδιαφέρουν την Κοινή Γνώμη, ώστε να μην αναγκάζονται οι δημοσιογράφοι να κυνηγάνε την είδηση περιφερόμενοι στους διαδρόμους και τα γραφεία.
7.2.4. Για την κάλυψη της αδυναμίας αυτής θα μπορούσε να δημιουρ-γηθεί στο «Στρατόπεδο Παπάγου» και εκτός των κυρίων κτιρίων, Γραφείο Τύπου και για τους τρεις Κλάδους.
Στον χώρο αυτόν, θα παραμένουν οι δημοσιογράφοι απαγορευομένης οποιασδήποτε μετακινήσεώς τους σε άλλους χώρους του ΥΕΘΑ ή των Επιτελείων. Εκεί θα γίνονται οι ενημερώσεις τους και θα λαμβάνουν χώρα οι συνεντεύξεις.
Το κτίσμα αυτό θα πρέπει να έχει Χώρους Εργασίας, Χώρους Ανακοινώσεων και Συνεντεύξεων καθώς και Χώρο Αναπαύσεως και Ψυχαγωγίας μα κυλικείο.
Είναι ευνόητο ότι θα πρέπει να υπάρχει και σύγχρονος επικοινωνιακός εξολισμός με τηλέφωνα, τηλεομοιότυπα (φαξ), μεμονωμένους τηλεφωνικούς θαλάμους, πρόσβαση στο Διαδίκτυο, τηλεοράσεις κ.λπ.
7.2.5. Ανάλογα γραφεία, ίσως θα ήταν σκόπιμο να δημιουργηθούν και σε επίπεδο Μειζόνων Σχηματισμών (Σώματα Στρατού και Στρατιά).
7.2.6. Οι ΕΔ και τα ΜΜΕ, μπορεί να έχουν διαφορετικές προτεραιό-τητες σε θέματα ασφαλείας πληροφοριών, ο στόχο όμως είναι κοινός: Η εξυπη-ρέτηση του Εθνικού Συμφέροντος.
7.2.7. Το Εθνικό Συμφέρον αποτελεί τον βασικό παράγοντα που θα ο-ριοθετεί σχέσεις συνεργασίας, και κατανόησης μεταξύ ΕΔ και ΜΜΕ και θα καθορίζει τον βαθμό αυτοελέγχου των ΜΜΕ.
7.2.8. Κρίνεται απαραίτητη η συστηματική και περιοδική ενημέρωση των διαπιστευμένων δημοσιογράφων, πάνω στις ιδιαιτερότητες του χώρου των ΕΔ σε θέματα σφαλείας πληροφοριών.
8. Ανάλυση Ζ΄ Παράγοντα: Ψυχολογικές Επιχειρήσεις και ΜΜΕ.
8.1. Ιστορικό – Παρούσα Κατάσταση
8.1.1. Μέρος Α΄
8.1.1.1. Τμήμα Α΄
Όπως προαναφέρθηκε οι Επιχειρήσεις Πληροφόρησης τείνουν να αποτελέσουν, πλέον, στοιχείο της υψηλής στρατηγικής. Μέχρι σήμερα γίνεται αναφορά σε ψυχολογικές επιχειρήσεις, ψυχολογικό πόλεμο, προπαγάνδα, επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, κοινή γνώμη κτλ. Τι σημαίνουν όλοι αυτοί οι όροι και ποιες οι διαφορές μεταξύ τους. Πότε χρησιμοποιούνται οι ψυχολογικές επιχειρήσεις και πότε οι ψυχολογικός πόλεμος.
Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να γνωρίσουμε τι είναι Ασφάλεια, Εθνικό Συμφέρον, Εθνική Ισχύς και Υψηλή Στρατηγική και πώς σχεδιάζεται η τελευταία.
8.1.1.1.1. Ασφάλεια
Ασφάλεια είναι η επιδίωξη ελευθερίας απέναντι στις απειλές και η ικανότητα των κρατών και των κοινωνιών να διατηρούν την ταυτότητά τους και την λειτουργική τους ακεραιότητα απέναντι σε δυνάμεις αλλαγής τις οποίες βλέπουν ως εχθρικές. Το έσχατο σημείο της ασφάλειας είναι η επιβίωση, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων για τις συνθήκες ύπαρξης.
Η Στρατιωτική ασφάλεια σχετίζεται με την σε δύο επίπεδα αλληλεπίδραση των ένοπλων επιθετικών και αμυντικών ικανοτήτων των κρατών, και τις αντιλήψεις αυτών για τις προθέσεις των άλλων. Η Πολιτική ασφάλεια έχει να κάνει με την οργανωτική σταθερότητα των κρατών, των συστημάτων διακυβέρνησης, και των ιδεολογιών που παρέχουν νομιμοποίηση. Η Οικονομική ασφάλεια αφορά την πρόσβαση στις πηγές πρώτων υλών, στους οικονομικούς πόρους και στις αγορές που είναι απαραίτητα για να διατηρήσουν αποδεκτά επίπεδα ευημερίας και κρατική ισχύος. Η Κοινωνική ασφάλεια εμπλέκεται με την ικανότητα των κοινωνιών να αναπαράγουν τα πρότυπα της γλώσσας, του πολιτισμού, της συνεκτικότητας, και της θρησκευτικής, εθνικής και εθιμικής ταυτότητας μέσα σε λογικά πλαίσια ανάπτυξης. Η Περιβαλλοντική ασφάλεια αφορά την διατήρηση της τοπικής και της πλανητικής βιόσφαιρας ως το ουσιαστικό υποστηρικτικό σύστημα στο οποίο όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες βασίζονται.
Αυτοί οι πέντε τομείς δεν λειτουργούν απομονωμένοι μεταξύ τους. Ο καθένας καθορίζει ένα κύριο σημείο στην προβληματική της ασφάλειας, και ένα τρόπο ιεράρχησης των προτεραιοτήτων, αλλά όλα μαζί είναι αλληλοσυνδεόμενα."[30] Όπως γίνεται κατανοητό αλλιώς αντιλαμβάνεται η Γαλλία την εθνική της ασφάλεια, αλλιώς το Ηνωμένο Βασίλειο, διαφορετικά οι ΗΠΑ.
8.1.1.1.2. Εθνικό συμφέρον
"Τα ζωτικά συμφέροντα διαφέρουν από χώρα σε χώρα ανάλογα με την ισχύ της. Όταν ένα κράτος χαράσσει στρατηγική το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι να καθορίσει ποια είναι τα ζωτικά του συμφέροντα"[31]
Επιπλέον, τα εθνικά συμφέροντα κατηγοριοποιούνται με βάση τις προτε-ραιότητες που τίθενται σε κάθε χρονική περίοδο και χωρίζονται σε 4 ομάδες ως εξής:
- Συμφέρον της Επιβίωσης: Αφορά την φυσική επιβίωση ενός κράτους όταν απειλείται με επίθεση ή όταν την υπόκειται, και έχει χαρακτήρα ανελαστικό.
- Ζωτικό Συμφέρον: Όταν κινήσεις του αντιπάλου μπορούν να προκαλέσουν ζημιά, εκτός κι αν ληφθούν μέτρα. Π.χ. κίνδυνος στα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ ήταν η απειλή της Σοβιετικής Ένωσης στους Ευρωπαίους συμμάχους τους
- Μείζων Συμφέρον: Στην θέση αυτή έχουμε τις περιπτώσεις εκείνες όπου θίγονται πολιτικά, οικονομικά και ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα, τα οποία όμως δεν χρήζουν στρατιωτικής απάντησης.
- Περιφερειακά συμφέροντα: Είναι στην τελευταία κατηγορία. Αν θιγούν δεν δημιουργείται πρόβλημα στο ευρύτερο κρατικό σύνολο. Στην περίπτωση αυτή κατατάσσουμε την περίπτωση της Σομαλίας για τους Αμερικανούς.
8.1.1.1.3. Εθνική ισχύς
"Η εθνική ισχύς είναι μια συνάρτηση υλικών μέσων όπως το έδαφος, ο πληθυσμός, η στρατιωτική ισχύς, η βιομηχανική παραγωγή, και οι πηγές πρώτων υλών. Αυτοί οι παράγοντες είναι συχνά αλληλένδετοι (π.χ. η σύγχρονη στρατιωτική ισχύς βασίζεται πολύ στην βιομηχανική παραγωγή), και όλα αυτά μαζί καθορίζουν την ικανότητα μιας χώρας να αμυνθεί των συμφερόντων της που είναι σημαντικά. […] Δεν υπάρχει συγκεκριμένος τύπος για να «ζυγιστούν» τα διαφορετικά στοιχεία της ισχύος, αλλά οι περισσότεροι συγγραφείς περί στρατηγικής συμφωνούν ότι η ισχύς έγκειται στις υλικές πηγές και ικανότητες."[32]
Στο άρθρο αυτό (The Case for Finite Containment: Analyzing U.S. Grand Strategy) του Stephen Walt, αν και ο τελευταίος το έγραψε το 1989, παρατηρούμε ότι οι ΗΠΑ και οι λοιπές Μεγάλες Δυνάμεις, τους όποιους αντιπάλους έχουν να αντιμετωπίσουν δεν θα πρέπει να τους αναγνωρίζουν (identify) αναλύοντας τους παράγοντες ισχύος, αλλά αναλύοντας τις ιδεολογίες. Με απλά λόγια μας λέει ότι σημασία δεν έχει ποιος κρατάει το όπλο στα χέρια του, αλλά ποιος θέλει και είναι σε θέση να το χρησιμοποιήσει εναντίον μας.[33] Τέλος, το σύνολο της εθνικής ισχύος είναι αυτό που καθορίζει τι στόχους είναι ικανό να επιδιώξει ένα κράτος.
8.1.1.1.4. Υψηλή στρατηγική
Πως θα συντονιστούν τα στοιχεία που αποτελούν την εθνική ισχύ ώστε να παράγουμε εθνική ασφάλεια; Σε ποια αναλογία θα μπουν; Πως θα κατανεμηθούν οι παράγοντες ισχύος ώστε να πετύχουμε την διατήρηση ή ενίσχυση των εθνικών συμφερόντων και κατ’ επέκταση της ασφάλειας ή για να το θέσουμε διαφορετικά, πως θα παραχθεί ασφάλεια;
Οι ορισμοί που έχουν δοθεί για το τι είναι υψηλή στρατηγική ποικίλουν. Τα δεδομένα της κάθε εποχής βάζουν την σφραγίδα τους. Ο Κλαούζεβιτς όρισε την στρατηγική ως την χρήση μαχών για να επιτευχθεί ο στόχος του πολέμου, δίνοντας φυσικά τις τρεις διαστάσεις του (τον λαό, την κυβέρνηση και τις ένοπλες δυνάμεις). Αυτή η τριάδα είναι που καθορίζει τα όρια της στρατηγικής. Στην σημερινή εποχή η στρατηγική ξεπερνάει τα «επιχειρησιακά» όρια της εποχής του Ναπολέοντα.
Η υψηλή στρατηγική είναι μια διαδικασία στην οποία πρέπει να απαντηθούν τρία ερωτήματα. Ποια είναι τα ζωτικά συμφέροντα του κράτους, ποιες είναι οι απειλές σε αυτά και πως συνδυάζονται οι πολιτικοί, στρατιωτικοί και οικονομικοί παράγοντες για την προστασία αυτών των συμφερόντων; Το αποτέλεσμα είναι σίγουρο ότι θα έχει επηρεαστεί σημαντικά από τις απόψεις των πολιτικών για το πως λειτουργεί το διεθνές σύστημα.[34]
Η στρατηγική είναι μια διαδικασία διαπραγμά-τευσης, όχι σταθερού, αλλά μεταβλητού αθροίσματος κερδών. Δηλαδή, τα κέρδη του ενός δεν είναι ίσα με τις απώλειες του αντιπάλου.[35]
Η υψηλή στρατηγική στον πόλεμο έχει πέντε βασικές διαστάσεις, μέσα στις οποίες κινούνται οι εμπόλεμοι:
- Στρατιωτική στρατηγική – χρήση ένοπλης βίας για την προώθηση των πολιτικών σκοπών των εμπολέμων
- Οικονομική διάσταση – χρηματοδότηση των ενόπλων δυνάμεων για τη συνέχιση των επιχειρήσεων
- Εσωτερική πολιτική – άντληση του μάχιμου ανθρώπινου δυναμικού, νομιμοποίησή του κλπ.
- Διεθνή νομιμοποίηση
- Διπλωματία – εξασφάλιση καλών διεθνών σχέσεων" [36]
Τα παραπάνω δεδομένα είναι η βάση για να δούμε ποια είναι η γενικότερη διαδικασία που ακολουθεί μια χώρα ή ένας δρων του διεθνούς συστήματος στον καθορισμό της στρατηγικής του. Αυτή, όμως, η διαδικασία έχει δύο όψεις. Η μία είναι για να κατανοήσουμε ποια βήματα θα ακολουθήσει μια δύναμη για να χαράξει στρατηγική και συνεπώς να δούμε την διαβάθμιση των συμφερόντων της και πως πρόκειται να τα προστατέψει. Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος είναι για δούμε πως μπορεί να παρεμβληθεί κάποιος σε οποιοδήποτε ή σε όλα τα στάδια της παραπάνω διαδικασίας, με τη χρήση Ε.Π. προκειμένου να δημιουργήσει αποτροπή. Σχηματικά μπορούμε να αναπαραστήσουμε τα παραπάνω σαν ένα υπολογιστή, όπου συνθέτουμε τα διάφορα κυκλώματα για να μπορούμε να έχουμε ένα αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, όμως, γνωρίζουμε πως μπορούμε να παρεμβάλλουμε τα κυκλώματα ώστε να μας δοθεί διαφοροποιημένο αποτέλεσμα.
8.1.1.1.5. Ψυχολογικές Επιχειρήσεις
Με βάση το Εγχειρίδιο Εκστρατείας 125-1 του ΓΕΣ, Ψυχολογικές Επιχειρήσεις, είναι «σχεδιασμένες ψυχολογικές δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της ειρήνης και του πολέμου, κατευθυνόμενες σε εχθρικές, φίλιες ή ουδέτερες κοινωνικές ομάδες, με σκοπό να δημιουργήσουν τέτοια στάση και συμπεριφορά, ώστε να μας».[37]
8.1.1.1.6. Ψυχολογικός Πόλεμος (ΨΠ)
Με βάση το ίδιο εγχειρίδιο, «Ο ψυχολογικός πόλεμος είναι η χρησιμοποίηση μέσων επικοινωνίας και άλλων ψυχολογικών μέσων σε περίοδο ειρήνης ή πολέμου, που αποσκοπεί στην εξάσκηση ψυχολογικής πίεσης στον εχθρό και ευμενή επηρεασμό της στάσης και της συμπεριφοράς εχθρικών ομάδων σε περιοχές που βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο του εχθρού».[38]
8.1.1.1.7. Προπαγάνδα
Η διάδοση ειδήσεων, ιδεών, δογμάτων ή ειδικών εκκλήσεων με σκοπό να επηρεαστεί το φρόνημα, το συναίσθημα, η συμπεριφορά και η στάση μιας συγκεκριμένης ομάδας. Ανάλογα με την πηγή της, η προπαγάνδα διακρίνεται σε τρεις τύπους:
- Λευκή προπαγάνδα: όταν αυτή που εμφανίζεται ως πηγή είναι η πραγματική
- Φαιά προπαγάνδα: όταν δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί η πηγή της.
- Μαύρη προπαγάνδα: όταν αυτή που εμφανίζεται ως πηγή της είναι διαφορετική από την πραγματική (ΕΕ 125-1).
8.1.1.1.7. Ψυχολογικές Ενέργειες
Ενέργειες που στόχο έχουν να περιορίσουν την ισχύ και την επιρροή του εχθρού σε πιθανά εχθρικά ή ουδέτερα κράτη και παράλληλα ν’ αυξήσουν τη δική μας ή τη φιλική επιρροή πάνω σ’ αυτά. Περιλαμβάνουν τη χρήση μέσων ενημερώσεως και ενέργειες υποστήριξης»[39].
8.1.1.1.8. Στρατηγικός Ψυχολογικός Πόλεμος
Σχεδιάζεται για την επίτευξη ευρέων και μακροχρόνιων σκοπών σε συντονισμό με τα γενικά στρατηγικά σχέδια.
Ενδεικτικοί αντικειμενικοί σκοποί του Στρατηγικού Ψ.Π.
-Να υποστηρίξουν και να επεξηγήσουν την πολιτική, τις επιδιώξεις και τους αντικειμενικούς σκοπούς της χώρας από την οποία διεξάγονται.
-Να υπενθυμίσουν την πολιτική και τους σκοπούς, που φιλοδοξεί να αποκτήσει ο στόχος κάθε φορά, που κρίνεται σκόπιμο.
-Να υποστηρίξουν οικονομικές και άλλες κυρώσεις κατά του εχθρού, που δεν απαιτούν άσκηση βίας.
-Να εγείρουν διαφωνίες ανάμεσα στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του εχθρού.
-Να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη του εχθρού στην ηγεσία του.
-Να μειώσουν το ηθικό των Ενόπλων Δυνάμεων και του πληθυσμού του εχθρού.
-Να αποτρέψουν την ηθική και ενεργό υποστήριξη ουδέτερων ή φιλικών προς τον εχθρό χωρών ή στην ανάγκη να επιδιώξουν τη συνεχή ουδετερότητά τους απέναντι στον εχθρό.
-Να ανεβάσουν το γόητρο της δικής μας ηγεσίας και να μειώσουν αυτό της εχθρικής στη διεθνή κοινή γνώμη.»[40]
8.1.1.2. Τμήμα Β΄
Η ηγεσία μιας χώρας καλείται να πάρει δεκάδες αποφάσεις σε ποικίλα ζητήματα. Η λήψη αποφάσεων είναι μια πολύπλευρη και πολύπλοκη διαδικασία. Αυτό διότι πρέπει να συνδυαστούν πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες οι οποίοι είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν. Τον σημαντικότερο ρόλο σε όλη αυτή τη διαδικασία έχει ο παράγοντας άνθρωπος. Εδώ έγκειται και το σημαντικότερο πρόβλημα καθώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος αδυνατεί να επεξεργαστεί τόσες πολλές μη ποσοτικοποιημένες μεταβλητές ώστε να παράγει το ορθότερο αποτέλεσμα.
Η διαδικασία λήψης αποφάσεων δεν είναι μια ορθολογική διαδικασία. Από τη στιγμή που την τελική απόφαση την λαμβάνει ένας ή περισσότεροι άνθρωποι, με πεπερασμένες δυνατότητες επεξεργασίας μη μετρήσιμων στοιχείων, τότε οι προσωπικές εμπειρίες υπεισέρχονται προκειμένου ο λήπτης (ή οι λήπτες) των αποφάσεων να μπορέσει επεξεργαστεί τα δεδομένα. Άρα, το αποτέλεσμα δεν θα είναι μια μη ορθολογική απόφαση αλλά μια καθαρά προσωπική θεώρηση της κατάστασης. Η προβληματική αυτή είναι το κενό που εκμεταλλεύονται οι επιχειρήσεις πληροφόρησης.
Στο παρόν κείμενο μας ενδιαφέρει το ζήτημα της λήψης αποφάσεων στις φάσεις, της αποτροπής, της ενδοπολεμικής αποτροπής και της διαχείρισης της κρίσης.