Μελέτες
Συνέπειες στο Τουρκικό κατεστημένο απο την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση
«ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΣΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΙΑΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΤΗΝ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ»
ΣΥΝΘΕΣΗ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΜΕΛΕΤΩΝ – ΕΡΕΥΝΩΝ
ΤΟΥ ΣΕΕΘΑ
Για την Μελέτη
«Συνέπειες στο Τουρκικό κατεστημένο από την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ)»
Συντονιστής Μελέτης
Αντιστράτηγος ε.α. Καρλιαύτης Ευθύμιος
Μελετητές- Ερευνητές
Αντιστράτηγος ε.α. Σταμπουλής Αριστείδης
- Εισαγωγή
- Ανάλυση πρώτου παράγοντα «Διαμόρφωση του στρατιωτικού – διπλωματικού κατεστημένου στην Τουρκία»
- Γενικά Συμπεράσματα
Ταξίαρχος ε.α. Βαρθάλης Στέφανος
- Ανάλυση δευτέρου παράγοντα «Η Ενταξιακή πορεία της Τουρκίας»
- Ανάλυση τρίτου παράγοντα «Θεσμικοί Οργανισμοί της Τουρκίας που ελέγχονται από τις ΕΔ»
- Γενικά
ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
α. Γενικά
β. Σκοπός
Σκοπός της μελέτης είναι ο εντοπισμός τυχόν συνεπειών για το στρατιωτικό κατεστημένο από την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Ως συνέπειες προσδιορίζονται κυρίως οι αρνητικές επιπτώσεις για το στρατιωτικό κατεστημένο.
2. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
α. Το ισχύον σήμερα κεκτημένο της ΕΕ
β. Η ΕΕ δεν θα επιτρέψει την είσοδο της Τουρκίας με ειδικό καθεστώς.
γ. Η σημερινή γεωπολιτική κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή δεν θα αλλάξει δραματικά.
3. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
α. Διαμόρφωση του στρατιωτικού- διπλωματικού κατεστημένου στην Τουρκία.
β. Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ
γ. Θεσμικοί οργανισμοί της Τουρκίας που ελέγχονται από τις ΕΔ.
4. ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ
α. Εισαγωγή
β. Ιστορικό
γ. Παρούσα κατάσταση
δ. Διαπιστώσεις – Μερικά Συμπεράσματα
5. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Για την Μελέτη
«Συνέπειες στο Τουρκικό κατεστημένο από την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση»
ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ σελ.2-3
ΣΚΟΠΟΣ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ σελ.4-6
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
α. Διαμόρφωση του στρατιωτικού
κατεστημένου στην Τουρκία σελ. 7-50
β. Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας
στην ΕΕ σελ. 51-70
γ. Θεσμικοί οργανισμοί της Τουρκίας
που ελέγχονται από τις ΕΔ σελ. 71-104
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ σελ.105-118
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΄΄Α΄΄ ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ σελ. 119-124
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ σελ.125-129
ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ
ΠΡΩΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ
1. Διαμόρφωση του στρατιωτικού – διπλωματικού κατεστημένου στην Τουρκία
α. Εισαγωγή
Αποτελεί κοινή πλέον διαπίστωση ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις στην Τουρκία αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν τον κυριότερο παράγοντα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής του κράτους. Κανείς από τους μελετητές της Οθωμανικής και της Τουρκικής ιστορίας δεν διαφωνεί με αυτή την διαπίστωση. Οι καθηγητές του Harvard Λέρνερ και Ρόμπινσον για παράδειγμα, περιγράφοντας το ρόλο του Στρατού, αναφέρουν «ήταν οι Ένοπλες Δυνάμεις αυτές που ανέκαθεν αναδείκνυαν και το στρατιωτικό γόητρο που εδραίωνε τον Ηγέτη- στο παρελθόν τον Σουλτάνο- Χαλίφη, τώρα τον Πρόεδρος της Δημοκρατίας» .
Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις ουδέποτε περιορίσθηκαν στα αυστηρά στρατιωτικά τους καθήκοντα. Καθ’ όλη την διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και του τουρκικού κράτους υπήρξαν η ισχυρότερη κοινωνική ομάδα η οποία ταυτίστηκε με τον ίδιο το κράτος, ως γεννήτορας αυτού, αφού είναι η μόνη χώρα στον κόσμο όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις προηγήθηκαν της ιδρύσεως του κράτους . Συνεπώς, δεν είναι τυχαίο ότι θεωρούν τον εαυτό τους εκφραστή και θεματοφύλακα των αρχών και παραδόσεων που –σημειωτέον- οι ίδιοι διαμόρφωσαν.
Η διαμόρφωση του στρατιωτικού κατεστημένου στην Τουρκία σχετίζεται άμεσα με την ιστορική εξέλιξη των σχέσεων Ισλάμ με την πολιτική εξουσία στην Τουρκία, με την ανάλυση του κυρίαρχου ρόλου του Στρατού στο πολιτικό οικοδόμημα τόσο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όσο και στο μεταπολεμικό Τουρκικό κράτος, με την ιδεολογία του κεμαλισμού και την εξέλιξή του, καθώς και με την σύγκρουση κεμαλισμού- Ισλαμισμού.
β. Σχέσεις κράτους – θρησκείας
Γενικά περί Ισλάμ
Η θρησκεία υπήρξε πάντοτε βασικός παράγοντας της εξέλιξης του πολιτισμού, της κοινωνίας και της οικονομίας ενός κράτους ή μιας κοινωνικής ομάδας. Ιδιαίτερα στις μουσουλμανικές κοινότητες το Ισλάμ έχει τρεις πλευρές, την θρησκευτική ως δόγμα, την πολιτική ως φιλοσοφία και την νομική πλευρά. Ως κοινωνικό θρήσκευμα καθορίζει κώδικα ηθικής συμπεριφοράς για τα μέλη της, ως πολιτικό θρήσκευμα προσπαθεί να διατηρήσει την ενότητα των πιστών και την διακυβέρνησή τους και τέλος, ως νομικό θρήσκευμα θεσπίζει σειρά νομικών κανόνων που διέπουν τις σχέσεις των πιστών. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο Lewis,συγγραφέας-μελετητής της σύγχρονης Τουρκίας στο Βασιλικό Ινστιτούτο της Μεγάλης Βρετανίας, «στο Ισλάμ δεν υπήρξε ποτέ Καίσαρας, υπήρξε μόνο ο Θεός και ο Μωάμεθ ήταν ο προφήτης του» . Συνεπώς για το Ισλάμ κοινωνία ίσον κοινότητα πιστών και κράτος ίσον η πολιτική έκφραση του λόγου του Θεού ή η πολιτική οργάνωση των πιστών.
Κυρίαρχο στοιχείο για το Ισλάμ είναι η απόλυτη υποταγή στον Θεό (Αλλάχ), πίστη στους προφήτες με τελευταίο και ιδρυτή της τον Μωάμεθ, πίστη στους αγγέλους, στο ιερό Κοράνι (λόγος του Θεού) και στην ανάσταση νεκρών. Κάθε πιστός πρέπει να τηρεί με ευλάβεια πέντε βασικές αρχές : Την ομολογία της πίστης (Δεν υπάρχει άλλος Θεός από τον Αλλάχ και ο Μωάμεθ είναι ο απόστολός του), την προσευχή του πέντε φορές την ημέρα, το προσκύνημα στην Μέκκα τουλάχιστον μία φορά στην ζωή του, την υποχρεωτική ελεημοσύνη σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη και την υποχρεωτική νηστεία τον μήνα του Ραμαζανίου. Παρά την φαινομενική απλότητα της Ισλαμικής πίστης διαπιστώνεται η ύπαρξη χιλιάδων θρησκευτικών ομάδων και αιρέσεων, που κάθε μια τους διεκδικεί την αληθινή πίστη σύμφωνα με την δική της φυσικά ερμηνεία του Κορανίου. Θέματα όπως αυτά της διαδοχής του Προφήτη, της ερμηνείας του Κορανίου και της ιεράς παράδοσης αποτέλεσαν αντικείμενα διαμάχης μεταξύ κοινωνικών, πολιτικών, στρατιωτικών, θρησκευτικών και οικονομικών ομάδων στην προσπάθεια επίλυσης προβλημάτων που σχετίζονται με τον χαρακτήρα του ισλαμικού Κράτους, το είδος διακυβέρνησης της κοινότητας και της νομιμότητας του Κυβερνήτη.
Η μουσουλμανική κοινότητα διαιρείται σε δύο μεγάλες κατηγορίες- θρησκευτικές ομάδες, τους Σουνίτες και τους Σιϊτες. Μία από τις βασικές διαφορές Σιιτών και Σουνιτών είναι το θέμα της διαδοχής του Μωάμεθ. Κατά τους Σιϊτες, ο διάδοχος πρέπει να είναι απόγονος της οικογένειας του Προφήτη και βασικός ερμηνευτής του θείου λόγου. Κατά τους Σουνίτες , ο διάδοχος είναι κάθε φορά ο χαρισματικός ηγέτης που έχει ως κύρια αποστολή την εφαρμογή του Ισλαμικού νόμου (Σαρία). Πλέον αυτού οι Σιϊτες θεωρούν κάθε ιεροκήρυκα (ιμάμη) φορέα θείας φώτισης και γι’ αυτό δίδουν μικρότερη σημασία στους κανόνες συμπεριφοράς και στην θεολογική συναίνεση. Η περαιτέρω διαίρεση των δύο ομάδων σε υποομάδες – αιρέσεις υποδηλώνει και την έλλειψη ενότητας στον μουσουλμανικό κόσμο.
Ειδικά στον κόσμο των Σουνιτών, ο διαφορετικός τρόπος αντίληψης των σχέσεων πολιτείας και θρησκείας οδήγησε στην δημιουργία τριών σχολών σκέψης. Η πρώτη σχολή προσπαθεί να συνδέσει το Ισλάμ με την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία. Η δεύτερη σχολή προσπαθεί να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ Ισλάμ και της περσικής πολιτικής φιλοσοφίας. Η Τρίτη σχολή γνωστή ως νομική σχολή, αποτελεί προϊόν της προσπάθειας κυρίως Αράβων να διατηρήσουν τον αραβικό χαρακτήρα και τα πρωτεία τους στην μουσουλμανική κοινότητα. Κεντρικό στοιχείο της ιδεολογικής τους προσέγγισης είναι ότι η διακυβέρνηση της μουσουλμανικής κοινότητας πρέπει να βασίζεται στην Σαρία και να μην επηρεάζεται από μη ισλαμικές παραδόσεις, ήθη και έθιμα. Επειδή η κατανόηση του βαθύτερου νοήματος των στίχων του Κορανίου είναι δύσκολη, οι θεολόγοι- νομοδιδάσκαλοι ερμήνευσαν τις νομικές διατάξεις της Σαρία κατά διαφορετικό τρόπο. Έτσι και δεδομένης της έλλειψης μιας ισχυρής πολιτικο-θρησκευτικής ιεραρχίας – όπως αντίθετα υπάρχει στις χριστιανικές ομάδες- δημιουργήθηκαν τέσσερις νομικό-θεολογικές σχολές στην Σουνιτική κοινότητα. Η σχολή των Μαλικιστών, η σχολή των Σαφεϊτών, η σχολή των Χαμπαλιτών και η σχολή των Χανεφιτών. Η τελευταία υποβάθμισε τους κανόνες συμπεριφοράς όπως τους θέλει η παράδοση που έχει διαμορφωθεί με βάση το ήθος και τις θρησκευτικές πρακτικές του Προφήτη (Sunna), αμφισβήτησε την γνησιότητα πολλών a Ηadith (αφήγηση ιστοριών και πεποιθήσεων σχετικά με τις πράξεις του Προφήτη και την διδασκαλία του) και εισήγαγε την προσωπική εκτίμηση στην επιλογή της καλύτερης νομικο-θρησκευτικής λύσης. Αυτή υιοθετήθηκε από τους πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας. Είναι γεγονός ότι πολλοί ιμάμηδες αντέδρασαν στην υπερβολική ανάπτυξη της νομολογίας του Ισλάμ μέσα από μια προσπάθεια επιστροφής στην αρχική απλότητα της μουσουλμανικής κοινότητας. Αρκετοί αναζήτησαν προσέγγιση του θεού μέσω του ασκητισμού, γνωστοί ως σούφι. Πολλοί ίδρυσαν αδελφότητες- μοναχικά τάγματα (taricat) τα οποία και σήμερα ακόμα υπάρχουν.
Περίοδος Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Το Ισλάμ ως θρησκεία, ταυτισμένο με την κοινωνία των πιστών, εκφράζεται με τον καλλίτερο τρόπο στην πολιτική οργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθώς και στην κοινωνική της δομή. Αυτές οι λειτουργίες συνυπήρχαν στον ανώτατο πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη, τον Σουλτάνο- Χαλίφη. Το σχήμα αυτό ήταν η έκφραση του Ισλαμικού ιδεώδους με βάση την νομιμότητα και αρμονία των θρησκευτικών αρχών. Ο Σουλτάνος ως αρχηγός της μουσουλμανικής κοινότητας ασκούσε νομοθετική και εκτελεστική εξουσία με βάση τις αρχές του Ισλάμ, την Σαρία. Στην πράξη όμως, σπάνια εφαρμόσθηκε. Επικεφαλής του ιερατείου, ο μεγάλος Μουφτής, εξέδιδε αποφάσεις αν οι νόμοι ήταν σύμφωνοι με τους κανόνες του Ισλάμ, καθώς και δικαστική απόφαση για καθαίρεση του Σουλτάνου. Ο Σουλτάνος παράλληλα είχε δικαίωμα διορισμού του μεγάλου Μουφτή. Έτσι ο εκάστοτε σουλτάνος – χαλίφης στην πράξη ενθάρρυνε την δημιουργία μιας τάξης ανωτέρων κληρικών, των Ουλεμά αλλά και την συμμετοχή τους στην άσκηση εξουσίας. Το σώμα των Ουλεμά, υπό την υψηλή κηδεμονία του σουλτάνου-χαλίφη και των συνεργατών του, κατόρθωσε σύντομα να εξελιχθεί σε μια πολύ καλά οργανωμένη πολιτική ομάδα πίεσης.
Η Οθωμανική κοινωνία στηρίχθηκε σε δύο δομές που ουσιαστικά παραμένουν μέχρι σήμερα. Την λαϊκή (κυβερνώμενοι) και την ελίτ (κυβερνώντες). Η ελίτ- ομάδα εξουσίας (Σουλτάνος- γραφειοκρατία- στρατός) υιοθέτησε θρησκεία βασισμένη στο ορθόδοξο σουνιτικό Ισλάμ και την κατέστησε θρησκεία του κράτους, τους δε εκπροσώπους της μέρος της άρχουσας τάξης. Στις λαϊκές μάζες αναπτύχθηκε παράλληλα το Ισλάμ με την μορφή των ισλαμικών αδελφοτήτων, οι οποίες πέραν των θρησκευτικών καθηκόντων δραστηριοποιούνται και στην παροχή υπηρεσιών προς τις λαϊκές μάζες όπου το κράτος δεν μπορεί να προσφέρει. Το σχήμα αυτό , του επίσημου σουνιτικού Ισλάμ και των ισλαμικών αδελφοτήτων, προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο κράτος εξασφαλίζοντας την συνοχή του αλλά και τον έλεγχο των λαϊκών μαζών.
Για την άρχουσα τάξη το σημαντικότερο ήταν η νομιμοποίηση του ιδίου του κράτους. Γι’ αυτό η σχέση κράτους και θρησκείας παραμένει μέχρι και σήμερα σχέση αλληλεξάρτησης. Αξιοσημείωτη είναι και η παρατήρηση του Άρμστρονγκ, «δεν ήταν μόνο ότι οι Ουλεμά είχαν πίσω τους τον ιερό νόμο και με τον τρόπο αυτόν έδιναν νομιμοποίηση στο καθεστώς, αλλά και συνέβαινε συχνά οι Ουλεμά, που ήταν αυτόχθονες στις συγκεκριμένες περιοχές, να ενεργούν ουσιαστικά ως μεσολαβητές ανάμεσα στον ντόπιο πληθυσμό και τον Τούρκο διοικητή». Η λειτουργία των Ισλαμικών αδελφοτήτων (μυστικιστικών θρησκευτικών ταγμάτων), που στην πράξη μεσολαβούσαν μεταξύ άρχουσας τάξης και του απλού λαού, συνετέλεσαν στον διαχωρισμό του Ισλάμ σε ηγετικό και λαϊκό. Η απουσία θεσμών, όπως η εκκλησία στα χριστιανικά – δυτικά κράτη του μεσαίωνα, ώθησε τους πιστούς να επιδιώκουν την μύηση στα μυστικιστικά Τάγματα για να έχουν πρόσβαση στην εξουσία (το τάγμα των Μεβλεβήδων ασκούσε επιρροή στον Σουλτάνο- Χαλίφη και το Τάγμα των Μπεκτασήδων στο σώμα των γενίτσαρων.
Η αλληλεξάρτηση Ουλεμάδων και Σουλτάνου, που είχε κοινό τόπο «το κράτος πάνω απ’ όλα», δεν επέτρεψε στο πολιτικό Ισλάμ της Τουρκίας να γίνει φονταμενταλιστικό. Ακόμα και στην περίοδο της κατάρρευσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Ουλεμάδες παρέμειναν ένθερμοι υποστηρικτές της κεντρικής εξουσίας του Σουλτάνου.
Περίοδος των Νεότουρκων
Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από έντονες ζυμώσεις πολιτικών και θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων. Τα μέλη της στρατο-γραφειοκρατικής ελίτ έβλεπαν ως εμπόδιο των μεταρρυθμίσεων τόσο τον Σουλτάνο όσο και τις ορδές των δερβίσηδων που ευνοούσαν τις μυστικιστικές θέσεις και εμπόδιζαν την ορθολογιστική θεώρηση του κόσμου. Για τους μεταρρυθμιστές αυτούς οι μεταρρυθμίσεις και η εκδυτικοποίηση ήταν συνώνυμες έννοιες. Παράλληλα σημειώθηκε κίνηση και για μεταρρυθμίσεις στον θρησκευτικό χώρο. Οι εκφραστές της ισχυρίζονταν ότι οι παλαιές πρακτικές του Ισλάμ εμπόδιζαν την κατάλληλη αντίδραση στις σύγχρονες εξελίξεις. Συνεπώς απαιτείτο νέα ερμηνεία του Κορανίου, δεδομένου ότι η αντίφαση μεταξύ αληθινού Ισλάμ και συγχρόνων επιστημών δεν υπάρχει. Οι εκφραστές του ρεύματος αυτού ήταν μάλλον στοχαστές παρά πιστοί μουσουλμάνοι που στόχευαν στην ανασύσταση ενός ισχυρού και σύγχρονου ισλαμικού πολιτισμού. Γι’ αυτό κρίθηκαν ως επικίνδυνοι από τους θρησκευτικούς ηγέτες. Μάλιστα ορισμένα μέλη της κίνησης αυτής θεωρήθηκαν ως πρόδρομοι της Κεμαλικής ιδεολογίας.
Αν και οι περισσότεροι στοχαστές των μεταρρυθμίσεων πολέμησαν τον εθνικισμό, υπήρξαν ορισμένοι που τον αποδέχθηκαν, όπως ο Ziya Gokalp, ο οποίος υποστήριξε ότι η παραδοσιακή Σαρία έπρεπε να αντικατασταθεί από μια κοινωνική Σαρία με βάση τις τουρκικές συνήθειες και παραδόσεις, δηλαδή η θρησκεία να εκτουρκιστεί με χρήση της τουρκικής γλώσσας αντί της αραβικής . Δεν είναι συνεπώς περίεργο ότι οι κεμαλιστές δανείστηκαν πολλά στοιχεία των μεταρρυθμίσεων που υποστήριξε ο Gokalp. Υπήρξαν και ριζοσπαστικότεροι του Gokalp, υποστηρίζοντας ότι ο Ισλάμ είναι μη τουρκικό στοιχείο, με κυριότερο εκπρόσωπο τον γνωστό παντουρκιστή Nihal Atsiz ο οποίος υποστήριζε ότι το Ισλάμ είναι μια θρησκεία των Βεδουίνων της αραβικής ερήμου και δεν έχει σχέση με τον τουρκικό πολιτισμό . Όλοι όμως αυτοί οι παντουρκιστές απορρίφθηκαν από τους αυστηρούς μουσουλμάνους τόσο της παραδοσιακής όσο και της μεταρρυθμιστικής κατεύθυνσης.
Η στρατο – γραφειοκρατική ελίτ της αυτοκρατορίας της περιόδου αυτής επηρεάσθηκε από τις κινήσεις των μεταρρυθμιστών και άρχισε να αντιλαμβάνεται την θρησκεία ως ιδιωτική υπόθεση που δεν πρέπει να σχετίζεται με την προσπάθεια εγκαθίδρυσης δυτικοευρωπαϊκών μοντέλων διοίκησης και οργάνωσης στην πολιτική ζωή του Οθωμανικού κράτους. Η συνταγματικότητα και η δημοκρατία, αν και δεν διατάραξαν την πίστη των Νεότουρκων στον ισλαμισμό, συνέβαλαν στην άρνηση του παραδοσιακού ρόλου της Σαρίας στην διαμόρφωση του τρόπου ζωής. Οι ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που επέβαλε το κεμαλικό καθεστώς, ιδίως την περίοδο 1923-46 δεν ήταν δυνατόν να μη γίνουν αποδεκτές από την στρατο – γραφειοκρατική ελίτ, η οποία εναγωνίως αναζητούσε φόρμουλα, για τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Πρέπει να τονισθεί όμως ότι η θρησκευτική μεταρρύθμιση δεν βρήκε ανταπόκριση στους θρησκευτικούς ηγέτες ούτε στον απλό λαό. Οι περισσότεροι υψηλόβαθμοι Ουλεμά και σχεδόν όλοι οι κατώτεροι κληρικοί πολέμησαν τις μεταρρυθμίσεις, διότι εθίγοντο τα πολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα. Τα δυτικά πρότυπα άσκησης πολιτικής εξουσίας και λειτουργίας της ισλαμικής θρησκείας θα περιόριζαν την σχέση τους με τους πολιτικό-στρατιωτικούς άρχοντες αλλά και τις πελατειακές σχέσεις τους με τους απλούς πολίτες. Σημειωτέον ότι η πληθώρα των θρησκευτικών ομάδων είχε φέρει τους επικεφαλής τους κοντά στον λαό εν αντιθέσει προς τους μεταρρυθμιστές που δεν είχαν άμεση πρόσβαση προς το λαό.
Το 1908 οι Νεότουρκοι καταλαμβάνουν πραξικοπηματικά την εξουσία. Στις 31 Μαρτίου 1909, η Μουσουλμανική ενότητα, μέλη της οποίας ήταν χαμηλόβαθμοι αξκοί του στρατού, γραφειοκράτες και κατώτεροι θρησκευτικοί λειτουργοί καθώς και μαθητές θρησκευτικών σχολείων στασίασαν δηλώνοντας την αντίθεσή τους προς τους Νεότουρκους, οι οποίοι τελικά κατέστειλαν το κίνημα των φιλοϊσλαμικών ομάδων . Η εμπειρία όμως των Νεότουρκων ήταν ότι οι στενές σχέσεις των ηγετών των θρησκευτικών ομάδων με τον λαό τους καθιστούσε πανίσχυρους ως αντιπολίτευση.
Περίοδος επικράτησης του κεμαλισμού μέχρι σήμερα
Το φανατικό Ισλάμ παρήγαγε ανέξοδα στρατιές φανατισμένων πολεμιστών με κύριο στόχο την στήριξη του κράτους. Είναι αμφίβολο εάν θα εδημιουργείτο η Οθωμανική αυτοκρατορία χωρίς τον Ισλαμικό παράγοντα. Τον κανόνα αυτό ακολούθησε και ο ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκίας Κεμάλ, ο οποίος στην προκήρυξη των νέων αρχών του καθεστώτος (εθνικό συμβόλαιο) προέβλεπε την δημιουργία ενός ανεξάρτητου μουσουλμανικού έθνους – κράτους. Ο Κεμάλ για την επικράτησή του συνεργάσθηκε με τους θρησκευτικούς ηγέτες της χώρας και ανήγαγε τον πόλεμο κατά των Ελλήνων ως «ιερό», δηλαδή πιστών εναντίων απίστων. Γι’ αυτό και το εθνικό κοινοβούλιο μετά την μικρασιατική καταστροφή τον ανακήρυξε «ΓΑΖΗ» δηλαδή μαχητή της πίστεως. Η παρουσία πολλών ισλαμιστών στην Α’ Εθνική συνέλευση το 1920 παραπλάνησε τους θρησκευτικούς ηγέτες σχετικά με τις προθέσεις του Κεμάλ. Η ανικανότητα των ισλαμιστών να ηγηθούν του αγώνα την περίοδο αυτή θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στις σχέσεις κράτους – θρησκείας στο μέλλον.
Πριν από την επιβολή των μεταρρυθμίσεων ο Κεμάλ και οι οπαδοί του έπρεπε να πάρουν την απόλυτη πολιτική εξουσία στα χέρια τους, κάτι που πέτυχαν την περίοδο 1923-1946, με στόχο την επιβολή της ηγεμονίας του κράτους στους θρησκευτικούς θεσμούς και την εκδυτικοποίηση της χώρας, αρχής γενομένης από την άρχουσα τάξη. Ποτέ δεν έδειξαν ότι παραγκώνισαν το ισλαμικό θρήσκευμα. Αντίθετα, το θεώρησαν αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής ταυτότητας των Τούρκων. Τα μέτρα που επιβλήθηκαν (μεταρρυθμίσεις) αποσκοπούσαν στον έλεγχο των μαζών (κοινότητα των πιστών). Έτσι το 1923 καταργείται το Χαλιφάτο (θεσμός που συμβόλιζε την ενότητα της μουσουλμανικής κοινότητας) και το Υπουργείο θρησκευτικών Υποθέσεων και Ευλαβών Ιδρυμάτων, ενώ ιδρύονται δύο νέες υπηρεσίες, η Δνση Θρησκευτικών Υποθέσεων και το Γενικό Διευθυντήριο για Θρησκευτικά Ιδρύματα. Η διεύθυνση των τζαμιών, η εκπαίδευση των ηγετών του τουρκικού Ισλάμ, τα θρησκευτικά ιδρύματα κτλ ελέγχονται πλέον από το κράτος. Τον ίδιο χρόνο καταργούνται τα ισλαμικά δικαστήρια και κλείνουν τα θρησκευτικά σχολεία. Το 1925 απαγορεύεται το φέσι για τους άνδρες και η μαντίλα για τις γυναίκες. Η αποστροφή των κεμαλιστών για τις θρησκευτικές ομάδες φάνηκε με αφορμή την ανταρσία του Κούρδου Νακσιμπεντή σεΐχη Said το 1925, η οποία κατεστάλη, οπότε τελείωσε και η αντίσταση των ισλαμιστών κατά των μεταρρυθμίσεων.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1940 αρχίζει η χαλάρωση των αντιισλαμικών μέτρων, με την έναρξη του πολυκομματισμού στην Τουρκία. Ο αγροτικός πληθυσμός (75%) είχε διατηρήσει τον ισλαμικό του χαρακτήρα στο διάστημα 1923-49 και φυσικά κανένα κόμμα δεν μπορούσε να εμφανίζεται ως αντίπαλος της ισλαμικής θρησκείας. Το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), που προϋπήρχε πρώτο άρχισε να κάνει κάποιες παραχωρήσεις σε μουσουλμανικές απαιτήσεις όπως η έγκριση προσκυνήματος στην Μέκκα και η διδαχή του μαθήματος των θρησκευτικών στην πρώτη βαθμίδα εκπαίδευσης. Το αντίπαλο κόμμα, το Δημοκρατικό Κόμμα (DP), αρχικά εμφανίσθηκε ως μη ισλαμικό κόμμα. Γρήγορα όμως κατάλαβε τα πλεονεκτήματα των εκχωρήσεων προς το Ισλάμ και μετά την άνοδό του στην εξουσία το 1950 επέτρεψε την εκφώνηση της προσευχής στα αραβικά, την μετάδοση θρησκευτικών προγραμμάτων από το ραδιόφωνο και την κατασκευή νέων τζαμιών, χωρίς όμως να καταργήσει τις κεμαλικές αρχές. Ωστόσο κατάφερε να εκμεταλλευτεί την ψήφο των ισλαμιστών.
Το κεμαλικό, όμως, κατεστημένο δεν επιθυμεί άνοδο στην πολιτική εξουσία κόμματος που δεν διαπνέεται από τις αρχές του. Έτσι με το πραξικόπημα του 1960 τροποποιεί το Σύνταγμα, σύμφωνα με τα δικά του συμφέροντα, παράλληλα ευνοώντας την αύξηση της πολιτικής δύναμης των μικρών κομμάτων. Την δεκαετία του 60 παρατηρείται μεγάλο ρεύμα αστυφιλίας. Η δυσχέρεια προσαρμογής μεγάλου μέρους των μεταναστών στις μεγάλες πόλεις ευνοεί την διατήρηση της ισλαμικής ταυτότητάς του. Η αστική μεσαία τάξη, εκμεταλλευόμενη το γεγονός της αστυφιλίας, κάνει τις πρώτες κινήσεις ιδρύσεως ισλαμικών πολιτικών κομμάτων, βλέποντας τους μετανάστες ως πηγή ψήφων.
Την ίδια περίοδο δημιουργούνται αντιπαλότητες μεταξύ επιχειρηματιών, με σχέσεις στο ξένο Κεφάλαιο, με τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Η διαμάχη αυτή που αναπτύχθηκε στο εσωτερικό του κόμματος της Δικαιοσύνης (ΑΡ) είναι και η αιτία ίδρυσης του Κόμματος της Εθνικής Τάξης (ΜΝΡ) το 1970 υπό τον Ερμπακάν. Με το πραξικόπημα του 1971 το στρατιωτικό κατεστημένο απαγορεύει την συμμετοχή στην πολιτική ζωή του ΜΝΡ, αλλά σύντομα οι στρατηγοί προτρέπουν τον Ερμπακάν να ιδρύσει το Κόμμα της Εθνικής Σωτηρίας (MSP). Την δεκαετία του 70 το MSP συμμετέχει στις περισσότερες κυβερνήσεις συνασπισμού, επιτρέποντας έτσι στον Ερμπακάν να ασκήσει την επιρροή του σε θέματα οικονομικής πολιτικής και θρησκείας, με αποτέλεσμα να ισχυροποιηθεί το θρησκευτικό στοιχείο. Το MSP δεν είναι το μόνο κόμμα του τουρκικού ισλαμισμού. Υπάρχει και το κόμμα της Δικαιοσύνης (ΑΡ) του Ντεμιρέλ και το Κόμμα της Εθνικής Κίνησης (ΜΗΡ) του Τουρκές. Το τελευταίο τονίζει ότι το ισλαμικό και τουρκικό στοιχείο είναι ταυτόσημα. Οι Τούρκοι, για τον Τουρκές ήταν το τελευταίο προπύργιο του Ισλάμ, που απειλούνταν από τον διεθνή ιουδαϊσμό, τον καπιταλισμό, τον κομμουνισμό και τις δυτικές χώρες. Κατηγόρησε τους Αλεβήδες ως Κομμουνιστές, κάτι που έπαιξε ρόλο στις αιματηρές συγκρούσεις Σουνιτών και Αλεβήδων (Σιϊτες με χριστιανικά στοιχεία).
Στις 12 Σεπ. 1980 το στρατιωτικό κατεστημένο επεμβαίνει και πάλι με πραξικόπημα, καταργεί όλα τα κόμματα και τιμωρεί τους ηγέτες αυτών με δεκάχρονη απαγόρευση πολιτικών δικαιωμάτων (στην πράξη η άρση, έγινε το 1987). Επιβάλλεται νέο Σύνταγμα και επανεμφανίζονται τα παλαιά κόμματα με νέα ονομασία. Το Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας έγινε Κόμμα της Ευημερίας (RP) με φίλους του Ερμπακάν που όμως αποδυναμώθηκε από το νεοϊδρυθέν Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας (ΑΝΑ) του Τουρκούτ Οζάλ. Ο Οζάλ και ο Ερμπακάν, σημειωτέον προέρχονται από το ίδιο taricat και ο Οζάλ έχει συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη των ισλαμικών επιχειρήσεων και με φιλελευθεροποίηση της οικονομίας κέρδισε ισλαμικές ψήφους. Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά το πραξικόπημα του 1980 καθιερώθηκε υποχρεωτική θρησκευτική εκπαίδευση ακόμη και για τους ετεροδόξους, χτίσθηκαν χιλιάδες τζαμιά, αυξήθηκαν θεαματικά τα θρησκευτικά λύκεια και οι θρησκευτικές εκδόσεις. Επιχειρείται ο βίαιος εκτουρκισμός όλων των μη Σουνιτών (ετεροδόξων) μουσουλμάνων πολιτών της Τουρκίας. Χαρακτηριστική είναι η περιθωριοποίηση των Αλεβήδων (σιϊτική μειονότητα με έντονα χριστιανικά χαρακτηριστικά που αριθμεί είκοσι πέντε περίπου εκατομμύρια). Στις μειονότητες αυτές δεν επιτρέπεται η άσκηση λατρείας στους δικούς τους θρησκευτικούς χώρους ούτε προβλέπονται κονδύλια της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων. Η κατάσταση αυτή βέβαια σήμερα έχει αλλάξει με κάποιες παραχωρήσεις, αλλά η εικόνα δεν έχει αλλοιωθεί σημαντικά.
Η απόφαση της ηγεσίας του RP να αυξήσει την επιρροή της πέρα από τις ψήφους της συντηρητικής Ανατολίας δημιούργησε δύο τάσεις στο κόμμα : τους παραδοσιακούς (επιζητούσαν θρησκευτική ιδεολογία) και τους ανανεωτές (θέλησαν να προσελκύσουν ψηφοφόρους ανεξάρτητα από θρησκευτικά κίνητρα). Η άνοδος του RP επετεύχθη με την δημοσιοποίηση του προγράμματος «Δίκαιη Τάξη» .
Τον Ιουν. 1996 η άνοδος του Εμπακάν στην εξουσία, σε συνεργασία με το Κόμμα του Ορθού Δρόμου (DΥΡ) της Τανσού Τσιλέρ, ήταν φυσικό επακόλουθο. Στα θέματα εσωτερικής πολιτικής τίποτα δεν άλλαξε. Ο πρώτος ισλαμιστής πρωθυπουργός Ερμπακάν τόνισε : «ουσιαστική βάση για την κυβέρνηση αποτελούν οι αρχές του Ατατούρκ». Στα θέματα εξωτερικής πολιτικής η μόνη διαφορά εντοπίζεται στην έμφαση του Ερμπακάν προς ισλαμικές χώρες με τις οποίες η Τουρκία συνδέεται πνευματικά και έχει ιστορικούς δεσμούς. Η αδυναμία της κυβέρνησης Ερμπακάν να ικανοποιήσει τα αιτήματα τόσο της ανανεωτικής όσο και της συντηρητικής πτέρυγας του κόμματος του και παράλληλα να μειώσει την ανησυχία των στρατιωτικών, αύξησε την αντιπαράθεση εντός του κόμματος αλλά και με το ριζοσπαστικό τμήμα των κεμαλιστών Αξκών (οι στρατηγοί Τσεβίκ Μπιρ και Attila Ates και ο ναύαρχος Erkaya είχαν δραστηριοποιηθεί ιδιαίτερα μέσα στην Ομάδα Δυτικής Εργασίας, συμβουλευτικό, θεσμικό όργανο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας). Μεταξύ άλλων, η πρωτοβουλία του Ερμπακάν να υποστηρίξει τους ισλαμιστές ψηφοφόρους του (οι γυναίκες στα πανεπιστήμια και τις δημόσιες υπηρεσίες να φορούν μαντίλα, η ανέγερση μεγάλου τζαμιού στην πλατεία ΤΑΞΙΜ, αύξηση δαπανών στα θρησκευτικά σχολεία) και η προώθηση των σχέσεων με ισλαμικά κράτη, συμπεριλαμβανομένων του ΙΡΑΝ και της ΛΙΒΥΗΣ, οδήγησε στην «Βελούδινη» παρέμβαση της στρατιωτικής ιεραρχίας το 1997».
Τον Φεβ. 1998 και μετά από εννέα μήνες το στρατιωτικό κατεστημένο πέτυχε την παραδειγματική τιμωρία του Ισλαμικού κόμματος και της ηγεσίας του. Πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου ο σημερινός πρόεδρος Δημοκρατίας Ahmet Necdet Sezer. Το δικαστήριο απαγόρευσε την λειτουργία του Κόμματος της Ευημερίας, διέκοψε την κρατική βοήθεια προς αυτό, δήμευσε την περιουσία του και επέβαλε πενταετή εξαίρεση από την πολιτική ζωή στον Εμπακάν (πρωθυπουργό) και στα υψηλόβαθμα στελέχη του, μεταξύ αυτών και ο τότε δήμαρχος Κωνσταντινουπόλεως Ρετζεπ Ταγίπ Ερντογάν με μικρότερη ποινή. Οι υπόλοιποι βουλευτές του κόμματος δημιούργησαν το Κόμμα της Αρετής (FΡ) το οποίο στις εκλογές του 1999 σημείωσε πτώση έξι ποσοστιαίων μονάδων. Το Συνταγματικό Δικαστήριο το 2001 απαγόρευσε την λειτουργία του. Η ανανεωτική πτέρυγα των RP και FP με επικεφαλής τους Ρετζεπ Ταγίπ Ερντογάν και Αμπτουλαχ Γκούλ κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα νέο κόμμα, το Κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και το 2002 να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.
γ. Ο Ρόλος των Ενόπλων Δυνάμεων στην Τουρκία
Από τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η ανάμιξη των στρατιωτικών στην πολιτική ήταν έντονη και φυσικά κατέστησε τον Στρατό θεσμό με τα στελέχη του να αποτελούν την πιο ευνοούμενη κοινωνική ομάδα. Η στενή αυτή εμπλοκή κράτους και στρατού διατηρήθηκε όλη την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και της σύγχρονης Τουρκίας του κεμαλισμού. Κανείς μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να αποσπάσει το ένα από το άλλο.
Τα πρώτα τουρκικά φύλα ξεχώρισαν από τους άλλους νομαδικούς λαούς χάριν στην στρατιωτική δύναμή τους και την ικανότητα των ηγετών τους να δανείζονται θεσμούς και αξίες από άλλους πολιτισμούς που κατακτούσαν, όπως πχ την ισλαμική θρησκεία και στοιχεία Περσικής και Βυζαντινής διοίκησης. Στην εξέλιξη της αυτοκρατορίας δύο κοινωνικο-πολιτικές ομάδες κυριάρχησαν, η άρχουσα τάξη (Σουλτάνος, υψηλά κλιμάκια του Στρατού και γραφειοκρατίας και οι κληρικοί – Ουλεμά) και ο απλός λαός – ραγιάδες μουσουλμάνοι και μη. Την σπουδαιότητα του ρόλου των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) στην επιβίωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επισημαίνει ο καθηγητής του Harvard Lybyer «η οθωμανική άρχουσα τάξη ήταν περισσότερο και οτιδήποτε άλλο στρατιωτικής μορφής….αληθινά Στρατός και Κυβέρνηση ήταν ένα» . Αρχικά επρόκειτο για ομοσπονδία οθωμανικών φυλών όπου ο Σουλτάνος ήταν πρώτος μεταξύ ίσων. Η πολιτική δύναμη του Σουλτάνου έναντι των άλλων αρχηγών άρχισε να αυξάνεται με τους δεσμούς που απέκτησε με τους ιππείς του (Σπαχήδες) στους οποίους παραχωρούσε κατακτηθείσες εκτάσεις σε αντάλλαγμα των στρατιωτικών υπηρεσιών. Με το πέρασμα του χρόνου και καθώς η αυτοκρατορία διευρύνετο ο έλεγχος των Σπαχήδων, ιδίως αυτών που ήταν μακράν του Σουλτάνου, έγινε προβληματικός, λόγω της δύναμης που αποκτούσαν στην περιφέρεια τους.
Για να λύσει το πρόβλημά του ο Σουλτάνος δημιούργησε ένα σώμα μισθοφόρων κάτω από τις διαταγές του, τους Γενίτσαρους. Επειδή οι γενίτσαροι ήταν απόλυτα εξαρτημένοι από τον Σουλτάνο σε ό,τι αφορά το εισόδημα και την κοινωνική θέση, η αξιοποίησή τους ισχυροποίησε την θέση του Σουλτάνου. Παράλληλα, η πολιτική τοποθέτησης φρουρών από το Σώμα αυτό στις μεγάλες πόλεις και τον διορισμό των αρχηγών των ως επισήμων εκπροσώπων του Σουλτάνου, συνετέλεσε στην μείωση της πολιτικής δύναμης των Σπαχήδων.
Οι γενίτσαροι σταδιακά αύξησαν την δική τους δύναμη τόσο στα πεδία των μαχών όσο και στην δημόσια διοίκηση και συνειδητοποίησαν ότι διαθέτουν πολιτική δύναμη ως κοινωνική ομάδα . Πλέον αυτού οι Γενίτσαροι απέκτησαν στενή σχέση με την μυστικιστική ισλαμική ομάδα των δερβίσηδων, εδραιώνοντας το συναίσθημα ότι ανήκουν σε μια ιδεολογικά ομοιογενή πολιτικο-κοινωνική ομάδα. Έτσι, σιγά-σιγά, άρχισαν να απαιτούν ορισμένες αλλαγές που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντά τους. Οι Σουλτάνοι- ορισμένοι ήταν και αδύναμοι- αναγκάσθηκαν να υποκύψουν στις απαιτήσεις τους. Το γεγονός μάλιστα ότι στο διάστημα 1618 έως 1730 κατάφεραν να εκθρονίσουν έξι Σουλτάνους, αποτελεί σοβαρή ένδειξη της πολιτικής τους δύναμης. Παράλληλα με τους Γενίτσαρους εμφανίσθηκε και μια ισχυρή πολιτική τάξη γαιοκτημόνων, οι Αγιάν και Ντερεμπέτ, στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας. Οι Αγιάν ήταν μέλη της τοπικής αριστοκρατίας οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την αποδυνάμωση του κράτους και τον υψηλό βαθμό διαφθοράς της γραφειοκρατίας απέκτησαν σημαντικό προσωπικό πλούτο, με συνέπεια να διατηρούν αξιόλογες στρατιωτικές Μονάδες αφοσιωμένες σ’ αυτούς (Αγιαν- γαιοκτήμονες) και όχι στον Σουλτάνο.
Παρά την αλματώδη αύξηση της πολιτικής τους δύναμης, ούτε οι Γενίτσαροι ούτε οι Αγιάν επεδίωξαν να μεταβάλουν την βασική πολιτική δομή της αυτοκρατορίας. Κύριο μέλημά τους ήταν η όσο το δυνατόν εξασφάλιση των συμφερόντων τους, με την τοποθέτηση Σουλτάνων της προτίμησής των . Οι Σουλτάνοι επεδίωξαν να επαναφέρουν την παλαιά συγκεντρωτική δομή άσκησης εξουσίας με βάση κάποια σύγχρονα πολιτικά και στρατιωτικά στοιχεία καθώς και τεχνολογικά μέσα από την Ευρώπη. Πίστευαν ότι με την δημιουργία μιας σύγχρονης στρατιωτικής και γραφειοκρατικής τάξης, όπως τα ευρωπαϊκά πρότυπα, θα γίνονταν και πάλι κυρίαρχοι του κράτους . Οι θεσμικές αλλαγές που έκαναν όμως αύξησαν τη σημασία του Στρατού. Ήδη η αυτοκρατορία άρχισε να αισθάνεται ότι απειλείται τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό. Ενδεχόμενος εκσυγχρονισμός της κοινωνικής και οικονομικής δομής θα ήταν προς όφελος των μη μουσουλμανικών ομάδων κάτι δεν επιθυμούσε ούτε ο Σουλτάνος ούτε και η στρατιωτικό γραφειοκρατική ελίτ.
Το 1826 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ εξόντωσε τους Γενίτσαρους ενώ οι Αγιαν σταδιακά εξαφανίσθηκαν. Στην θέση τους βρέθηκαν Αξιωματικοί και γραφειοκράτες με ευρωπαϊκή παιδεία. Ιδρύθηκαν στρατιωτικές Ακαδημίες και σχολές με ξένους εκπαιδευτές, στελέχη στάλθηκαν στο εξωτερικό για επιμόρφωση σε νέες πολεμικές τακτικές. Παρόμοια μέτρα ελήφθησαν και για τον κρατικό τομέα. Έτσι δημιουργήθηκε ένα νέο στρατιωτικο-γραφειοκρατικό σώμα, τα μέλη του οποίου διατήρησαν την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας. Ωστόσο ένα μεγάλο μέρος της παλαιάς στρατιωτικο-γραφειοκρατικής τάξης παρέμεινες σε καίριες θέσεις. Ο αποκλεισμός των μη μουσουλμάνων από τον στρατό και η σταδιακή ένταξη μουσουλμάνων Τούρκων από ευρύτερους κοινωνικούς τομείς της αυτοκρατορίας συντέλεσαν στο να διατηρηθεί η ηγεσία του στρατεύματος, ως αυτόχθονο στοιχείο, βαθειά ριζωμένο στην πολιτιστική κουλτούρα της κοινωνίας της οποίας έμελλε να ηγηθεί .
Η θεσμοθέτηση της διάκρισης των πολιτικών και στρατιωτικών καθηκόντων της άρχουσας τάξης και η προσπάθεια μετατροπής του χαρακτήρα του Οθωμανικού κράτους από πατριαρχικό σε γραφειοκρατικό, συνετέλεσε με την πάροδο του χρόνου στην μεταφορά της πίστης και αφοσίωσης από το πρόσωπο του Σουλτάνου στο κράτος . Οι θεσμικές αλλαγές, όπως του Διοικητή Ενόπλων Δυνάμεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Υπουργού Πολέμου, στην πράξη διεύρυναν την αυτονομία του Στρατού. Ο εκσυγχρονισμός της κρατικής μηχανής που επιβλήθηκε αφορούσε και θέματα εκπαίδευσης, οικονομίας, επικοινωνίας, μεταφορές, ενώ στο παρελθόν η κρατική παρέμβαση περιοριζόταν κυρίως στην συλλογή των φόρων και την συγκρότηση του στρατού. Συνεπώς όσο αυτές οι παρεμβάσεις στην ζωή των Οθωμανών μεγάλωναν, τόσο ο Σουλτάνος, ως απόλυτος άρχων, φαινόταν ως υπεύθυνος για τα δεινά που μάστιζαν την αυτοκρατορία που βρισκόταν ήδη σε παρακμή. Το 1875πχ η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι αδυνατεί να πληρώσει το εξωτερικό χρέος και η ευρωπαϊκή παρέμβαση ήταν αναπόφευκτη. Υψηλόβαθμα στελέχη του στρατού και της γραφειοκρατίας κατηγόρησαν ευθέως τον Σουλτάνο γι’ αυτό. Μάλιστα, με πραξικόπημα ο Σουλτάνος για πρώτη φορά εκθρονίσθηκε και ψηφίστηκε Σύνταγμα ενώ ιδρύθηκε και το πρώτο κοινοβούλιο. Πρωταγωνιστές ήταν φυσικά οι Αξκοί του Στρατού. Ο καθηγητής-μελετητής στο πανεπιστήμιο Prinston Mardin παρατηρεί «γεννήθηκε από την δυσαρέσκεια των τριών στοιχείων που αποτελούσαν τον θεμέλιο λίθο του κρατικού οικοδομήματος, τους ιερείς, τους γραφειοκράτες και τους στρατιωτικούς, το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι η εκθρόνιση αποφασίστηκε από τους στρατιωτικούς».
Μετά τον ατυχή για την Οθωμανική Αυτοκρατορία πόλεμο με την Ρωσία 1877-78, ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επαγγελματική βελτίωση του στρατού και την θεσμική αναβάθμιση του σώματος των Αξιωματικών. Καθιερώθηκε ένα χωριστό στρατιωτικό εκπαιδευτικό σύστημα, αρχίζοντας από το Γυμνάσιο. Τα σχολεία αυτά που ελέγχονταν από το κράτος και όχι από θρησκευτικές υπηρεσίες, ήταν πηγή στρατολόγησης νέων ικανών να επανδρώσουν τον στρατό. Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Σουλτάνος είχε προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις αυτές, μεταξύ άλλων, με σκοπό να ενισχύσει την αυτοκρατορία αλλά και την πολιτική του θέση μέσα σ’ αυτή. Ο φόβος για αύξηση της πολιτικής δύναμης της στρατιωτικής και γραφειοκρατικής ελίτ τον υποχρέωσε να επιβάλλει στενότερο έλεγχο των πολιτικών κινήσεων των μελών τους. Έτσι, όταν έφθασε η στιγμή της σύγκρουσης μεταξύ στρατιωτικο-γραφειοκρατικής ελίτ και Σουλτάνου, ο δεύτερος πλήρωσε το τίμημα.
Το 1908 ό,τι άρχισε ως ανταρσία στην Τρίτη Στρατιά της Μακεδονίας, με σαφή πολιτικά αιτήματα για την αποκατάσταση του Συντάγματος του 1876 , ολοκληρώθηκε με την πλήρη ανάμιξη των στρατιωτικών στην πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας. Παρά την νίκη τους επί του Σουλτάνου, η Επιτροπή Ενότητας και Προόδου, η οποία κατάφερε να γίνει ο κύριος εκπρόσωπος της αντιπολίτευσης, απέτυχε να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία. Ούτε εκθρόνισε τον Σουλτάνο ούτε πήρε την πολιτική δύναμη στα χέρια της. Την 12η Απρ. 1909 εκδηλώθηκε ένοπλη εξέγερση από 3000 στρατιώτες της 1ης Στρατιάς. Πολλοί φοιτητές θεολογικών σχολών, μέλη των Ουλεμά και απότακτοι αξιωματικοί ζητούσαν γύρω από το κοινοβούλιο την επαναφορά της Σαρία. Η 3η Στρατιά με διοικητή τον Μαχμούτ Σεβκέτ Πασά αντέδρασε άμεσα και προέλασε προς την πρωτεύουσα. Η 2α Στρατιά στην Ανδριανούπολη δήλωσε υποστήριξη στους στόχους της Επιτροπής Ενότητας και Προόδου. Το κίνημα κατεστάλη, το Σύνταγμα αποκαταστάθηκε και ο Σουλτάνος αντικαταστάθηκε από τον μικρότερο αδελφό, τον Μεχμέτ Δ’ . Η εξέγερση και η έκβασή της είχε αντίκτυπο στο Σώμα των Αξιωματικών. Οι συμμετέχοντες στην εξέγερση Αξιωματικοί απομακρύνθηκαν (σημειωτέον ότι οι περισσότεροι ήταν Άραβες και Αλβανοί) και επεκράτησαν στον στρατό οι φανατικότεροι φιλοδυτικοί Αξιωματικοί της αυτοκρατορίας τουρκικής καταγωγής. Η ίδρυση του Συμβουλίου Στρατιωτικών Υποθέσεων (όλα τα μέλη υψηλόβαθμοι Αξιωματικοί) υπό την προεδρία του Υπουργού Πολέμου σηματοδότησε και την διακοπή στενών επαφών μεταξύ Σώματος Αξιωματικών και Σουλτάνου. Η αυτονομία των στρατιωτικών και η απόλυτη ανεξαρτητοποίησή τους από τις πολιτικές παρεμβάσεις ενισχύθηκε από το γεγονός ότι ο Υπουργός Πολέμου ήταν και ο ίδιος ανώτατος Αξιωματικός .
Η εξέγερση όμως αυτή απέδειξε ότι η ανικανότητα των πολιτικών είτε να αποτρέψουν την εξέγερση είτε να καθορίσουν την λύση του προβλήματος, επέτρεψε την πλήρη κυριαρχία των στρατιωτικών στην πολιτική ζωή της χώρας. Ο Aksin παρατηρεί ότι η γρήγορη αντίδραση του Μαχμούτ Σεβκετ Πασά με τους οπαδούς του εναντίον των εξεγερθέντων έγινε μόνο για την διασφάλιση των δικών τους συμφερόντων . Το γεγονός ότι ο στρατός είχε την δυνατότητα να δείξει στα μέλη του, αλλά και στις λοιπές ομάδες της ελίτ, ότι είχε την ικανότητα και την θέληση να δώσει αποτελεσματικές λύσεις σε προβλήματα κοινωνικής αναταραχής, ενίσχυσε την αυτοπεποίθησή τους ως προστάτη του κράτους από εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς.
Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ηττημένη. Η πολιτική της ανεξαρτησία απειλείτο σοβαρά. Την κρίσιμη αυτή περίοδο τόσο ο Σουλτάνος όσο και οι πολιτικοί των κομμάτων που αντιπολιτεύονταν την Επιτροπή Ένωσης και Προόδου προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση με βάση τα συμφέροντα τους, ενώ αποδέχθηκαν όλους τους όρους των Συμμάχων. Αντίθετα οι στρατιωτικοί έλαβαν σημαντικές αποφάσεις για την αυτοκρατορία αλλά και για τους ίδιους και άρχισαν να οργανώνουν κίνημα αντίστασης. Πλέον αυτού είναι γεγονός ότι η απόβαση του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος και η προέλασή του στο εσωτερικό ένωσε σχεδόν όλους τους παράγοντες της αυτοκρατορίας σε ένα κοινό σκοπό. Έτσι, η επικράτησή τους επί των Ελλήνων και η δημιουργία ενός νέου κράτους επανέφεραν την στρατιωτικο- γραφειοκρατική τάξη στην θέση του πρωταγωνιστή της πολιτικής ζωής της Τουρκίας. Ο ισχυρός πλέον Κεμάλ γνωρίζοντας ότι η μόνη απειλή για την εξουσία μπορούσε να προέλθει από το στράτευμα φρόντισε και πέτυχε την πολιτική ουδετερότητα των στελεχών απομακρύνοντας από τις τάξεις των εν ενεργεία αξιωματικών ισχυρούς ανταγωνιστές του, που είχαν συμμετάσχει στον πόλεμο κατά των Ελλήνων. Βέβαια, η κύρια επιδίωξη του για το στράτευμα δεν ήταν να το κρατήσει εντός πολιτικής αλλά να εξασφαλίσει ότι θα παραμείνει απόλυτα πιστό σ’ αυτόν .
Μετά την επικράτηση επί του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος και την ίδρυση της Τουρκικής πλέον Δημοκρατίας, οι στρατιωτικοί όχι μόνο δεν αποχώρησαν από την πολιτική σκηνή της χώρας, αλλά αντίθετα δημιούργησαν ένα αυταρχικό καθεστώς στο οποίο η στρατιωτικο-πολιτική γραφειοκρατία θα κυριαρχούσε στα πλαίσια της πολιτιστικής τους κληρονομιά. Ο Κεμάλ ενώ έδειξε να αποτρέπει την συμμετοχή των εν ενεργεία αξιωματικών στην πολιτική ζωή της χώρας, ταυτόχρονα ενθάρρυνε την παρουσία αποστράτων στον κρατικό μηχανισμό και μάλιστα σε υψηλόβαθμες θέσεις. Ο καθηγητής-μελετητής στο πανεπιστήμιο Prinston Οζμπουντούν επισημαίνει «η διάκριση της στρατιωτικής από την πολιτική εξουσία δεν ήταν εμφανής. Το πολιτικό καθεστώς χρειαζόταν την στήριξη του στρατού για να διατηρηθεί στην εξουσία. Πρώην αξιωματικοί εξακολουθούσαν να επιλέγονται σε σημαντικές θέσεις σε υπουργικό, κοινοβουλευτικό και διοικητικό επίπεδο» . Με την πολιτική αυτή που ακολούθησε ο Κεμάλ, στην πράξη, μετέτρεψε το στρατό σε προσωπική του φρουρά . Για να διασφαλίσει την ανεξαρτησία του στρατού, αλλά και για να θεμελιώσει την πίστη του στρατού σ’ αυτόν, έλαβε σειρά θεσμικών μέτρων. Έτσι, έθεσε τον Αρχηγό των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) εκτός Υπουργικού Συμβουλίου και τον κατέστησε υπόλογο μόνο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Από την στιγμή που ο Αρχηγός των ΤΕΔ δεν λογοδοτεί στο κοινοβούλιο, η ανεξαρτησία των στρατιωτικών από τους πολιτικούς είναι πλέον εξασφαλισμένη. Σημειωτέον ότι ο Τσακμάκ παρέμεινε στην θέση του Αρχηγού ΤΕΔ για είκοσι δύο χρόνια. Όσο για τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, αυτός δεν είχε καμία εξουσία στις ΕΔ . Το 1938 ανέβηκε στην εξουσία ο Ισμέτ Ινονού. Επί εποχής του σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στις σχέσεις στρατού και πολιτείας. Χωρίς να έχει την δημοτικότητα του προκατόχου του (Κεμάλ), έχαιρε εκτίμησης από τους Αξιωματικούς και τον λαό. Το 1994 επιχείρησε να καταστήσει τον Αρχηγό των ΤΕΔ άμεσα υπόλογο του Υπουργού Άμυνας, σε μια προσπάθεια να υποβαθμίσει το στράτευμα που έμοιαζε με αυτοκρατορία στο ίδιο το κράτος, πλην όμως απέτυχε λόγω έντονης αντίδρασης των υψηλόβαθμων στελεχών. Τελικά όμως το πέτυχε το 1949, αλλά ο στρατός διατηρούσε σημαντικό βαθμό της ανεξαρτησίας του στην χάραξη της αμυντικής πολιτικής και στα θέματα που απασχολούσαν τον στρατό και τα στελέχη. Με τον θάνατο του Κεμάλ ο στρατός παρέμεινε πιστός στις ιδέες και τις αρχές του. Εάν οι προσπάθειες του Ινονού, για τον έλεγχο της πολιτικής δύναμης του στρατού, είχαν περιορισμένες επιτυχίες, αυτό οφείλετο στο ότι το κόμμα του Κεμάλ (Ρεπουμπλικανικό κόμμα) και ο συμπολεμιστής του Ινονού ήταν στην εξουσία.
Η μετάβαση από τον μονοκομματισμό στον πολυκομματισμό σηματοδότησε την αρχή μεγάλων αλλαγών στην σχέση στρατού και πολιτείας. Ο φόβος των Κεμαλικών ότι η πλειοψηφία των ψηφοφόρων δεν θα υποστήριζε την πολιτική του κοσμικού καθεστώτος, του κρατισμού και της δυτικοποίησης είχε προκαλέσει την διακοπή των δραστηριοτήτων όλων των κομμάτων και αντιπολίτευσης. Οι εκλογές του 1946 χαρακτηρίσθηκαν από βία και νοθεία. Στις ελεύθερες, όμως, εκλογές του 1950 οι φόβοι των κεμαλικών επιβεβαιώθηκαν. Επικράτησε το δημοκρατικό κόμμα και για πρώτη φορά ο πρόεδρος της Κυβέρνησης δεν ήταν στρατιωτικός. Στην άνοδο του Μπαγιάρ συνέβαλε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ινονού. Να σημειωθεί επίσης ότι το Σώμα των Αξιωματικών δεν έδειξε να υποστηρίζει σύσσωμα το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που σημαίνει ότι υπήρχαν τάσεις πολιτικοποιήσεως στα στελέχη και ότι υπήρχε διάσπαση σε δύο ευρύτερες ομάδες. Αξίζει να σημειωθεί πως ο απλός λαός σκεπτόταν κάτω από την επιρροή του στρατού. Όπως αναφέρεται από τον Kαρπάτ «Κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 1950, ο Μπαγιάρ ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος, αποθεώνονταν συχνά από τους απλούς χωρικούς με το σύνθημα yasa pasam (να ζήσεις στρατηγέ μου) παρ’ όλο που δεν έφερε ποτέ στρατιωτικό βαθμό». Οι χωρικοί του απέδιδαν αυτόν τον βαθμό γιατί σύμφωνα με την παραδοσιακή τους αντίληψη μόνο οι στρατηγοί είχαν την δύναμη να αντιταχθούν στην Κυβέρνηση. Σε μια χώρα όπου οι στρατιωτικοί έχουν αναλάβει τον ρόλο του πρωταγωνιστή στην πολιτική ζωή, ήταν δύσκολο στους χωρικούς να μπορέσουν να σκεφθούν διαφορετικά.
Επειδή όλοι οι αρχηγοί του Δημοκρατικού Κόμματος υπήρξαν ηγετικά στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και υποστηρικτές του κοσμικού κράτους, γνώριζαν την νοοτροπία των στρατιωτικών και ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί έναντι του στρατού στα πρώτα βήματα της διακυβέρνησης, βέβαιοι ότι οι υψηλόβαθμοι Αξιωματικοί δεν θα ήταν πιστοί στην κυβέρνηση όσο ο Ισμέτ Ινονού ήταν στην αντιπολίτευση. Απομάκρυναν, έτσι, όλους τους ανώτατους και τους αντικατέστησαν με άλλους που θεωρούσαν αξιόπιστους . Γνωρίζοντας την αυστηρή ιεραρχική δομή του στρατού, πίστεψαν ότι ελέγχοντας την ηγεσία ελέγχουν και το σύνολο του στρατού. Το 1952 ο Κιουρτμπεκ, Υπουργός Άμυνας, διαμόρφωσε σχέδιο αναδιοργάνωσης του στρατού, με παράλληλη δημιουργία ενός ευέλικτου συστήματος προαγωγών. Το σχέδιο επίσης προέβλεπε και την απομάκρυνση των στελεχών που υποστήριζαν το Ρεπουμπλικανό Κόμμα . Ο Μεντερές όμως φάνηκε διστακτικός στην υλοποίησή του. Έτσι, το Δημοκρατικό Κόμμα έχασε την ευκαιρία να μειώσει την θεσμική πολιτική δύναμη των στρατιωτικών. Στο διάστημα αυτό τα χαμηλόβαθμα κυρίως στελέχη, έντονα δυσαρεστημένα από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και την στασιμότητα στην επετηρίδα των προαγωγών, άρχισαν να οργανώνουν συνωμοτικές ομάδες με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Το πραξικόπημα του 1960 ήταν μια αντίδραση των στρατιωτικών κατά της αυταρχικής πολιτικής της κυβέρνησης Μεντερές. Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους Ιπεκτσι και Τσονάρ οργανώνονταν επί μια πενταετία κυρίως από νεαρούς Αξιωματικούς με σκοπό την αναμόρφωση του στρατού. Παρά το γεγονός ότι ένας μικρός αριθμός αξιωματικών και κάποιες Μονάδες έλαβαν μέρος στο πραξικόπημα, τα υπόλοιπα στελέχη το αποδέχθηκαν, χωρίς αντίδραση, πιθανότατα για να αποφύγουν την περιπέτεια εμφύλιας διαμάχης και να κρατήσουν την ενότητα του Σώματος. Αυτό που τους απασχολούσε ήταν η ενίσχυση της θεσμικής θέσης του στρατού στο νέο πολυκομματικό πολιτικό οικοδόμημα της χώρας. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου ήταν η μεταρρύθμιση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι το Σώμα των Αξιωματικών δεν ήταν τόσο στενά συνδεδεμένο όπως πιστεύουν πολλοί .
Τα αποτελέσματα του πραξικοπήματος συνοψίζονται στα εξής:
Ένα νέο Σύνταγμα δημιουργήθηκε. Κύριο μέλημα του νέου Συντάγματος ήταν η πρόληψη επανεμφάνισης ενός ισχυρού πολιτικού κόμματος ικανού να ηγηθεί της δημιουργίας ενός απολυταρχικού κομματικού καθεστώτος . Το νέο Σύνταγμα αντικατόπτριζε ορισμένες ιδεολογικές ανησυχίες των αξιωματικών πάνω σε κοινωνικά και πολιτικά θέματα.
Με την συνεχή χρήση απειλών προς όλους τους πολιτικούς ηγέτες, οι Αξιωματικοί επεσήμαιναν ότι θα εκδήλωναν πραξικόπημα εάν αρνούνταν να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις τους. Έτσι, οι στρατιωτικοί είχαν διαμορφώσει ένα μηχανισμό θεσμοθέτησης των παρεμβάσεων τους στις κυβερνήσεις.
Η πολιτική δύναμη των ΕΔ αυξήθηκε με την ίδρυση διαφόρων νομικών θεσμών και παρακρατικών οργανώσεων, όπως το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (ΣΕΑ) ως γνωμοδοτικό όργανο του Υπουργικού Συμβουλίου σε θέματα ασφαλείας, όρος ανοικτός σε διάφορες ερμηνείες. Επίσης μεγάλη ήταν η συνεισφορά του Μετοχικού Ταμείου Ενόπλων Δυνάμεων (ΟΥΑΚ) και του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου στην οικονομική δύναμη των στρατιωτικών και της θεσμικής αυτονομίας τους. Ομοίως, καθοριστική για την αύξηση επιρροής του στρατού στην κρατική μηχανή ήταν και η μέθοδος αξιοποίησης πολλών αποστράτων αξιωματικών σε κυβερνητικές θέσεις .
Για το χρονικό διάστημα, μετά το πραξικόπημα του 1960, εύκολα κανείς διαπιστώνει οι ΕΔ στην Τουρκία είχαν αυξήσει το βαθμό της θεσμικής τους αυτονομίας καθώς και την παρουσία τους στην πολιτική ζωή. Ο Ιστορικός Ζούρκερ τονίζει «οι Ένοπλες Δυνάμεις απέκτησαν σχεδόν πλήρη αυτονομία, με αποτέλεσμα η υποταγή τους στο Υπουργό Άμυνας και το Υπουργικό Συμβούλιο να έχει καταστεί τυπικότητα».
Στο τέλος της δεκαετίας του 1960 η έντονη πολιτικοποίηση των στελεχών των ΕΔ, οι ιδεολογικές διαφωνίες μεταξύ των, οι ραγδαίες κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις και η ανικανότητα των πολιτικών να βρουν λύσεις στα προβλήματα, συντέλεσαν ώστε ένας αριθμός Αξιωματικών να κρίνει ότι έπρεπε και πάλι να παρέμβει για να σώσει την χώρα. Στόχος αυτή την φορά η ανατροπή της κυβέρνησης Ντεμιρέλ και η εγκαθίδρυση καθεστώτος κατά τα κεμαλικά πρότυπα . Η επικείμενη επέμβαση των ριζοσπαστικών αυτών στελεχών ανάγκασε το Συμβούλιο Αρχηγών των Επιτελείων των ΕΔ να συνέλθει σε ειδική συνεδρία την 10 Μαρ. 1971. Τελικά συμφώνησαν να προχωρήσουν σε στρατιωτική παρέμβαση υπό μορφή ενός μνημονίου προς την Κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός Ντεμιρέλ φοβούμενος την σύγκρουση με τους στρατιωτικούς υπέβαλε την παραίτησή του. Οι ΕΔ για μία ακόμη φορά επεσήμαιναν στους πολιτικούς ότι είναι υποχρεωμένοι να πειθαρχούν στις αρχές του Κεμαλισμού και τόνισαν την υπεροχή τους έναντι των πολιτικών. Αλλά και η πολιτική κατάσταση στη Τουρκία, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, διευκόλυνε την ενεργό παρουσία Αξιωματικών στην πολιτική ζωή της χώρας. Η κήρυξη στρατιωτικού νόμου μέχρι το 1973 επέτρεπε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να συγκεντρώνουν δικαστική και εκτελεστική εξουσία. Οι ΕΔ της Τουρκίας αναμφισβήτητα είχαν την δυνατότητα να προκαλούν την πτώση μιας κυβέρνηση αλλά δεν αναλάμβαναν την άμεση διακυβέρνηση της χώρας, πιθανότατα από τον φόβο των ανωτάτων Αξιωματικών για μείωση της συνοχής του στρατεύματος. Να σημειωθεί ότι μετά την επέμβαση του 1971, ένας αριθμός αξιωματικών, ιδίως της αεροπορίας, αποπέμφθηκαν από το στράτευμα ή και φυλακίσθηκαν .
Η εκλογή του Προέδρου Δημοκρατίας το 1973 είχε την σημασία του στην αντιπαράθεση στρατιωτικών και πολιτικών. Η υποψηφιότητα του στρατηγού Γκιουρλέρ, πρώην Αρχηγού ΤΕΔ αντιμετωπίστηκε αρνητικά από όλα τα πολιτικά κόμματα. Για πρώτη φορά οι πολιτικοί έδειξαν αποφασιστικότητα με την απόρριψη της πρότασης των στρατιωτικών, θέλοντας έτσι να καταστήσουν σαφές στους στρατιωτικούς ότι ο Πρόεδρος έπρεπε να εκλέγεται με νομικές διαδικασίες και όχι να επιβάλλεται. Τελικά εκλέχθηκε ο απόστρατος ναύαρχος Κοροτούρκ και οι πολιτικοί θεώρησαν ότι πέτυχαν έστω και μια μικρή νίκη. Η λύση αυτή ικανοποίησε και τους στρατιωτικούς, διότι ο Γκιουρλέρ δεν είχε την καθολική στήριξη των ανωτάτων . Το δίδαγμα για τους πολιτικούς, από το πραξικόπημα του 1971, ήταν ότι θα έπρεπε να είναι προσεκτικοί στην κήρυξη στρατιωτικού νόμου, ενέργεια που απαιτεί ενεργό συμμετοχή των στρατιωτικών στην πολιτική ζωή της χώρας . Δεν συνειδητοποίησαν όμως ότι η μικρά έστω νίκη τους το 1973 ήταν καρπός της αμοιβαίας συνεργασίας τους και η εντύπωση που σχημάτισαν ορισμένοι αρχηγοί κομμάτων ότι η πολιτική δύναμη των στρατιωτικών μειώθηκε, σύντομα θα αποδεικνύετο μύθος.
Μετά το 1973, οι μεν στρατιωτικοί αισθάνθηκαν ασφαλείς, μετά την εξάλειψη των ριζοσπαστικών στελεχών, απολαμβάνοντας παράλληλα τους καρπούς αναθεώρησης του Συντάγματος, οι δε πολιτικοί άρχισαν των αγώνα αλληλοεξόντωσης. Ο Ετζεβιτ και Ντεμιρέλ, πρόεδροι του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και του κόμματος της Δικαιοσύνης αντίστοιχα, επιδόθηκαν με πάθος σε ένα αγώνα αλληλοεξόντωσης, πιστεύοντας ότι οι στρατιωτικοί δεν θα επενέβαιναν. Το πραξικόπημα του 1980 ήταν αναμενόμενο λόγω της αδυναμίας των πολιτικών να επιλύσουν τα σοβαρά προβλήματα της χώρας, αλλά και της κληρονομιάς που άφησαν οι παλαιότεροι στους νέους Αξιωματικούς ότι αυτοί είναι οι προστάτες του Τουρκικού Κράτους. Οι εκλογές του 1974 ανέδειξαν κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (Ετζεβίτ) και του Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας (NSP), κάτι που έδειξαν οι στρατιωτικοί ότι δεν επιθυμούσαν, αφού δεν έβλεπαν με συμπάθεια το κόμμα Εθνικής Σωτηρίας λόγω αντιπαράθεσης Κεμαλιστών – Ισλαμιστών. Ο Ετζεβιτ είχε ανεβάσει την δημοτικότητα του και εκπροσωπούσε ισλαμιστές ψηφοφόρους. Υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί ζήτησαν από τον Ερμπακάν να ιδρύσει νέο ισλαμικό κόμμα διότι δεν ήθελαν ο Ντεμιρέλ (ηγέτης του Κόμματος της Δικαιοσύνης) να αυξήσει την πολιτική του δύναμη. Ήταν πλέον φανερό ότι οι στρατιωτικοί ανησυχούσαν. Το 1974 ο Αρχηγός των ΤΕΔ, Στρατηγός Σάμι Σαντζάρ, ανακοίνωσε στο Σώμα των Αξιωματικών ότι ο στρατός θα μείνει εκτός πολιτικής . Τον Ιαν. 1975 ανακοίνωσε (ο ίδιος αρχηγός) ότι οι ΕΔ δεν θα έμεναν μακριά από τα προβλήματα του Έθνους. Να σημειωθεί ότι το κύρος των ΕΔ και το ηθικό των στρατιωτών – Αξιωματικών είχε ανέλθει λόγω τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Η ανικανότητα Ετζεβιτ και Ντεμιρέλ να ξεπεράσουν τις διαφορές τους σε συνδυασμό με τα μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας, οδήγησαν σε μια περίοδο πέντε ετών με ασταθείς κυβερνήσεις συνασπισμού και επιδείνωση των προβλημάτων.
Το κίνημα του 1980 καθιέρωσε το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας (ΣΕΑ) ως την ανώτερη αρχή της χώρας. Στρατιωτικός νόμος επιβλήθηκε σε όλη την επικράτεια. Οι ηγέτες των πολιτικών κομμάτων συνελήφθησαν. Τα κόμματα διαλύθηκαν. Ένα νέο Σύνταγμα, με την έγκριση του ΣΕΑ, προετοιμάσθηκε και τέθηκε σε λειτουργία το 1982, μετά από δημοψήφισμα. Μεταξύ άλλων, με το νέο Σύνταγμα, αυξήθηκε η πολιτική εξουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, η μεταπήδηση βουλευτών από κόμμα σε κόμμα έγινε δυσχερής και θεσπίσθηκαν νόμοι με στόχο την διαμόρφωση της πολιτικής δομής σύμφωνα με τις απόψεις των στρατιωτικών. Πλέον αυτών, το νέο Σύνταγμα προστάτευε νομικά τα μέλη του ΣΕΑ καθώς και τους Αξιωματικούς από μελλοντικές αγωγές αποζημιώσεων .
Αξιοπρόσεκτη είναι και η τελευταία φανερή επέμβαση των ΕΔ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας, τον Ιουν. 1997, γνωστή ως «βελούδινο πραξικόπημα». Η κυβέρνηση συνασπισμού του Κόμματος της Ευημερίας και του Κόμματος του Ορθού Δρόμου ήταν φανερό ότι αντιμετώπιζε προβλήματα ιδεολογικού προσανατολισμού. Με το Κόμμα της Ευημερίας κυρίαρχο στην Κυβέρνηση, το κεμαλικό κατεστημένο προσπαθούσε να διαπιστώσει εάν το κυβερνητικό έργο παρουσίαζε ισλαμιστικές αποκλίσεις. Σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, η μεν Τσιλέρ του κόμματος του Ορθού Δρόμου ήταν απασχολημένη με θέματα παραδοσιακής κεμαλικής πολιτικής, το δε Κόμμα της Ευημερίας προσπαθούσε να βελτιώσει τις σχέσεις με τον υπόλοιπο Ισλαμικό κόσμο. Όπως αναφέρει ερευνητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ο Φιλιπ Ρόμπινς «στην πραγματικότητα η προσεκτική μελέτη της περιόδου αυτής δείχνει ότι ο προσανατολισμός της πολιτικής της Τουρκίας δεν είχε νοθευτεί, αν μη τι άλλο, ο κοσμικός φιλοδυτικός χαρακτήρας της ουσιαστικά ενισχύθηκε – σε αντίθεση με τον επηρεαζόμενο από τον Ετζεβίτ υπό την ηγεσία του Γκιλμάζ συνασπισμού που επρόκειτο να ακολουθήσει τον Ιουν 1997 μέχρι τον Ιαν 1999» . Η κατάρρευση της κυβέρνησης, τον Ιουν 1997, ύστερα από παρατεταμένη παρασκηνιακή πίεση των στρατιωτικών, ήλθε να επιβεβαιώσει την αποτυχία στήριξης βιώσιμης κυβέρνησης από το κοινοβούλιο την περίοδο 1995-1999. Αυτό αποδείχθηκε αμέσως μετά την κατάρρευση της Κυβέρνησης. Το κεμαλικό κατεστημένο προχώρησε σε πολιτικούς ακροβατισμούς. Σχηματίσθηκε Κυβέρνηση συνασπισμού τριών κομμάτων (του κοσμικού Κόμματος της Μητέρας Πατρίδας, του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος και του μικρού Δημοκρατικού Τουρκικού Κόμματος) υπό την ηγεσία του Μεσούτ Γκιλμάζ. Κυβέρνηση μειοψηφίας που την καθιστούσε αδύναμη και ευάλωτη αφού για την επιβίωσή του στο κοινοβούλιο στηριζόταν στο μικρότερο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα του Ντενιζ Μπαικάλ. Με τους στρατιωτικούς να είναι εκνευρισμένοι, διότι δεν προωθούνταν αντισλαμικές μεταρρυθμίσεις και με τον Μπακάλ να απειλεί ότι θα ανατρέψει την κυβέρνηση την άνοιξη 1998, η Τουρκία οδηγήθηκε τελικά σε πρόωρες εκλογές τον Απρ. 1999.
Πλέον της ιστορικής διαδρομής των επεμβάσεων και παρεμβάσεων των ΕΔ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της μετέπειτα Τουρκικής Δημοκρατίας, οι οποίες προσδιορίζουν και το ρόλο τους, κρίνεται σκόπιμα να παρατεθούν ορισμένα πρόσθετα ενισχυτικά στοιχεία, ώστε να υπάρχει – κατά το δυνατόν- ολοκληρωμένη εικόνα.
Ο Αρχηγός των Τουρκικών ΕΔ διατηρεί μια ξεχωριστή θέση στην ιεραρχία του Κράτους, αμέσως μετά τον πρωθυπουργό στον οποίο υπάγεται τύποις και όχι στον Υπουργό Άμυνας. Ο Νόμος του 1970 ρυθμίζει τα καθήκοντα και την οργάνωση του Υπουργείου Άμυνας, χωρίς να αναφέρεται σε αρμοδιότητες, όπως κάνει για το Αρχηγείο των ΕΔ(TGS) . Δεν είναι τυχαίο ότι ο αρχηγός των ΤΕΔ αποκαλείται «Πρώτος Πρόεδρος» (πολιτικός όρος) . Όσες φορές η Τουρκική Εθνοσυνέλευση προσπάθησε να υπαγάγει τις ΤΕΔ στο Υπουργείο Άμυνας, απέτυχε λόγω σθεναρής αντίστασης των στρατιωτικών . Από αναλύσεις ξένων και Ελλήνων πολιτικών αναλυτών, συμπεριλαμβανομένων και του γνωστού Τούρκου δημοσιογράφου Αλή Μπιράντ, διαπιστώνεται ο ρόλος των ΕΔ, ακόμη και σήμερα, να ενεργεί ως κράτος εν κράτει. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ομιλία του νέου Αρχηγού ΓΕΣ, στρατηγού Ilker Barbug, την 29 Αυγ. 2006, κατά την παραλαβή των καθηκόντων του «……γι’ αυτό οι Τουρκικές ΕΔ θα θεωρούν ως μέρος της αποστολής τους και θα συνεχίσουν να έχουν ενεργό ρόλο και να υποστηρίζουν την διαφύλαξη – διατήρηση του εθνικού κράτους. Θα πρέπει δε να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της αποστολής ΕΔ η γνωστοποίηση των σχετικών προς τα παραπάνω θέματα απόψεων της στρατιωτικής ηγεσίας, προς τους αρμοδίους πολιτικούς και κρατικούς αξιωματούχους και φορείς, την κατάλληλη στιγμή και μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων καθώς και η κοινοποίησή τους στην κοινή γνώμη όταν αυτό απαιτείται…..» . Σημειωτέον ότι ολόκληρη η ομιλία του απευθύνεται κυρίως σε μη στρατιωτικούς. Οι ΤΕΔ υπαγορεύουν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θέσεις των επί κρισίμων θεμάτων , υποκαθιστούν το Υπουργείο Εξωτερικών , συντάσσουν μελέτες επί πολιτικών συστημάτων, δημοσιοποιούν τις θέσεις τους για φλέγοντα θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, υπαγορεύουν πολιτικές και αντιπολιτεύονται τις κυβερνήσεις. Η κεντρική Υπηρεσία πληροφοριών, γνωστή ως ΜΙΤ, δεν ήταν ποτέ πιστή στην κυβέρνηση αλλά στο κράτος, κατά την δική τους φυσικά έννοια . Είναι γνωστό ότι ασκεί έλεγχο στους πολιτικούς, παρακολουθεί δραστηριότητές τους και πολλές φορές τους κατηγορεί ως ιδιοτελείς.
Οι ΕΔ, εκτός των άλλων αποστολών τους, είναι και ο κύριος φορέας εκσυγχρονισμού (εκπαίδευση- τεχνολογική ανάπτυξη, οικονομία) . Η τεχνοοικονομική ανάπτυξη του κεμαλικού κράτους ξεκίνησε με την εθνοκάθαρση που εφήσμοσαν οι Νεότουρκοι με κατάληξη την γενοκτονία των χριστιανικών μειονοτικών ομάδων, που αποτελούσαν και την αστική-εμπορική τάξη . Το κενό που δημιουργήθηκε έσπευσε να αναπληρώσει η στρατιωτικο-γραφειοκρατική τάξη, με βάση την κεμαλική αρχή του «κρατισμού», σύμφωνα με την οποία το κράτος νομιμοποιείται να παρεμβαίνει στους τομείς της οικονομίας. Παράδειγμα τέτοιας παρεμβατικής τακτικής είναι η ίδρυση και διατήρηση της ΟΥΑΚ. Επιχειρηματίες ιδιώτες συνεισφέρουν σ’ αυτό για να κερδίσουν την εύνοια του στρατού. Έτσι, στρατός και οικονομική αριστοκρατία έχουν κοινά συμφέροντα, διατηρώντας προνομιακή θέση στην οικονομική ζωή της χώρας . Παράλληλα, παρατηρούνται και οικονομικές δραστηριότητες εκτός ελέγχου του Στρατού. Έτσι το 1997, με απόφαση του ΣΕΑ, ξεκινά εκστρατεία των ΕΔ κατά των Ισλαμιστών με το πρόσχημα ισλαμοποιήσεως του κράτους χαρακτηριστική είναι η άποψη Τούρκου μεγαλοτραπεζίτη «είμαστε πλήρως ικανοποιημένοι από τα μέτρα του στρατού κατά την ισλαμιστών. Η αιτία είναι απλή : Εμείς είμαστε η ελίτ της χώρας και, ως εκ τούτου, κερδίζουμε αρκετά χρήματα, που είναι φυσικό να μη θέλουμε να τα χάσουμε. Εάν δημοκρατία σημαίνει και άνοδος των ισλαμιστών στην εξουσία, εμείς δεν την θέλουμε». Η διαπίστωση αυτή του τραπεζίτη εξηγεί τους λόγους ρήξης του κεμαλικού κατεστημένου με την ανερχόμενη ισλαμική πολιτικο-οικονομική δύναμη, η οποία –σημειωτέον- είναι δημιούργημα του πρώτου. Είναι γνωστή η διαπλοκή του στρατού με την οικονομική ελίτ. Θύμα αυτής της διαπλοκής είναι και η Ανεξάρτητη Ένωση Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών (MUSIAD) , που ιδρύθηκε το 1990, εκπροσωπεί 10.000 εταιρείες μικρού και μεσαίου μεγέθους και τα μέλη της προέρχονται από την Ανατολία, με ισχυρούς ισλαμικούς δεσμούς, τους οποίους το κεμαλικό κράτος κρατά σε απόσταση, ευνοώντας προκλητικά την αντίστοιχη ένωση του στρατού γνωστή ως TUSIAD . To γεγονός αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διαμάχη κεμαλιστών και ισλαμιστών είναι και συντεχνιακή.
Το κεμαλικό κατεστημένο, ως θεματοφύλακας των αρχών και παραδόσεων, έχει σημαντικό ρόλο και στις σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ. Οι σχέσεις αυτές βασίσθηκαν σε μια παραδοξότητα. Από την μια πλευρά η Τουρκία προωθεί με πάθος τον στόχο της να γίνει Ευρωπαϊκό κράτος και αυτό είναι κάτι που έχει εκδηλώσει με επίμονες προσπάθειες. Από την άλλη πλευρά, όμως, αντιμετωπίζει την Δυτ. Ευρώπη με καχυποψία και τα όσα εκλαμβάνει ως πολιτικούς στόχους νέο-ιμπεριαλιστών και χριστιανοδημοκρατών, ενώ φοβάται ότι θα θέσει σε κίνδυνο το τουρκικό κράτος.
Η παραδοξότητα, όμως, αυτή έχει ιστορικές βάσεις. Η εμπειρία της αυτοκρατορικής περιόδου συνιστά επίσης μια αμφίθυμη κληρονομιά. Στην διάρκεια της περιόδου εκείνης η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν πράγματι τμήμα του Ευρωπαϊκού συστήματος. Πρωταγωνίστησε στην διακρατική πολιτική της ηπείρου για περισσότερο από τέσσερις αιώνες. Ωστόσο, το να συναχθεί από αυτό ότι η οθωμανική αυτοκρατορία και το διάδοχο κράτος της Τουρκίας είναι κατά κάποιο τρόπο πραγματικά ευρωπαϊκή κρατική οντότητα είναι μάλλον προϊόν ευσεβούς πόθου. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο γνώρισε την τραυματική εμπειρία της Συνθήκης των Σεβρών (Αυγ. 1920) που άφηνε την Τουρκία ένα σκιώδες κράτος. Η Τουρκία διασώθηκε μόνο χάρη στην ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ και μερικών άλλων- λιγότερο γνωστών προσωπικοτήτων όπως ο Καζίμ Καραμπεκίρ, καθώς και στην αποφασιστική αντίσταση των υποστηρικτών τους. Γι’ αυτό δεν είναι περίεργο το ότι πολλοί Τούρκοι, παρά την προσήλωσή τους στο μυστικιστικό Ισλάμ και στις παραδοσιακές αξίες του, δεν παραλείπουν να ευγνωμονούν τον Κεμάλ. Παράλληλα, πολλοί Τούρκοι, ίσως από όλα τα κοινωνικά στρώματα, θεωρούν την Συνθήκη των Σεβρών ως αποκάλυψη των πραγματικών προθέσεων των Δυτικοευρωπαίων. Μια τέτοια άποψη ήταν μοιραίο να εκλαμβάνει τις γενικότερες διεργασίες σαν μια παρατεταμένη προσπάθεια αποδυνάμωσης της Τουρκίας, έτσι ώστε να χρησιμοποιείται, για παράδειγμα, για τον περιορισμό της Σοβιετικής Ένωσης ή στην περίπτωση της τελωνειακής ένωσης με την ΕΕ, για την αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχει ως μια μεγάλη εσωτερική αγορά.
Αυτή η καχυποψία για τους Δυτικοευρωπαίους έχει ενισχυθεί κατά διαστήματα από τουρκικές εμπειρίες, οι οποίες ερμηνεύθηκαν και πάλι ως ενδείξεις των ευρωπαϊκών σχεδιασμών, πχ οι αποφάσεις Δυτικών κρατών να χορηγούν πολιτικό άσυλο σε Τούρκους πολιτικούς πρόσφυγες και ιδιαίτερα σε εκείνους κουρδικής καταγωγής. Οι Τούρκοι αποφεύγουν να συνειδητοποιήσουν τα ελλείμματα τους στον τομέα των δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και φυσικά δεν μπορούν να αντιληφθούν τι υποχρέωσε τις κυβερνήσεις των χωρών της Δυτ. Ευρώπης να μην αρνούνται τις αιτήσεις χορήγησης πολιτικού ασύλου.
Τέλος και οι ΗΠΑ θεωρούνται σήμερα-παρά την παρατεταμένη φιλία- ως σύμμαχος «αμφίβολης αξιοπιστίας». Ο αντιαμερικανισμός, με την μορφή του αριστερού ή του ισλαμικού εξτρεμισμού, και ενισχυμένος από την ξενοφοβία του υπερεθνικισμού, αποτελεί ένα μόνιμο υπόγειο ρεύμα στην τουρκική πολιτική πραγματικότητα.
Το θέμα της ασφάλειας είναι κεντρικό συστατικό σχεδόν κάθε πλευράς της κρατικής πολιτικής της Τουρκίας. Με την δικαιολογία της ασφάλειας διατηρεί σημαντικές Ένοπλες Δυνάμεις., δεύτερη σε μέγεθος στο ΝΑΤΟ. Οι αμυντικές δαπάνες κάλυπταν το 11,4% του εθνικού προϋπολογισμού (1995), που φθάνει σχεδόν στο 20% αν ληφθούν υπόψη και άλλα στοιχεία τα οποία αφορούν στις στρατιωτικές βιομηχανίες. Η ασφάλεια προβάλλεται ως δικαιολογία για μια σειρά μέτρων που διαβρώνουν φιλελεύθερες αντιλήψεις περί ελευθερίας, από την λογοκρισία του τύπου στην Νοτιοανατολική Τουρκία, ως τους νόμους που επιτρέπουν την διακοπή λειτουργίας ορισμένων κομμάτων. Στο κέντρο αυτής της συνεχούς ενασχόλησης με την ασφάλεια βρίσκονται οι Ένοπλες Δυνάμεις, η Αστυνομία, η Στρατοχωροφυλακή, η ΜΙΤ καμιά πληθώρα άλλων υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας, που έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά την τελευταία δεκαετία και των οποίων ο λόγος ύπαρξης είναι ο εντοπισμός και εξάλειψη των απειλών του Κράτους.
Ο λόγος της διαρκούς αυτής ενασχόλησης με την ασφάλεια στην Τουρκία είναι η ιστορική εμπειρία ενισχυμένη από αντιλήψεις και εμπειρίες του παρόντος. Καθοριστικός παράγοντας της ιστορικής εμπειρίας είναι η ανάμνηση των αρχών της δεκαετίας του 1920, όταν οι ΕΔ απέκρουσαν τις προσπάθειες των μεγάλων Δυνάμεων να διαλύσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κληρονομιά της περιόδου εκείνης ήταν να δημιουργηθεί αυτό που σήμερα αναφέρεται ως Σύνδρομο των Σεβρών, μέσω του οποίου διαφαίνεται να υπάρχουν ξένης εμπνεύσεως συνωμοσίες για τον διαμελισμό της σύγχρονης Τουρκίας. Το σύνδρομο αυτό ανασφάλειας έχει ενισχυθεί από άλλες- κατά την Τουρκία- απειλές στο ενδιάμεσο διάστημα μέχρι σήμερα, όπως η απειλή από την Ρωσία (όταν η Μόσχα εποφθαλμιούσε τα στενά του Βοσπόρου), αλλά και πιο πρόσφατες ανησυχίες από τον αρμενικό και συριακό αλυτρωτισμό.
Πέρα από την διαρκή αντίληψη της απειλής από το εξωτερικό υπάρχει και η απειλή από το εσωτερικό. Ιστορικά οι απειλές αυτές ταυτίζονταν με εξωτερικές δυνάμεις που εστιάζονταν σε εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες του πληθυσμού. Στο διάστημα 1960-80 η βασική απειλή εμφανιζόταν να είναι ιδεολογική, με την αξιοποίηση από ξένες χώρες των ριζοσπαστικών κινημάτων της αριστεράς και των ισλαμιστών. Τελευταία οι προσπάθειες εκμετάλλευσης των εθνικών κυττάρων έχουν συνδεθεί με την απόπειρα εξωτερικών παραγόντων να υποδαυλίσουν την κουρδική εθνικιστική πρόκληση έναντι της ακεραιότητας του τουρκικού κράτους.
δ. Ιδεολογία του Κεμαλισμού. Σύγκρουση Κεμαλισμού-Ισλαμισμού
Όπως έχει ήδη καταδειχθεί ο ρόλος του στρατού στην σύγχρονη Τουρκία είναι κάτι περισσότερο από την αμυντική κάλυψη της χώρας. Η ιδεολογία του βασίζεται κυρίως στο κράτος – με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου- και βέβαια στις έννοιες του πατριωτισμού, της ηθικής, της πατρίδας κτλ. Την ίδια ιδεολογική βάση διαπιστώνουμε και στην περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στην μετάπτωση από την αυτοκρατορία στην κεμαλική Τουρκία δεν διαπιστώνεται κάποια άλλη ιδεολογία. Ο Mardin προβαίνει σε συγκριτικές αναφορές της Γαλλικής επανάστασης με την μετάβαση στην Τουρκική Δημοκρατία από την Σουλτανική , που την ονομάζει Τουρκική επανάσταση. Η μετάβαση αυτή έγινε ομαλά και προοδευτικά – αναλυτές την προσδιορίζουν μεταξύ 1908-38 ή 1919-29 – χωρίς πολιτική βία και κοινωνικές εκρήξεις. Οι επιφανειακές ενδο-γραφειοκρατικές συγκρούσεις όμως, που παρατηρήθηκαν την περίοδο αυτή, δεν μας επιτρέπει να την κατατάξουμε στις επαναστάσεις.
Ο απόηχος της κεμαλικής ιδεολογίας (κεμαλισμός) έχει ως αποκλειστικό εκφραστή του τον στρατό. Οι άλλοι θεσμικοί φορείς υποτάσσονται στην θέλησή του . Σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους Γιάνοβιτς και Βαν Ντορν, ακόμη και τα μέλη των ΕΔ των νεοϊδρυθέντων κρατών, που διακρίνονται για την συμμετοχή τους στην πολιτική ζωή της χώρας, θεωρούνται ότι εκδηλώνουν έναν τεχνοκρατικό παρά ιδεολογικό προσανατολισμό . Τα στελέχη των ΕΔ συνήθως έχουν κοινές αξίες και αντιλήψεις με την υπάρχουσα πολιτική και κοινωνική δομή της χώρας καθώς και τις απειλές που αυτή αντιμετωπίζει. Όπου υπάρχει χάσμα μεταξύ στρατιωτικού και πολιτικού μηχανισμού της χώρας, η σχέση στρατού και πολιτείας καθορίζει και την πολιτική ανάπτυξη της χώρας . Ο κεμαλισμός στηρίζεται σε έξι αρχές γνωστές ως έξι βέλη οι οποίες περιέχονται στο Σύνταγμα του 1937.
- Κοσμικότητα
- Ρεπουμπλικανισμός
- Λαϊκισμός
- Εθνικισμός
- Κρατισμός
- Μεταρρύθμιση – Ριζοσπαστισμός
( Η εννοιολογική σημασία των αρχών αυτών, «έξι βέλη» αναφέρεται αναλυτικά στον τρίτο παράγοντα της παρούσης μελέτης).
Εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι ο πυρήνας του κεμαλισμού είναι η ισχύς-κράτος. Καμία νύξη για αρχές δημοκρατίας ή κοινωνικής δικαιοσύνης. Μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα ο στρατός μέσω του δικού του κόμματος , που ίδρυσε ο Κεμάλ, επέβαλε την εθνική ενότητα, ενώ μετά την υιοθέτηση της πλουραλιστικής δημοκρατίας, η επιβολή αυτή γίνεται μέσω θεσμικών οργάνων όπως το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, η Ανώτατη Εκπαιδευτική επιτροπή κτλ. Το παράδοξο στην Τουρκία είναι ότι ενώ οι ΕΔ εμφανίζονται ως ο κύριος φορέας εξευρωπαϊσμού της χώρας, συγχρόνως αυτοαναιρείται διότι η εκσυγχρονιστική ευρωπαϊκή διαδικασία προϋποθέτει τον περιορισμό των ΕΔ μιας χώρας στα αυστηρά στρατιωτικά του καθήκοντα. Εύλογα, πολλοί διερωτώνται εάν το κεμαλικό κράτος της Τουρκίας θα εξελιχθεί σε ευρωπαϊκό ή θα παραμείνει «Ευρωπαϊζον» .
Πέρα από την συνθηματολογία των έξι βελών (alti οκ τουρκιστί) και τις ατελείωτες ομιλίες του, ο Κεμάλ, παρά την ισχυρή προσωπικότητα και την διορατικότητα του, δεν συνέταξε έναν συγκεκριμένο κώδικα, που θα καθόριζε τις λειτουργίες του κράτους, αλλά μάλλον έδωσε κάποιες βασικές μόνο εντολές. Η Τουρκία θα είναι ένα Ευρωπαϊκό Έθνος – Κράτος, είπε. Το κράτος θα εκτείνεται στα αναφερόμενα στην εθνική Συνθήκη της 28 Ιαν. 1920 όρια με τις εναπομείνασες περιοχές της αυτοκρατορίας. Σύνθημά του «ειρήνη στον τόπο, ειρήνη στον κόσμο». Το έθνος θα οικοδομούνταν πάνω σε μια υποθετική και ομογενοποιημένη τουρκική ταυτότητα. Γι’ αυτό επέβαλε βιαίως τα δυτικά πρότυπα και τρόπο ζωής, μέσω καθιέρωσης λατινικού αλφαβήτου, την ευρωπαϊκή ενδυμασία, την εκκοσμίκευση των λειτουργιών του κράτους και την δραστική μείωση των ισλαμικών πρακτικών. Μέσα σε ένα ευνοϊκό- για τον Κεμάλ- περιβάλλον (σε ένα πληθυσμό μάλλον παθητικό- αναλφάβητο και συνηθισμένο να υποτάσσεται στην βούληση του Κυβερνήτη) δεν χρειάσθηκε και πολλούς υποστηρικτές των ιδεών αυτών. Το σώμα των Αξιωματικών, η ανώτερη διοικητική τάξη και μια μεγάλη επιχειρηματική κυρίαρχη τάξη που είχε δημιουργηθεί σχημάτισαν την βάση των υποστηρικτών. Την υπόλοιπη κοινωνία συνιστούσαν οι απαθείς, οι δύσπιστοι, ή ακόμη και οι διακείμενοι αρνητικά στον Κεμαλισμό. Η εμφάνιση μιας διαρκέστερης προσπάθειας ισλαμικού ρεβιζιονισμού, εμφανίσθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 40, με την επικράτηση μιας δημοκρατικότερης πολιτικής (πολυκομματισμός) με επιτάχυνση στις αρχές της δεκαετίας του 80.
Οι κεμαλικές πολιτικές αρχές αποτέλεσαν την πυξίδα και οδηγό των Τούρκων αξιωματικών των ΕΔ από την δεκαετία του 1930 μέχρι και σήμερα. Όπως μας περιγράφει ο γνωστός δημοσιογράφος Μπιράντ, ο Διοικητής της Στρατιωτικής Ακαδημίας τους επισημαίνει ότι «Η σημαία σας θα είναι ο μεγάλος Ατατούρκ. Η ιδεολογία σας θα είναι οι αρχές του και ο στόχος σας θα έχει την κατεύθυνση που αυτός υπέδειξε» . Ένας έφεδρος Αξιωματικός αναφέρει στον Μπιράντ ότι «οι αξιωματικοί αντιτίθεται σε οποιονδήποτε-ασχέτως με το αν βρίσκεται στην θέση του λόγω εκλογικής του δύναμης ή της ψήφου του Κοινοβουλίου-, που επιχειρεί να παραβεί τις αρχές του Ατατούρκ». Ο Ακουράλ αναφέρει «ο Κεμαλισμός δεν είναι τυπική ιδεολογία με καλά επεξεργασμένη μεταφυσική και επιστημολογία» . Ορθώς παρατηρεί ο Γ. Καραμπελιάς ότι ο Κεμαλισμός υπήρξε ένας συνδυασμός δογματικών θέσεων σε πολιτικά θέματα, που βασάνιζαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, από την στιγμή που η Δύση άρχισε να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία. Οι θέσεις αυτές αφορούσαν την στάση της στρατιωτικο- γραφειοκρατικής ελίτ έναντι της πολιτιστικής και οικονομικής διείσδυσης της Δύσης, τον ρόλο του κράτους ως παράγοντα μεταρρύθμισης και την κυριαρχία του κοσμικού εθνικισμού ως βάση της σύγχρονης Τουρκίας.
Ως αδυναμία του κεμαλισμού, ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο Prinston Οζμπουντούν αναφέρει ότι «δεν ονειρεύεται την δημιουργία μιας διαφορετικής κοινωνίας ή ενός νέου τύπου ανθρώπου, όπως οι απολυταρχικές ιδεολογίες» . Ο δε Φρεϊ τονίζει ότι «ενώ υπέδειξε σαφώς και πειστικά στην κοινωνία τους στόχους της και έδωσε κατευθυντήριες οδηγίες στα πρώτα στάδια της τουρκικής επανάστασης, για την επίτευξή τους…αυτό ίσχυσε πρωτίστως στο στάδιο εκσυγχρονισμού της ελίτ». Στο δεύτερο στάδιο της πολιτικής μεταρρύθμισης κυρίως κατά την μεταπολεμική περίοδο, τόσο η έλλειψη κατευθυντηρίων γραμμών, όσο και ο τρόπος που οι πολιτικοί αντιμετώπιζαν τα προβλήματα του λαού, απείλησαν την κεμαλική ελίτ, η οποία χρειάσθηκε να παρέμβει με διαφόρους τρόπους. Με την εφαρμογή του πολυκομματικού συστήματος, η συμμαχία μεταξύ Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος και των κεμαλικών στελεχών των ΕΔ, κατέρρευσε. Έτσι οι στρατιωτικοί μη έχοντας την δυνατότητα άμεσης επίλυσης των προβλημάτων με την πολιτική, κατέφυγαν στις στρατιωτικές επεμβάσεις. Παράλληλα, η διαφωνία μεταξύ στελεχών για τον τρόπο εφαρμογής των κεμαλικών αρχών, συνετέλεσε στην δημιουργία δύο ομάδων. Αυτούς που ήθελαν την εγκαθίδρυση απολυταρχικού συστήματος διοίκησης, ικανού να φέρει σε πέρας τις μεταρρυθμίσεις και αυτούς που ήθελαν την επιστροφή σε μοντέλο πολιτικής διοίκησης. Στην στρατιωτική επέμβαση του 1971, οι διαφορές μεταξύ ριζοσπαστικών και συντηρητικών ομάδων των στελεχών, αποτέλεσαν απειλή για την συνοχή του Σώματος των Αξιωματικών.
Η κεμαλική επανάσταση του 1923 σφράγισε την ιστορία των λαών και εθνοτήτων της Μικράς Ασίας. Η προσπάθεια δημιουργίας ενός ομοιογενούς και ενιαίου κράτους και η προσπάθεια εξευρωπαϊσμού, επέβαλε την κατάργηση του πολιτικού Ισλάμ, όπως το εξέφραζε το Χαλιφάτο με τα θεοκρατικά χαρακτηριστικά του. Ο αυταρχισμός της μονοκομματικής περιόδου αποσκοπούσε πρωτίστως στην πολιτιστική αλλαγή της Τουρκίας σε δυτικοποιημένο κράτος, μέσω αυστηρού κρατικού ελέγχου των θρησκευτικών λειτουργών, αιρέσεων και ομάδων. Οι θρησκευτικοί λειτουργoί έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι και οι αιρέσεις – ομάδες (ταρικάτ) τέθηκαν εκτός νόμου. Οι νέες γενιές μορφωμένων Τούρκων κοινωνικοποιήθηκαν κατά τρόπο ώστε να βλέπουν το Ισλάμ ως απειλή για την δημοκρατία και την πρόοδο . Στα πλαίσια της προσπάθειας αυτής, ο κοσμικός χαρακτήρας της κεμαλικής ελίτ αρνήθηκε την οποιαδήποτε νομιμοποίηση του Ισλάμ στην δημόσια ζωή. Ως παράδειγμα αναφέρεται ότι το 1928 συνεστήθη από την Κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη μια επιτροπή που θα εξέταζε τις δυνατότητες μεταρρύθμισης του Ισλάμ. Η επιτροπή πρότεινε στασίδια στα τζαμιά για την προσευχή και κλασσική μουσική στις λειτουργίες. Η πρόταση δεν έγινε δεκτή, αλλά η ενέργεια καταδεικνύει την προσπάθεια της ελίτ να υπονομεύσει το ισλαμικό πολιτισμό . Ο Κεμάλ δεν ήταν ικανοποιημένος από τον απλό διαχωρισμό του Ισλάμ από την πολιτική. Ήθελε να του στερήσει την δύναμή του και να το υποτάξει στο κράτος. Γνώριζε πολύ καλά ότι η θρησκεία λειτουργεί σε προσωπικό επίπεδο (προσδίδει πνευματικό και συναισθηματικό νόημα στη ζωή) και σε δημόσιο επίπεδο, όπου παρέχει πολιτική ιδεολογία, πολιτιστική και κοινωνική ταυτότητα. Το πρώτο δεν τον ενδιέφερε, το δεύτερο όμως το αποδοκίμαζε έντονα. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος χρησιμοποίησε το Ισλάμ ως σύνθημα εναντίον του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη παράγραφο, διότι γνώριζε ότι το μόνο κοινό σημείο μεταξύ των διαφόρων εθνικών κοινωνικών στρωμάτων της Μ. Ασίας, ήταν το Ισλάμ. Ο καθηγητής και βαθύς γνώστης της Τουρκίας Lewis τονίζει σαφώς την ευκαιριακή χρησιμοποίηση του Ισλάμ, τόσο από τους Νεότουρκους όσο και από τον Κεμάλ. Ο καθηγητής Ι Μαζης εύστοχα παρατηρεί και παρομοιάζει το σύγχρονο τουρκικό κράτος με ένα οικοδόμημα που κτίσθηκε πάνω σε ισλαμικά θεμέλια, με ισλαμικά υλικά και αντι ισλαμική οροφή .
Ο Ισλαμισμός, τον οποίο ο Κεμάλ και οι οπαδοί του δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν την περίοδο του μονοκομματισμού (μέχρι το 1946), αναβίωσε και έγινε αισθητή η παρουσία του με την έλευση του πολυκομματισμού το 1946 και ιδίως μετά το 1950 οπότε έγιναν και οι πρώτες ελεύθερες εκλογές. Κανένα πολιτικό κόμμα δεν μπορούσε να αυξήσει την δύναμή του αν δεν αλίευε ψήφους από την μεγάλη δεξαμενή του Ισλάμ. Την περίοδο αυτή ο πολιτικός χώρος του κέντρου αποτέλεσε το πεδίο της διαμάχης μεταξύ του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος του Κεμάλ (CHP) και του Δημοκρατικού Κόμματος (DP) του Μτιαγιάρ και αργότερα Κόμμα της Δικαιοσύνης (ΑΡ). Το πρώτο υποστηριζόταν κυρίως από διανοούμενους των πόλεων και εργάτες (κεντροαριστερά), ενώ το δεύτερο υποστηριζόταν κυρίως από οπαδούς του δυτικού καπιταλισμού και της θρησκευτικής ελευθερίας (κεντροδεξιάς). Στα άκρα ήταν οι σιίτες (αριστερά) και οι φανατικοί σουνίτες (δεξιά) κυρίως με το Εθνικό Κόμμα Τάξεως (ΜΝΡ) και το διάδοχό του Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας (MSP) που χαρακτηρίστηκε ως θρησκευτικό και αντιδυτικό. Το MSP μετά το πραξικόπημα του 1980 εμφανίζεται Κόμμα της Ευημερίας (RP), γνωστό σε όλους ως Ρεφάχ. Τα κόμματα MNP, MSP και RP ήταν οι εκφραστές του ισλαμισμού στην σύγχρονη Τουρκία. Όλα ήταν κατά του εκφυλισμού των ηθών, του αλκοόλ και των τυχερών παιγνίων, διότι τα θεωρούσαν δυτικά πρότυπα. Υποστήριζαν την είσοδο της δυτικής τεχνολογίας, αλλά όχι της δυτικής κουλτούρας. Επέμεναν στην προώθηση των ισλαμικών αρχών από την πολιτική εξουσία.
Την δεκαετία του 1980, επί Οζάλ, ο τρόπος αντιμετώπισης του τουρκικού Ισλάμ αλλάζει . Το Κόμμα της Μητέρας Πατρίδας, που βρίσκεται στην εξουσία, έχει εκλεγεί με συνθήματα από το Κοράνι. Ο Οζάλ στην δεκαετία αυτή έκανε σημαντικές παραχωρήσεις σε θρησκευτικά ζητήματα, σε σημείο που το Ισλάμ να καταστεί σημείο αναφοράς ακόμη και στο στρατιωτικό κατεστημένο . Ο στρατηγός Κενάν Εβρέν (Πρόεδρος Δημοκρατίας) συμμετέχει στην Διάσκεψη Κορυφής της Ισλαμικής Διάσκεψης στην Καζαμπλάνκα και εκτελεί το θρησκευτικό καθήκον του με προσκύνημα στην Μέκκα. Μετά το 1980 οι ισλαμικές οργανώσεις πολλαπλασιάζονται, στα πανεπιστήμια εμφανίζονται γενειάδες και τσαντόρ. Οι στρατιωτικοί ανησυχούν, αλλά προβληματίζονται παράλληλα διότι χρησιμοποιούν και πάλι το Ισλάμ στον αγώνα τους κατά του ΡΚΚ στην Ανατολία. Ο Τουρκούτ Οζάλ, ως ικανός, διορατικός πολιτικός και οραματιστής έχοντας επίγνωση της πολιτιστικής ταυτότητας της χώρας του, την παρουσίαζε ως την μόνη μουσουλμανική φιλοδυτική και ειρηνική χώρα, που αποτελεί σταθεροποιητικό παράγοντα και περιφερειακή δύναμη. Έτσι δεν αντιτίθετο προς το πολιτικό Ισλάμ, ενώ έδειχνε να υποστηρίζει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας.
Την ίδια χρονική περίοδο (δεκαετία του 80) βλέπουμε να αναδύονται διανοούμενοι ισλαμικής απόχρωσης αλλά με κοσμικό υπόβαθρο. Πρόκειται για συγγραφείς, καθηγητές πανεπιστημίου και επιστήμονες, οι οποίοι – προφανώς- εκπαιδεύθηκαν σύμφωνα με τις εκπαιδευτικές οδηγίες του στρατιωτικο-γραφειοκρατικού κατεστημένου, με εκμάθηση ξένων γλωσσών και σύγχρονη δυτική σκέψη σε θέματα κοινωνίας και πολιτικής . Επίσης, παρατηρείται σημαντική αύξηση στην ανέγερση νέων τζαμιών και στην κυκλοφορία περιοδικών θρησκευτικού-στοχαστικού περιεχομένου. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα περισσότερα περιοδικά δεν εκδίδονται στις μεγαλουπόλεις της Τουρκίας αλλά στην περιφέρεια .
Γενικά, η άνοδος του Ισλαμισμού στην Τουρκία άρχισε από την δεκαετία του 1970, με παράλληλη υποχώρηση των κεμαλικών αρχών. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις του 1971 και 1980 δεν αλλοιώνουν την εικόνα αυτή. Είναι η περίοδος προσαρμογής του κεμαλισμού στα νέα δεδομένα του διευρυνόμενου επανισλαμισμού της τουρκικής κοινωνίας. Είναι η μετα-κεμαλική περίοδος. Η Τουρκία (την μετά κεμαλική περίοδο) εμφανίζεται πλέον ως χώρα ισλαμική στον χαρακτήρα με εθνικιστική συμπεριφορά και η νέα ιδεολογία συνίσταται στον ισλαμο-εθνικισμό και στον νεοηγεμονισμό . Οι τάσεις αυτές δεν εντοπίζονται σε συγκεκριμένα κόμματα αλλά αφορούν το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Ωστόσο οι αποκλίσεις σε άποψη και αξίες, ανάμεσα στο κεμαλικό κατεστημένο και στο αναδυόμενο ισλαμιστικό κίνημα, είναι ορατές. Οι διαφορές σε απόψεις και αξίες εντοπίζονται στους τομείς των κοινωνικών θεμάτων, της παιδείας και των εξωτερικών θεμάτων. Οι κυριότεροι εκφραστές του ισλαμισμού την περίοδο αυτή είναι ο Νετσμετίν Ερμπακάν και ο Τουρκούτ Οζάλ. Ειδικά ο Ερμπακάν θεωρείται ο ουσιαστικός ηγέτης του οργανωμένου ισλαμισμού στην Τουρκία. Τα θέματα εξωτερικής πολιτικής ήταν αυτά για τα οποία μιλούσε περισσότερο και ελεύθερα, ίσως διότι είχαν ελάχιστο πολιτικό κόστος για τον ίδιο. Το 1977 μιλούσε ελεύθερα για την προκάτοχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης , την ΕΟΚ, την οποία παρομοίωσε με ένα τριώροφο κτίριο, όπου στο πάνω πάτωμα έμεναν οι καπιταλιστές, στο μεσαίο οι Ευρωπαίοι (ως υπάλληλοι στην υπηρεσία του Κεφαλαίου) και στο ισόγειο οι υπηρέτες και εργάτες . Πίστευε, έτσι, ότι οι ευρωπαίοι προορίζουν στην Τουρκία τον ρόλο του υπηρέτη. Παράλληλα, υποστήριζε την δημιουργία Ισλαμικής Κοινής Αγοράς. Δεκαεπτά χρόνια μετά, τον Οκτ. 1994, όταν επισκέφθηκε τις ΗΠΑ ανεπίσημα, παράφρασε τον Πρόεδρος Μπους, ζητώντας την δημιουργία μιας «νέας μουσουλμανικής παγκόσμιας τάξης». Επίσης υποστήριζε την δημιουργία ενός Ισλαμικού ΝΑΤΟ, ενός κοινού ισλαμικού νομίσματος και μιας ισλαμικής κοινής αγοράς . Με χαρακτηριστική δε προκλητικότητα είπε «όταν έλθουμε στην εξουσία, θα ξεκινήσει μια τέτοια Ισλαμική Ένωση».
Γενικά, απέρριπτε την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ και εξέφραζε φόβους ότι η Τουρκία θα έχανε την ανεξαρτησία της, αν συνδεόταν δομικά με την ΕΕ. Αξίζει να αναφερθεί και η δήλωση του στενού συνεργάτη του Ερμπακάν, του Αμπουλάχ Γκούλ – σημερινού Υπουργού Εξωτερικών- το 1995, «Η αντίθεσή μας στην ΕΕ βασίζεται στην ιδέα ότι έχουμε διαφορετική κουλτούρα, έχουμε διαφορετική ταυτότητα και διαφορετική οικονομική δομή από τις Ευρωπαϊκές χώρες».
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η θέση του βασικού Ισλαμικού Κόμματος έχει αλλάξει επίσημα, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με την ΕΕ. Οι ισλαμιστές τώρα υποστηρίζουν ότι τάσσονται υπέρ της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Παράλληλα δείχνουν να εκτιμούν ευρωπαϊκές αξίες όπως η δημοκρατία, η ελευθερία του λόγου και ο πλουραλισμός. Ίσως, ορισμένοι μεταρρυθμιστές Ισλαμιστές να πίστευαν σ’ αυτό. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η μεταστροφή αυτή συμπίπτει με την επίμονη πίεση των στρατιωτικών προς τους ισλαμιστές τις ημέρες του Φεβ. 1997. Τελικά, η απαγόρευση λειτουργίας του Κόμματος της Ευημερίας και οι προβλέψεις ότι και το διάδοχο Κόμμα της αρετής, θα αντιμετωπισθεί από τα δικαστήρια κατά τον ίδιο τρόπο, υποχρέωσε τους Ισλαμιστές να επανεκτιμήσουν τις φιλελεύθερες απόψεις τους σε σύγκριση με τις πολιτιστικές αξίες. Στην Ευρώπη όμως, δικαιολογημένα επεκράτησε σκεπτικισμός. Ακόμη και αν εδέχοντο ως ειλικρινή την μεταστροφή αυτή , δεν μπορούσαν να παραγνωρίσουν την μέχρι τότε αντιευρωπαϊκή στάση, με συνέπεια σε κομματικό επίπεδο, τα στελέχη του και εξακολουθούν να δυσπιστούν και να αντιμετωπίζουν αρνητικά την ΕΕ.
Μερικά Συμπεράσματα
Στην προσπάθεια κατανόησης του τρόπου που διαμορφώθηκε το στρατιωτικο-διπλωματικό κατεστημένο στην Τουρκία, εξετάσθηκαν μέσα από μια διαχρονική ανάλυση οι κυριότερες συνιστώσες, που είναι οι σχέσεις κράτους – θρησκείας, ο ρόλος των ΕΔ και η ιδεολογία του Κεμαλισμού καθώς και σύγκρουσή του με τον Ισλαμισμό.
Από την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το Ισλάμ ως θρησκεία, ταυτισμένο με την κοινωνία των πιστών, δεν μπορούσε να μείνει αμέτοχο στην πολιτική οργάνωση και την κοινωνική δομή της αυτοκρατορίας. Η ομάδα εξουσίας (Σουλτάνος, γραφειοκρατία, στρατός) υιοθέτησε το ορθόδοξο σουνιτικό Ισλάμ, ενώ στις λαϊκές μάζες αναπτύχθηκε το Ισλάμ με την μορφή των Ισλαμικών αδελφοτήτων. Το σχήμα αυτό προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο κράτος εξασφαλίζοντας την συνοχή αλλά και τον έλεγχο των μαζών. Η σχέση κράτους – Θρησκείας ήταν – και παραμένει και σήμερα- σχέση αλληλεξάρτησης με κοινό τόπο «η ισχύς του κράτους». Αυτός είναι και ο λόγος που το τουρκικό Ισλάμ δεν έγινε φονταμενταλιστικό.
Την περίοδο των Νεότουρκων παρατηρήθηκε μια κίνηση για μεταρρυθμίσεις και στον θρησκευτικό χώρο στα πλαίσια εκσυγχρονισμού του κράτους. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, όμως απορρίφθηκαν από τον λαό, διότι αποσκοπούσαν στην ενδυνάμωση του κράτους και όχι στην βελτίωση της πολιτικής και κοινωνικής δομής της χώρας. Πλέον αυτού η κυβερνητική ελίτ ήταν απόμακρη για τον λαό, εν αντιθέσει προς τους Ουλεμά οι οποίοι είχαν στενή επαφή με τον λαό. Τελικά οι μεταρρυθμίσεις υλοποιήθηκαν από την στρατιωτικο-γραφειοκρατική ελίτ μόνο μετά την συγκέντρωση της απόλυτης εξουσίας στα χέρια της. Η επικράτηση των μεταρρυθμιστών του Κεμάλ οδήγησε στην επιδερμική αποδυνάμωση του θρησκευτικού στοιχείου από την πολιτική ζωή της Τουρκίας.
Τα αντιισλαμιστικά μέτρα των Κεμαλιστών διατηρήθηκαν μέχρι την αναγκαστική υιοθέτηση του πολυκομματισμού (1950), οπότε η αξία που απέκτησε η ισλαμική ψήφος, ανάγκασε τον κεμαλικό κατεστημένο να δεχθεί την άρση κάποιων αυστηρών μέτρων κατά της θρησκείας, όπως προσευχή, ενδυμασία, θρησκευτική εκπαίδευση, συμμετοχή στον δημόσιο τομέα κτλ. Ωστόσο, κανένα πολιτικό κόμμα δεν επιδίωξε την εγκαθίδρυση διακυβέρνησης καθαρά ισλαμικού τύπου, αλλά μάλλον την σύζευξη ισλαμικών αρχών και δυτικοβαρών κεμαλικών αρχών.
Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, οι πολιτικές εξελίξεις, με την μορφή των θεσμικών μεταρρυθμίσεων, που προσπάθησαν να εισαγάγουν οι Σουλτάνοι, ήταν συνέπεια της διαμάχης Σουλτάνων και στρατιωτικών και είχαν ως τελικό αποτέλεσμα την ενίσχυση της αυτονομίας των στρατιωτικών. Η αυξάνουσα πολιτική και στρατιωτική δύναμη των Σπαχήδων, ανάγκασε τον Σουλτάνο να ιδρύσει το Σώμα των Γενίτσαρων. Οι Γενίτσαροι, με την σειρά τους, σταδιακά συνειδητοποίησαν την πολιτική τους ισχύ και την χρησιμοποίησαν σε βάρος των Σουλτάνων. Η προσπάθεια εξουδετέρωσης της δύναμής των οδήγησε στην δημιουργία ΕΔ Δυτικού τύπου. Οι στρατιωτικές ομάδες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατέχοντας μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία- δεδομένου ότι στρατός και κράτος ταυτίζονταν – αποτελούσαν πάντα την εξέχουσα τάξη, την ελίτ της κοινωνίας και βαθμιαία απέκτησαν την δύναμη, ώστε να αμφισβητούν και την πολιτική εξουσία των Σουλτάνων. Έτσι με την επικράτηση των Νεότουρκων (φιλοδυτικών) οι ΕΔ ήταν ήδη κυρίαρχοι της πολιτικής ζωής της χώρας.
Μετά το 1922, ο Κεμάλ καθίσταται απόλυτος άρχοντας του νέου Τουρκικού κράτους και η στρατο-γραφειοκρατική ελίτ εδραιώνεται στην εξουσία θέτοντας ως στόχο ένα σύγχρονο, ισχυρό και φιλοδυτικό κράτος. Ο Κεμάλ εμπιστεύεται την διαφύλαξή του στο Σώμα των Αξιωματικών, με την προϋπόθεση να μείνει μακράν της πολιτικής, κάτι όμως, που δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Ο διάδοχος του Κεμάλ, Ισμέτ Ινονού, ως Πρόεδρος του Κράτους, ενώ συνέχισε την πολιτική του Κεμάλ, σταδιακά έχασε την εμπιστοσύνη των στρατιωτικών, οι οποίοι κάτω από την μακρόχρονη ηγεσία του στρατάρχη Τσακμάκ, είχαν διατηρήσει τον θεσμικό τους ρόλο. Το 1949, μετά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες, ο Ινονού κατορθώνει να υπαγάγει τις ΕΔ στο Υπουργείο Άμυνας και υποστηρίζει την άνοδο του Δημοκρατικού Κόμματος – αντίπαλο του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος του Κεμάλ- στην εξουσία το 1950. Όταν τα στελέχη των ΕΔ και της γραφειοκρατίας ένιωσαν ότι τα οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα απειλούνταν, προχώρησαν στο πραξικόπημα του 1960.
Το Σώμα των Αξιωματικών, προφανώς, δεν ήταν διατεθειμένο να δεχθεί την πολιτική υπεροχή κάποιας άλλης κοινωνικής ομάδας. Έτσι, ενώ αγωνίσθηκε για την εγκαθίδρυση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος – στην πράξη για να περιορίσει την εξουσία του Σουλτάνου- δεν σεβάστηκε ποτέ τις αποφάσεις του Κοινοβουλίου. Το νέο Σύνταγμα προέβλεπε νέα πολιτικά και οικονομικά θεσμικά όργανα, ώστε να μειωθεί η πολιτική δύναμη του κοινοβουλίου και να αυξηθεί η επιρροή και ο έλεγχος των ΕΔ στην εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνηση. Η είσοδος των στελεχών των ΕΔ στην πολιτική ζωή της χώρας ήταν πλέον γεγονός. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η πολιτικοποίηση των στελεχών απείλησε την συνοχή των ΕΔ, διότι μια μερίδα υποστήριζε την δημιουργία στρατιωτικής δικτατορίας. Στα επόμενα χρόνια αποκαθίσταται η συνοχή και η πειθαρχία στις ΕΔ, ενώ παρατηρείται διαμάχη μεταξύ των κομμάτων, με συνέπεια να ενισχυθούν τα μικρά κόμματα. Ο κατακερματισμός των κομμάτων, η δημιουργία κυβερνήσεων συνασπισμού μικράς διάρκειας, η εμφάνιση του κουρδικού προβλήματος, σε συνδυασμό με την ανικανότητα των πολιτικών και τα καυτά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της χώρας, επέτρεψαν στις ΕΔ να εκπληρώσουν και πάλι το χρέος τους το 1970 και το 1980, αποδεικνύοντας ότι ήταν, ίσως, το μοναδικό θεσμικό όργανο που θα εξασφάλιζε την σταθερότητα στην χώρα.
Βέβαια ο υπέρμετρος ζήλος, που εκδηλώνουν οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις για το κράτος, δεν είναι αδικαιολόγητος καθώς αυτό (κράτος) αποτελεί αποκλειστικό δημιούργημα τους.
Δεν αποτελούν απλά θεσμικό φορέα, αλλά είναι το ίδιο το κράτος. Κατέχοντας τα μέσα επιβολής, καλλιεργούν στην κοινή γνώμη το αλάνθαστο στην επιλογή του, το ακατανίκητο στο πεδίο της μάχης και προβάλλονται ως θεματοφύλακες των αρχών της επίσημης ιδεολογίας του κράτους, του κεμαλισμού.
Το γεγονός ότι οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν αποτέλεσαν ένα καινούργιο θεσμό του νεοϊδρυθέντος κράτους, αλλά την αναλλοίωτη συνέχεια του στρατού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με διαφορετικό μανδύα, τον δυτικό, συνέβαλε στο ότι διατηρήθηκαν ζωντανά ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως η παράδοση της πειθαρχίας στην ιεραρχία, της συνοχής και της υπεροψίας έναντι των πολιτικών ηγετών.
Το σώμα των Αξκών των ΤΕΔ, η ανώτερη διοικητική τάξη και η επιχειρηματική κυρίαρχη τάξη που δημιουργήθηκε από το κράτος σχημάτισαν την βάση των υποστηρικτών του κεμαλικού συστήματος. Για τις ομάδες αυτές, ο Ατατούρκ και οι ιδέες που υιοθέτησε ήταν και είναι καθοριστικής σημασίας για την διατήρηση ενός συστήματος, το οποίο προστατεύει τα υλικά και κοινωνικά προνόμια της κυρίαρχης τάξης και διατηρεί την πολιτιστική ηγεμονία στον κώδικα των αξιών τους. Ο ισχυρός ιδεολογικός προσανατολισμός που δόθηκε στην Τουρκία από τον Ατατούρκ είχε μια σχέση ομφαλού ανάμεσα στο δυτικό σύστημα αξιών της κεμαλικής άρχουσας τάξης και του εξωτερικού προσανατολισμού του κράτους που ήταν και είναι σαφώς στραμμένη προς δυσμάς (συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, στην Δυτικοευρωπαϊκή ένωση, στην ΕΕ). Ωστόσο η επιμονή με την οποία επιδίωξε η Τουρκία τους στόχους αυτούς είχε συχνά τον χαρακτήρα της εμμονής, η οποία οφειλόταν περισσότερο στις αξίες και τις ανασφάλειας της κεμαλικής ελίτ παρά σε μια αντικειμενικότερη και περιεκτικότερη εκτίμηση του εθνικού συμφέροντος.
Ωστόσο, η ιδεολογική βάση των ΤΕΔ και του κεμαλισμού γενικότερα καθώς και η απόλυτη ταύτισή του με το κράτος αποτελεί – ίσως- το αδύνατο σημείο των ΤΕΔ, ενώ ταυτόχρονα είναι και μόνιμη πηγή έντασης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας. Η παραμικρή αποτυχία των στρατιωτικών θα απομυθοποιήσει τις ΤΕΔ και ο κεμαλισμός θα καταρρεύσει.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί στις ΤΕΔ μόνιμη κατάσταση αβεβαιότητας, την οποία αντιμετωπίζει με συνεχή ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος και του απόλυτου ελέγχου της κοινωνίας, γεγονός που επιφέρει αντιπαλότητες. Όλοι θεωρούνται επίβουλοι που δεν μπορεί να εμπιστευθεί κανείς, τόσο μεταξύ των πολιτών της χώρας όσο και μεταξύ των συμμάχων και γειτονικών χωρών. Το σύνδρομο των Σεβρών συμβάλλει τα μέγιστα ώστε το θέμα της ασφάλειας της χώρας να γίνει κεντρικό συστατικό κάθε πλευράς της κρατικής πολιτικής της Τουρκίας.
Το αποτέλεσμα αυτής της εμμονής στο θέμα της ασφάλειας υπήρξε η εκχώρηση ενός σημαντικού και καθοριστικού ρόλου στους στρατιωτικούς μέσα στο τούρκικο σύστημα. Οι ΤΕΔ ως θεματοφύλακες ιδεολογικής κληρονομιάς του Κεμάλ, θεωρούν ότι αποτελούν τους υπέρτατους εγγυητές του κράτους και του προσανατολισμού του. Η επαναλαμβανόμενη φύση των εσωτερικών και εξωτερικών προκλήσεων εναντίον της ασφάλειας της χώρας επιβάλλει όπως οι ΤΕΔ παραμένουν ισχυρές, πάντα σε εγρήγορση και προετοιμασμένες να παρέμβουν οποτεδήποτε χρειασθεί. Αν και εξωτερικοί παράγοντες – κυρίως οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε δυτικές χώρες και πολυμερείς οργανισμοί όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης- μπορεί να θεωρηθούν ότι προβαίνουν σε κάτι που αποτελεί ωμή παραβίαση των δημοκρατικών κριτηρίων, για τους στρατιωτικούς αλλά και πολλούς άλλους Τούρκους, τέτοιες παρεμβάσεις είναι απόλυτα αναγκαίες. Για πολλούς που συμμερίζονται την άποψη αυτή, η φιλελεύθερη στάση των ξένων που παίζουν με την ασφάλεια του τουρκικού κράτους δεν είναι παρά μια πρόσθετη απόδειξη της απειλής από το εξωτερικό.
Η ανοδική πορεία μερικών κοινωνικών και οικονομικών ομάδων με πολιτική δύναμη και η απόπειρά τους, στα πλαίσια του εισαχθέντος πολυκομματικού πολιτικού συστήματος, να αμφισβητήσουν την ανωτερότητα της στρατιωτικής ελίτ, ανάγκασε τα μέλη της τελευταίας να επιδιώξουν την επιβολή αλλαγών στην θεσμική πολιτική δομή της χώρας. Ακριβώς αυτή η προσπάθεια της στρατιωτικής ελίτ να αναπροσαρμόσει τον κυρίαρχο θεσμικά ρόλο της στο εξελισσόμενο κοινωνικο- πολιτικό περιβάλλον, αποτελεί και το βαθύτερο αίτιο όλων των στρατιωτικών επεμβάσεων στην σύγχρονη Τουρκία.
Είναι γεγονός ότι οι ισλαμιστές στην Τουρκία είναι καλύτερα διατεθειμένοι έναντι των μουσουλμάνων της ανατολής παρά των κεμαλιστών ομολόγων τους και είναι πιθανότερο να επισκεφθούν την Μ.Ανατολή και να αναπτύξουν κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές επαφές. Ωστόσο δεν βλέπουν τους άλλους μουσουλμάνους ως ίσους. Το όραμα που επανειλημμένα προβάλλεται από πολλούς ορθοδόξους Τούρκους ισλαμιστές είναι ενός ενοποιημένου μουσουλμανικού κόσμου, με την Τουρκία επικεφαλής του. Με άλλα λόγια οι Τούρκοι ισλαμιστές έχουν τις ίδιες απόψεις ανωτερότητας με τους κοσμικούς συμπολίτες τους, αν και οι απόψεις τους βασίζονται στην τουρκική εθνικιστική αντίληψη ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ένα τουρκικό κράτος, το οποίο κυριαρχούσε πνευματικά και πολιτικά στον ισλαμικό κόσμο. Συνεπώς, η ρήξη μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών δεν είναι ιδεολογική αλλά καθαρά ωφελιμιστική. Πρόκειται για ρήξη για την διαιώνιση των κεκτημένων από πλευράς καμελιστών, για την διατήρησή της εξουσίας και των προνομίων. Εξ άλλου, το τουρκικό Ισλάμ και σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό δομικό στοιχείο της σύγχρονης Τουρκίας και απαραίτητο συστατικό της ιδεολογικής θεώρησης του κράτους, γνωστής ως ισλαμοεθνικισμός.
Στις βασικές αποκλίσεις ανάμεσα στο κεμαλικό κατεστημένο και στο αναδυόμενο ισλαμικό κίνημα, συγκαταλέγονται τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, τα κοινωνικά ζητήματα και η παιδεία. Κυριότερος εκφραστής του οργανωμένου ισλαμισμού, ήταν ο Ερμπακάν, για περίοδο πλέον των 30 ετών, περισσότερο, βέβαια, μιλούσε για θέματα εξωτερικής πολιτικής, μάλλον διότι είχε μειωμένο πολιτικό κόστος. Οραματιζόταν μια Ισλαμική Κοινή Αγορά, ενώ για την ΕΕ εξέφραζε σοβαρές αντιρρήσεις για οργανική σχέση με την Τουρκία. Η αντίθεση του αυτή δεν οφειλόταν στο ελάχιστο στην σημασία που προσέδιδε ο Ερμπακάν στο θέμα της εθνικής κυριαρχίας. Εξέφραζε τους φόβους του ότι η Τουρκία θα έχανε την ανεξαρτησία της, αν συνδεόταν δομικότερα με την ΕΕ.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ
2. ΕΝΤΑΞΙΑΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
α. Ιστορική αναδρομή στις σχέσεις Τουρκίας – ΕΕ.
Στα 47 χρόνια που διαρκεί η τουρκική προσπάθεια για ένταξη στην ΕΕ, οι παρακάτω ημερομηνίες εκτιμούμε ότι ήταν σταθμός τόσο για την ΕΕ, όσο και για την πορεία της Τουρκίας προς την ΕΕ. Τα σχόλια που ακολουθούν γίνονται αφ΄ ενός γιατί το εγχείρημα αυτό επηρεάζει την Ελλάδα και αφ’ ετέρου διότι το αποτέλεσμα της, σε απώτερο χρόνο, ένταξης της Τουρκίας, θα έχει σηματοδοτήσει την ανάδυση μιας άλλης χώρας.
Στην ΕΕ πολλές φορές γίνεται αναφορά στα προβλήματα της πορείας για την προσαρμογή της Τουρκίας στις επιταγές της ΕΕ ως «πορεία τρένου». Το ταξίδι με το τρένο αυτό, το οποίο φέρνει την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεκίνησε το έτος 1959 λίγες εβδομάδες μετά την υποβολή αιτήσεως από την Ελλάδα.
1957 Μάρτιος. Ιδρύεται η ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα). Η ιδρυτική συνθήκη, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη το 1957, συνενώνει τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τις χώρες της ΜΠΕΝΕΛΟΥΞ (Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ολλανδία) σε μία Κοινότητα που έχει στόχο την οικονομική ανάπτυξη, μέσω της προώθησης των εμπορικών συναλλαγών. Η συνθήκη τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1958.
1959 Ιούλιος. Η Ελλάς υποβάλλει αίτηση ένταξης την 15 Ιουλίου 1959. Λίγες εβδομάδες αργότερα (31 Ιουλίου 1959), μετά από πρόσκληση της Γαλλίας, υποβάλλει αίτηση σύνδεσης και η Τουρκία. Οι σχολιαστές αυτής της πρόσκλησης κάνουν λόγο για την υστεροβουλία της Γαλλίας μια και μόλις έχει τελειώσει η κρίση του Σουέζ. Η Γαλλία και η Αγγλία, συμμετείχαν στην επιχείρηση με την γνωστή για τις Ευρωπαϊκές χώρες ταπεινωτική αποχώρηση από την Αίγυπτο. Η Τουρκία και το Ισραήλ, ήσαν υποστηρικτές της Αγγλογαλικής επιχείρησης.
Στην ξαφνική αυτή απόφαση, για την οποία η τουρκική κυβέρνηση ούτε καν συμβουλεύτηκε την τουρκική εθνοσυνέλευση, έπαιξε κατά τα φαινόμενα καθοριστικό ρόλο η ελληνική αίτηση που προηγήθηκε . Παρόλο που οι συνθήκες κάτω από τις οποίες κατατέθηκε η τουρκική αίτηση ήταν ανορθόδοξες, δεν υπήρξε κανένα αρνητικό σχόλιο από την κοινή γνώμη της χώρας και ουδείς διαμαρτυρήθηκε. Η αδιαφορία για το αν είναι νομότυπη η απόφαση αυτή, η οποία ελήφθη με την διαδικασία του κατεπείγοντος, οφείλεται μάλλον σε δύο λόγους σύμφωνα με τον καθηγητή Deniz Vardar στην μελέτη του Σχέσεις Τουρκίας –Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων/ ΕΕ. Ο πρώτος λόγος είναι ότι εξακολουθεί να ισχύει η πάγια αρχή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής για κοινή δράση με τη Δύση και προσπάθεια συμμετοχής στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων της και από την άλλη γίνεται προσπάθεια να μην αφήνεται ελεύθερο πεδίο δράσης για την Ελλάδα στις οργανώσεις της Δυτικής Ευρώπης.
Το έτος όμως 1960 σημειώνεται στρατιωτικό πραξικόπημα στην Τουρκία, με αποτέλεσμα να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις. Χρειάστηκε η ανακοίνωση της ηγεσίας του στρατιωτικού καθεστώτος ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική θα παραμείνει ως έχει για την συνέχιση των διαπραγματεύσεων .
1963 Σεπτέμβριος. Στις 12 του μήνα υπογράφεται η συμφωνία σύνδεσης EOK-Τουρκίας. Δύο χρόνια νωρίτερα είχε προηγηθεί αντίστοιχη συμφωνία Ελλάδος-ΕΟΚ. Οι συμβατικές σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας αναφέρονται ως Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας η οποία καλείται και ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ και τίθεται σε ισχύ από την 1η Δεκεμβρίου 1964. Η σχετική συμφωνία είχε ως βασικό στόχο τη βαθμιαία πραγματοποίηση της Τελωνιακής Ένωσης (ΤΕ) και περιελάμβανε τους όρους για την ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων, υπηρεσιών, κεφαλαίων και πολιτών μεταξύ Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ). Επιπλέον, τα μέλη της ΕΚ, σύμφωνα με το άρθρο 28, θα εξέταζαν τη δυνατότητα προσχώρησης της Τουρκίας στην ΕΚ, όταν η τελευταία θα ήταν σε θέση να αναλάβει τις υποχρεώσεις πλήρους μέλους .
1970 Νοέμβριος. Υπογραφή του Συμπληρωματικού Πρωτοκόλλου ΕΕ και Τουρκίας το οποίο είναι γνωστό και ως ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΑΓΚΥΡΑΣ, το οποίο ενεργοποιείται την 1 Ιανουαρίου 1973. Με το πρωτόκολλο που προστέθηκε στη συμφωνία, τέθηκαν οι βασικοί στόχοι στις σχέσεις ΕΟΚ – Τουρκίας, σύμφωνα με τους οποίους ‘’θα διασφαλιζόταν η συνεχής και ισορροπημένη ενίσχυση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων και η εγκαθίδρυση μίας τελωνειακής ένωσης σε τρία στάδια’’. Επίσης έθεσε το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συμφωνίας και την προσέγγιση της οικονομικής πολιτικής των δύο μερών. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που τέθηκε, η Τουρκία θα έμπαινε στην τελική φάση για την ολοκλήρωση της ΤΕ το ενωρίτερο το 1980 και το αργότερο το 1995 . Το πρωτόκολλο του 1970 αποτελεί σημείο κλειδί για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας αφού με αυτό μπαίνει σε λειτουργία η τελωνιακή ένωση. Το γεγονός ότι υπογράφηκε συμφωνία για τελωνιακή ένωση μιας χώρας που δεν αποτελεί μέλος της ΕΕ είναι μια πρωτοφανής για τα δεδομένα της ΕΕ εξέλιξη . Με το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1971 στη χώρα οι σχέσεις Τουρκίας ΕΕ αποδυναμώθηκαν και αποσταθεροποιήθηκε η πορεία για ΤΕ.
1973 Ιανουάριος. Πρώτη διεύρυνση της EOK. Τα νέα μέλη είναι το Ηνωμένο Βασίλειο , Ιρλανδία και η Δανία. Η διεύρυνση δε θεωρείται θετικό γεγονός σε ότι αφορά στην πορεία της Τουρκίας προς την τότε ΕΟΚ.
1976 Ιανουάριος. Υποβολή ελληνικής αίτησης ένταξης στην EOK και θετική γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
1979. Δημιουργία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος.
1980 Ιούνιος. Νέα συμφωνία Τουρκίας-EOK. Η συμφωνία, μεταξύ άλλων, προβλέπει οικονομική βοήθεια και προνομιακή μεταχείριση των τουρκικών προϊόντων.
Το Σεπτέμβρη γίνεται στην Τουρκία πραξικόπημα. Η ΕΟΚ, παρά τις ανησυχίες, δε διακόπτει τη συνεργασία με την Άγκυρα. Ωστόσο, οι ευρωτουρκικές σχέσεις επιδεινώνονται συνεχώς για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ελευθερίες των ατόμων και των ιδεών.
1981 Ιανουάριος. Την 1η του έτους η Ελλάδα γίνεται μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
1983-1984. Την περίοδο αυτή γίνονται προσπάθειες εκδημοκρατισμού της Τουρκίας. Οι σχέσεις ΕΟΚ-Τουρκίας αρχίζουν να βελτιώνονται.
1985. Δεύτερη διεύρυνση της EOK. Με τη συνθήκη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, αυξάνεται ο αριθμός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας από δέκα σε δώδεκα
1986 Σεπτέμβριος. H Τουρκία έχει ρυθμίσει τα ζητήματα που εκκρεμούσαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και οι χώρες που είχαν προσφύγει εναντίον της, αποσύρουν τις αιτιάσεις τους οπότε αρχίζει να επαναλειτουργεί το Συμβούλιο Σύνδεσης EOK-Τουρκίας. Το Νοέμβριο η Τουρκία αναλαμβάνει τη θέση της προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, προετοιμάζοντας τη διαδικασία υποβολής αίτησης ένταξης στην ΕΕ.
1987 Απρίλιος. Η Τουρκία υποβάλλει αίτηση ένταξης για εισδοχή της χώρας στην EOK. Η αίτηση που έκανε η χώρα για ένταξη στην Κοινότητα απορρίφθηκε μετά από την αρνητική γνωμοδότηση της Επιτροπής. Οι λόγοι που εξέθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήταν ότι η Κοινότητα δεν ήταν σε θέση να δεχθεί άλλα μέλη πριν από το 1993 λόγω της εφαρμογής της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης (ΕΕΠ). Επίσης κατά την Επιτροπή, η Τουρκία δεν ήταν ακόμη σε θέση να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Κοινότητα λόγω οικονομικών και πολιτικών υστερήσεων. Παρόλα αυτά η Επιτροπή παρότρυνε τη χώρα να προχωρήσει σε αλλαγές στο εσωτερικό της και να συνεχίσει τις στενές σχέσεις με την Κοινότητα. Τη διαβεβαίωσε ότι η τελωνειακή της ένωση θα πραγματοποιηθεί όπως είχε προβλεφθεί στη Συμφωνία της Άγκυρας. Στο Λουξεμβούργο υπογράφεται η ΕΕΠ, η οποία θέσπισε τις προσαρμογές των χωρών που ήσαν απαραίτητες για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς.
1989 Δεκέμβριος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοινώνει την αρνητική γνωμοδότησή της σε ότι αφορά στην αίτηση της Τουρκίας. Υπογραμμίζονται οι διαρθρωτικές ανισότητες στους τομείς της βιομηχανίας και γεωργίας, στο γεγονός ότι ασκείται κρατικός παρεμβατισμός στον τομέα της τουρκικής βιομηχανίας, καθώς και στο ότι υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση σε ότι αφορά τα μακροοικονομικά μεγέθη. Επίσης η απουσία μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση, σε ότι αφορά τα δεδομένα της Τουρκίας, είναι ένας άλλος δυσμενής παράγοντας που απομακρύνει το ενδεχόμενο της ένταξης. Ξεκάθαρα υπογραμμίζεται ότι μια Τουρκία που δεν έχει ξεπεράσει αυτά τα προβλήματα δεν είναι καλοδεχούμενη στην ΕΕ .
1990 Φεβρουάριος. Το Συμβούλιο Υπουργών οριστικοποιεί την αρνητική γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
1992 Ιανουάριος. Η Τουρκία υπογράφει με την ΕΟΚ Πρωτόκολλο Συνεργασίας.
1993 Νοέμβριος. Την 1η του μήνα τίθεται σε ισχύ η Συνθήκη του Μάαστριχτ. H EOK μετασχηματίζεται σε Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), εκφράζοντας τη βούληση των κρατών-μελών να επεκτείνουν τις κοινοτικές αρμοδιότητες και σε μη οικονομικούς τομείς.
1994. Συνθήκη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, με την οποία αυξάνεται ο αριθμός των κρατών-μελών της ΕΕ σε δεκαπέντε.
1995. Μάρτιος. Την 6η του μήνα υπογράφεται η Συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης (ΤΕ) Τουρκίας-EE η οποία επικυρώθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1995 με απόφαση του Συμβουλίου Σύνδεσης. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν απόρροια της απόσυρσης από την Ελλάδα των αντιρρήσεων της για την ΤΕ, ΕΕ- Τουρκίας, αφού εξασφάλισε την διαβεβαίωση της ΕΕ ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Κύπρο θα αρχίσουν έξη μήνες μετά την ολοκλήρωση της τότε Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Το επόμενο χρόνο η Ελλάδα προέβαλλε ξανά βέτο στο χρηματοδοτικό πρωτόκολλο που η Τουρκία δικαιούτο από την συνθήκη της ΤΕ, ζητώντας την τουρκική παραπομπή του θέματος των Ίμια στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
1997 Δεκέμβριος. Η σύνοδος της ΕΕ στο Λουξεμβούργο αποφασίζει την υποβάθμιση της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας και δίνει προτεραιότητα σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και την Κύπρο. Ο λόγος για τον οποίο υποβαθμίστηκε η τουρκική ενταξιακή προοπτική είναι ότι στην Τουρκία « δεν υφίστανται όλες οι πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις οι οποίες θα επέτρεπαν να εξετασθεί το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων προσχώρησης ». Οι αντιδράσεις της Τουρκίας στην απόφαση αυτή ήταν σχεδόν ακραίες. Ο τότε πρωθυπουργός Μεσούτ Γιλμάζ δήλωσε ότι η Τουρκία θα ηρνείτο στο μέλλον να συζητά με την ΕΕ θέματα όπως το μέλλον της Κύπρου και τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενώ απειλούσε να προσαρτήσει την κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο αν προχωρούσαν οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Παρόλο ότι η τουρκική ηγεσία εθίγει με την τροπή που πήραν τα πράγματα με την απόφαση της ΕΕ, αναζήτησε τρόπους να πιέσει για επανεξέταση της παραπάνω απόφασης.
1998. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου, η Επιτροπή υιοθέτησε την πολιτική της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Τουρκία. Τα κύρια σημεία της προενταξιακής στρατηγικής για την Τουρκία ήταν η εναρμόνιση της νομοθεσίας της με αυτήν της ΕΕ. και η υιοθέτηση του ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΚΕΚΤΗΜΕΝΟΥ. Επιπλέον το κείμενο επεξέτεινε την τελωνειακή ένωση στους τομείς των υπηρεσιών και των αγροτικών προϊόντων. Η Τουρκία ανταποκρίθηκε την ίδια χρονιά ανακοινώνοντας τη δική της Στρατηγική για τις αναπτυξιακές σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, μία στρατηγική που ήταν στην ίδια γραμμή με το κείμενο της Επιτροπής.
1999 Δεκέμβριος. H Σύνοδος Κορυφής στο Ελσίνκι αποφασίζει να δοθεί στην Τουρκία η ιδιότητα του υποψήφιου μέλους. Έχουν προηγηθεί οι σεισμοί σε Τουρκία και Ελλάδα ενώ παράλληλα γίνεται στροφή της ελληνικής διπλωματίας ως προς την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας. Για πρώτη φορά η Ελλάδα άρει τις επιφυλάξεις της, ανοίγοντας ουσιαστικά στην Τουρκία την πόρτα της Ευρώπης. Ταυτόχρονα τονίστηκε πως οι διαπραγματεύσεις δεν θα ξεκινούσαν εάν η Τουρκία δεν εκπλήρωνε τα ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ. Η Τουρκία οφείλει, σύμφωνα με τα Συμπεράσματα του Ελσίνκι, να ακολουθήσει μια προενταξιακή στρατηγική προκειμένου να εκπληρώσει τα ενταξιακά κριτήρια, όπως αυτά έχουν ορισθεί σε σειρά Ευρωπαϊκών. Συμβουλίων, με κύριο σημείο αναφοράς το Ευρωπαϊκό. Συμβούλιο της Κοπεγχάγη.
Σε γενικές γραμμές η προενταξιακή Στρατηγική για την Τουρκία περιλαμβάνει τα εξής: τον Προενταξιακό Κανονισμό, την Εταιρική σχέση, το Συγκεντρωτικό χρηματοδοτικό Κανονισμό, τον Πολιτικό Διάλογο και την Διαδικασία Αναλυτικής Εξέτασης του Κεκτημένου.
1/. Προενταξιακός Κανονισμός. Ο προενταξιακός κανονισμός αποτελεί τη νομική βάση της εταιρικής σχέσης. Αποφασίζεται με ομοφωνία στο Συμβούλιο, ενώ απαιτείται απλή γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
2/. Εταιρική σχέση. Το κείμενο της Εταιρικής Σχέσης είναι κεφαλαιώδους σημασίας διότι περιέχει το νέο πλαίσιο της σχέσης της Τουρκίας με την ΕΕ., δηλαδή τις υποχρεώσεις της τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο- βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα- προκειμένου αυτή να προσεγγίσει το κοινοτικό κεκτημένο. Μέσω του καθεστώτος της εταιρικής σχέσης που τίθεται σε εφαρμογή στο διάστημα πριν την πλήρη ένταξη μιας χώρας, η ΕΕ προσπαθεί να εκτιμήσει την οικονομική, κοινωνική, αμυντική και εξωτερική πολιτική της υποψήφιας χώρας και να της δοθούν συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Από πλευράς ΕΕ, η συμμόρφωση της Τουρκίας με τις δεσμεύσεις της εταιρικής σχέσης, παρακολουθείται από τις εντεταλμένες 8 Υποεπιτροπές του Συμβουλίου Συνδέσεως, την Επιτροπή Σύνδεσης και το ίδιο το Συμβούλιο Σύνδεσης σε υπουργικό επίπεδο. Από τις συναντήσεις πολιτικού διαλόγου επίσης, σημασία στον τομέα αυτό έχει η Τακτική Έκθεση Προόδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 3/. Συγκεντρωτικός χρηματοδοτικός κανονισμός. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε τη θέσπιση ενιαίου κανονισμού προενταξιακής βοήθειας, τον οποίο το Συμβούλιο υιοθέτησε με ομοφωνία.
4/. Ενισχυμένος Πολιτικός διάλογος. Η προενταξιακή στρατηγική για την Τουρκία περιλαμβάνει ενισχυμένο πολιτικό διάλογο με έμφαση στην πρόοδο για την εκπλήρωση των πολιτικών κριτηρίων προσχώρησης ιδίως όσον αφορά στο θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και στα θέματα που αναφέρονται στην ειρηνική διευθέτηση διαφορών και ενίσχυση προσπάθειας για επίλυση του κυπριακού.
5/. Η διαδικασία αναλυτικής εξέτασης του κεκτημένου/ νομοθετικού ελέγχου. Προβλέπει την διαδικασία αναλυτικής εξέτασης του κεκτημένου, η οποία και εφαρμόζεται μέσω των προαναφερόμενων 8 Υποεπιτροπών, προκειμένου η Τουρκία να προσεγγίσει το κεκτημένο. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα ήδη προσφέρει διμερή τεχνική βοήθεια στην Τουρκία σε σημαντικούς τομείς του κοινοτικού κεκτημένου. Αυτό πραγματοποιείται με εκατέρωθεν διμερείς επισκέψεις και ανταλλαγές εμπειρογνωμόνων.
2000 Οκτώβριος. Σε περαιτέρω διεύρυνση της Τελωνειακής Ένωσης στόχευαν οι διαπραγματεύσεις προκειμένου να επιτευχθεί η φιλελευθεροποίηση των τομέων Υπηρεσιών και Κρατικών Προμηθειών. Κύρια όργανο της σχέσεως συνδέσεως είναι το Συμβούλιο Συνδέσεως (ΣΣ) με αρμοδιότητα τη λήψη αποφάσεων, τον έλεγχο της εφαρμογής τους, την επίλυση διαφορών αλλά και γενικότερα να λειτουργεί ως βήμα διαβουλεύσεως των μερών. Το ΣΣ επαναδραστηριοποιήθηκε σε συνέχεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι, οπότε η Τουρκία κατέστη υποψήφια χώρα. Στο πλαίσιο του νέου αυτού καθεστώτος της Τουρκίας, το ΣΣ κατέστη επίσης και όργανο παρακολούθησης ("monitoring") των υποχρεώσεων της Τουρκίας βάσει της εταιρικής σχέσης. Παράλληλα θα ίσχυε και για αυτήν μία προενταξιακή στρατηγική, η οποία ως κύριο στόχο θα είχε να υπάρξει ένα συνεκτικό πρόγραμμα προετοιμασίας της χώρας για την προσχώρησή της στην ΕΕ και ειδικότερα να συγκεντρώσει τις διάφορες μορφές συνδρομής που παρέχει η ΕΕ. σε ενιαίο πλαίσιο, δηλαδή την εταιρική σχέση προσχώρησης. Ένας άλλος στόχος ήταν να εξοικειώσει την Τουρκία με τις διαδικασίες και τις πολιτικές της ΕΕ, παρέχοντας της τη δυνατότητα να συμμετάσχει σε κοινοτικά προγράμματα. Τον χρόνο αυτό πραγματοποιείται η Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση (ΟΝΕ) με τη συμμετοχή ένδεκα κρατών-μελών.
2001 Ιούνιος. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Γκέτεμποργκ επιβεβαίωσε την κεντρική θέση της Εταιρικής Σχέσης, την οποία χαρακτήρισε "ακρογωνιαίο λίθο" της προενταξιακής στρατηγικής. Επίσης περιελήφθησαν τα προβλεπόμενα από το Ελσίνκι θέματα της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και του Κυπριακού μεταξύ των Αρχών της Εταιρικής Σχέσης στα κεφάλαια με τον νέο τίτλο "Ενισχυμένος Πολιτικός Διάλογος και Πολιτικά Κριτήρια", το μεν Κυπριακό για βραχυπρόθεσμη, η δε ειρηνική επίλυση των διαφορών για μεσοπρόθεσμη εκπλήρωση. 2002 Ιανουάριος. Την 1η του έτους τα δώδεκα κράτη-μέλη υιοθετούν το νέο, κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ, και καταργούν τα εθνικά τους νομίσματα.
2002 Οκτώβριος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωμοδοτεί θετικά για την ένταξη δέκα νέων κρατών στην ΕΕ: Εσθονία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία, Τσεχία.
Τον ίδιο μήνα οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων της ΕΕ χαιρέτισαν την πρόοδο που έχει πραγματοποιήσει η Τουρκία προς την κατεύθυνση της πλήρωσης των πολιτικών κριτηρίων. Διαπίστωσαν, ως εκ τούτου, ότι έχει έλθει στο προσκήνιο το θέμα της έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Ανέθεσαν στο Συμβούλιο να προετοιμάσει τα στοιχεία εκείνα που θα επέτρεπαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγη να λάβει αποφάσεις για την επόμενη φάση της προενταξιακής στρατηγικής της Τουρκίας, επί τη βάσει των συμπερασμάτων των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων του Ελσίνκι, του Λάακεν και της Σεβίλλης.
2002 Δεκέμβριος. Στην σύνοδο κορυφής στην Κοπεγχάγη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναγνώρισε την εδραιωμένη πρόθεση της νέας τουρκικής κυβέρνησης να προχωρήσει περαιτέρω στην οδό των μεταρρυθμίσεων και την παρότρυνε να αντιμετωπίσει ταχέως όλες τις εναπομένουσες ελλείψεις σχετικά με τα πολιτικά κριτήρια, όχι μόνο όσον αφορά τη νομοθεσία, αλλά κυρίως όσον αφορά την εφαρμογή. Σε μία ιστορική του απόφαση για τις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας, ανέφερε ότι το "εφόσον το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2004, βάσει έκθεσης και σύστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποφασίσει ότι η Τουρκία πληροί τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγη, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αρχίσει χωρίς καθυστέρηση ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία". Περαιτέρω, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης αποφάσισε ότι "προκειμένου να βοηθηθεί η Τουρκία στην πορεία προς την προσχώρηση, θα ενισχυθεί η ενταξιακή στρατηγική για την χώρα. Ακόμη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται να υποβάλει πρόταση αναθεωρημένης Εταιρικής Σχέσης και να ενισχύσει τη διαδικασία νομοθετικού ελέγχου. Παράλληλα, η Τελωνειακή Ένωση ΕΕ-Τουρκίας θα πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη έκταση και βάθος. Η Ένωση θα αυξήσει σημαντικά την προενταξιακή χρηματοδοτική της βοήθεια προς την Τουρκία". Από το 2004, η εν λόγω βοήθεια θα χρηματοδοτείται από το κεφάλαιο του κοινοτικού προϋπολογισμού "προενταξιακές δαπάνες".
Στις 13 του μηνός στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης, καθορίστηκαν τρία βασικά κριτήρια που έπρεπε να ικανοποιήσουν οι υποψήφιες χώρες πριν από την προσχώρησή τους. Από τώρα και στο εξής θα αποκαλούνται ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΟΠΕΓΧΑΓΗΣ (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄).
2003 Ιανουάριος. Στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων και Εξωτερικών σχέσεων της 27-28 Ιανουαρίου 2003, η ελληνική Προεδρία παρουσίασε τις προτεραιότητές της όσον αφορά τη Διεύρυνση γενικά. Ειδικά ως προς την Τουρκία, αναφέρονται τα εξής: "Η ελληνική Προεδρία θα αγωνισθεί με ενεργητικότητα προκειμένου να ενδυναμωθεί περαιτέρω η ενταξιακή στρατηγική για την Τουρκία. Η τουρκική κυβέρνηση θα ενθαρρυνθεί και θα υποστηριχθεί στη δεδηλωμένη πολιτική της για μεταρρυθμίσεις και εκδημοκρατισμό. Η διαδικασία μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία θα διευκολυνθεί μέσω της κατανομής σημαντικών πρόσθετων πόρων. Η πρόοδος στην κατεύθυνση της πλήρους συμμόρφωσης με τα πολιτικά κριτήρια για προσχώρηση θα εξακολουθήσει να παρακολουθείται στενά. Το Συμβούλιο Σύνδεσης που θα συγκληθεί τον Απρίλιο 2003 θα αποτιμήσει την πρόοδο από την πλευρά της Τουρκίας και θα σηματοδοτήσει τη νέα αναβαθμισμένη κατάσταση πραγμάτων στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας. Ο ενισχυμένος πολιτικός διάλογος ανάμεσα στην ΕΕ και την Τουρκία θα προωθηθεί και αυτός εντατικά. Η Προεδρία θα μεριμνήσει επίσης και για την υιοθέτηση αναθεωρημένης Εταιρικής Σχέσης. Προτεραιότητα θα δοθεί επίσης στην εντατικοποίηση της διαδικασίας νομοθετικού ελέγχου, στην περαιτέρω εμβάθυνση της Τελωνειακής Ένωσης και στην ενίσχυση της συνεργασίας στο πεδίο της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων". 2004. Νέα διεύρυνση της ΕΕ. Η Κύπρος γίνεται πλήρες μέλος. Τον Οκτώβριο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συντάσσει «Έκθεση Προόδου», σύμφωνα με την οποία η Τουρκία εκπληρώνει τους όρους για την έναρξη των διαπραγματεύσεων με γνώμονα τα κριτήρια της Κοπεγχάγης.
Το Δεκέμβριο, το Συμβούλιο της EE αποφασίζει την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2005. Η Επιτροπή πρότεινε στα κράτη μέλη της ΕΕ ένα Διαπραγματευτικό Πλαίσιο για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία. Στο έγγραφο αυτό καθορίζονται οι κατευθυντήριες αρχές και οι διαδικασίες των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2004, τα οποία επιβεβαίωσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 17 Ιουνίου 2005. Το διαπραγματευτικό πλαίσιο θα εγκριθεί από τα κράτη μέλη πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Μετά τη σύσταση της Επιτροπής και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2004, η Τουρκία συμμορφώθηκε με τους όρους για την έναρξη των διαπραγματεύσεων προσχώρησης, θεσπίζοντας τις έξι σημαντικές νομοθετικές πράξεις που ζήτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατόπιν αυτού, υπογράφει πρόσθετο πρωτόκολλο που επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής αυτής σε όλα τα κράτη μέλη, ιδίως σε αυτά που προσχώρησαν στην Ένωση τον Μάιο 2004. Επειδή το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι η Τουρκία πληρούσε τις τελευταίες αναγκαίες προϋποθέσεις, άρχισαν οι διαπραγματεύσεις προσχώρησης στις 3 Οκτωβρίου, αφού το Συμβούλιο ενέκρινε το ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄).
Η αναλυτική εξέταση του κεκτημένου άρχισε τον Οκτώβριο και συνεχίστηκε κατά το έτος 2006. Η Επιτροπή συνέχισε εξάλλου την τακτική εξέταση της προόδου που πραγματοποιήθηκε από την Τουρκία όσον αφορά την πορεία της χώρας προς την προσχώρηση με την έκδοση της ετήσιας έκθεσής της στις 9 Νοεμβρίου και πρότεινε αναθεωρημένη εταιρική σχέση για την προσχώρηση.
2005 Ιούνιος. Η Επιτροπή υιοθετεί την πρότασή της για μία αναθεωρημένη Εταιρική Σχέση Προσχώρησης και την Ανακοίνωση για τον διάλογο της κοινωνίας των πολιτών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υποψηφίων χωρών. Αυτή η ανακοίνωση έθεσε ένα γενικό πλαίσιο για το πώς να δημιουργηθούν και να ενισχυθούν οι δεσμοί μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών στην ΕΕ και των υποψηφίων χωρών. Ο διάλογος θα θέσει ιδιαίτερη έμφαση στην Τουρκία καθώς οι συνθήκες αμοιβαίας κατανόησης με τη συγκεκριμένη χώρα είναι ιδιαίτερα ασθενείς και οι παρανοήσεις και οι ανησυχίες είναι περισσότερο διαδεδομένες .
2005 Ιούλιος. Στις 29 του μήνα η Τουρκία υπογράφει την επέκταση της ισχύος του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας το αποκαλούμενο ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΆΓΚΥΡΑΣ. Ο πρωθυπουργός Eρντογάν σπεύδει να δηλώσει ότι η επέκταση της ισχύος του Πρωτοκόλλου στα δέκα νέα μέλη της EE, δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι Βρετανοί στηρίζουν την τουρκική δήλωση. Οι 25 αναζητούν συμβιβαστική απάντηση-αντιδήλωση στις τουρκικές θέσεις.
2005 Σεπτέμβριος . Στις 21 Σεπτεμβρίου οι 25 καταλήγουν σε συμφωνία για την Αντιδήλωση. Επιπλέον, αναγνωρίζει μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου και δίνει έμφαση στην εξομάλυνση των σχέσεων της Τουρκίας με όλα τα κράτη-μέλη το συντομότερο δυνατόν. Η προεδρία υπενθυμίζει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υπέγραψε τη Συνθήκη Προσχώρησης στις 16 Απριλίου 2003 και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία κατέστη κράτος μέλος της ΕΕ την 1η Μαΐου 2004, και ότι πάγια θέση της ΕΕ είναι ότι αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, αποκλειστικά, ως υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου. Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εξετάσει τους όρους που περιλαμβάνονται στη δήλωση της Τουρκίας εν ευθέτω χρόνο με στόχο να υπάρξει συμφωνία για την περαιτέρω απάντηση της ΕΕ.
2005 Οκτώβριος. Στις 3 Οκτωβρίου στην Βιέννη η σύνοδος υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ εγκρίνει την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία και συντάσσεται το ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ το οποίο θα ακολουθηθεί για την πλήρη ένταξη.
Σε γενικές γραμμές αναφέρει, ότι ο ρυθμός της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων θα εξαρτηθεί από την πρόοδο που θα σημειώσει η Τουρκία αναφορικά με την εκπλήρωση των πολιτικών κριτηρίων της Κοπεγχάγης, ενώ σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η Τουρκία έχει καταστρατηγήσει βασικές δημοκρατικές αρχές, προβλέπεται η αναστολή των διαπραγματεύσεών της με την ΕΕ.
Αναλυτικότερα, το διαπραγματευτικό πλαίσιο βασίζεται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του περασμένου Δεκεμβρίου και αναφέρεται ότι «κοινός στόχος των διαπραγματεύσεων είναι η προσχώρηση της Τουρκίας στην ΕΕ και ότι οι εν λόγω διαπραγματεύσεις είναι μια ανοιχτή διαδικασία, η έκβαση της οποίας δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί εκ των προτέρων».
Οι διαπραγματεύσεις της ΕΕ για την ένταξη της Τουρκίας γίνονται επί 35 κεφαλαίων, όσα είναι δηλαδή τα κεφάλαια του κοινοτικού κεκτημένου. Κατά τη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να ελέγχει την πρόοδο της Τουρκίας, δημοσιεύοντας ετησίως μία έκθεση προόδου, στην οποία θα αξιολογείται εάν και κατά πόσο η Τουρκία πληροί τα πολιτικά και οικονομικά κριτήρια της ΕΕ, σε κάθε κεφάλαιο διαπραγμάτευσης.
Στους όρους που τίθενται στην Τουρκία μέσω του διαπραγματευτικού πλαισίου περιλαμβάνονται ακόμη μια σειρά από άλλα θέματα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 4 του πλαισίου, μαζί με τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, αναφέρονται ως «προαπαιτούμενα» η υποχρέωση της Άγκυρας να διατηρεί σχέσεις καλής γειτονίας, να συμβάλει στην επίλυση των συνοριακών διαφορών και να σέβεται τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων. Αναφέρεται η δέσμευση της Τουρκίας για επίλυση των εκκρεμών συνοριακών διαφορών σύμφωνα με την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών που προβλέπει ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένης, εφόσον χρειασθεί, και χωρίς να είναι υποχρεωτικό, της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.
Ακόμη το διαπραγματευτικό πλαίσιο αναφέρεται στην υποχρέωση της Τουρκίας να επιτελέσει ουσιαστική πρόοδο στα θέματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Σχολής της Χάλκης, καθώς και των δικαιωμάτων των Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου. Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ως προαπαιτούμενο, και η προσπάθεια της Τουρκίας για την εξεύρεση συνολικής λύσης του Κυπριακού, καθώς και η επέκταση του Πρωτοκόλλου της τελωνειακής ένωσης με τα δέκα νέα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου.
Το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο καθορίζει επίσης ως υποχρέωση της Τουρκίας, να εφαρμόσει το κοινοτικό κεκτημένο, αναπόσπαστο τμήμα του οποίου, είναι και η πρόσφατη αντιδήλωση της ΕΕ, που αποτελεί απάντηση στη μονομερή δήλωση της Τουρκίας περί μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με άλλα λόγια η Τουρκία είναι πλέον υποχρεωμένη να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της σε κυπριακά πλοία και αεροσκάφη, διαφορετικά θα επηρεαστεί αρνητικά η συνολική πορεία των διαπραγματεύσεων.
Επίσης, στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο επισημαίνεται, ότι σε περίπτωση αποτυχίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η ιδιότητα του κράτους - μέλους της ΕΕ, «πρέπει να εξασφαλισθεί ότι το οικείο υποψήφιο κράτος (δηλαδή η Τουρκία) θα είναι πλήρως ενταγμένο στις ευρωπαϊκές δομές με τους ισχυρότερους δυνατούς δεσμούς», κάτι το οποίο δημιουργεί την προοπτική μιας «ειδικής σχέσης» της Τουρκίας με την ΕΕ.
Ομοίως, στο διαπραγματευτικό πλαίσιο αναφέρεται ότι «ενδέχεται να συζητηθεί το ενδεχόμενο μακρών μεταβατικών περιόδων, παρεκκλίσεων, ειδικών ρυθμίσεων ή διαρκών ρητρών διασφάλισης». Αυτό το ενδεχόμενο αφορά τους τομείς όπως η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, οι διαρθρωτικές πολιτικές ή η γεωργία.
Προβλέπεται ακόμη, ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία δεν μπορούν να ολοκληρωθούν πριν το 2014, όταν θα έχουν ολοκληρωθεί, δηλαδή, οι επόμενες "δημοσιονομικές προοπτικές" που καλύπτουν την περίοδο 2007-2013.
2006 Δεκέμβριος. Στις 12 του μηνός το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, διαπιστώνοντας ότι η Τουρκία δεν έχει ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι της Κύπρου (άνοιγμα αεροδρομίων και λιμανιών στα πλοία και Αεροσκάφη τα οποία είναι νηολογημένα στην Κυπριακή Δημοκρατία), αποφάσισε το πλήρες πάγωμα οκτώ κεφαλαίων διαπραγμάτευσης με την Τουρκία. Για τα υπόλοιπα κεφάλαια διαπραγμάτευσης, το Συμβούλιο αποφάσισε ότι ναι μεν θα αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις, αλλά δεν θα ολοκληρώνονται για όσο χρονικό διάστημα η Τουρκία εμμένει στη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της έναντι της Κύπρου. Επίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται να αξιολογεί και να αναφέρει στο Συμβούλιο την πρόοδο της Τουρκίας ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της έναντι της Κύπρου, στο πλαίσιο των ετήσιων εκθέσεων προόδου που θα εκπονήσει για την Τουρκία το 2007, το 2008 και 2009. Τα κεφάλαια αυτά είναι:
- Κεφάλαιο 1 ελεύθερη διακίνηση αγαθών,
- Κεφάλαιο 3: Δικαίωμα εγκατάστασης και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών,
- Κεφάλαιο 9: Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες,
- Κεφάλαιο 11: Γεωργία και ανάπτυξη της υπαίθρου,
- Κεφάλαιο 13: Αλιεία,
- Κεφάλαιο14: Μεταφορές,
- Κεφάλαιο 29: τελωνειακή ένωση και
- Κεφάλαιο 30: Εξωτερικές σχέσεις.
Είχε προηγηθεί προφορική πρόταση της Τουρκίας για άνοιγμα ενός λιμανιού και ενός Α/Δ για τα πλοία και τα Α/Φ τα οποία ήσαν εγγεγραμμένα σε νηολόγιο της Κυπριακής Δημοκρατίας με ταυτόχρονο άνοιγμα ενός λιμανιού και ενός Α/Δ της αυτοαποκαλούμενης ‘’ΤΔΒΚ’’. Η πρόταση αυτή συνάντησε έντονη κριτική τόσον του Τούρκου Προέδρου Σεζέρ, όσο και του αρχηγού των ΤΕΔ Στρατηγού Μπουγιούκανιτ γιατί η κυβέρνηση προέβη σε αυτή την πρόταση χωρίς να έχει αποφασισθεί αυτό από το ΣΕΑ . Η δε Φιλανδική προεδρία παγιδευθείσα δεν ήξερε τι να δεχθεί για βάση συνομιλιών, μια και η πρόταση ήταν προφορική.
o
o β. Ανάλυση - Διαπιστώσεις.
Δύο κατά βάση είναι τα επιχειρήματα για την ανάγκη πρόσδεσης της Τουρκίας στο Ευρωπαϊκό άρμα. - Θα επιτρέψει στην ΕΕ να υποστηρίξει αποτελεσματικότερα τις δύσκολες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις στην Τουρκία, μέσα από ένα διάλογο ο οποίος φέρει ως προοπτική την ενσωμάτωση της χώρας στην πολυπόθητη Δύση. - Θα ενθαρρύνει τις ηγετικές ομάδες που επιζητούν τον εκδυτικισμό- εκσυγχρονισμό να επιταχύνουν τις οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούν από χρόνια και που οι δυτικοί θεωρούν αναγκαίες για την στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης
Στην μακρά πορεία της κατανοητής Τουρκικής φιλοδοξίας να γίνει μέλος της ΕΕ, φιλοδοξία η οποία εκπροσωπεί για την υπό ένταξη χώρα, τον δυτικό πολιτισμό, την ορθολογική σκέψη, την ευημερία, την τεχνολογία και την πρόοδο, η Τουρκία πολλές φορές απογοητεύτηκε από την συμπεριφορά φίλων και συμμάχων και ποτέ δεν αποδέχτηκε ότι η ίδια δεν έκανε τίποτε για να πλησιάσει την ΕΕ. Όταν συγκρίνει εαυτόν προς τις πρώην κομμουνιστικές κεντροευρωπαϊκές χώρες ισχυρίζεται ότι ευρίσκεται σε καλύτερη πολιτική και οικονομική κατάσταση από αυτές. Υποστηρίζει ότι όλοι θέλουν να την ταπεινώσουν, ενώ πράγματα τα οποία δεν εκπλήρωναν άλλοι, για αυτήν είναι προαπαιτούμενα.
Δύο φορές της αρνήθηκαν την συμμετοχή στην ΕΕ γιατί η χώρα δεν εκπλήρωνε τις προϋποθέσεις για ένταξη. Πάντοτε περίμενε από άλλους να κάνουν κάτι για αυτή. Ζητά την βοήθεια από τις ΗΠΑ και Μ. Βρετανία. Ισχυρίζεται ότι η ΕΕ χρειάζεται την Τουρκία για αμυντικούς λόγους γιατί οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ) είναι πολυάριθμες και ικανές. Το μεγάλο και νεαρό ανθρώπινο δυναμικό της χώρας, θα ενισχύσει τον γηράσκοντα πληθυσμό της ΕΕ και θα του δώσει νέα ώθηση και οικονομικό δυναμισμό. Κατά την Τουρκική άποψη, είναι ανήθικη η στάση φίλων και συμμάχων που θα άφηναν το Τουρκικό κράτος ευάλωτο στις επιθέσεις των εχθρών του σε στιγμές που έχει απόλυτη ανάγκη της βοήθειας τους. Οι γεωπολιτικές ανάγκες των συμμάχων της και η στρατηγική της θέση πρέπει να εξαγορασθούν με ανοχή από τους μελλοντικούς της συνεταίρους.
Εξάλλου, το μέγεθος της είναι αυτό το οποίο πρέπει να προηγείται στις εκτιμήσεις και όχι οι μικρές και ανύπαρκτες για αυτήν χώρες, όπως «η Ελληνοκυπριακή Διοίκηση». Η αυτοκρατορική νοοτροπία διακατέχει ακόμα την γραφειοκρατία η οποία δεν μπορεί να αντιληφθεί πως είναι δυνατόν η ΕΕ είναι δέσμια ενός μικροσκοπικού νησιού (Κύπρος). Πιστεύει ότι εκπληρώνει όλες τις απορρέουσες υποχρεώσεις για να συμμετέχει στην ΕΕ αλλά της ζητούν συνέχεια καινούργια πράγματα τα οποία δεν αναφέρονται σε καμία συμφωνία. Δικαιολογημένα ο Επίτροπος της ΕΕ στην Τουρκία Όλι Ρέν δηλώνει σε Γαλλική εφημερίδα στις αρχές Νοεμβρίου 2006 ότι οι σχέσεις ΕΕ- Τουρκίας είναι «σχιζοφρενικές» .
Τελικά τον Δεκέμβριο του 2002 η ΕΕ ανεγνώρισε την πρόθεση της νέας Τουρκικής κυβέρνησης να προχωρήσει γρήγορα στις μεταρρυθμίσεις Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι την γιγαντιαία αυτή προσπάθεια για να έλθει η χώρα κοντά στην Ευρώπη, έχει αναλάβει να την φέρει εις πέρας ένα Ισλαμικό κόμμα, ενώ το επίσημο κράτος είναι λαϊκό. Η δυτικοποίηση που οραματίστηκε ο πατέρας της χώρας Κεμάλ Ατατούρκ πολέμιος των θρησκευτικών πολιτικών παραδόσεων, δρομολογείται από μετριοπαθή Ισλαμική κυβέρνηση. Ο νυν Πρωθυπουργός Eρντογάν αρνείται ότι ηγείται μιας μετριοπαθούς ισλαμικής κυβέρνησης. Όπως λέγει, «Δεν υπάρχει μετριοπαθές Ισλάμ. Ένα Ισλάμ υπάρχει».
Τον Οκτώβριο του 2005 άρχισαν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της ΕΕ με την χώρα, κάτω από ένα διαπραγματευτικό πλαίσιο το οποίο απεδέχθη και υπέγραψε αυτή. Το πλαίσιο επιβάλει όρους και χρονικά όρια για την εφαρμογή των, ενώ αφήνει ανοικτή την καταληκτική ημερομηνία προσχώρησης Οι όροι που επιβάλει η ΕΕ στην διαδικασία της εντάξεως, ο συνεχής έλεγχος και η συνακόλουθη κριτική που της εξασκεί, σπρώχνει την χώρα σε μια σήραγγα και της ζητά να αποδεχθεί το δυτικό τρόπο διακυβέρνησης. Η Τουρκική Δημοκρατία είναι ένα πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης τουρκικού τύπου, στην κυριολεξία μια ‘’καθοδηγούμενη δημοκρατία’’. Το σύστημα αυτό είναι άγνωστο στους περισσοτέρους των Ευρωπαίων. Κοινωνική οργάνωση, οικονομία, πολιτισμός, θρησκευτική ιδιαιτερότητα με την καταπίεση των μη μουσουλμάνων αλλά και των Αλεβιτών μουσουλμάνων είναι τελείως διαφορετικά από αυτά που θεωρούνται αυτονόητα στο χώρο της ΕΕ.
Αν για την πλειονότητα των Ευρωπαϊκών κρατών ο στρατός είναι ένας θεσμός πλήρως ελεγχόμενος από την πολιτεία, για την κρατικά δυτικότροπη αλλά θρησκευτικά ισλαμική χώρα, ο στρατός είναι το ίδιο το κράτος. Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ μετέπειτα Κεμάλ Ατατούρκ ίδρυσε την χώρα μέσα από τις στάχτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και προσπάθησε να διαγράψει δια παντός το οθωμανικό παρελθόν και την ισλαμική σκέψη, στον στρατό εμπιστεύτηκε την πορεία προς τον εκσυγχρονισμό με όχημα την εκκοσμίκευση, που θεωρούσε απαραίτητη για την επιβίωση του νέου κράτους με τους κατοίκους μιας παλιάς χώρας.
Πολλές είναι οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί ως προς τη διαμόρφωση των θεσμών του Τουρκικού κράτους που λειτουργούν εδώ και 83 χρόνια κάτω από την εποπτεία του επιτελείου των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ). Η λειτουργία των θεσμών αυτών θα επηρεαστεί άμεσα από τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της χώρας με την ΕΕ, γεγονός το οποίο θα επηρεάσει τις σχέσεις των ΤΕΔ με αυτούς. Αργά ή γρήγορα η χώρα θα αντιμετωπίσει τα δύσκολα προβλήματα τα οποία λύνονται επώδυνα. Το πρόβλημα είναι πώς θα ανταποκριθούν οι ΤΕΔ στις προϋποθέσεις που υπάρχουν στο διαπραγματευτικό πλαίσιο της ΕΕ το οποίο μπορεί να είναι ολιγόλογο όμως έχει σαφώς καθορισμένες απαιτήσεις.
Η χώρα πρέπει να τροποποιήσει το Διοικητικό- Δικαιαϊκό της σύστημα, με επιπτώσεις στην νομοθετική οργάνωση του κράτους, στην θέση της Κυβέρνησης, στη θέση των ΤΕΔ, στο ρόλο του κάθε ενός μέσα σε αυτό. Με τις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόσθηκαν στην λειτουργία της Τουρκικής κρατικής μηχανής οι ΤΕΔ μπορεί να μην συμμετέχουν πλέον εμφανώς στις εξάσκηση της καθημερινής πολιτικής, αλλά αυτό που έχει αλλάξει στην πραγματικότητα, μετά τις πιέσεις της ΕΕ, είναι απλώς ο τρόπος που εξασκεί ο στρατός την εξουσία όπως παραδέχονται όλοι. Ο Υπουργός άμυνας εξακολουθεί να μην ελέγχει τις ΕΔ. Παρ' όλα αυτά, και καθώς τα κριτήρια ένταξης αποτελούν τμήμα ευρύτερων γεωπολιτικών αναγκών, οι ΤΕΔ είναι αντιμέτωπες με νέες προκλήσεις οι οποίες είτε δεν είχαν εμφανιστεί μέχρι τώρα είτε δεν τις είχαν συνειδητοποιήσει.
Ο καθηγητής Χριστόδουλος Γιαλουρίδης πιστεύει πως η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, το ευρωπαϊκό αυτό πείραμα της χώρας, έχει τις ρίζες του σε ανάλογο προηγούμενο. Είναι ένα νέο ΤΑΝΖΙΜΑΤ. Το έτος 1839 ο Σουλτάνος Σελίμ Γ’ κάτω από πιέσεις οι οποίες ξεκινούσαν από το εξωτερικό και κυρίως τους Βρετανούς, ξεκίνησε το οθωμανικό εγχείρημα για μεταρρυθμίσεις στην αυτοκρατορία. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές (ΤΑΝΖΙΜΑΤ), προέβλεπαν κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό. Κάτω από αυτό το πρόγραμμα η αυτοκρατορία παραχώρησε στις μη μουσουλμανικές θρησκευτικές κοινότητες δικαιώματα με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί ο εθνικισμός των κοινοτήτων αυτών και να εμφανισθούν αποσχιστικά κινήματα σε ολόκληρη την επικράτεια της αυτοκρατορίας.
Σύμφωνα με τον θεωρητικό του Τουρκισμού, Ζίγια Γκιολκάπ , οι θιασώτες του Τανζιμάτ είχαν προσπαθήσει να παντρέψουν τον οθωμανικό πολιτισμό με τον ευρωπαϊκό- δυτικό. Δύο αντίθετοι πολιτισμοί δεν μπορούν να συμβιώσουν. Δεν μπορούν να συμφιλιωθούν ο ορθολογισμός της Δύσης με την σχολαστική λογική της Ανατολής, ο εμπειρισμός της Δύσης με την μυστικιστική Ανατολή. Τελικά η αυτοκρατορία διαλύθηκε ενώ με το εθνικιστικό κίνημα των Νεότουρκων εμπνευσμένο από τις ιδέες του Τουρκισμού ανεδύθει η σύγχρονη Τουρκία. Νέα χώρα θα έχει δημιουργηθεί και πάλι όταν η χώρα γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ.
Δήλωση της Τουρκίας και αντιδήλωση των 25 της ΕΕ για το πρόσθετο πρωτόκολλο τελωνειακής ένωσης. H δήλωση της Άγκυρας είναι ένα τεχνικό κείμενο ενώ η συμφωνία της Άγκυρας για την επέκταση της τελωνειακής σύνδεσης αποτελεί νομικό κείμενο της ΕΕ. Στο κείμενο αναφέρεται ότι η δήλωση της Τουρκίας είναι μονομερής και δεν την απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις της σε σχέση με το Πρωτόκολλο. Περιγράφει ότι η μη συμμόρφωση της Τουρκίας θα επηρεάσει την εξέλιξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Έχει αντιληφθεί το τουρκικό κατεστημένο τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την διαδικασία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων; Ή μήπως βασίζεται εις την ανοχή της ΕΕ που έχει ήδη εκδηλωθεί προς την χώρα κατά το παρελθόν;
Η ΕΕ έχει ως απώτερο στόχο την πολιτική ενοποίηση, όπου όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα με αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Είναι η Τουρκία έτοιμη για την εθελοντική παραχώρηση κυριαρχικών της δικαιωμάτων στην υπερεθνική ΕΕ με δεδομένο τον άκρατο εθνικισμό που κυριαρχεί σε κάθε εκδήλωση της χώρας αυτής; Η μήπως επιδιώκει την θεσμοθέτηση σε ό,τι την αφορά, της αρχής της πλειοψηφίας στις αποφάσεις των συλλογικών οργάνων της ΕΕ; Την επιθυμία της αρχής της πλειοψηφίας δεν κρύβουν και οι πέραν του ατλαντικού υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης της Τουρκίας.
Ποια θα είναι η ΕΕ όταν το έτος 2015 η Τουρκία θα είναι πιθανότατα πλήρες μέλος της ΕΕ; Θα έχει προχωρήσει προς την πολιτική ένωση ή θα έχει εξελιχθεί σε μια ζώνη οικονομικής επιρροής; Την κατεύθυνση προς την οικονομική ζώνη δεν κρύβουν άλλωστε ότι επιθυμούν αυτοί, που προσπαθούν (ΗΠΑ- Ηνωμένο Βασίλειο) να φέρουν πιο κοντά στη Δύση την μοναδική μουσουλμανική χώρα με κοινοβούλιο στα δυτικά πρότυπα. Σε αυτή την περίπτωση Τούρκοι και οι χώρες οι οποίες έχουν αποκαλεστεί «Νέα Ευρώπη» εξυπηρετούν πλήρως τους στόχους τους.
γ. Μερικά Συμπέρασμα
Στα 47 χρόνια που προσπαθεί η Τουρκία να ενσωματωθεί στην ΕΕ, η πορεία της χαρακτηρίσθηκε από οπισθοδρομήσεις της ιδίας και από ανοχή της ΕΕ. Οι σχέσεις Τουρκίας- ΕΕ πέρασαν από διάφορα στάδια και κατά την πάροδο του χρόνου διεκόπησαν πολλές φορές για να επαναδραστηριοποιηθούν αργότερα και πάλι. Η χώρα ασχολείται μόνο με αυτά που η ίδια νομίζει ότι την αφορούν (Ισλαμισμός, Κουρδικός εθνικισμός- Αρμενικό- Κυπριακό και Κεμαλικός εθνικισμός). Η προσήλωσή της σε αυτά τα θέματα την αποσπούν από τις πραγματικές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει ως χώρα. Για αυτούς που θέλουν την Τουρκία τμήμα του Δυτικού συστήματος, τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, οι πολιτικές παρεμβάσεις του Στρατού στην καθημερινή πολιτική της χώρας, η καταστολή των μειονοτήτων και της ελευθερίας έκφρασης έρχονται σε δεύτερο πλάνο προκειμένου η χώρα να ενταχθεί μάλλον με την βία στους Δυτικούς θεσμούς. Βέβαια μην ξεχνάμε ότι όλες οι μεταρρυθμίσεις στην Τουρκία έχουν επιβληθεί από επάνω και οι περισσότερες με πίεση από το εξωτερικό. Εκτιμάται ότι η χώρα μεταλλάσσεται αργά μεν αλλά σταθερά γιατί βήματα προς του ευρωπαϊκούς θεσμούς γίνονται, έστω και μικρά.
ΤΡΙΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ
3. Θεσμικοί οργανισμοί της Τουρκίας που ελέγχονται από τις ΤΕΔ.
Για την κατανόηση της εμπλοκής των ΤΕΔ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας, πρέπει να ανατρέξουμε στην παρακαταθήκη του Ατατούρκ και τη φιλοσοφία που δημιούργησε για τη λειτουργία του τουρκικού κράτους. Αυτή η φιλοσοφία στηριζόταν σε 6 αρχές που είχε συστηματοποιήσει και διατυπώσει το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα το 1931 ως έκφραση της πολιτικής του ιδεολογίας και που ενσωματώθηκαν για πρώτη φορά σε συνταγματικό κείμενο με την αναθεώρηση του Φεβρουαρίου του 1937 . Έκτοτε επαναλαμβάνονται σταθερά σε όλα τα τουρκικά Συντάγματα και είναι ευρύτερα γνωστές ως τα περίφημα 6 βέλη:
1/. Εθνικισμός (nationalism)
2/. Λαϊκότητα (populism)
3/. Ρεπουμπλικανισμός (republicanism)
4/. Κρατισμός (statism)
5/. Εκκοσμίκευση (secularism)
6/. Ριζοσπαστικότητα (reformism).
Ίσως είναι χρήσιμο να σημειωθεί εδώ οτι στην τουρκική γλώσσα η έννοια της δημοκρατίας διατυπώνεται με λέξη η οποία προσιδιάζει με την έννοια της Λαοκρατίας (cumhuriyet)
Μέσα στο κλίμα του νεοτουρκικού εθνικισμού και τους αγώνες του Μουσταφά Κεμάλ για να αποδώσει τη Μικρά Ασία στους Τούρκους απαλλαγμένη από την παρουσία των ξένων δυνάμεων αλλά και εθνικών μειονοτήτων, διαμορφώθηκαν οι πολιτικοί θεσμοί και η ιδεολογία της σύγχρονης Τουρκίας . Η ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού συνδέθηκε με την επεξεργασία και διαμόρφωση από το κράτος μιας τουρκικής ταυτότητας ως συλλογικής συνείδησης με χαρακτηριστικά που εμφανίζουν αντιθέσεις μεταξύ τους. Η υιοθέτηση των κεμαλικών αρχών ως συνέχεια και προσθήκη στην αρχή του εθνικισμού είχαν στόχο να προσαρμόσουν την κοινωνία σε ένα πρότυπο σύνθεσης δυτικού «πολιτισμού» και ανατολικής «κουλτούρας»
Αναλυτικότερα, ο εθνικισμός δηλώνει την αδιάσπαστη ενότητα του τουρκικού κράτους, του έθνους και του εδάφους, και απαγορεύει κάθε αυτονομιστική τάση ή κίνημα, ακόμη και την ομοσπονδιακή μορφή του πολιτεύματος. Στηρίζεται στην υπόθεση μιας πλασματικής οντότητας, του έθνους, που εκφράζει και αντιπροσωπεύει τον τουρκικό λαό στο σύνολό του, και που διαθέτει την εσωτερική και την εξωτερική κυριαρχία. Ο εθνικισμός διαπλάθει έτσι την πλασματική εικόνα ενός λαού, πολιτισμικά ενιαίου, ενωμένου, αλληλέγγυου με ίσα δικαιώματα, δημιουργώντας τις ιδεολογικές προϋποθέσεις των παρενεργειών και στρεβλώσεων της δημοκρατίας. Η αρχή του εθνικισμού, όταν πρωτοδιατυπώθηκε πριν ακόμη αναχθεί σε συνταγματική αρχή, εξέφραζε την αναγέννηση του τουρκικού εθνικισμού μετά την κατάρρευση του οθωμανικού κράτους. Στην συνέχεια το ιδεολογικό της περιεχόμενο ενισχύθηκε με οικονομικές συνιστώσες, μετά την οικονομική κρίση του 1929 με τα δυσμενέστατα επακόλουθα για την Τουρκία, που επέφεραν έντονες αντιδυτικές τάσεις, μείωση της ιδιωτικής οικονομικής δραστηριότητας με ενίσχυση της αντίστοιχης κρατικής, και ένταση του τουρκικού εθνικισμού.
Η λαϊκότητα αποτελεί την κεμαλική αντίληψη περί λαϊκής εξουσίας που αντικατέστησε την έννοια του ισλαμικού οθωμανικού κράτους. Κεντρικό στοιχείο της λαϊκότητας είναι η απόρριψη της θεωρίας της σύγκρουσης των κοινωνικών τάξεων, εξαιτίας διαφορετικών οικονομικών συμφερόντων, και ο τονισμός της κοινής δράσης όλων όσοι ανήκουν στο τουρκικό έθνος με στόχο την επίτευξη ενός πολιτιστικού επιπέδου αντίστοιχου με το δυτικό πρότυπο. Η συγκεκριμένη αρχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκσυγχρονιστική κατεύθυνση της Τουρκίας βάσει του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης. Συνεπώς, η εμπέδωση της αρχής συνδυάστηκε με ευρεία προπαγάνδα εκθειασμού των αρετών του εκσυγχρονισμού, της Δύσης, του θετικισμού, του διαφωτισμού, του ενός και μόνου πολιτισμού προς τον οποίο οφείλει να τείνει η Τουρκία.
Ο ρεπουμπλικανισμός συνιστά την άρνηση ενός μοναρχικού ή θεοκρατικού πολιτεύματος, και την εναντίωση προς το σουλτανάτο και το χαλιφάτο. Αποτελεί την επιβεβαίωση των κατακτήσεων του Αγώνα της Ανεξαρτησίας και καταδεικνύει την αμετάκλητη εγκατάλειψη του προηγούμενου πολιτικού συστήματος.
Ο κρατισμός υποστηρίζει την άσκηση εξουσίας από τον λαό χωρίς μεσολαβητές, έτσι ώστε να αιτιολογείται η ανάπτυξη ενός συγκεντρωτικού κράτους χωρίς διάχυση εξουσίας προς άλλους ενδιάμεσους πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς. Η εν λόγω αρχή περιλαμβάνει το δικαίωμα και την υποχρέωση του κράτους να παρεμβαίνει στην οικονομία με στόχο την οικονομική ανάπτυξη αλλά και υποστηρίζει, ένα έντονα συγκεντρωτικό-αυταρχικό κράτος που πρέπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της οικονομικής παρέμβασης η οποία του ζητείται, με στόχο την ευημερία των πολιτών. Η εφαρμογή της αρχής του κρατισμού αποσκοπεί στον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας με απόλυτη διασύνδεση πολιτικών και οικονομικών στόχων, με δημιουργία εκτεταμένων μονοπωλίων και με αντίστοιχη συρρίκνωση της ιδιωτικής οικονομίας . Ο ‘’οικονομικός εθνικισμός’’ που υιοθέτησε ο Ατατούρκ αποτέλεσε την αντίδραση στην κυριαρχία της οικονομίας από τους ξένους και τις μη μουσουλμανικές μειονότητες του οθωμανικού κράτους με απώτερο σκοπό την ταχεία δημιουργία μιας ισχυρής επιχειρηματικής τάξης. Η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε στηριζόμενη στον κρατικό προστατευτισμό, η βιομηχανία στηρίχθηκε σε ένα ιδιότυπο ημικρατικό μοντέλο ανάπτυξης, ενώ η αγροτική οικονομία παρέμεινε παραμελημένη παρόλο που αφορούσε την πλειονότητα του λαού .
Η εκκοσμίκευση- η αρχή του λαϊκού κράτους για την Ευρώπη- συνιστά τον θεμέλιο λίθο του κεμαλικού εκσυγχρονισμού, εκφράζοντας την ανατροπή του ισλαμικού προτύπου και την εφαρμογή ενός αυστηρού διαχωρισμού κράτους και θρησκείας. Ήδη από την ίδρυση του τουρκικού κράτους, αποτελεί το βασικό εργαλείο εκσυγχρονισμού και δυτικοποίησης του τουρκικού κράτους, αναγνωρίζοντας την ελευθερία και την αξία του ανθρώπου. Επιπλέον η αρχή της εκκοσμίκευσης εξυπηρετεί ταυτόχρονα την εφαρμογή του εθνικισμού κατά πρώτον, διότι το Ισλάμ είναι αντίθετο με οποιαδήποτε εθνική διαφοροποίηση, και κατά δεύτερον, διότι η έννοια του έθνους λειτουργεί ιδεολογικά ως υποκατάστατο του Ισλάμ .
Τέλος, η ριζοσπαστικότητα αποτελεί μία αρχή που θέλει να δηλώσει την κατάσταση μεταξύ της επανάστασης, με βίαιο χαρακτήρα και μικρή διάρκεια, αφ’ ενός, και της μεταρρύθμισης, δηλαδή της ήπιας μεταβολής με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αφ’ ετέρου. Κατ’αυτόν τον τρόπο, υπογραμμίζει την άρνηση των επιφανειακών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων της οθωμανικής περιόδου και την υιοθέτηση ενός ευρέος και μακρόπνοου μετασχηματισμού της τουρκικής κοινωνίας με στόχο τον εκσυγχρονισμό κατά τα δυτικά ευρωπαϊκά πρότυπα. Η ριζοσπαστικότητα συνιστά την μεθοδευμένη μετατροπή των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και νομικών δομών για την επίτευξη του στόχου αυτού, θεωρώντας αυτονόητη την αποδοχή του δυτικού πολιτισμού ως του προτύπου σε παγκόσμιο επίπεδο προς το οποίο οφείλει να τείνει ο τουρκικός εκσυγχρονισμός.
Σήμερα το σώμα των Τούρκων αξιωματικών έχει αποβάλλει την ριζοσπαστικότητα και έχει ενταχθεί μάλλον σε μια ηγετική ομάδα που εκτός από το γόητρό τους ενδιαφέρονται και για την απόκτηση ποικίλων οφελών και αποκτούν ολοένα περισσότερο τα γνωρίσματα της καθεστηκυίας τάξης .
Πριν προχωρήσουμε στην καταγραφή των κυρίων οργανισμών οι οποίοι ελέγχονται από τις ΤΕΔ εκτιμούμε οτι είναι σκόπιμο να καταγραφεί ο τρόπος δημιουργίας των οργανισμών αυτών και οι συνθήκες μέσα από τις οποίες προέκυψαν.
Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, στο πλαίσιο διδαχής του τουρκικού λαού των δημοκρατικών διαδικασιών, δημιουργήθηκε το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) και στο το οποίο ανατέθηκε η διακυβέρνηση της χώρας μέχρι το έτος 1950. Ουσιαστικά το έτος αυτό επετράπησαν ελεύθερες εκλογές. Στις εκλογές αυτές πρώτο κόμμα ανεδείχθη το νεοϊδρυθέν Δημοκρατικό κόμμα (Democrat Party), ενώ το κόμμα CHP, καίτοι ήταν υποστηριζόμενο από τις ΤΕΔ, με επικεφαλής τον Ισμέτ Ινονού, δεν έλαβε την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Πρόεδρος της Δημοκρατίας έγινε ο Τζελάλ Μπαγιάρ και πρωθυπουργός ο Αντνάν Μεντερές.
Η νοθεία των εκλογών του 1957, οι καταχρήσεις του δημοσίου χρήματος αλλά κυρίως η σταδιακή υπονόμευση των αρχών του κεμαλισμού, εξώθησαν τους στρατιωτικούς στο κίνημα του 1960 που ανέτρεψε τον Μεντερές και καταδίκασε αυτόν και τους υπουργούς Εξωτερικών Ζουρλού και Οικονομικών Πολατκάν σε θάνατο. Το σημαντικότερο επίτευγμα του κινήματος της 27ης Μαΐου 1960 ήταν η παλινόρθωση του σώματος των αξιωματικών σε μια εξέχουσα θέση στο νέο πολιτικό οικοδόμημα της χώρας και η δημιουργία του ΟΥΑΚ του οποίου ο ρόλος θα αναπτυχθεί παρακάτω .
Η κρίση που διείπε την Τουρκία στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν πολύμορφη, επεκτεινόταν στην οικονομία, την πολιτική αλλά κυρίως στην κοινωνία που μαστιζόταν από την τρομοκρατία. Ήδη από το 1977, οι ειδήσεις για βομβιστικές ενέργειες και πυροβολισμούς εναντίον πολιτικών προσωπικοτήτων είχαν εξαπλωθεί, σ’ όλες τις γωνιές της χώρας. Οι συγκρούσεις γύρω στα 1979 και 1980 είχαν λάβει κομματικό χαρακτήρα, γίνονταν ανάμεσα στη Δεξιά και Αριστερά με την μορφή βεντέτας, συμμοριών και επιθέσεων ανταρτών πόλεων και ανάμεσα στα θύματά τους περιλαμβάνονταν και αθώοι πολίτες. Από το φθινόπωρο του 1978 δημιουργήθηκε στο Τουρκικό Γενικό Επιτελείο μία ομάδα εργασίας με αποστολή να επεξεργασθεί τα παρακάτω ερωτήματα: «Απαιτείται τη στιγμή αυτή μια επέμβαση των ενόπλων δυνάμεων; Και αν ναι, τι θα έπρεπε να αποτελέσει τη βάση επέμβασης των ΤΕΔ;» Το κίνημα του 1980 οδήγησε στην καθιέρωση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας ως της ανώτερης νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας της χώρας .
Το νέο Σύνταγμα που προέρχεται από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 (αντίθετα από το σύνταγμα του 1961 και τις φιλελεύθερες καινοτομίες του) ισχυροποιεί τις δικαιοδοσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας και γενικά μειώνει τη δύναμη της νομοθετικής εξουσίας . Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ισχύοντος συντάγματος είναι άλλωστε, η ρύθμιση των σχέσεων κράτους και κοινωνίας κατά τρόπο που να περιορίζει την επικοινωνία μεταξύ των δύο σφαιρών. Αποτέλεσμα είναι η αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να εκφράσουν τις αντιτιθέμενες απόψεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα της τουρκικής κοινωνίας .
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε συμπεράσματα για την πρόοδο της Τουρκίας προς τη ΕΕ σύμφωνα με το οποίο, είχε καταγράψει το φθινόπωρο του 2002 πεντακόσια και πλέον ιδρύματα, σε σύνολο 1.150, που ελέγχονται από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και σημείωνε ότι αυτά τα ιδρύματα, μολονότι επηρεάζουν την εκλογή μόνο του ενός τρίτου της Εθνοσυνέλευσης, καθόριζαν ως έναν μεγάλο βαθμό την πολιτική στάση που κρατούν τα δύο τρίτα και πλέον του σώματος. Με λίγα λόγια η πλειονότητα των βουλευτών της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης ελέγχονται οικονομικά από τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις. Το θέμα αυτό όμως δεν έχει επαρκώς ερευνηθεί δηλ πως επηρεάζουν οι στρατιωτικοί την λήψη πολιτικών αποφάσεων διότι οι οικονομικές δραστηριότητες των ΕΔ αποτελούν «ταμπού».
Οι ΤΕΔ ως θεσμός είναι για όλους (Τούρκους και μη) ένας τελείως άγνωστος χώρος τον οποίο είναι πολύ δύσκολο να τον αναλύσουν και να τον καταλάβουν οι ασχολούμενοι με το αντικείμενο μελετητές. Με τα στεγανά που διαθέτει είναι τελείως απροσπέλαστος για τους εκτός αυτού πολίτες της χώρας. Ένα μαύρο κουτί όπως χαρακτηριστικά λέγεται. Είναι όμως ο θεσμός ο οποίος πιστώνεται με τη δημιουργία και τη θεμελίωση του σύγχρονου εθνικού κράτους μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το εγγενές ελάττωμα της στρατιωτικής ηγεσίας της Τουρκίας διαχρονικά, είναι η αδυναμία συγκρότησης μιας ιδεολογίας που να ανταποκρίνεται σε ένα επεξεργασμένο μοντέλο πολιτειακής λειτουργίας. Η αδυναμία αυτή σε συνδυασμό με ένα δημιούργημα εθνικιστικής σύλληψης αδύναμο να καλύψει τις πραγματικές αντίρροπες δυνάμεις, έχει οδηγήσει το πολιτικό σύστημα σε ένα αδιέξοδο που ανατροφοδοτείται τόσο από την στρατιωτική επιρροή όσο και από άλλες πολιτικές δυνάμεις .
α. ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
Το Υφυπουργείο Αμυντικής Βιομηχανίας (SSM), ιδρύθηκε με νόμο του 1985 με σκοπό να καταστήσει τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ) ανεξάρτητες από τις πηγές του εξωτερικού, σε θέματα εξοπλισμών . Όλες οι εταιρείες Αμυντικής Βιομηχανίας αποτελούν τμήματα- ιδιοκτησία του Υφυπουργείου Αμυντικής Βιομηχανίας Η Τουρκική αμυντική Βιομηχανία απασχολεί περίπου 50000 άτομα σε 110 επιχειρήσεις που ελέγχει. Οι πόροι του υφυπουργείου δεν προέρχονται από πόρους οι οποίοι έχουν διατεθεί για την άμυνα της χώρας αλλά είναι έσοδα από άλλες πηγές όπως: το 10% του φόρου καυσίμων, το 5% της φορολόγησης φυσικών προσώπων και εταιριών καθώς και από φόρους στη κατανάλωση οινοπνευματούχων ποτών και καπνού (σιγαρέτων). Σε αυτό το οικοδόμημα πρέπει να προστεθεί και η ευνοϊκή νομοθεσία για την υποστήριξη της εντόπιας παραγωγής αμυντικού υλικού.
Τα περισσότερα από τα προγράμματα τα οποία παρακολουθούνται από το SSM είναι συμπαραγωγές με εταιρίες του εξωτερικού. Τα συμβόλαια προβλέπουν στις περισσότερες περιπτώσεις ειδικές πρόνοιες για αντισταθμιστικά οφέλη τα οποία είναι συνήθως η αγορά από τον ξένο συνεταίρο μέρος του παραγομένου προϊόντος ή άλλου παραγομένου στην χώρα προϊόντος. Επίσης πρέπει να επισημάνουμε πως όλα τα προγράμματα που αναλαμβάνουν να εκτελέσουν οι τούρκοι υποκατασκευαστές δεν περιέχουν ποτέ την πρόνοια για την σχεδίαση και την ανάπτυξη ενός των αντικειμένων που πρόκειται να κατασκευασθεί.
Η παρουσία αποστράτων Αξιωματικών σε μεγάλο βαθμό στα Διοικητικά Συμβούλια των παραπάνω εταιρειών καθώς και των επικεφαλής των διαφόρων προγραμμάτων, δημιουργεί την υπόνοια του απόλυτου ελέγχου των εταιρειών αυτών από τις ΤΕΔ. Τούτο σε συνδυασμό με την συνεργασία όλων των εταιρειών με άλλες του εξωτερικού μέσω χρηματιστηριακών ομίλων, καθιστούν δύσκολο τον έλεγχο των πόρων και των δαπανών των εταιρειών αυτών. Τα παραπάνω όπως είναι φυσικό δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για διαπλοκή στις σχέσεις πολιτικών συμφερόντων και ΤΕΔ.
β. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΣΤΡΑΤΟΥ
Αναμφισβήτητα, το τουρκικό στράτευμα διαδραματίζει ένα σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας, δεδομένου ότι αποτελεί τον μεγαλύτερο επιχειρηματία. Πυρήνας των οικονομικών δραστηριοτήτων των ενόπλων δυνάμεων είναι ο Σύνδεσμος Αλληλοβοηθείας του Στρατού που ιδρύθηκε μετά το πραξικόπημα της 27 Μαΐου 1960. Συγκεκριμένα, στις 3 Ιανουαρίου 1961 θεσπίστηκε ο νόμος για την ίδρυση του επονομαζομένου με το ακρωνύμιο ΟΥΑΚ . Με την συμβολή του ο στρατός ανακηρύχθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς και εμπορικούς κολοσσούς στην Τουρκία και όπως γράφει ο Feroz Ahmad ενσωματώθηκε στην Τουρκική οικονομία .
Καταρχάς, ως προς την οργάνωση και διοίκηση του ΟΥΑΚ, επισημαίνεται ότι ο οργανισμός υπάγεται στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης αλλά λειτουργεί ως εταιρεία με πολίτες διευθυντές και εξειδικευμένο πολιτικό προσωπικό.
Σύμφωνα με το Νόμο 205 του 1961, ο ΟΥΑΚ δημιουργήθηκε με στόχο την παροχή βοηθημάτων στο στρατιωτικό προσωπικό . Αναλυτικότερα, κατακρατείται ποσοστό 10% από τον συνολικό μισθό κάθε αξιωματικού, το οποίο θα του επιστραφεί με τόκο 5% όταν λήξει η στρατιωτική του καριέρα. Τα χρήματα αυτά χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών στα μέλη του ΟΥΑΚ και κυρίως για το συνολικό ποσό που θα πληρωθεί αργότερα στον συνταξιούχο αξιωματικό. Ακόμη, αυτά τα χρήματα που συγκρότησαν το αρχικό κεφάλαιο του ΟΥΑΚ τα επένδυσε αργότερα στους πιο κερδοφόρους τομείς της οικονομίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ΟΥΑΚ παρέχει στεγαστικά δάνεια στους αξιωματικούς – μέλη του, ανάλογα με τον ρυθμό πληθωρισμού, όπως επίσης και μέσω της δικής τους κατασκευαστικής εταιρείας, χτίζει ο ίδιος σπίτια τα οποία πωλεί στα μέλη του σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή, σε σχέση μ’ εκείνη που επικρατεί στην αγορά. Επιπροσθέτως, το βασικότερο χαρακτηριστικό του ΟΥΑΚ είναι η ραγδαία εξάπλωσή του. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έγινε ο μεγαλύτερος εταίρος πολλών πολεμικών βιομηχανιών και ανέπτυξε οικονομικά ενδιαφέροντα για ασφαλιστικές εταιρείες και όχι μόνο. Μ’ άλλα λόγια ο ΟΥΑΚ επένδυσε κεφάλαια στην Τουρκική Αυτοκινητοβιομηχανία, στην Ασφαλιστική Εταιρεία ΟΥΑΚ, σ’ εργοστάσια τσιμέντων και χάλυβος, σε εργοστάσια ειδών διατροφής, σε εργοστάσια ελαστικών, σε διυλιστήρια, μέχρι και σε ταξιδιωτικό - τουριστικό γραφείο και εργοστάσιο κονσερβοποιίας . Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι ο ΟΥΑΚ ελέγχει και σημαντικά ποσοστά του Εργοστασίου Πετροχημικών PETKIN, του κρατικού πετρελαίου αλλά και του εργοστασίου παραγωγής ελαστικών GOODYEAR. Εν τούτοις, η πιο σημαντική του συνεργασία είναι με την Γαλλική εταιρεία αυτοκινήτων RENAULT.
Δεν πρέπει να λησμονήσουμε ν’ αναφέρουμε ότι ο ΟΥΑΚ απολαμβάνει φοροαπαλλαγές και ευνοϊκή μεταχείριση από το κράτος. Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα κέρδη του ΟΥΑΚ να σημειώσουν γεωμετρική αύξηση. Αξίζει να σημειωθεί πως η εν λόγω συνεργασία με την RENAULT έχει χαρακτηριστεί ως η πιο επιτυχής. Ο ΟΥΑΚ ξεκίνησε με μία επένδυση 8.600.000 τουρκικών λιρών, η οποία το 1970 αυξήθηκε στα 502 εκατομμύρια λίρες ενώ η περιουσία της εκείνη την εποχή υπολογίζεται στα 300 εκατομμύρια λίρες και το 1992 υπολογίζετο ότι έφτασε το ένα τρισεκατομμύριο. Κατά την δεκαετία 1970-1980, ο ΟΥΑΚ επεξέτεινε τις δραστηριότητές του στις εταιρείες συσκευασίας τροφίμων και σε ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δικαίως χαρακτηριζόταν εκείνη την εποχή ως ο «τρίτος τομέας» της οικονομίας, που περιλάμβανε το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα .
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω στοιχεία που αναφέραμε, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι μέσω του ΟΥΑΚ και των δραστηριοτήτων του, ο στρατός στην Τουρκία έχει δημιουργήσει ένα αδιαφανές οικονομικό πλέγμα οικονομικών σχέσεων με μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού όπως RENAULT και GOODYEAR, οι οποίες έχουν επενδύσει πολλά κεφάλαια στην Τουρκία, έτσι ώστε ν’ ασκεί επιρροές και να επηρεάζει αποφάσεις τρίτων χωρών. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι επενδύσεις του χαρακτηρίζονται από μια ποικιλομορφία, ενισχύει την εξέλιξή του σε εθνικό βιομηχανικό κολοσσό ο οποίος επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τα οικονομικά ζητήματα της χώρας. Όπως αναφέρει και η συγγραφέας Πηνελόπη Φουντεδάκη, «οι τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες και οι ανάγκες συντήρησης του στρατιωτικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία πολιτικού ελέγχου, έχουν μετατρέψει τον στρατό σε ισχυρό εργοδότη και παραγγελιοδόχο. Η πραγματική ισχύς του στρατού και η υποβόσκουσα μόνιμη απειλή νέου πραξικοπήματος, έχουν υποχρεώσει τις εκάστοτε κυβερνήσεις σε παροχές προς τους στρατιωτικούς, τόσο σε επίπεδο μισθών, όσο και σε διεύρυνση των δυνατοτήτων επιχειρηματικής δραστηριότητας των ενώσεών τους». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο στρατός εμφανίζεται να επεκτείνει την κυριαρχία του πέραν του πολιτικού πεδίου, και στο οικονομικό πεδίο, μετατρεπόμενος σε αφανή αλλά μοναδικό παράγοντα καθορισμού των οικονομικών του αποφάσεων αυτονόμως και όχι μέσω του ελέγχου των πολιτικών. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως για την αποτελεσματική δράση του, ο στρατιωτικός παράγοντας και οι υποστηρικτές του έχουν μεριμνήσει και για την καλλιέργεια θετικής εικόνας στην κοινή γνώμη, η οποία περιλαμβάνει και το ενδεχόμενο αντιπαράθεσης προς την αναποτελεσματικότητα των υπηρεσιών του κράτους που ελέγχονται από την πολιτική εξουσία.
γ. ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
Η πολιτική ζωή του τουρκικού κράτους έχει σημαδευτεί από περιόδους αναταραχών στις οποίες πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι ένοπλες δυνάμεις του. Ο στρατός της Τουρκίας είναι ο παράγοντας εκείνος ο οποίος με τις ενέργειές του σε διάφορες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας συνέβαλε στην διαμόρφωση του τουρκικού κράτους. Παρόλο τον επίσημο διαχωρισμό πολιτείας και στρατού που προσπάθησε να επιβάλει ο Κεμάλ Ατατούρκ, έχει σχηματιστεί μια ιδιόμορφη συμφωνία μεταξύ του στρατού και των πολιτικών ελίτ. Το ΣΕΑ θεωρείται ότι με την προηγούμενη μορφή του, πριν τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις, ήταν θεσμός παρόμοιας αποστολής με το Πολιτικό Γραφείο της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ.
Μια περίοδος αναταραχών και έντονων πολιτικών εξελίξεων ήταν το διάστημα 1960 – 1961, το οποίο σηματοδοτήθηκε από την ανατροπή στις 27 Μαΐου του 1960 της κυβέρνησης του Αντνάν Μεντερές. Οι κινηματίες δεν ήσαν μέλη της ηγεσίας των ΤΕΔ και η στρατιωτική επέμβαση του 1960-1961 ήταν ένα «πραξικόπημα συνταγματαρχών » Αποτέλεσμα της ανατροπής αυτής ήταν η δημιουργία Συντάγματος, το οποίο εξασφάλιζε για τους Τούρκους πολίτες μια σειρά από δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες (όπως το δικαίωμα στη μόρφωση, στην εργασία, στην ελευθερία έκφρασης κ.ά.).
Εκτός από την καθιέρωση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών για τους πολίτες, το Σύνταγμα του 1961 καθιέρωσε και ένα όργανο με το οποίο επιδιωκόταν η ανάπτυξη στενών σχέσεων του στρατού με την κυβέρνηση. Το όργανο αυτό ονομάστηκε Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (ΣΕΑ) και έπαιζε συμβουλευτικό ρόλο σε θέματα ασφάλειας. Όπως επισημαίνει ο Γεράσιμος Καραμπελιάς το συγκεκριμένο όργανο όχι μόνο συνεπικουρούσε στη διατήρηση της αυτοτέλειας του στρατιωτικού μηχανισμού αλλά και ενίσχυε τη φωνή του στη διαδικασία λήψης αποφάσεων . Επίσης συντόνιζε όλες τις ενέργειες σχετικά με την επιστράτευση. Με την δημιουργία του ΣΕΑ η χώρα απέκτησε ένα διπλό πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης. Την εκτελεστική εξουσία που εκπροσωπείται από την κυβέρνηση, και τις ΕΔ που εκπροσωπούνται από το ΣΕΑ. Πολλοί μελετητές της Τουρκίας χαρακτηρίζουν το ΣΕΑ σαν την θεσμοθετημένη επιρροή των ΕΔ στην πολιτική ζωή της χώρας. Ο δε Γεράσιμος Καραμπελιάς το χαρακτηρίζει ως «το ανώτερο μη εκλεγμένο όργανο λήψης αποφάσεων της χώρας». Αργότερα μετά το πραξικόπημα του 1980 και την ψήφιση νέου Συντάγματος, το ΣΕΑ ενδυναμώθηκε περαιτέρω για να ελέγχει την Τουρκική πολιτική ζωή.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα αυτό το ΣΕΑ απαρτίζεται από πέντε (5) στρατιωτικά μέλη και από πέντε (5) πολιτικά. Τα στρατιωτικά μέλη είναι ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, ο Αρχηγός Στρατού, ο Αρχηγός Ναυτικού, ο Αρχηγός Αεροπορίας και ο Αρχηγός Στρατοχωροφυλακής. Τα πολιτικά μέλη είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός της χώρας, ο υπουργός των Εξωτερικών, ο υπουργός των Εσωτερικών και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας. Ο τελευταίος μπορεί να αντικατασταθεί από άλλους υπουργούς, για παράδειγμα από τον υπουργό Οικονομικών, Μεταφορών ή Επικοινωνιών ανάλογα με το θέμα που προτίθεται να εξετάσει το Συμβούλιο.
Το ΣΕΑ μετά την τελευταία τροποποίηση του συντάγματος στην προσπάθεια εναρμονισμού της χώρας με τις επιταγές της ΕΕ, έχει πλέον την μορφή συμβουλευτικού σώματος για την Κυβέρνηση. Με την μορφή που έχει τώρα, δεν προβλέπεται στην σύνθεση του η παρουσία όλων των αρχηγών των ΤΕΔ. Μόνος αρχηγός που παρευρίσκεται στις συνεδριάσεις του, οι οποίες πραγματοποιούνται κάθε δύο (2) μήνες είναι ο αρχηγός ΤΕΔ. Ωστόσο δεν πρέπει να παραβλεφθεί η αναφορά στο ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τον εσωτερικό πολιτικό ρόλο των ΤΕΔ, άρθρο 118 του νέου τουρκικού συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο το ΣΕΑ έχει δικαίωμα και υποχρέωση «να υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο τις απόψεις του σχετικά με τη λήψη αποφάσεων και την εξασφάλιση του συντονισμού κατά τη διαμόρφωση, υιοθέτηση και εφαρμογή της εθνικής πολιτικής ασφαλείας του κράτους. Το Υπουργικό Συμβούλιο θα λαμβάνει κατά προτεραιότητα υπόψην του τις αποφάσεις του ΣΕΑ σχετικά με τα μέτρα που αυτό κρίνει ως αναγκαία για τη διασφάλιση της ύπαρξης και της ανεξαρτησίας του κράτους, την ακεραιότητα και το αδιαίρετο της χώρας και την ειρήνη και ασφάλεια της κοινωνίας». Επιπλέον, ως ελάχιστο αναφαίρετο δικαίωμα, οι ΤΕΔ έχουν επιμείνει στο δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) σε αποφάσεις που θεωρούν ότι έχουν άμεσες επιπτώσεις για την εθνική ασφάλεια .
Για την διοικητική στήριξη του ΣΕΑ έχει προβλεφθεί η λειτουργία της Γραμματείας του ΣΕΑ με επικεφαλής παλαιότερα τον υπαρχηγό του Τουρκικού Γενικού Επιτελείου. Σήμερα, μετά τις τροποποιήσεις λόγω των επιταγών της ΕΕ είναι δηπλωμάτης. Η Γραμματεία του ΣΕΑ συνεργάζεται με όλες τις διοικητικές υπηρεσίες, τις υπηρεσίες πληροφοριών και ασφαλείας καθώς και με τα πανεπιστημιακά ιδρύματα για την άντληση στοιχείων, στατιστικών δεδομένων και μελετών. Οι εξειδικευμένοι υπάλληλοι οι οποίοι εργάζονται στην Γραμματεία του ΣΕΑ και οι οποίοι απολαμβάνουν ειδικού μισθολογίου, μετά την πρόσφατη «πολιτικοποίηση» του οργάνου, είναι σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδος ΖΑΜΑΝ της 31 Ιανουαρίου 2007, υποχρεωμένοι να υποβληθούν σε εξετάσεις μέσα στα επόμενα δύο (2) χρόνια ενώ οι βοηθοί τους μέσα στα επόμενα τρία (3) χρόνια. Σε περίπτωση αποτυχίας έχουν δικαίωμα να επαναλάβουν τις εξετάσεις άλλη μία φορά. Εάν και την δεύτερη φορά αποτύχουν θα μεταταχθούν σε άλλη υπηρεσία του δημοσίου. Είναι προφανές ότι με την μέθοδο των εξετάσεων το ΣΕΑ έχει την δυνατότητα να επιλέγει αυτούς οι οποίοι εναρμονίζονται με την γραμμή του και να απομακρύνει αυτούς οι οποίοι διαφοροποιούνται.
Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, προεδρεύει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και μόνο όταν απουσιάζει, τον αντικαθιστά ο πρωθυπουργός. Στη θέση του γραμματέα του Συμβουλίου, τοποθετείτο στρατιωτικός και μάλιστα ο υπαρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Σο ΣΕΑ οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς ψηφοφορία αλλά με την αρχή της συναίνεσης .
Σύμφωνα με το ΣΕΑ και το κεμαλικό κατεστημένο, με το όργανο αυτό, γίνεται εφικτή η συντονισμένη εργασία των δύο οργάνων, κυβέρνησης και ΣΕΑ. Η ομαλή συνεργασία μεταξύ τους, μπορεί να διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό τη λήψη αποφάσεων για θέματα που αφορούν τον οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό και κοινωνικό τομέα της δημόσιας ζωής στην Τουρκία. Ένας ειδικότερος σκοπός του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, είναι να συμπτύξει τις σχέσεις της στρατιωτικής και της πολιτικής ηγεσίας, δηλαδή του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Για να επιτυγχάνεται η ευκολότερη συνεννόηση και συνεργασία των δύο πλευρών, προωθήθηκε παλαιότερα η ιδέα να εκλέγεται στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, άνθρωπος με στρατιωτικές ρίζες. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τέσσερις Πρόεδροι μεταξύ των ετών 1960-1967 ήταν απόστρατοι αξιωματικοί.
Για την κατανόηση των πολιτικών αρμοδιοτήτων και δικαιοδοσιών του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, η προσοχή πρέπει να εστιασθεί στον ορισμό των όρων «εθνική ασφάλεια» και «πολιτική εθνικής ασφάλειας» όπως ορίζει ο νόμος 2945 της 9ης Νοεμβρίου 1983 . Σύμφωνα με αυτόν, «εθνική ασφάλεια είναι η προάσπιση και διαφύλαξη της κρατικής συνταγματικής τάξης, της εθνικής οντότητας και ακεραιότητας από κάθε είδους εσωτερικές και εξωτερικές απειλές στους τομείς πολιτικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής μορφής συμφερόντων σε διακρατικό επίπεδο, καθώς και του νομικού καθεστώτος των συμφωνιών». Όσο για την πολιτική εθνικής ασφάλειας που καθορίζει το ΣΕΑ, αφορά τον τρόπο δράσης που έχει σαν στόχο «να διασφαλίσει την εθνική ασφάλεια και την επίτευξη των εθνικών στόχων στους τομείς εσωτερικού, εξωτερικού και άμυνας». Η ευρύτητα που χαρακτηρίζει την απόδοση των παραπάνω όρων, συμβάλλει στην αύξηση των πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και νομικών αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας.
Για να λάβει το ΣΕΑ μια απόφαση έχει δεκάδες ομάδες εργασίας μέσα στις ΤΕΔ (Ακαδημίες- Σχολές- Επιτελεία) οι οποίες συντάσσουν μελέτες που εισάγονται για συζήτηση στο σώμα αυτό, ενώ παράλληλα οι αξιωματικοί εκπαιδεύονται σε θέματα πολιτικοκοινωνικά- οικονομικά και διπλωματίας για την μετέπειτα ανέλιξη τους στην ιεραρχία του σώματος. Γνωστές είναι οι περίπου δέκα (10) ομάδες που ασχολούνται με τα ελληνοτουρκικά, και η Δυτική Ομάδα Εργασίας η οποία ασχολείται με την ισλαμική οπισθοδρόμηση. Ο θεσμός του ΣΕΑ παρέχει στην ουσία κατευθύνσεις, σε όλα τα θέματα τα οποία άπτονται της εθνικής ασφάλειας. Με αυτόν τον όρο καλύπτονται όλες οι πτυχές της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Όλα τα θέματα αφορούν το ΣΕΑ. Από την προστασία του συντάγματος και της κοινωνικής ευημερίας, μέχρι την διαχείριση των υδάτινων πόρων, την ακεραιότητα της χώρας, την ισλαμική αντιδραστικότητα και την παροχή κατευθύνσεων στην διπλωματία της χώρας. Δεν θα ήταν εκτός πραγματικότητας να συμπεράνουμε ότι το ΣΕΑ χαράσσει την πολιτική και επιβλέπει την εφαρμογή της από την κυβέρνηση.
Κατά τον νυν γραμματέα του ΣΕΑ, το έργο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας είναι και συμβουλευτικό . Άρρητος όμως λόγος ύπαρξης του συμβουλίου είναι: « να κάνει γνωστές τις βασικές απόψεις του ΣΕΑ στο υπουργικό συμβούλιο» . Όπως είχε περιγραφεί από σχολιαστές της Τουρκικής πολιτικής σκηνής η χώρα έχει και δεύτερη κυβέρνηση, αυτή του ΣΕΑ.
Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, ένα όργανο με στρατιωτικοπολιτική σύνθεση, έπαιξε και συνεχίζει να παίζει σημαντικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας. Ο πρώην αρχηγός των ΤΕΔ Στρατηγός Dogan Gures είχε δηλώσει το1992 με περιττή παρρησία «Η Τουρκία είναι Στρατιωτική χώρα».
Το ΣΕΑ είναι υπεύθυνο για τον συντονισμό της σύνταξης και στη συνέχεια της έγκρισης του Σχεδίου Πολιτικής Εθνικής Ασφαλείας (έχει αποκαλεστεί και μυστικό σύνταγμα της χώρας), ενός άκρως απορρήτου εγγράφου που καθιερώνει προτεραιότητες σε περιπτώσεις απειλών της εθνικής ασφάλειας και επεξεργάζεται κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση τους. Ο προηγούμενος πρόεδρος της χώρας Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ είχε δηλώσει ότι το κράτος είναι η υπέρτατη αρχή και εξουσία, το δε Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (ΣΕΑ) εκπροσωπεί το κράτος.
Παρόλα αυτά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην έκθεση προόδου της χώρας για τις μεταρρυθμίσεις στην Τουρκία, που δημοσιοποιήθηκε τη 6 Οκτωβρίου 2004 σημείωνε ότι «παρά τις μεταρρυθμίσεις για την εναρμόνιση των πολιτικοστρατιωτικών σχέσεων με αυτών που ισχύουν στις χώρες της ΕΕ οι ΤΕΔ εξακολουθούν να ασκούν επιρροή διαμέσου ανεπισήμων διόδων». Επίσης, όταν και πάλι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην έκθεση προόδου της χώρας για τις μεταρρυθμίσεις στην Τουρκία για την επόμενη χρονιά, που δημοσιοποιήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2005, ανέφερε ότι οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν τις πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις συνεχίζονται, αλλά οι ΕΔ εξακολουθούν να ασκούν σημαντική επιρροή προβαίνοντας σε δημόσιες δηλώσεις επί των πολιτικών εξελίξεων και την κυβερνητική πολιτική. Τα ίδια περίπου περιγράφει για τις ΤΕΔ η έκθεση προόδου της ΕΕ για την Τουρκία τον Νοέμβριο του 2006 .
δ. ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Μετά το πραξικόπημα του 1960 ακολούθησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η δημιουργία του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Κατ’ αντιστοιχία, το 1971 στο πραξικόπημα της ιεραρχίας των ΤΕΔ με διακοίνωση ακολούθησε η ίδρυση ενός άλλου οργάνου, του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου (ΑΣΣ), το οποίο συστάθηκε στις 26 Ιουλίου του 1972. Το καινούριο αυτό Συμβούλιο, έχει σαν σκοπό του, την περαιτέρω διεύρυνση των σχέσεων και του διαλόγου μεταξύ του στρατού και της κυβέρνησης, ενισχύοντας έτσι το έργο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας.
Για την ανάπτυξη των σχέσεων στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, «επιστρατεύονται» - από το στρατιωτικό χώρο- όχι μόνο οι αρχηγοί των κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως συμβαίνει στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας- αλλά και όλοι οι στρατηγοί, οι ναύαρχοι και οι πτέραρχοι. Σύμφωνα με άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε την 1 Δεκεμβρίου 2006 στην αγγλόφωνη εφημερίδα The New Anatolian όλοι οι στρατηγοί των ΤΕΔ ανέρχονται στους δεκατέσσερις(14) . Αυτοί, μαζί με τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εθνικής Άμυνας- οι οποίοι προέρχονται από τον πολιτικό χώρο – αποτελούν τα μέλη του ΑΣΣ . Πρόεδρος του Συμβουλίου αυτού, είναι ο πρωθυπουργός, σε περίπτωση απουσίας του όμως τα καθήκοντα του προέδρου αναλαμβάνει ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου. Τη θέση του Γενικού Γραμματέα κατέχει ο υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου.
Χαρακτηριστικό της λειτουργίας του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου, είναι ότι συνεδριάζει σε περίοδο ειρήνης και συνήθως τρεις (3) φορές το χρόνο (το Φεβρουάριο, τον Αύγουστο και το Νοέμβριο). Ωστόσο, πέρα από τις τακτικές συνεδριάσεις του, το Συμβούλιο μπορεί να συγκληθεί και εκτάκτως, ύστερα από αίτημα του πρωθυπουργού, του υπουργού Εθνικής Άμυνας ή του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου. Επίσης, η ημερομηνία και ο τόπος όπου θα συνεδριάσει το Συμβούλιο καθώς και η ημερήσια διάταξή του, ορίζονται μετά από πρόταση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου και με την έγκριση του πρωθυπουργού. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου, λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία και στην ψηφοφορία που διεξάγεται, η ψήφος όλων των μελών είναι ίση.
Όσον αφορά τα καθήκοντα του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου, αυτά είναι τα εξής :
1/. Η επιλογή του στρατηγικού σχεδίου και η ανταλλαγή απόψεων, πάνω στα σχέδια που έχει ετοιμάσει το Γενικό Επιτελείο.
2/. Η ανταλλαγή απόψεων στα θέματα βασικού προγραμματισμού και στόχων των ενόπλων δυνάμεων.
3/. Η ανταλλαγή απόψεων πάνω σε σχέδια νόμων, καταστατικών και κανονισμών που αφορούν τις ένοπλες δυνάμεις.
4/. Κρίσεις για προαγωγές και αποστρατείες προσωπικού.
Οι ΤΕΔ ισχυρίζονται ότι έργο του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου, είναι να ενημερώνει την πολιτική ηγεσία για τις εργασίες και τα θέματα που διαχειρίζεται το Γενικό Επιτελείο. Λέγουν ότι με αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνεται η στενότερη συνεργασία στρατιωτικών και πολιτικών και κατ’ επέκταση, επιτυγχάνεται η αποτελεσματικότερη επίλυση των προβλημάτων που προκύπτουν είτε στη διακυβέρνηση της χώρας, είτε στη διοίκηση του στρατού.
Ο πρώην αρχηγός των ΤΕΔ Χουσεήν Κιβρίκογλου έχει δηλώσει ότι ‘’η πολιτική που εφαρμόζουν οι ΤΕΔ δεν διαφέρει από άτομο σε άτομο, δεν βασίζεται στις προσωπικότητες των εκάστοτε Αρχηγών. Η πολιτική καθορίζεται από τη ηγεσία και εφαρμόζεται’’. Η πολιτική αυτή η οποία είναι κρατική πολιτική είναι υποχρεωτική για όλους και ουδείς έχει το δικαίωμα να παρεκκλίνει από αυτήν, όπως πρόσφατα υπενθύμισε ο Α/ΤΕΔ με την ευκαιρία των διαπραγματεύσεων μεταξύ του Τούρκου πρωθυπουργού και της Φιλανδικής προεδρίας της ΕΕ τον Δεκέμβριο του 2006 για το άνοιγμα των τουρκικών λιμανιών και αεροδρομίων σε πλοία και αεροσκάφη Κυπριακού νηολογίου.
ε. ΤΟΥΡΚΙΚO ΥΠΟΥΡΓΕIΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Από τους θεσμούς και τους φορείς πολιτικής στην Τουρκία οι πιο σημαντικοί είναι σίγουρα αυτοί που απηχούν ευκρινέστερα την παράδοση του Κεμάλ Ατατούρκ: το υπουργείο εξωτερικών με το διπλωματικό σώμα και η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων μαζί με το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, εξασφαλίζουν τη μακροχρόνια στρατηγική της Τουρκίας και διορθώνουν τις αποκλίσεις των κυβερνήσεων από την Κεμαλική ορθοδοξία. Οι κατά καιρούς υπουργοί εξωτερικών συμμορφώνονται συνήθως με τις απόψεις των διπλωματών και υπακούουν στην ανωτέρα βία των στρατιωτικών .
Το κατεστημένο αυτό, που διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας, έχει συνέχεια, δεν αντιδικεί με τον χρόνο, ξεκινά από το μακρινό παρελθόν και έχει τη βεβαιότητα ότι το μέλλον τού ανήκει. Μπορεί να σφάλλει, αλλά αυτό θα το διαπιστώσει μόνο εκ του αποτελέσματος, όποιο και αν είναι.
Από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η γραφειοκρατία υπήρξε αντικείμενο δέους και σεβασμού για τους υπηκόους της. Στην Οθωμανική γραφειοκρατία, το Υπουργείο Εξωτερικών αποτελούσε μια ελίτ μέσα σε μια ελίτ. Αυτή η συνήθεια της αντιμετώπισης του ΥΠΕΞ ως κέντρου γραφειοκρατικής υπεροχής διατηρείται και στην σύγχρονη Τουρκία. Οι εξετάσεις για την εισαγωγή στο υπουργείο αυτό είναι οι δυσκολότερες της χώρας και βέβαια οι υπάλληλοι του είναι εγνωσμένης κεμαλικής ιδεολογίας.
Στο βιβλίο του Στρατός και Διπλωματία , ο Φίλιπ Ρόμπινς εξετάζει την εξωτερική πολιτική της χώρας από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και αναφέρει ότι το Τουρκικό ΥΠΕΞ προστατεύεται από ειδικό νόμο που δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση να μπορεί να παρέμβει στην διοίκηση του ή στις τοποθετήσεις των πρέσβεων. Βέβαια έχουν υπάρξει και εξαιρέσεις κατά τη περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από την Τανσού Τσιλέρ ή τον Μεσούτ Γιλμάζ οι οποίοι για προσωπικές και κομματικές φιλοδοξίες επισκίασαν τα ευρύτερα συμφέροντα της χώρας εμπλεκόμενοι στα εσωτερικά θέματα του υπουργείου. Ομοίως επί προεδρίας Τουργκούτ Οζάλ, το ΥΠΕΞ δεν συμφωνούσε στις πρωτοβουλίες που ανελάμβανε χωρίς προηγουμένως να έχει συνεννοηθεί με τους επαγγελματίες της διπλωματίας.
Ο αυτονομημένος αυτός θεσμός, όσο εξακολουθεί να υφίσταται, προσθέτει νέα προβλήματα στην ημερήσια διάταξη των σχέσεών του με την κάθε αντίδικο προς αυτό χώρα και δεν έχει την πρόθεση να επιλύσει ζητήματα, εκτός και εάν επιτύχει την πλήρη ικανοποίηση των στόχων του ή εκτιμήσει ότι υπάρχει κίνδυνος σοβαρών αντιποίνων.
Σύμφωνα με την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ ο νυν πρόεδρος της χώρας κ Κ. Παπούλιας όταν ήταν επικεφαλής του ελληνικού ΥΠΕΞ σε απόρρητο σημείωμά του, που απέστειλε στον τότε πρωθυπουργό της χώρας Ανδρέα Παπανδρέου στις 15 Οκτωβρίου 1984, για την περίοδο 1976-1979 χαρακτήριζε το Τουρκικό ΥΠΕΞ: «Χαρακτηριστικό της διαπραγματευτικής (τουρκικής) μεθοδολογίας αποτελεί η συνέπεια και η επιμονή στις επιλεγείσες κινήσεις της. Οι θέσεις, όπως αναπτύσσονται και διαμορφώνονται στην εξέλιξή τους, κινούνται πάντα γύρω από έναν αμετάβλητο άξονα με μόνη επιτρεπόμενη απόκλιση την παρουσίαση μεταγενέστερα θέσεων που δεν συνιστούν παρά μόνο επεξήγηση συχνά επί το προκλητικότερο προηγουμένων της θέσεων. Σε αντίθεση με τις υποχωρήσεις που πραγματοποίησε στο διαδικαστικό επίπεδο, στο επίπεδο των αρχών οι θέσεις της παρέμειναν αμετάβλητες»
στ. Η στάση των ΤΕΔ απέναντι στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ και οι εξωτερικοί παράγοντες που την επηρεάζουν
Αναμφισβήτητα οι ΤΕΔ στηρίζουν οποιαδήποτε μεταρρύθμιση που σχετίζεται με τον εκσυγχρονισμό του τουρκικού κράτους. Ωστόσο, λειτουργώντας ως «άγρυπνος φρουρός και προστάτης της Τουρκικής Δημοκρατίας», προσπαθούν να προστατέψουν την χώρα τόσο απέναντι σε εξωτερικές όσο και εσωτερικές απειλές, μία νοοτροπία που έχει καλλιεργηθεί από τον Ατατούρκ . Με αφορμή τη μη ομαλή πορεία των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας κυρίως λόγω των πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η τελευταία, οι ΤΕΔ διατηρούσαν μία επιφυλακτική στάση απέναντι στο ενδεχόμενο ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.
Αυτή η στάση άλλαξε ουσιαστικά από το 1999 και μετά όταν υπό την πίεση των επιταγών της ΕΕ, τέθηκαν σ’ εφαρμογή μεταρρυθμίσεις από τον πρωθυπουργό Ερντογάν που αποσκοπούσαν στον περιορισμό του ρόλου των ΤΕΔ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας. Η απόφαση να δοθεί στην Τουρκία επίσημα η ιδιότητα υποψηφίου μέλους της ΕΕ, και η συνεπαγόμενη ανάληψη από την πλευρά της Τουρκίας της υποχρέωσης να συμμορφωθεί με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, σήμαινε εκτός των άλλων πως και οι ΤΕΔ θα έπρεπε να εκχωρήσουν αρκετές εξουσίες, που θεωρούσαν αποκλειστικές μέχρι τότε. Συνεπώς, προκειμένου να επιλυθούν αρκετά εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα εκείνη την εποχή, όπως το Κουρδικό, ο ανερχόμενος Ισλαμισμός, οι επιδεινωμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι οικονομικές δυσκολίες (ιδιαίτερα ύστερα από τον σεισμό του 1999 για την αντιμετώπισή του οποίου επικρίθηκαν ) καθώς και η ανησυχία για την πολιτική των ΗΠΑ στο Ιράκ αλλά και το ενδεχόμενο να μείνει η Τουρκία εκτός των σχεδίων της ΕΕ για τη σύσταση μιας ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης, οι ΤΕΔ αποδέχθηκαν την ανάγκη να υποστούν ουσιαστικές αλλαγές .
Κατ’αυτόν τον τρόπο, η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ φάνηκε ως μία λογική λύση, η οποία θα οδηγούσε σε τέτοιου είδους οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές και νομικές ρυθμίσεις, οι οποίες θα μετέβαλλαν πλήρως την δομή και την μορφή της Τουρκικής κοινωνίας, εκτοπίζοντας τον κίνδυνο εξτρεμιστικών Ισλαμικών κινημάτων. Υπό το πρίσμα αυτό, οι ΤΕΔ έχουν την πεποίθηση πως μόνο όταν η Τουρκία υπερβεί όλα τα εμπόδια και γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ, θα έχει ολοκληρωθεί το ιστορικό έργο του εκσυγχρονισμού του Τουρκικού κράτους .
Από την άλλη πλευρά, ο δρόμος προς την ΕΕ θα προσέφερε και νέες λύσεις στο Κουρδικό πρόβλημα αφού οι βελτιωμένες οικονομικές συνθήκες θα αποδυνάμωναν αυτονομιστικές τάσεις και θα παρότρυναν ορισμένα Ευρωπαϊκά κράτη να σταματήσουν να παρέχουν έμμεση υποστήριξη στο PKK . Εξίσου σημαντική είναι και η πεποίθηση της στρατιωτικής ηγεσίας πως η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας θα αποκαθιστούσε και τις διεθνείς ισορροπίες που είχαν κλονιστεί όταν η Ελλάδα έγινε μέλος της ΕΕ και συνεπώς θα δημιουργείτο η κατάλληλη ατμόσφαιρα για την επίλυση του Κυπριακού.
Ωστόσο, παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και τα οφέλη που αυτή θα προσέφερε στο κράτος, οι ΤΕΔ δεν είχαν εξετάσει το κόστος αλλά και τα πιθανά προβλήματα που θα επέφερε η μεταβατική περίοδος που θα μεσολαβούσε μέχρι την στιγμή που η χώρα θα γινόταν καινούριο μέλος της ΕΕ. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι ΤΕΔ επωμίστηκαν το έργο της δημιουργίας των καταλλήλων συνθηκών για την ομαλή μετάβαση .
Ο μεγάλος «συμβιβασμός» στην Τουρκία έγινε τον Νοέμβριο του 2002 όταν οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ) επέτρεψαν ή έστω επέδειξαν ανοχή στο να εκλεγεί και μάλιστα με μεγάλη πλειοψηφία το κόμμα αρετής και δικαιοσύνης (ΑΚΡ), το οποίο χαρακτηρίζεται ως ισλαμικό. Ο αρχηγός του κόμματος εκείνη την εποχή (Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ) ήταν στην φυλακή γιατί είχε απαγγείλει ένα ποίημα όταν πριν λίγα χρόνια ήταν δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, το οποίο θεωρήθηκε από το κράτος ότι προσέβαλλε τις ΤΕΔ και τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους.
Μετά από πολλά χρόνια η κυβέρνηση ήταν μονοκομματική, ενώ η αντιπολίτευση συνίστατο από ένα κόμμα μόνον, αυτό που είχε δημιουργήσει ο ιδρυτής της Τουρκικής Δημοκρατίας (ΤΔ) Κεμάλ Ατατούρκ. Το κόμμα αυτό με την ονομασία Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (CHP) είχε ως αρχηγό τον Ντενίζ Μπαϋκάλ.
Τον Δεκέμβριο του 2002 η ΕΕ ανεγνώρισε την πρόθεση της νέας Τουρκικής κυβέρνησης να προχωρήσει γρήγορα στις μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να γίνει η χώρα όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, πλήρες μέλος της ΕΕ. Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι την γιγαντιαία αυτή προσπάθεια για να έλθει η χώρα κοντά στην Ευρώπη, έχει αναλάβει να την φέρει εις πέρας ένα Ισλαμικό κόμμα, ενώ το επίσημο κράτος είναι λαϊκό. Η δυτικοποίηση που οραματίστηκε ο πατέρας της χώρας Κεμάλ Ατατούρκ πολέμιος των θρησκευτικών πολιτικών παραδόσεων, δρομολογείται από μετριοπαθή Ισλαμική κυβέρνηση. Ο νυν Πρωθυπουργός Eρντογάν αρνείται ότι ηγείται μιας μετριοπαθούς ισλαμικής κυβέρνησης. Όπως λέγει ένα Ισλάμ υπάρχει.
Την περίοδο από 2002 έως 2004 η χώρα έζησε μια περίοδο βελτίωσης των πολιτικών πραγμάτων, καθώς, με την προοπτική ένταξης στην ΕΕ εφαρμόσθηκαν μεταρρυθμίσεις τις οποίες χρηματοδοτούσε το ΔΝΤ. Είναι η εποχή που το Τουρκικό κατεστημένο έδειχνε να είναι ικανοποιημένο με το κόμμα του Eρντογάν. Βέβαια, είναι πάντοτε υπ΄ όψιν ο Ισλαμικός κίνδυνος, αλλά αυτό έχει να κάνει με την συνεχή υπόμνηση ότι οι ΤΕΔ είναι άγρυπνοι φρουροί της Λαϊκότητας της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο συμβολισμός της μουσουλμανικής μαντίλας και η σημειολογική σημασία της ενδυματολογικής προτίμησης των μελών του κόμματος ΑΚΡ και των συντηρητικών σουνιτών μουσουλμάνων της χώρας, φέρνουν συνεχής τριβές μεταξύ ΤΕΔ και κόμματος. Η Τουρκική Δημοκρατία περιγράφεται στο σύνταγμά της, ως λαϊκή χώρα. Έτσι ο αρχηγός των ΤΕΔ δηλώνει ότι ποτέ οι Ε.Δ δεν θα επιτρέψουν να επαναπροσδιορισθεί η χώρα ως Ισλαμικό κράτος.
Προκειμένου η Τουρκία να εναρμονιστεί με τις επιταγές της ΕΕ, το κυβερνών ισλαμικό κόμμα, Αρετής και Δικαιοσύνης (ΑΚΡ) έφερε στην βουλή (ΤΒΜΜ) και πέρασε εύκολα λόγω της μεγάλης πλειοψηφίας που διαθέτει, μια σειρά μεταρρυθμιστικών νόμων που το προηγούμενο τους μπορεί να συναντηθεί μόνο στην περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον λατρευόμενο ως θεό αλλά και πραγματικό μεταρρυθμιστή της χώρας, Μουσταφά Κεμάλ, ή όπως η Τουρκική βουλή όρισε να αποκαλείται Κεμάλ Ατατούρκ (πατέρας των Τούρκων). Οι μεταρρυθμίσεις αυτές ήσαν πρωτόγνωρες για τα δεδομένα της χώρας.
Πολλοί εκτιμούν ότι οι ΤΕΔ δεν αντέδρασαν στις μεταρρυθμίσεις του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Eρντογάν, γιατί το κόμμα είχε μεγάλη πλειοψηφία στην βουλή και η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας υπεστηρίζετο από πλέον του 70% του πληθυσμού της χώρας. Οι ΤΕΔ έβλεπαν την πορεία προς την ΕΕ ως εκπλήρωση των οραμάτων του Κεμάλ Ατατούρκ περί δυτικοποίησης της Τουρκικής κοινωνίας και ως δρόμο που οδηγεί στη ευημερία. Παράλληλα όμως οι ΤΕΔ προέβαιναν σε δηλώσεις ότι δεν θα ανεχθούν ποτέ η χώρα να μετατραπεί σε ισλαμικό κράτος και ότι οι ίδιοι εγγυώνται τον λαϊκό χαρακτήρα του. Παράλληλα τόσον ο πρόεδρος της χώρας όσο και διάφοροι άλλοι θεσμοί (πχ Δικαιοσύνη) δήλωναν ότι η εγγύηση της Λαϊκότητας της ΤΔ είναι οι ΤΕΔ.
Με σκοπό να εναρμονιστεί η χώρα με τις επιταγές της ΕΕ η βουλή έθεσε τέρμα στον αποκλειστικό έλεγχο των ΤΕΔ σε μια αδιαφανή δεξαμενή οικονομικών πόρων, η οποία χρησίμευε στην χρηματοδότηση κυρίως της αγοράς όπλων και ενδεχομένως άλλων δραστηριοτήτων στο εσωτερικό της χώρας. Το ελεγκτικό συνέδριο της χώρας ελέγχει πλέον τις δαπάνες των ΤΕΔ και των υπηρεσιών ασφαλείας της χώρας. Οι εκπρόσωποι των ΤΕΔ αποχώρησαν από διάφορα μη στρατιωτικού ενδιαφέροντος σώματα, όπως από το Ανώτατο Συμβούλιο Παιδείας (ΥΟΚ) και από το Ανώτατο Συμβούλιο Οπτικοακουστικών Μέσων (ΤURΚ). Τα συμβούλια αυτά δημιουργήθηκαν μετά το πραξικόπημα του 1980 για να ελέγχουν οι ΕΔ τα πανεπιστήμια και τα ΜΜΕ. Στα πλαίσια των αλλαγών που έγιναν οι στρατιωτικοί αντικαταστάθηκαν από πολίτες. Δεν είναι γνωστά τα κριτήρια επιλογής των πολιτών αυτών.
Ομοίως το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας έπαψε να κυριαρχείται από ένστολους. Παρ’ όλες τις αλλαγές όμως οι ΕΔ παραμένουν εκτός του ελέγχου της πολιτικής ηγεσίας και διατηρούν το «δικαίωμα» και τα μέσα να επηρεάζουν και, όποτε αυτές κρίνουν, να εμπλέκονται στα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας. Ακόμα είναι σε ισχύ ο γενικός κανονισμός του στρατεύματος που δίδει το δικαίωμα στις ΤΕΔ να επεμβαίνουν για να προασπίσουν την χώρα από εσωτερική ή εξωτερική απειλή. Το άρθρο 85 του Εσωτερικού Κανονισμού των ΤΕΔ ορίζει ότι «οι ΤΕΔ θα υπερασπίσουν τη χώρα από απειλές προερχόμενες από το εσωτερικό ή το εξωτερικό, αν είναι αναγκαίο, με βίαια μέσα ». Ο αρχηγός των ΤΕΔ εξακολουθεί να μην είναι υπό τον έλεγχο του Υπουργού Άμυνας. Σύμφωνα με τον νόμο ο πρωθυπουργός προεδρεύει του συμβουλίου προαγωγών και αποστρατειών, στην πραγματικότητα όμως την αποκλειστική δικαιοδοσία επί των θεμάτων αυτών έχουν οι στρατιωτικοί. Τακτικότατα αποστρατεύονται αξιωματικοί με αιτιολογικό ότι είναι «αντιδραστικοί» μουσουλμάνοι.
Εκτός όμως από τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί η αναφορά και στους εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν την στάση των ΤΕΔ απέναντι στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος των ΗΠΑ στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αναλυτικότερα, οι ΗΠΑ δίνουν την εντύπωση πως υποστηρίζουν την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, θέση όμως η οποία υπαγορεύεται από δικά τους συμφέροντα. Μέχρι σήμερα οι ΗΠΑ τοποθετούσαν την Τουρκία σε θέση-κλειδί εντός της γεωγραφικής περιοχής στην οποία βρίσκεται, μέσα στα πλαίσια της πολιτικής τους για τη δημιουργία συμμαχιών σε περιοχές που θεωρούν σημαντικές. Οι ΗΠΑ, ξεκινώντας από την εκτίμηση ότι η ΕΕ δεν θα καταφέρει να οδηγηθεί σε ομοσπονδιακή δομή, αναπτύσσουν διμερείς σχέσεις με κάθε ένα από τα κράτη-μέλη χωριστά. Η διαφορά με την ΕΕ, είναι ότι ενώ η ΕΕ αναμένει από την Τουρκία να λύσει από μόνη της τα προβλήματα και να παρουσιάσει τελικά τις προόδους της στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, οι ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα και τη θέληση να παρεμβαίνουν στα προβλήματα της Τουρκίας, όποτε το κρίνουν αναγκαίο . Το κατά πόσο η στάση αυτή των ΗΠΑ θα διατηρηθεί και στο μέλλον, θα εξαρτηθεί από το αν θα συνεχίσει η Τουρκία να αποτελεί χώρα-κλειδί για τα αμερικανικά συμφέροντα.
Οι Αμερικανοί στρατηγικοί σχεδιαστές θεωρούν ότι η Τουρκία μπορεί να παίξει πολλαπλό ρόλο στη Μέση Ανατολή. Η γεωγραφική της θέση και η προθυμία της, παρά συχνούς ενδοιασμός, να συνεργασθεί μαζί τους στην περιοχή, την καθιστούν σημαντική σύμμαχο. Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι το τουρκικό κράτος παρά την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ στην επικράτειά του, αποτελεί σημαντικό προπύργιο της Δύσης στην περιοχή . Η παραπάνω περιγραφή των σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας δεν σημαίνει ότι οι διμερείς σχέσεις είναι ιδανικές. Οι δυσκολίες από την πλευρά των Αμερικανών όπως εκφράζονται κυρίως από το Κογκρέσο, όπου έχουν φωνή ομάδες τόσο εθνικές, όπως το αρμενικό και το ελληνικό λόμπι, όσο και προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ασκούν πίεση στην Αμερικανική Κυβέρνηση. Σημεία πίεσης είναι ο εκδημοκρατισμός της Τουρκίας, το Κουρδικό και το Κυπριακό.
Συμπερασματικά μπορεί να αναφερθεί ότι στη μεταψυχροπολεμική εποχή τα συμφέροντα των ΗΠΑ όσο και της Τουρκίας καθιστούν την εξακολούθηση στενής συνεργασίας ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Άγκυρα επιθυμητή και για τις δύο πλευρές. Αναμφισβήτητα οι ποσοτικές και ποιοτικές μεταβολές τις οποίες επέφερε η λήξη του Ψυχρού Πολέμου στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως επίσης και η αποτυχία της τουρκικής ηγεσίας να αναζητήσει αποτελεσματικές λύσεις στα εσωτερικά της πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα δημιούργησαν τριβές στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Αυτό όμως, εκτός κάποιας απρόβλεπτης εξέλιξης, δεν σημαίνει πως οι διμερείς σχέσεις βαίνουν προς πάγωμα ή ρήξη αλλά μάλλον ότι είναι ενταγμένες στα αναμενόμενα πλαίσια σχέσεων μεταξύ κρατών κάτω από φυσιολογικές διεθνείς συνθήκες.
ζ. Παρούσα Κατάσταση- Μερικά Συμπεράσματα
Στο κλασσικό βιβλίο του Bernard Lewis για την Τουρκία, περιγράφοντας την επίδραση των ιδεών της Γαλλικής επανάστασης και κατ’ επέκταση των Δυτικών ιδεών κατά τον 19ο αιώνα στην οθωμανική αυτοκρατορία, ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο Μουσουλμάνος όχι λιγότερο από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο, είναι διατεθειμένος να ακούσει με μεγαλύτερη κατανόηση και σεβασμό τις πεποιθήσεις εκείνων που ο θεός ευνόησε με δύναμη και πλούτο σε τούτο τον κόσμο .
Σύμφωνα με τις αρχές του Τουρκισμού όπως διατυπώθηκαν από τον Ζίγια Γκιολκάπ, το Τουρκικό έθνος επιθυμεί να εγκαταλείψει τον ανατολικό πολιτισμό και μπορεί να προσχωρήσει στον δυτικό πολιτισμό ενώ οφείλει να διαφυλάξει τα στοιχεία της κουλτούρας του. Κατ’ αυτόν, η κουλτούρα είναι εθνική αλλά ο πολιτισμός είναι διεθνής . Η θεώρηση αυτή κατά τον ίδιο δεν είναι αντιφατική. Σε αυτή την γραμμή πιθανόν να είναι το τουρκικό κατεστημένο με την εμμονή του στην διατήρηση θεσμών και διαδικασιών του τουρκικού κράτους οι οποίοι δεν συνάδουν με το πνεύμα και το γράμμα των κριτηρίων της ΕΕ, αλλά αποτελούν τμήμα της συλλογικής κουλτούρας του τουρκικού κράτους και φυσικά του λαού της χώρας.
Την περίοδο από 2002 έως 2004 η χώρα έζησε μια περίοδο βελτίωσης των πολιτικών πραγμάτων, καθώς, με την προοπτική ένταξης στην ΕΕ εφαρμόσθηκαν μεταρρυθμίσεις τις οποίες χρηματοδοτούσε το ΔΝΤ. Είναι η εποχή που το Τουρκικό κατεστημένο έδειχνε να είναι ικανοποιημένο με το κόμμα του Eρντογάν. Βέβαια, είναι πάντοτε υπ΄ όψιν ο Ισλαμικός κίνδυνος, αλλά αυτό έχει να κάνει με την συνεχή υπόμνηση ότι οι ΤΕΔ είναι άγρυπνοι φρουροί της Λαϊκότητας της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο συμβολισμός της μουσουλμανικής μαντίλας και η σημειολογική σημασία της ενδυματολογικής προτίμησης των μελών του κόμματος ΑΚΡ και των συντηρητικών σουνιτών μουσουλμάνων της χώρας, φέρνουν συνεχείς τριβές μεταξύ ΤΕΔ και κόμματος. Η χώρα περιγράφεται στο σύνταγμά της ως λαϊκή χώρα. Έτσι ο αρχηγός των ΤΕΔ δηλώνει ότι ποτέ οι Ε.Δ δεν θα επιτρέψουν να επαναπροσδιορισθεί η χώρα ως Ισλαμικό κράτος.
Προκειμένου η Τουρκία να εναρμονιστεί με τις επιταγές της ΕΕ, το κυβερνών ισλαμικό κόμμα, Αρετής και Δικαιοσύνης (ΑΚΡ) έφερε στην βουλή (ΤΒΜΜ) και πέρασε εύκολα λόγω της μεγάλης πλειοψηφίας που διαθέτει, μια σειρά μεταρρυθμιστικών νόμων που το προηγούμενο τους μπορεί να συναντηθεί μόνο στην περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον Μουσταφά Κεμάλ.
Εκτιμούμε ότι οι ΤΕΔ δεν αντέδρασαν στις μεταρρυθμίσεις του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Eρντογάν, γιατί το κόμμα είχε μεγάλη πλειοψηφία στην βουλή και η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας υπεστηρίζετο από πλέον του 70% του πληθυσμού της χώρας. Έβλεπαν την πορεία προς την ΕΕ ως εκπλήρωση των οραμάτων του Κεμάλ Ατατούρκ περί δυτικοποίησης της Τουρκικής κοινωνίας και ως δρόμο που οδηγεί στη ευημερία. Ο Ατατούρκ στην ομιλία του προς την ΤΒΜΜ την 29 Οκτωβρίου 1933 με την ευκαιρία των δέκα (10) χρόνων της Τουρκικής Δημοκρατίας, είπε: «Το Τουρκικό έθνος είναι έτοιμο και αποφασισμένο να προχωρήσει βέβαιο και άφοβο, το μονοπάτι του πολιτισμού. Τα θετικά αποτελέσματα που επιτύχαμε μέχρι σήμερα δεν είναι τίποτε περισσότερο από το άνοιγμα ενός δρόμου προς την πρόοδο και τον πολιτισμό. Δεν μας έφερε ακόμα στην πρόοδο και τον πολιτισμό. Το καθήκον που μπαίνει σε εμάς και στα εγγόνια μας είναι να βαδίσουμε δίχως δισταγμούς αυτόν τον δρόμο ».
Οι ΕΔ δεν επιτρέπουν σε άλλους να διατυπώνουν θέσεις, κρίσεις και απόψεις για θέματα που ανήκουν στον έλεγχο του ΣΕΑ. Το κυπριακό, η Ισλαμική οπισθοδρόμηση το διασπαστικό κίνημα των Κούρδων της Νοτίου Τουρκίας και η κομμουνιστική απειλή είναι μερικά από τα θέματα ασφαλείας. Εκεί με τον όρο ασφάλεια χωρούν τα πάντα. Από εξωτερικές απειλές και κίνδυνοι μέχρι εσωτερικοί εχθροί και απειλές παντός είδους. Ακόμα και η διαχείριση των υδάτων των ποταμών Τίγρεως και Ευφράτου είναι θέμα ασφαλείας. Τα θέματα ασφαλείας βρίσκονται στην βάση του τρόπου με τον οποίο βλέπει η Τουρκία την θέση της στον κόσμο και σχεδιάζει την εξωτερική της πολιτική. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση των Τούρκων Στρατηγών και όχι της κυβέρνησης στον πόλεμο του Ιράκ για την μη διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων από την Τουρκία. Στα θέματα τα οποία έχουν αυτοί χαρακτηρίσει ασφαλείας ο μόνος θεσμός που έχει άποψη είναι το ΣΕΑ.
Μετά το 2005 ο αριθμός των μεταρρυθμίσεων άρχισε να παρουσιάζει μείωση. Δεν υπάρχει πρόοδος στην ανάγκη κατάργησης ή τροποποίησης του άρθρου 301 του Ποινικού Κώδικα, (το άρθρο αναφέρεται στην προσβολή της Τουρκικότητας), ενώ γίνονται σοβαρές καταγγελίες ότι εξακολουθούν να μην προστατεύονται τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών, η ελευθερία της έκφρασης, καθώς και τα δικαιώματα των θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων.
Με την ευκαιρία της έναρξης του νέου ακαδημαϊκού έτους (2006- 2007), στις πολεμικές ακαδημίες των ΤΕΔ, οι αρχηγοί όλων των κλάδων των ΤΕΔ δηλώνουν στις εναρκτήριες ομιλίες τους ότι δεν θα αποποιηθούν του ρόλου τους ως εγγυητές του συστήματος. Κατηγορούν την κυβέρνηση ότι ανέχεται την ισλαμική αντιδραστικότητα. Αγνοούν πλήρως τις παραινέσεις της ΕΕ για τον ρόλο του στρατού στα πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας, θέμα που έρχεται σε αντίθεση με όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η ΕΕ. Ο εκπρόσωπος της ΕΕ στην Τουρκία δηλώνει δημοσίως ότι πρέπει να σταματήσουν αυτές οι δημόσιες δηλώσεις των Τούρκων στρατιωτικών. Είναι προφανές ότι οι ΤΕΔ θέλουν να διατηρήσουν στην μελλοντική χώρα τα ίδια προνόμια και το ίδιο καθεστώς, υπενθυμίζοντας ότι ο στρατός έχει την τελευταία λέξη στην χάραξη της τουρκικής πολιτικής .
Η κυβέρνηση Eρντογάν είτε έχει αποφύγει να εμπλακεί σε καυτά θέματα που αφορούν τον ισλαμισμό είτε δεν της έχει επιτραπεί να το πράξει. Η ισλαμική μαντίλα είναι σύμβολο του ΑΚΡ και υπενθυμίζει τις ισλαμικές ρίζες του κόμματος. Μέχρι τώρα η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να άρει την προβλεπόμενη από τον νόμο απαγόρευση να φέρεται η μουσουλμανική μαντίλα σε κρατικούς χώρους και στα πανεπιστήμια. Ορισμένοι λέγουν ότι ο τούρκος πρωθυπουργός αναγκάσθηκε να στείλει την κόρη του να σπουδάσει στο εξωτερικό επειδή ούσα τυπική μουσουλμάνα μπορεί να φορά εκεί την μαντίλα που στην χώρα της δεν μπορεί να φορέσει ως φοιτήτρια.
Μόλις δοκίμασε η κυβέρνηση να αναβαθμίσει τους αποφοίτους των θρησκευτικών σχολείων για να έχουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αναγκάστηκε να κάμει πίσω κάτω από την αντίδραση του κεμαλικού κατεστημένου και του στρατού. Κατά το Κεμαλικό κατεστημένο εάν οι μαθητές αυτοί αποκτήσουν πανεπιστημιακή μόρφωση θα εισέλθουν στον κρατικό μηχανισμό και κάποια ημέρα θα αλώσουν το κοσμικό κράτος από το εσωτερικό του. Ο κίνδυνος της άλωσης αυτής ήταν ένα από τα σημεία του υπομνήματος του βελούδινου πραξικοπήματος όπως χαρακτηριστικά αποκαλέστηκε, πραξικοπήματος που πραγματοποίησαν οι ΤΕΔ με επιστολή που απέστειλε το ΣΕΑ στον πρωθυπουργό Έρμπακαν τον Φεβρουάριο του 1997, ο οποίος και τελικά αναγκάστηκε σε παραίτηση το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς.
Πολλοί κατηγορούν την κυβέρνηση για νωθρότητα. Η νωθρότητα των πολιτικών και ορισμένων γραφειοκρατών φταίει για τα πολλά δεινά που έχουν συσσωρευθεί. Επί παραδείγματι από νωθρότητα των γραφειοκρατών οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να προλάβουν τους Αρμενικούς ισχυρισμούς περί γενοκτονίας ισχυρίζεται ο δημοσιογράφος Μehmet Ali Birand.
Ένα άλλο θέμα για το οποίο οι ΤΕΔ κατηγορούν την κυβέρνηση είναι το Κουρδικό. Στο Ιράκ τα πράγματα κινούνται προς δημιουργία Κουρδικού κράτους στο Βόρειο τμήμα της χώρας. Στις αμερικανικές εφημερίδες συχνά πυκνά αναφέρεται σαν σχέδιο και υπόθεση εργασίας. Οι Τούρκοι μαζί με τους Ιρανούς δεν θέλουν την δημιουργία τέτοιου κράτους, καθώς φοβούνται ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην διάσπαση της χώρας τους. Η ύπαρξη de facto κουρδικού κράτος στο Β. Ιράκ και η συνακόλουθη αναβίωση των εχθροπραξιών στην Νοτιοανατολική Τουρκία παρουσιάζεται από τις ΤΕΔ σαν αδυναμία της κυβέρνησης να ασχοληθεί με τον Κουρδικό.
Η εκστρατεία που έχουν εξαπολύσει τα αντιπολιτευόμενα το κυβερνών κόμματα, οι εθνικιστές και όλοι αυτοί που έχουν συμφέρον να μην μπει η χώρα στην ΕΕ είναι πολύ αποτελεσματική. Ψέματα και μισές αλήθειες χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των στόχων. Οι εφημερίδες είναι ελεγχόμενες- στρατευμένες στο Κεμαλικό καθεστώς και μέσω της άτυπης λογοκρισίας, κάτω από άκρατο εθνικισμό και ένα δημοσιογραφικό τουρκικό υβρεολόγιο χειραγωγούν τον Τουρκικό λαό σε αντί- (αμερικανισμό, γερμανισμό, γαλλισμό, ευρωπαϊσμό), ανάλογα με την περίσταση. Χρησιμοποιώντας τα πατριωτικά αισθήματα των Τούρκων και άκαιρες και αψυχολόγητες δηλώσεις Ευρωπαίων για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και την πολιτισμική διαφορά της Ευρώπης, χειραγωγούν την κοινή γνώμη της χώρας με αποτέλεσμα οι τούρκοι οι οποίοι αναγνωρίζουν την αξία της προσχώρησης της χώρας στην ΕΕ και υποστηρίζουν αυτή, είναι σύμφωνα με έρευνα από το Ευρωβαρόμετρο η οποία δημοσιεύτηκε τον Δεκεμβρίου 2006 μόλις το 54% του πληθυσμού. Οι περισσότεροι εμφανίζονται εσωστρεφείς και με τάσεις απομονωτισμού. Η κοινή γνώμη μπερδεύεται και έτσι εύκολα χειραγωγείται. Εκμεταλλεύονται τα αντιευρωπαϊκά συναισθήματα των πολιτών εξαιτίας του Συνδρόμου των Σεβρών. Η εμμονή αυτή θα εξακολουθήσει να επηρεάζει στρατιωτικό-διπλωματικό κατεστημένο. Για όλα φταίει η ΕΕ. Για το κάθε κακό που συμβαίνει τώρα στη χώρα φταίει η ΕΕ. Όλοι απεργάζονται την διάσπαση της χώρας.
Για τους Τούρκους τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα κατά τον έλεγχο εναρμονισμού της με την ΕΕ, δεν είναι όπως χαρακτηριστικά περιγράφει Τούρκος δημοσιογράφος ‘’η μη προσαρμογή της χώρας στο κοινοτικό κεκτημένο για την αγροτική πολιτική, το περιβάλλον και το μέγεθος της πίκλας. Πρόβλημα μη εναρμονισμού είναι η μη αποδοχή της ουδέποτε πραγματοποιηθείσας από τους Οθωμανούς γενοκτονίας των Αρμενίων, το κυπριακό πρόβλημα, το ποντιακό θέμα και άλλα άσχετα με το κεκτημένο ζητήματα. Πού γράφονται στα κριτήρια της Κοπεγχάγης όλα αυτά τα πράγματα;’’
Όσον αφορά το Κυπριακό ακολουθείται η γραμμή του αποθανόντος πρόσφατα Μπουλέντ Ετσεβίτ ο οποίος ισχυρίζετο ότι το Κυπριακό λύθηκε το 1974 και στο νησί υπάρχουν νέες πραγματικότητες. Όλοι πρέπει να δεχθούν την νέα αυτή κατάσταση και η ΕΕ δεν μπορεί να είναι δέσμια των Ελληνοκυπρίων. Στην ΕΕ κατά την Τουρκία έχουν εισέλθει 27 έθνη και όχι κράτη, έχει εισέλθει η «Ελληνοκυπριακή Διοίκηση» και όχι το Κράτος Κύπρος μια και αυτή δεν αναγνωρίζει τη ύπαρξη τέτοιου κράτους, Απαιτεί την αναβάθμιση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας σε κράτος και απευθείας συναλλαγή της ΕΕ με αυτό χωρίς την παρεμβολή της Ελληνοκυπριακής Διοίκησης. Για το εθνικό θέμα της Κύπρου ο Τουρκικός λαός είναι έτοιμος να θυσιάσει την ευρωπαϊκή του προοπτική προκειμένου να μην υποχωρήσει στην επέκταση της τελωνειακής ένωσης με την Κυπριακή Δημοκρατία. «Αυτό να το ξεχάσετε » δηλώνει ο Ερντογάν.
Η κυβέρνηση Eρντογάν παρουσιάζεται προς τα έξω ότι επιδίδεται σε ένα λεπτό παιχνίδι ισορροπιών. Φαίνεται ότι επιδιώκει να ικανοποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να προκαλέσει τους στρατιωτικούς θεματοφύλακες της παρακαταθήκης του Ατατούρκ. Οι υπερασπιστές των δημοκρατικών ελευθεριών την κατηγορούν ότι δεν πάει όσο μακριά χρειάζεται. Η κυβέρνηση κατηγορείται ότι έχασε τον ζήλο της για μεταρρυθμίσεις, ίσως διότι το έτος 2007 είναι έτος εκλογών. Εκλογή προέδρου Δημοκρατίας και βουλευτικές εκλογές.
Την 26η Απριλίου 2007 λήγει η ημερομηνία υποβολής αίτησης υποψηφιότητας για την θέση του προέδρου της χώρας. Πώς θα αντιδράσει το Κεμαλικό κατεστημένο και ιδιαίτερα οι ΤΕΔ στην ιδέα ότι η σύζυγος του προέδρου της χώρας φορά το σύμβολο του ισλαμισμού; Πώς θα συνυπάρξουν στις διάφορες εκδηλώσεις; Με ποιο δημοκρατικοφανή τρόπο θα αποτρέψει την πιθανότητα αυτή; Τι εμπόδια θα δημιουργηθούν; Ο νυν πρωθυπουργός δεν έχει αποκαλύψει ακόμη εάν θα θέσει υποψηφιότητα. Εάν θέσει υποψηφιότητα, τότε πιθανότατα να εκλεγεί μια και το κόμμα του έχει την αναγκαία πλειοψηφία στην Τουρκική Βουλή (ΤΒΜΜ).
Το θέμα δεν είναι αυτό που πολλοί επικαλούνται δηλαδή το πρόβλημα της ισλαμικής μαντίλας. Και αυτό όχι γιατί το κεμαλικό κατεστημένο νοιάζεται ιδιαίτερα για το αν η γυναίκα του προέδρου της Δημοκρατίας θα φοράει μαντίλα στις εθνικές επετείους. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σύμφωνα με το ισχύον σύνταγμα είναι ο αρχηγός του κράτους, διασφαλίζει την εφαρμογή του Συντάγματος και την ομαλή και αρμονική λειτουργία των κρατικών οργάνων και εκπροσωπεί την Τουρκική Δημοκρατία και την ενότητα του Τουρκικού έθνους. Υπό την έννοια αυτή μπορεί ερμηνευτικά να συναχθεί η ιδιότητα του φύλακα του έθνους και εγγυητού του Συντάγματος απαγορεύοντας ακόμη και στο Συνταγματικό Δικαστήριο να ανατρέπει αποφάσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Συντάγματος. Επίσης και πιθανώς το σπουδαιότερο γιατί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας υπάγεται στο Κρατικό Εποπτικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη ορίζονται από τον αρχηγό του κράτους και έχει σκοπό να διεξαγάγει κάθε είδους έρευνα για ζητήματα νομιμότητας της δράσης όλων των δημοσίων υπηρεσιών, δημοσίων επιχειρήσεων, συνδικαλιστικών οργανισμών, επαγγελματικών ενώσεων δημοσίου δικαίου, ιδρυμάτων, με εντολή του ιδίου του Προέδρου, ενώ από την δικαιοδοσία του οργάνου εξαιρούνται οι ένοπλες δυνάμεις . Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η εκλογή ενός ισλαμιστή προέδρου θα επέτρεπε στο ισλαμικό κόμμα να ελέγξει σε μεγάλο βαθμό όλη τη δημόσια διοίκηση και ιδιαίτερα το δικαστικό σώμα, το οποίο θεωρείται από τους Κεμαλιστές το αποτελεσματικότερο ανάχωμα απέναντι στους ισλαμιστές. «Αυτό είναι το κρισιμότερο κομβικό σημείο για τον επόμενο χρόνο» ανέφερε τούρκος αναλυτής και πρόσθετε: «Οι "πασάδες" αισθάνονται ότι αν χάσουν τα ανώτατα δικαστήρια, τα έχουν πλέον χάσει όλα».
Ο Ερντογάν πιέζεται από επιχειρηματίες και στελέχη του κόμματός του να βρει μια συμβιβαστική λύση για την προεδρία ώστε να μην προκαλέσει άλλο τους «πασάδες». Ο ίδιος επιμένει στη σκληρή γραμμή με το επιχείρημα ότι «αν δεν τους ξεδοντιάσεις, θα σε ρίξουν ούτως ή άλλως». Το ίδιο θα συμβεί και με όποιο υποψήφιο θα προτείνει το κυβερνών ΑΚΡ.
Την 4η Νοεμβρίου του ίδιου έτους πρόκειται να διεξαχθούν εκλογές για την ανάδειξη νέας βουλής. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει από τώρα τον συσχετισμό δυνάμεων στην χώρα αυτή. Εκτιμούμε ότι η παρούσα κυβέρνηση ότι ήταν να δώσει το έδωσε. Δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε άλλο.
Το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο οποίος υπήρξε πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την ομιλία του προς τους βουλευτές της ΤΒΜΜ στην πρώτη συνεδρία για την έναρξη του νέου κοινοβουλευτικού έτους 2006-2007, αναφέρθηκε στον θεσμικό ρόλο των ΤΕΔ για την διαφύλαξη του κοσμικού κράτους καθώς και οι δηλώσεις όλων των αρχηγών των κλάδων των ΕΔ και του Αρχηγού των ΤΕΔ για την υποχρέωση τους να διαφυλάξουν την Τουρκική Δημοκρατία από την ισλαμική οπισθοδρόμηση, οδηγούν έγκυρους σχολιαστές στο συμπέρασμα ότι οι ΕΔ μαζί με τους ανώτατους δικαστικούς αποτελούν μια οιονεί Γερουσία η οποία ελέγχει την κυβέρνηση.
Μελετώντας το διαπραγματευτικό πλαίσιο αρκετά ερωτήματα ανακύπτουν για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων και το μέλλον της χώρας. Η χώρα μέχρι τώρα δεν έχει προχωρήσει στο να τιμήσει την υπογραφή της εκπληρώνοντας τις υποσχέσεις που έχει αναλάβει.
Θα ανταποκριθεί στις προϋποθέσεις που υπάρχουν στο διαπραγματευτικό πλαίσιο της ΕΕ το οποίο μπορεί να είναι ολιγόλογο, έχει όμως σαφώς καθορισμένες διαδικασίες. Πολλές φορές δηλώνουν: “Μας χρειαζόσαστε για την σπουδαία στρατηγική μας θέση. Όπως δεχτήκατε στην ΕΕ τις πρώην κομμουνιστικές χώρες για στρατηγικούς λόγους, έτσι δείξτε ανοχή στην πρόοδο των μεταρρυθμίσεων και στην Τουρκική ιδιαιτερότητα. Μας έχετε ανάγκη και πρέπει να δείξετε ότι ανέχεστε και δέχεστε όλες τις ιδιαιτερότητες”.
Η χώρα είναι διχασμένη ανάμεσα σε ένα δυτικό προσανατολισμό και μια μεσανατολική δομή της κοινωνίας. Πώς θα δημιουργηθούν δομές κράτους δικαίου και πώς θα εκσυγχρονισθεί μια απαρχαιωμένη αυταρχικά δομημένη δημόσια διοίκηση με θεσμική μνήμη στην οθωμανική αυτοκρατορία;
Πώς θα αντιδράσει το κατεστημένο αυτό στις διαδικασίες ελέγχου της Τουρκικής νομοθεσίας με δεδομένη τη Αγγλοαμερικανική υποστήριξη;
Πώς θα τεθούν οι ΤΕΔ κάτω από τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας;
Πώς θα αντιδράσει στα πολιτικά δικαιώματα που θα πρέπει να παραχωρήσει σε Κούρδους και ενδεχομένως σε άλλες εθνότητες ή θρησκευτικές κοινότητες των οποίων οι διεκδικήσεις ευρίσκονται σε ύπνωση;
Πώς θα αντιδράσει η χώρα εάν δημιουργηθεί το Κουρδικό κράτος στο Β Ιράκ;
Ποιο θα είναι το γεωπολιτικό περιβάλλον στην περιοχή τα αμέσως προσεχή χρόνια; Θα παραμείνει η ίδια πολιτική κατάσταση των κρατών (Ιράν- Συρία- Ιράκ); Όταν ο Σαουδάραβας Βασιλιάς επισκέφτηκε την Τουρκία τον Αύγουστο του 2006 λέγεται ότι υπέγραψε συμφωνία για συμμαχία των σουνιτών κατά του ριζοσπαστικού και επαναστατικού σιϊτικού ισλαμισμού.
Θα παραμείνουν τα ίδια και δεν θα αλλάξουν δραματικά τα γεωπολιτικά συμφέροντα της ΕΕ στην περιοχή;
Θα παραμείνει η ΕΕ στην μορφή που έχει και δεν θα αρχίσει να εκφυλίζεται σε μια κοινή αγορά; Σε μια ζώνη οικονομικής επιρροής.
Ίσως μετά από αφόρητες πιέσεις και αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα χρονικά περιθώρια και αυτά της υπομονής από τους πάντες, ενδεχομένως να αρχίσει η χώρα να μετασχηματίζεται σε κάτι νέο μάλλον άγνωστο. Υπάρχει και το ενδεχόμενο να επιχειρήσει να διαμορφώσει στην πράξη για τον εαυτόν της, ένα ειδικό καθεστώς, μια προσχώρηση «τουρκικού τύπου» απροσδιόριστη και άγνωστη αποφεύγοντας το πικρό ποτήρι της μεταρρύθμισης.
Κανείς δεν γνωρίζει τι εμπλοκές θα παρουσιαστούν κατά την διάρκεια του ελέγχου της χώρας εντός του διαπραγματευτικού πλαισίου όταν θα βρεθεί αντιμέτωπη με επώδυνα διλήμματα, με πρώτο την παρακαταθήκη του Κεμάλ Ατατούρκ ο οποίος ανέθεσε την προστασία του καθεστώτος στις ΕΔ. Πώς θα γίνει η αλλαγή της εξουσίας και η «παράδοση» της στην Κυβέρνηση. Οι αλλαγές οι οποίες πρέπει να γίνουν σε μια κατασκευή πάντα προκαλούν τριγμούς οι οποίοι εμπεριέχουν τον φόβο κατάρρευσης. Κανείς σώφρων δεν επιδιώκει ή επιθυμεί την κατάρρευση του οικοδομήματος που υπάρχει στην περιοχή. Όπως λέγει ο πρόσφατα βραβευθείς με Νόμπελ λογοτεχνίας Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ, στην Τουρκική γλώσσα το ρήμα ευρίσκεται στο τέλος της πρότασης. Μέχρι την τελευταία λέξη της φράσης δεν ξέρεις τι θα γίνει. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα στην Τουρκία. Την τελευταία στιγμή θα καταλάβουμε τι πρόκειται να συμβεί.
Σε διάλεξη που έδωσε ο επίτροπος της ΕΕ για την διεύρυνση Olli Rehn στο πανεπιστήμιο του Ελσίνκι την 27η Νοεμβρίου 2006 είπε χαρακτηριστικά: «Η διαδικασία για προσχώρηση της Τουρκίας είναι μεγάλης διάρκειας, όπου το ταξίδι - οι προσπάθειες της Τουρκίας για μεταρρυθμίσεις - είναι τόσο σπουδαίο όσο και ο τελικός προορισμός του. Θα έχει δύσκολες στιγμές και απαιτήσεις για δύσκολες αποφάσεις».
Ανατρέχοντας στην ιστορία, διαπιστώνει κανείς ότι η Ελληνική Επανάσταση του 1821, οι επιτυχίες του Μωχάμεντ ΄Αλι ( πατέρας του γνωστού στους Έλληνες Ιμπραήμ που εδήωσε την επαναστατημένη Ελλάδα ), και τελικά η απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη το 1919, ήταν γεγονότα τα οποία αφύπνισαν τη συνείδηση των Τούρκων και τους ώθησαν στο να ξεκινήσουν την προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ανανεωμένου κράτους. Όμως, θα ήταν υπερβολικά απλοποιημένο να θεωρηθεί ότι οι εξελίξεις στην Τουρκία προήλθαν μόνο ύστερα από εξωτερικές πιέσεις και Ευρωπαϊκές επιρροές. Μπορεί η Ευρώπη να παρείχε μεν το σύνθημα εκκίνησης και το σημείο τερματισμού στον αγώνα των Τούρκων για εκσυγχρονισμό, οι Τούρκοι όμως δεν είχαν κίνητρο για να προβούν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Σήμερα το κίνητρο υπάρχει και είναι η προοπτική της πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
1. Διαμόρφωση του Κεμαλικού κατεστημένου στην Τουρκία.
α. Το Ισλάμ στην Τουρκία
Από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διακρίνουμε το Ισλάμ σε δύο βασικές μορφές, οι οποίες ουσιαστικά παραμένουν μέχρι σήμερα. Το ορθόδοξο σουνιτικό Ισλάμ που υιοθετήθηκε από την άρχουσα τάξη (Σουλτάνος, Στρατός, Γραφειοκρατία) και το «λαϊκό» Ισλάμ, όπως διαμορφώθηκε με την μορφή των ισλαμικών αδελφοτήτων. Το Ισλάμ με τις δύο εκδοχές του, προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο κράτος. Οι Σουλτάνοι το εκμεταλλεύτηκαν για να παράγουν στρατιές φανατισμένων πολεμιστών. Αλλά και ο Μουσταφά Κεμάλ χρησιμοποίησε το Ισλάμ και συνεργάσθηκε με τους θρησκευτικούς ηγέτες, αναγάγοντας τον πόλεμο κατά των Ελλήνων ως «ιερό», δηλαδή πιστών εναντίον απίστων. Έτσι, τουλάχιστον στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι θρησκευτικοί λειτουργοί (Ουλεμά) αποτέλεσαν μέρος της άρχουσας τάξης. Η εκκοσμίκευση της Τουρκίας από το κεμαλικό καθεστώς, ουδέποτε επεδίωξε κατά βάθος την εκρίζωση του θρησκευτικού αισθήματος από τον λαό. Τελικά, παρά τις κεμαλικές μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια εκκοσμίκευσης, το τουρκικό σουνιτικό Ισλάμ παρέμεινε αλώβητο και αποκλειστική θρησκεία του κράτους.
Τα αντιισλαμικά μέτρα των κεμαλιστών διατηρήθηκαν μέχρι την αναγκαστική υιοθέτηση του πολυκομματισμού (1950), οπότε η αξία που απέκτησε η ισλαμική ψήφος, ανάγκασε το κεμαλικό κατεστημένο να δεχθεί άρση κάποιων αυστηρών μέτρων κατά της θρησκείας. Ωστόσο, μέχρι σήμερα κανένα πολιτικό κόμμα- ακόμη και ισλαμικής απόκλισης- δεν επεδίωξε να εγκαθιδρύσει κυβέρνηση ισλαμικού τύπου, αλλά μάλλον επιζήτησαν την σύζευξη ισλαμικών αρχών και δυτικοβαρών κεμαλικών αρχών. Η σύζευξη αυτή, δηλαδή αρχών κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ισλαμικής θρησκείας φαίνεται να είναι αποδεκτή από τα Δυτικά κράτη, παρά την μεγάλη απόκλιση της τουρκικής διακυβέρνησης από τα δυτικά δημοκρατικά πρότυπα. Είναι γεγονός ότι το Τουρκικό Ισλάμ δεν έχει καμία σχέση με το Ισλάμ άλλων Ισλαμικών κρατών. Το επίσημο ορθόδοξο σουνιτικό Ισλάμ της Τουρκίας παρουσιάζεται ως μετριοπαθές και καθόλου φονταμενταλιστικό. Σε ό,τι αφορά το πλήθος των ισλαμικών αδελφοτήτων ακόμη και μυστικών ταγμάτων που δρουν εκτός κρατικού ελέγχου, παρουσιάζουν τόσο μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους (οργάνωση, σκοποί κτλ) που δεν τους επιτρέπουν να δημιουργηθεί φονταμενταλιστικό Ισλάμ. Ακόμη και οι Αλεβήδες που είναι σιίτες φαίνεται ότι υποστηρίζουν Κεμαλικά Κόμματα.
Η εμφάνιση, κατά την δεκαετία του 1990, του Τουρκικού ριζοσπαστικού Ισλάμ, με τρομοκρατική δράση κατά της κοσμικής διάστασης της τουρκικής πολιτικής αλλά και κατά των αριστερών Κούρδων, δεν διαφοροποιεί την εν γένει κατάσταση ούτε και αλλοιώνει την γενική εικόνα Ισλάμ στην Τουρκία.
β. Ο Ρόλος των ΕΔ στην Τουρκία.
Είναι από όλους αποδεκτό ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις (ΕΔ) στην Τουρκία αποτελούν τον ισχυρότερο θεσμό, ο οποίος χειραγωγεί και ελέγχει την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Η ιδιαιτερότητα αυτή είναι διαχρονική και αρχίζει από τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Σουλτάνοι με τις μεταρρυθμίσεις που επέφεραν, προκειμένου να απαλλαγούν από τα καρκινώματα της εξουσίας τους και να ελέγξουν την αυξανόμενη πολιτική και στρατιωτική δύναμη των Σπαχήδων Γενίτσαρων κτλ, το μόνο που επέτυχαν ήταν να ενισχύσουν την αυτοδυναμία τους και την αυτονομία των Ε.Δ. Έτσι οι ΕΔ από πολύ ενωρίς στην πράξη ταυτίστηκαν με το ίδιο το Κράτος. Σημειωτέον ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ξεκίνησε ως κοινωνία που στην συνέχεια δημιούργησε στρατό, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Το ίδιο συνέβη και με τον Κεμάλ, πρώτα δημιούργησε τον στρατό και στην συνέχεια ίδρυσε το διάδοχο της Αυτοκρατορίας κράτος. Οι ΕΔ στην Τουρκία ουδέποτε συμβιβάστηκαν με τον περιορισμό τους στα καθαρά στρατιωτικά τους καθήκοντα. Θεωρούν τον εαυτό τους θεματοφύλακα των αρχών και παραδόσεων που οι ίδιες διαμόρφωσαν και φυσικά δεν έπαψαν ποτέ να αποτελούν την άρχουσα τάξη, την ελίτ της κοινωνίας.
Σημαντικός παράγοντας της πολιτικής κυριαρχίας των στρατιωτικών απεδείχθη ότι ήταν και η στενή σχέση των Προέδρων της Δημοκρατίας με τις ΕΔ. Η στενή αυτή σχέση διευκόλυνε τον ρόλο του προστάτη για τις ΕΔ. Το γεγονός ότι και οι τρεις Πρόεδροι της περιόδου 1960-1980 ήταν απόστρατοι Αξιωματικοί, επέδρασε στις σχέσεις τους με τους πολιτικούς, δημιουργώντας προσκόμματα στο έργο τους. Επίσης, οι απόστρατοι αξιωματικοί, από τα πρώτα στάδια επικράτησης των κεμαλιστών, κατόρθωσαν να διεισδύσουν τόσο στην πολιτική όσο και στον δημόσιο τομέα, σε υψηλόβαθμες θέσεις. Οι σχέσεις των εν ενεργεία με τους απόστρατους και σήμερα διέπονται από αμοιβαία κατανόηση. Παράλληλα, η γραφειοκρατική τάξη, με την εθνικιστική- κρατικιστική νοοτροπία, όταν διακυβεύονταν τα συμφέροντά της, έθεταν εμπόδια στο έργο της εκάστοτε κυβέρνησης. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανικανότητα των πολιτικών να σχηματίσουν αποτελεσματικές κυβερνήσεις, οδήγησαν στις συχνές επεμβάσεις των στρατιωτικών.
Το Σώμα των στελεχών των ΕΔ αποτελεί και σήμερα ιδιαίτερα κοινωνική ομάδα με ικανότητες πολιτικών παρεμβάσεων, που εν πολλοίς, απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα. Οι πολιτικοί της Τουρκίας αποδείχθηκαν ανεπαρκείς στις προσπάθειές τους να επιφέρουν αλλαγές στον ρόλο των στρατιωτικών στην πολιτική ζωή της χώρας. Ο μεγάλος αριθμός των στελεχών στις ΕΔ και ο κοινός ιδεολογικός προσανατολισμός των, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αυστηρής πειθαρχίας και συνοχής σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, συνετέλεσαν στην διατήρηση του ηγεμονικού ρόλου των ΕΔ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας. Γενικά, η ιεραρχία των ΕΔ, μέσα από την κεμαλική τακτική και παράδοση, διαδραματίζει τον ρόλο ενός φορέα και διαχειριστή των λαϊκών συμφερόντων και της υποτιθεμένης και προεξοφλούμενης λαϊκής εντολής.
γ. Ιδεολογία του κεμαλισμού.
Η καρδιά της κεμαλικής ιδεολογίας ευρίσκεται στις έξι αρχές, γνωστές ως έξι βέλη, (όπως αναφέρονται στον πρώτο παράγοντα και αναλύονται στον τρίτο παράγοντα της παρούσης μελέτης) οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στο Σύνταγμα της χώρας από το 1937. Εύκολα κανείς αντιλαμβάνεται ότι επίκεντρο της ιδεολογίας είναι η ισχύς του εθνικού κράτους, ενός κράτους ενιαίου, ενοποιημένου και μονολιθικού, χωρίς θρησκευτικές υποταγές και διαφοροποιήσεις άλλες εκτός από την επίσημη. «Όσοι κατοικούν μέσα στα όρια των συνόρων της Τουρκίας θεωρούνται Τούρκοι» αναφέρεται στο Σύνταγμα του 1924. Κύριος εκφραστής και θεματοφύλακας των αρχών του κεμαλισμού είναι οι ΕΔ.
Την περίοδο του μονοκομματισμού (μέχρι το 1950) η ιδεολογία (εθνική ενότητα, εκκοσμίκευση κτλ) επιβάλλεται μέσω του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος που ίδρυσε ο ίδιος ο Κεμάλ. Την περίοδο του πολυκομματισμού, ιδίως μετά το 1960, η επιβολή γίνεται με τα θεσμοθετημένα όργανα, που όμως ελέγχονται από τις ΕΔ. Το παράδοξο είναι ότι οι ΕΔ εμφανίζονται ως ο κατ’ εξοχήν φορέας του εξευρωπαϊσμού, όταν σε κανένα κράτος της Ευρώπης δεν παρατηρείται το φαινόμενο το στράτευμα να είναι θεματοφύλακας αρχών και εκφραστής του κράτους.
Μια χαρακτηριστική ιδεολογική διαφοροποίηση του κεμαλικού στρατού, συγκριτικά με τον Οθωμανικό στρατό, είναι η μετατόπιση του ενδιαφέροντος στα εσωτερικά θέματα του κράτους (το ενδιαφέρον του Οθωμανικού στρατού εστιαζόταν κυρίως στην επέκταση της αυτοκρατορίας). Οι λόγοι αυτής της αλλαγής ήταν, αρχικά ο φόβος διάσπασης του νεοσύστατου κράτους και αργότερα η διατήρηση του πρώτου ρόλου των ΕΔ στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Τουρκίας.
Η ιδεολογία του Κεμαλισμού που θέλει τις ΕΔ καθοδηγητή και φορέα εκσυγχρονισμού της χώρας, επεκτείνεται σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της οικονομίας (Υπουργείο Αμυντικής Βιομηχανίας, Οργανισμός Αλληλοβοηθείας Στρατού, ΟΥΑΚ κτλ, όπως αναφέρονται στον τρίτο παράγοντα). Είναι γνωστή η διαπλοκή του στρατού με την οικονομική ελίτ και η δημιουργία της TUSIAP (Ένωση βιομηχανιών του κεμαλικού κατεστημένου), με θύμα την MUSIAD (Ανεξάρτητη Ένωση Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών). Η μεγάλη εκστρατεία των ΕΔ κατά των Ισλαμιστών, που ξεκίνησε στο τέλος της δεκαετίας του 1990, με απόφαση του ΣΕΑ, πιθανότατα δεν έγινε γιατί υπήρχε κίνδυνος ισλαμοποίησης του κράτους – όπως προβλήθηκε- αλλά για την διατήρηση των κεκτημένων, τόσο του στρατού όσο και του συνοδοιπορούντος οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου. Συνεπώς η ρήξη ΕΔ και Ισλαμιστών δεν φαίνεται να είναι ιδεολογική, αλλά ωφελιμιστική, συντεχνιακού τύπου.
δ.Διαμάχη Κεμαλισμού-Ισλαμισμού
Η διαμάχη κεμαλιστών και Ισλαμιστών έχει τις ρίζες του στην περίοδο επικράτησης των κεμαλιστών, την δεκαετία του 1920, όταν οι θρησκευτικοί λειτουργοί, ενώ αποτελούσαν μέρος της άρχουσας τάξης- μαζί με τους στρατιωτικούς και γραφειοκράτες- εκτοπίσθηκαν δια της βίας, απομονώθηκαν και τέθηκαν στο περιθώριο. Οι θρησκευτικοί λειτουργοί, μέχρι τότε, συμμετείχαν ενεργά στην άσκηση εξουσίας, διότι με την διατήρηση της θρησκείας συνέβαλαν στην διαμόρφωση της τουρκικής εθνικής ταυτότητας και παράλληλα αποτελούσαν σταθεροποιητικό παράγοντα της εξουσίας. Οι αντιδράσεις των Ισλαμιστών την περίοδο του μονοκομματισμού ήταν ήπιας μορφής, ενώ με την αναγκαστική μετάπτωση στον πλουραλισμό (πολυκομματισμό), μετά το 1950, άρχισε να γίνονται δυναμικότερες. Η διαμάχη αυτή έγινε ορατή στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και κορυφώθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1990. Και σήμερα ακόμη η διαμάχη είναι σε εξέλιξη, διότι οι ΕΔ δεν είναι, προφανώς, διατεθειμένες να εγκαταλείψουν τον κυρίαρχο ρόλο τους στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Έτσι, η σχέση της αυτοδύναμης ισλαμικής κυβέρνησης του Ερντογάν με το καθοδηγητικό Σώμα των κεμαλικών αξιωματικών παραμένει τεταμένη. Τυχόν παράταση διαμάχης και όξυνση αυτής μεταξύ κοσμικών και θρησκευτικών κύκλων δυνατόν να οδηγήσει την χώρα σε απρόβλεπτες συνέπειες……
Ίσως ένας συμβιβασμός των δύο πλευρών και η συνύπαρξή τους να αποτελεί την καλύτερη λύση για το μέλλον της χώρας.
Η διαδικασία εκκοσμίκευσης, που εφήρμοσε και εξακολουθεί να εφαρμόζει το κεμαλικό κατεστημένο, προσκρούει πλέον στην όλο και περισσότερο εδραιωμένη ιδεολογία του Ισλάμ, το οποίο ο κεμαλισμός δια της βίας περιθωριοποίησε, επιβάλλοντας μια κοσμική ιδεολογία υπό την προστασία των ΤΕΔ. Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε μια δυναμική στο πολιτικό Ισλάμ, η οποία ενισχύεται από τις μεγάλες οικονομικές ανισότητες, την φανερή ανεπάρκεια των πολιτικών να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα, καθώς και από την σκληρή στάση των στρατιωτικών, οι οποίοι αμήχανοι δεν τολμούν να επέμβουν φοβούμενοι τις απρόβλεπτες συνέπειες.
Το Σύνταγμα της χώρας, όπως προέκυψε μετά το πραξικόπημα του 1980, δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει ούτε το κύμα του ισλαμισμού ούτε την επανίδρυση ισλαμικών κομμάτων. Αντίθετα, καλλιεργήθηκε ακόμη περισσότερο ο ισλαμο-εθνικισμός, η έξαρση του οποίου δεν οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες, αλλά στην ανάγκη αναζήτησης μιας τουρκικής ταυτότητας στην βάση των παραδοσιακών αρχών και όχι των κεμαλικών. Η τάση αναμφίβολα αποτελεί απειλή για το κεμαλικό κατεστημένο. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που εκφράζουν αμφιβολίες, εάν είναι πλέον εφικτό μια σύζευξη του κεμαλικού εκκοσμικευμένου κράτους με το σουνιτικό Ισλάμ που δεν μπορεί να ξεφύγει από τις ισλαμικές πολιτιστικές του ρίζες. Με δεδομένο ότι οι πολιτιστικές αξίες μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας διαρκώς αμβλύνονται, εύλογα μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι η Τουρκία μάλλον απομακρύνεται παρά προσεγγίζει προς την ΕΕ. Τελευταία διαπιστώνεται έντονο ενδιαφέρον στους ισλαμικούς κύκλους της Τουρκίας για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Η ισλαμική επιχειρηματολογία ορίζεται από την έννοια της επαναφοράς της παράδοσης. Σημείο αναφοράς το Κράτος, η αυτόνομη Τουρκία. Σύμφωνα με την ισλαμική αντίληψη, με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – που αντιπροσώπευε την παράδοση – η Τουρκία ουσιαστικά έχει παραδοθεί στην Δύση. Πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά αποτελεί προέκταση της Δύσης. Μιας Δύσης όμως που δεν την αποδέχθηκε ποτέ. Έτσι, στην προσπάθεια απόκτησης νέας ταυτότητας- που δεν θα διαφοροποιείται από την παράδοση – αναπολώντας το μεγαλείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σε συνδυασμό με το Σύνδρομο των Σεβρών, καλλιεργήθηκε ο ισλαμοεθνικισμός, νέο-οθωμανισμός. Συνεπώς, οι πολιτισμικές συνθήκες στην Τουρκία (θρησκεία, κουλτούρα κτλ) ευνοούν την περαιτέρω ανάπτυξη του ισλαμισμού, με ενδεχόμενο επικράτησης. Εάν οι ΗΠΑ φαίνεται να αδιαφορούν - στην ουσία μάλλον το επιθυμούν- για την άνοδο του ισλαμισμού, η ΕΕ το αντιμετωπίζει προβληματισμένη και διχασμένη, στα πλαίσια γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η αμερικανική επιμονή για εισδοχή της Τουρκίας στην ΕΕ ούτε τυχαία είναι ούτε οφείλεται σε άγνοια των συνθηκών και αντιδράσεων των κρατών της ΕΕ. Αντίθετα οι ΗΠΑ αναδεικνύουν αυτές τις αντιδράσεις για να εκθέσουν την ΕΕ στα μάτια της Τουρκίας, κάτι που φάνηκε αμέσως μετά το Λουξεμβούργο. Μεγάλη η λίστα των κατηγοριών της Τουρκίας εναντίον της ΕΕ.
2. Σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας
Η κεμαλική πολιτική ήταν πάντα δυτικόστροφη, που περιελάμβανε μια σειρά από διαφορετικά θέματα, όπως την συμμετοχή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, την συμμετοχή στο Συμβούλιο της Ευρώπης και της ΕΕ. Η επιμονή με την οποία η Τουρκία επεδίωξε τους στόχους αυτούς, συχνά είχε τον χαρακτήρα της εμμονής, η οποία οφειλόταν περισσότερο στις αξίες και ανασφάλειες της Κεμαλικής ελίτ παρά σε μια αντικειμενικότερη εκτίμηση του εθνικού συμφέροντος. Όλα αυτά τα χρόνια, οι σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ βασίζονταν σε μια παραδοξότητα. Από την μια πλευρά τη Τουρκία να προωθεί με πάθος τον στόχο να γίνει ευρωπαϊκό κράτος και από την άλλη να αντιμετωπίζει την ΕΕ με καχυποψία, φοβούμενη ότι το κράτος θα τεθεί σε κίνδυνο. Έτσι, το περίεργο είναι ότι επιδιώκοντας να γίνει μέλος της ΕΕ, με απώτερη συνέπεια την απώλεια αυτονομίας της άρχουσας τάξης, αποδέχεται τον κίνδυνο να ενισχύσει και ενδυναμώσει (κάτι που έγινε στο διάστημα 1997-2002) τις φυγόκεντρες εκείνες δυνάμεις στο εσωτερικό της (ισλαμισμός), τις οποίες απεγνωσμένα ήθελε να καταπνίξει. Τελικά η ΕΕ το 2002 αναγνώρισε την πρόθεση της Τουρκίας να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις. Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι την μεγάλη αυτή προσπάθεια ανέλαβε η αυτοδύναμη και μετριοπαθής ισλαμική κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν. Ο ίδιος όμως είπε «δεν υπάρχει μετριοπαθές Ισλάμ. Ένα Ισλάμ υπάρχει».
Η Τουρκία σήμερα είναι μια χώρα που βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο οικονομικά, κοινωνικά και κυρίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις κράτους- πολιτείας, με μια αναποτελεσματική και διεφθαρμένη γραφειοκρατία που δεν ευνοεί την πολιτική αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η προοπτική ενσωμάτωσης της Τουρκίας στην ΕΕ διευκολύνει την υποστήριξη της ΕΕ στο δύσκολο έργο των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων και παράλληλα ενθαρρύνει τις ηγετικές ομάδες της Τουρκίας, που πράγματι επιθυμούν την ένωση, να επιταχύνουν τις διαδικασίες αυτές.
Στην μακρόχρονη προσπάθεια της Τουρκίας να γίνει μέλος της ΕΕ ουδέποτε παραδέχθηκε ότι η ίδια έκανε πολύ λίγα για να προσεγγίσει την ΕΕ. Συγκρίνει τον εαυτό της με χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας , ισχυριζόμενη ότι βρίσκεται σε καλύτερη οικονομική και πολιτική κατάσταση. Κατά την άποψή της, πράγματα που δεν έχουν εκπληρωθεί από άλλα κράτη- μέλη της ΕΕ , για αυτήν είναι προαπαιτούμενα. Ισχυρίζεται ότι η ΕΕ χρειάζεται την Τουρκία για τις ισχυρές Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ) της, ενώ διαθέτει νεαρό ανθρώπινο δυναμικό σε ενίσχυση του Ευρωπαϊκού γηράσκοντος πληθυσμού. Έχει την άποψή ότι οι γεωπολιτικές ανάγκες των συμμάχων της και η εξαίρετη στρατηγική της θέση, πρέπει να ανταλλαγούν με την ανοχή των μελλοντικών της συνεταίρων. Πιστεύει ότι ενώ έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της για να γίνει μέλος της ΕΕ, συνεχώς της ζητούν νέα πράγματα. Δεν μπορεί να αντιληφθεί πως η ΕΕ είναι «δέσμια» των εισηγήσεων της «Ελληνοκυπριακής Διοίκησης», ενός μικρού νησιού, ενώ αγνοεί τις απόψεις μιας χώρας του μεγέθους της. Όλα αυτά μεταξύ και άλλων παρομοίων συμπεριφορών, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διακατέχεται από «αυτοκρατορική» νοοτροπία.
Τον Οκτώβριο του 2005 άρχισαν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις, στην βάση ενός πλαισίου που η Τουρκία αποδέχθηκε και υπέγραψε. Οι όροι της ΕΕ προβλέπουν έλεγχο και κριτική στην πρόοδο των μεταρρυθμίσεων, ωθώντας έτσι την Τουρκία να αποδεχθεί τον δυτικό τρόπο διακυβέρνησης. Ωστόσο, η τουρκική δημοκρατία είναι ένα ιδιόρρυθμο πολιτικό σύστημα, κυριολεκτικά μια «οδηγετούμενη δημοκρατία», μια δημοκρατία a la Turka, άγνωστη στους περισσότερους ευρωπαίους.
Εάν οι ΕΔ, για τους Ευρωπαίους, είναι θεσμός ελεγχόμενος από την πολιτεία, για την Τουρκία είναι το ίδιο το Κράτος. Η κοινωνική οργάνωση, η οικονομία, ο πολιτισμός, η θρησκευτική ιδιαιτερότητα με την καταπίεση των μη μουσουλμάνων αλλά και των Αλεβιτών μουσουλμάνων, είναι θέματα που αντιμετωπίζονται τελείως διαφορετικά από την Τουρκία, ενώ για την ΕΕ θεωρούνται αυτονόητα.
Η χώρα πρέπει να τροποποιήσει το Διοικητικό και Δικαιακό της σύστημα και να νομοθετήσει την οργάνωση του κράτους καθορίζοντας σαφώς την θέση και τον ρόλο της κυβέρνησης, των ΤΕΔ κτλ. Με τις μεταρρυθμίσεις, που ήδη έχουν γίνει οι ΤΕΔ μπορεί να μην συμμετέχουν πλέον εμφανώς στην άσκηση της καθημερινής πολιτικής, αλλά αυτό που άλλαξε στην πράξη είναι ο τρόπος παρέμβασης του στρατού στην πολιτική. Ο Υπουργός Άμυνας εξακολουθεί να μην ελέγχει τις ΕΔ. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, πλέον της αλλαγής του Συντάγματος και των νόμων, προϋποθέτει και αλλαγή της ισορροπίας των εξουσιών στην Τουρκία. Οι σημερινές τάσεις δείχνουν ότι υπάρχει μερίδα ανθρώπων που επιθυμούν ειλικρινά την ένταξη με την ΕΕ και αγωνίζονται με κάθε τρόπο να εξουδετερώσουν τις δυνάμεις που είναι κατά του εκδημοκρατισμού και βλέπουν την ΕΕ ως απειλή . Δηλαδή σαφέστατα υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.
3. Η τύχη του Στρατιωτικού κατεστημένου
Πολλοί διερωτώνται αν η Τουρκία θα μπορέσει να εξευρωπαΐσει – εκσυγχρονίσει τις πολιτικές δομές της, δηλαδή – μεταξύ άλλων- να περιορίσει τον ρόλο των ΕΔ κατά τα δυτικά πρότυπα. Στον προβληματισμό αυτόν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ιστορική κληρονομιά είναι ανασταλτικός παράγοντας. Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις, ιδίως από το 1999 και εντεύθεν, κατά τις οποίες εκδηλώθηκαν τάσεις επανόδου του ισλαμοεθνικισμού – που κινείται γύρω από το έθνος, τον τουρκισμό και το οσμανικό μεγαλείο – δεν ευνοούν στην εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Είναι γεγονός ότι η ισλαμική κυβέρνηση του Ερντογάν την περίοδο 2002-2004, στα πλαίσια ικανοποίησης της ΕΕ, με προοπτική ένταξης, προώθησε αρκετές μεταρρυθμίσεις τις οποίες χρηματοδοτούσε το ΔΝΤ. Το τουρκικό κατεστημένο δεν αντέδρασε, διότι το κόμμα είχε μεγάλη πλειοψηφία στην βουλή και το 70% του πληθυσμού υποστήριζε την ευρωπαϊκή προοπτική. Βέβαια, ο ισλαμικός κίνδυνος είναι πάντοτε υπόψη και οι ΤΕΔ δεν ξεχνούν να κάνουν συνεχείς υπομνήσεις ότι αποτελούν τον εγγυητή του λαϊκού κράτους.
Μετά το 2005 ο αριθμός των μεταρρυθμίσεων παρουσίασε μείωση. Το άρθρο 301 του ποινικού κώδικα, που αναφέρεται στην προσβολή της Τουρκικότητας, παραμένει. Οι ΤΕΔ το 2006 αγνοούν τις παραινέσεις της ΕΕ και του εκπροσώπου της στην Τουρκία, για τον ρόλο του στρατού, θέλοντας έτσι να τονίσουν ότι έχουν τον τελευταίο λόγο.
Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει αποφύγει να εμπλακεί σε καυτά θέματα που αφορούν τον ισλαμισμό ή δεν της έχει επιτραπεί να το πράξει. Έτσι δεν μπόρεσε να άρει τον νόμο που απαγορεύει να φέρεται η μαντίλα σε κρατικούς χώρους και πανεπιστήμια. Όταν δε δοκίμασε να αναβαθμίσει τα θρησκευτικά σχολεία ώστε να έχουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το κεμαλικό κατεστημένο αντέδρασε και ανακλήθηκε. Ο φόβος του κατεστημένου ήταν ότι αν αποκτήσουν πανεπιστημιακή μόρφωση θα εισέλθουν και στον κρατικό μηχανισμό.
Η κυβέρνηση Ερντογάν κατηγορείται για νωθρότητα. Οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες φταίνε για όλα. Ο Mehmet Ali Birand ισχυρίζεται ότι λόγω της αδιαφορίας των γραφειοκρατών οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να προλάβουν τους Αρμενικούς ισχυρισμούς περί γενοκτονίας. Οι ΤΕΔ κατηγορούν την κυβέρνηση για το κουρδικό.
Τα κόμματα που αντιπολιτεύονται το κυβερνών κόμμα, οι εθνικιστές και όσοι έχουν συμφέρον να μην εισέλθει η χώρα στην ΕΕ, έχουν εξαπολύσει εκστρατεία και με ψέματα και μισές αλήθειες, μέσω των ΜΜΕ, που κατά το πλείστον ελέγχουν, με κορώνες άκρατου εθνικισμού, χειραγωγούν το λαό κατά περίπτωση σε αντιαμερικανισμό, αντιευρωπαϊσμό κτλ. Συνέπεια της εκστρατείας αυτής ήταν η μείωση του ποσοστού που υποστηρίζει την ένταξη στην ΕΕ από 70% σε 54% τον Δεκ. 2006. Η κοινή γνώμη εύκολα χειραγωγείται, δεδομένου και του Συνδρόμου των Σεβρών. Για κάθε κακό που συμβαίνει στην χώρα, ευθύνεται η ΕΕ. Για τους Τούρκους τα θέματα που σχετίζονται με το κεκτημένο της ΕΕ είναι επουσιώδη. Ουσιώδη είναι τα εθνικά θέματα, όπως η μη αποδοχή της γενοκτονίας των Αρμενίων, το κουρδικό, το κυπριακό, το ποντιακό. Ειδικά για το Κυπριακό ισχύει η φράση του Ετσεβίτ «Το κυπριακό λύθηκε το 1974». Ο Τουρκικός λαός είναι διατεθειμένος να θυσιάσει και την ευρωπαϊκή προοπτική για το εθνικό θέμα της Κύπρου. Ο Ερντογάν δήλωσε ξεκάθαρα «Αυτό να το ξεχάσετε».
Ο Ερντογάν εμφανίζεται ως ένθερμος υποστηρικτής της ένταξης της χώρας στην ΕΕ. Προσπαθεί να ικανοποιήσει την ΕΕ χωρίς όμως να δυσαρεστήσει τους στρατιωτικούς θεματοφύλακες, τηρώντας, έτσι, ένα λεπτό παιχνίδι ισορροπιών. Κατηγορείται όμως από τους οπαδούς των δημοκρατικών ελευθεριών ότι δεν είναι τόσο τολμηρός στις μεταρρυθμίσεις και ότι έχασε τον ζήλο γι’ αυτές. Ίσως διότι το 2007 είναι έτος εκλογών (προέδρου Δημοκρατίας και Βουλευτικές εκλογές τον Νοε 2007).
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την ομιλία του στην πρώτη συνεδρία του κοινοβουλευτικού έτους 2006-2007, αναφέρθηκε στον θεσμικό ρόλο των ΤΕΔ για την διαφύλαξη του κοσμικού κράτους. Παράλληλα το γεγονός ότι ο αρχηγός των ΤΕΔ και οι αρχηγοί των κλάδων επισημαίνουν τον κίνδυνο ισλαμικής οπισθοδρόμησης, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι ΤΕΔ μαζί με τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς αποτελούν και σήμερα μία οιονεί Γερουσία η οποία ελέγχει την Κυβέρνηση.
Έγκυροι πολιτικοί σχολιαστές θέτουν πλέον αμείλικτα ερωτήματα, αποφεύγοντας όμως να δώσουν απαντήσεις.
- Πώς θα δημιουργηθούν δομές κράτους δικαίου και πώς θα εκσυγχρονιστεί μια απαρχαιωμένη αυταρχικά δομημένη δημόσια διοίκηση με θεσμική μνήμη στην Οθωμανική αυτοκρατορία ;
- Πώς θα αντιδράσει το κατεστημένο στις διαδικασίες ελέγχου της Τουρκικής νομοθεσίας;
- Πώς θα τεθούν οι ΤΕΔ υπό τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας.
- Πώς θα αντιδράσει στα πολιτικά δικαιώματα που θα αρέσει να παραχωρήσει και ενδεχομένως και σε άλλες εθνότητες ή θρησκευτικές κοινότητες των οποίων οι διεκδικήσεις βρίσκονται σε ύπνωση;
- Πώς θα αντιδράσει η χώρα αν δημιουργηθεί Κουρδικό κράτος στο Β. Ιράκ;
Την 26 Απριλίου 2007 λήγει η ημερομηνία υποβολής αίτησης υποψηφιότητας για την θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο νυν πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν έχει αποκαλύψει ακόμη (Φεβ. 2007) τις προθέσεις του. Αν θέσει υποψηφιότητα έχει πολλές πιθανότητες να εκλεγεί αφού το κόμμα του διαθέτει την πλειοψηφία στην Βουλή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, είναι ο αρχηγός του κράτους, διασφαλίζει την εφαρμογή του Συντάγματος και την ομαλή λειτουργία των κρατικών οργάνων και εκπροσωπεί την Τουρκική Δημοκρατία και την ενότητα του Τουρκικού έθνους. Ως εγγυητής του Συντάγματος μπορεί ακόμη και να απαγορεύσει στο Συνταγματικό Δικαστήριο να ανατρέπει τις αποφάσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Συντάγματος. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το ότι το κρατικό Εποπτικό Συμβούλιο υπάγεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τα μέλη του ορίζονται από τον Αρχηγό του Κράτους και διεξάγει κάθε είδους έρευνα για ζητήματα νομιμότητας δράσης όλων των δημοσίων υπηρεσιών, δημοσίων επιχειρήσεων, συνδικαλιστικών οργανισμών, επαγγελματικών ενώσεων δημοσίου δικαίου, ιδρυμάτων, με εντολή του ιδίου του Προέδρου, ενώ από την δικαιοδοσία του ελέγχου εξαιρούνται οι ΕΔ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η εκλογή ισλαμιστή Προέδρου θα επιτρέψει στους ισλαμιστές να ελέγξουν τον δημόσιο τομέα και ιδιαίτερα το δικαστικό σώμα το οποίο επί σειρά ετών αναχαίτιζε την άνοδο του ισλαμισμού.
Ήδη ο Ερντογάν πιέζεται από επιχειρηματίες και μέλη του κόμματός του να συμβιβασθεί με τους «πασάδες» και να μη τους προκαλέσει περισσότερο. Ίσως ποτέ άλλοτε στην ιστορία του σύγχρονου τουρκικού κράτους δεν ήταν τόσο ρευστή η πολιτική κατάσταση όπως είναι σήμερα στις αρχές του 2007.
Σε μία χώρα που είναι διχασμένη ανάμεσα σε ένα δυτικό προσανατολισμό και μια μεσανατολική δομή της κοινωνίας. Σε μια χώρας της οποίας η άρχουσα τάξη αδυνατεί να κατανοήσει τις αλλαγές που συντελούνται στην δυτική Ευρώπη και να ανταποκριθεί στις διαμορφούμενες αξίες της. Σε μια χώρα που η κρατική παράδοση είναι ότι ο λαός υπάρχει για να υπηρετεί το κράτος και όχι ότι το κράτος υπάρχει για να υπηρετεί τον λαό. Σε μια χώρα με μια αναποτελεσματική και διεφθαρμένη γραφειοκρατία, με την διαπλοκή των ΕΔ και της οικονομικής ελίτ καλά να κρατεί και με τα κύτταρα της άρχουσας τάξης (στελέχη ΕΔ, γραφειοκράτες, επιχειρηματίες, πολιτικοί) να σκέπτονται και ενεργούν συντεχνιακά και ιδιοτελώς. Σε μια χώρα όπου ΕΔ και Δικαστικό Σώμα, βάσει του Συντάγματος που οι ίδιοι έχουν καταρτίσει, προσπαθούν να αναχαιτίσουν τον ισλαμισμό και δεν προτίθενται να αποποιηθούν τον ρόλο του εγγυητή του συστήματος. Σε μια τέτοια χώρα οποιαδήποτε πρόβλεψη στις εξελίξεις είναι παρακινδυνευμένη.
Στην μακρόχρονη διαμάχη στρατιωτικών και πολιτικών ουδέποτε μέχρι τώρα επεκράτησαν οι πολιτικοί. Σήμερα βέβαια για πρώτη φορά η Τουρκία έχει μια μονοκομματική ισλαμική κυβέρνηση. Όλα εξαρτώνται από την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών εντός του 2007. Αν προταθεί – πολλώ δε μάλλον και αν εκλεγεί- ισλαμιστής πρόεδρος, προφανώς θα συγκρουσθούν. Αν ο Πρόεδρος προέλθει από τον κεμαλικό χώρο, προφανώς θα έχουν συμβιβασθεί σε ένα δρόμο συνύπαρξης στην πολιτική ζωή της χώρας, σε μια περίπλοκη μορφή διαρχίας, όπου θα συνυπάρχουν για πολύ ακόμη οι αστικοδημοκρατικές δυνάμεις του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης δίπλα στις δυνάμεις «εγγύησης», δηλαδή την ιεραρχία των ΕΔ, φύλακα των κεμαλικών αρχών και ιδεών των αστικολαϊκών συμφερόντων. Εκτιμάται ότι ένα είδος συμβιβασμού έχει επέλθει από το 2002 όταν οι στρατιωτικοί επέτρεψαν ή τουλάχιστον ανέχθηκαν την άνοδο στην κυβέρνηση ενός ισλαμικού κόμματος. Σε κάθε περίπτωση οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις θα επηρεάσουν τις σχέσεις των ΤΕΔ με τους υπό διαμόρφωση θεσμούς του τουρκικού κράτους. Αργά ή γρήγορα η χώρα θα οδηγηθεί σε λύσεις μάλλον επώδυνες. Το θέμα είναι πως θα αντιδράσουν οι ΤΕΔ, δεδομένου ότι σταδιακά θα πρέπει να περιορισθούν στα καθαρά στρατιωτικά τους καθήκοντα, κάτι που δεν είναι ορατό στο άμεσο μέλλον. Σημειωτέον ότι η «αχίλλειος πτέρνα» των ΤΕΔ είναι ότι μια, έστω και μικρή, αποτυχία τους εντός ή εκτός συνόρων θα τις απομυθοποιήσει και ο κεμαλισμός θα καταρρεύσει.
Κανείς δεν γνωρίζει τι εμπλοκές θα παρουσιαστούν κατά την διάρκεια του ελέγχου της χώρας (από την ΕΕ) εντός του διαπραγματευτικού πλαισίου όταν θα βρεθεί αντιμέτωπη με επώδυνα διλήμματα, με πρώτο την παρακαταθήκη του Κεμάλ Ατατούρκ ο οποίος ανέθεσε την προστασία του καθεστώτος στις ΕΔ. Πώς θα γίνει η αλλαγή της εξουσίας και η «παράδοση» της στην Κυβέρνηση. Οι αλλαγές οι οποίες πρέπει να γίνουν σε μια κατασκευή πάντα προκαλούν τριγμούς οι οποίοι εμπεριέχουν τον φόβο κατάρρευσης. Κανείς σώφρων δεν επιδιώκει ή επιθυμεί την κατάρρευση του οικοδομήματος που υπάρχει στην περιοχή. Όπως λέγει ο πρόσφατα βραβευθείς με Νόμπελ λογοτεχνίας Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ, στην Τουρκική γλώσσα το ρήμα ευρίσκεται στο τέλος της πρότασης. Μέχρι την τελευταία λέξη της φράσης δεν ξέρεις τι θα γίνει. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα στην Τουρκία. Την τελευταία στιγμή θα καταλάβουμε τι πρόκειται να συμβεί.
Σε διάλεξη που έδωσε ο επίτροπος της ΕΕ για την διεύρυνση Olli Rehn στο πανεπιστήμιο του Ελσίνκι της 27η Νοεμβρίου 2006 είπε χαρακτηριστικά: «Η διαδικασία για προσχώρηση της Τουρκίας είναι μεγάλης διάρκειας, όπου το ταξίδι – προσπάθειες της Τουρκίας για μεταρρυθμίσεις- είναι τόσο σπουδαίο όσο και ο τελικός προορισμός του. Θα έχει δύσκολες στιγμές και απαιτήσεις για δύσκολες αποφάσεις».
Ανατρέχοντας στην ιστορία, διαπιστώνει κανείς ότι η Ελληνική Επανάσταση του 1821, οι επιτυχίες του Μωχάμεντ Άλι (πατέρα του γνωστού Ιμπραήμ που ερήμωση την επαναστατημένη Ελλάδα), και τελικά η απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη το 1919, ήταν γεγονότα τα οποία αφύπνισαν τη συνείδηση των Τούρκων και τους ώθησαν στο να ξεκινήσουν την προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ανανεωμένου κράτους. Όμως, θα ήταν υπερβολικά απλοποιημένο να θεωρηθεί ότι οι εξελίξεις στην Τουρκία προήλθαν μόνο ύστερα από εξωτερικές πιέσεις και Ευρωπαϊκές επιρροές. Μπορεί η Ευρώπη να παρείχε μεν το σύνθημα εκκίνησης και το σημείο τερματισμού στον αγώνα των Τούρκων για εκσυγχρονισμό, οι Τούρκοι όμως δεν είχαν κίνητρο για να προβούν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Σήμερα το κίνητρο υπάρχει και είναι η προοπτική της πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Είναι βέβαιο, πλέον, ότι η Τουρκία θα αλλάξει. Εκτιμάται ότι ένα νέο Τανζιμάτ βρίσκεται σε εξέλιξη. Η ρευστότητα, όμως, της σημερινής κατάστασης και η αβεβαιότητα των εξελίξεων, επιβάλλει την , από μέρους μας, στενή παρακολούθηση των εξελίξεων στην Τουρκία. Οποιαδήποτε ενέργεια η δήλωση αφορά τον Τουρκικό ισλαμο-εθνικισμό, την διαμάχη κεμαλισμού-ισλαμισμού, την θέσπιση η τροποποίηση νόμων και τις εξελίξεις στον πολιτικό τομέα, θα πρέπει να εξετάζεται και να αναλύεται με προσοχή. Η παρούσα μελέτη -κατά την άποψη μας- παρέχει μια καλή βάση, πάνω στην οποία δύναται να κτισθεί ένα σύστημα ενδείξεων και προειδοποιήσεως των εξελίξεων στην Τουρκία, τουλάχιστον σε ότι αφορά τον ρόλο και την τύχη του στρατιωτικού κατεστημένου, κατά την μελλοντική πορεία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» Στον δεύτερο Παράγοντα
1. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ (ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΠΕΓΧΑΓΗΣ)
Κάθε χώρα που υποβάλλει αίτηση προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) οφείλει να σέβεται τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 49 και τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 1993 θεσπίστηκαν κριτήρια από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης, τα οποία ενισχύθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Μαδρίτης το 1995. Για να προσχωρήσει μια χώρα στην ΕΕ, πρέπει να πληροί τρία κριτήρια:
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ: σταθερότητα θεσμών που εγγυώνται τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα δικαιώματα του ανθρώπου και το σεβασμό και την προστασία των μειονοτήτων•
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ: ύπαρξη μιας λειτουργούσας οικονομίας της αγοράς και ικανότητα αντιμετώπισης των ανταγωνιστικών πιέσεων και των δυνάμεων της αγοράς στο πλαίσιο της Ένωσης•
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΕΚΤΗΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ: ικανότητα ανάληψης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους, συμπεριλαμβανομένης της προσήλωσης στους στόχους της πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής ένωσης.
Για να αποφασίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την έναρξη των διαπραγματεύσεων πρέπει η υποψήφια χώρα να πληροί το πολιτικό κριτήριο (σεβασμός της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου).
Κάθε χώρα που επιθυμεί να προσχωρήσει στην Ένωση πρέπει να πληροί τα κριτήρια προσχώρησης. Η προενταξιακή στρατηγική και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις διαμορφώνουν το πλαίσιο και παρέχουν τα αναγκαία μέσα.
2. ΕΝΤΑΞΙΑΚΕΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ
Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο για την αξιολόγηση του επιπέδου προετοιμασίας των υποψήφιων για ένταξη χωρών, οι οποίες κρίνονται με βάση τις επιδόσεις τους όσον αφορά την τήρηση των κριτηρίων της προσχώρησης. Οι διαπραγματεύσεις αποσκοπούν στην υποστήριξη των υποψήφιων χωρών κατά την προετοιμασία τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις του μέλους. Πρέπει επίσης να βοηθούν την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την προετοιμασία της διεύρυνσης σε επίπεδο ικανότητας απορρόφησης.
Οι διαπραγματεύσεις αφορούν την υιοθέτηση και την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου που παρακολουθείται από την Επιτροπή. Το κεκτημένο χωρίζεται σε κεφάλαια. Υπάρχουν ισάριθμα κεφάλαια με τους τομείς στους οποίους πρέπει να σημειωθεί πρόοδος. Η διαπραγμάτευση κάθε κεφαλαίου γίνεται χωριστά. Οι τομείς αυτοί προσδιορίζονται κατά την αναλυτική εξέταση («screening») του κεκτημένου, στην οποία συμβάλλει το πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας και ανταλλαγής πληροφοριών (TAIEX).
Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των διμερών διακυβερνητικών διασκέψεων με τη συμμετοχή των κρατών μελών και κάθε υποψήφιας χώρας. Για καθένα κεφάλαιο κοινοτικής αρμοδιότητας διαμορφώνονται κοινές διαπραγματευτικές θέσεις. Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για το σύνολο των κεφαλαίων, τα αποτελέσματά τους ενσωματώνονται σε ένα σχέδιο συνθήκης προσχώρησης. Το σύστημα των μεταβατικών μέτρων επιτρέπει, κατά περίπτωση, την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ακόμα κι αν δεν έχει υιοθετηθεί το κεκτημένο.
3. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΚΕΚΤΗΜΕΝΟ (Acquis Communautaire)
Το κοινοτικό κεκτημένο συνιστά το κοινό υπόβαθρο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που συνδέει το σύνολο των κρατών μελών ως Ευρωπαϊκή Ένωση. Το εν λόγω κεκτημένο βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη και περιλαμβάνει:
- Tο περιεχόμενο, τις αρχές και τους πολιτικούς στόχους των Συνθηκών•
- Tη νομοθεσία που έχει εκδοθεί κατ' εφαρμογή των Συνθηκών και τη νομολογία του Δικαστηρίου•
- Τις δηλώσεις και τα ψηφίσματα που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της Ένωσης•
- Τις πράξεις που αφορούν την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας•
- Τις πράξεις που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων•
- Τις διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από την Κοινότητα και εκείνες που έχουν συναφθεί από τα κράτη μέλη μεταξύ τους στον τομέα των δραστηριοτήτων της Ένωσης.
Εκτός από το κοινοτικό δίκαιο καθαυτό, το κοινοτικό κεκτημένο αποτελείται λοιπόν από όλες τις πράξεις που έχουν εγκριθεί στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και από τους κοινούς στόχους που καθορίζουν οι Συνθήκες. Η Ένωση έχει θέσει ως στόχο να διατηρήσει ακέραιο το κοινοτικό κεκτημένο και να το αναπτύξει.
Οι υποψήφιες χώρες οφείλουν να αποδεχτούν αυτό το κοινοτικό κεκτημένο προτού προσχωρήσουν στην Ένωση. Οι παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο αποτελούν την εξαίρεση και είναι περιορισμένης έκτασης. Για να μπουν στην Ένωση, οι υποψήφιες χώρες υποχρεούνται να μεταφέρουν το κεκτημένο στις εθνικές νομοθεσίες τους και να το εφαρμόζουν από την ημερομηνία της πραγματικής προσχώρησης τους.
4. ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Πρόκειται για ένα γενικό, αλλά περιεκτικό κείμενο περιορισμένης έκτασης (6 μόνο σελίδες), στο οποίο, κατ’ αρχήν, αναφέρεται ρητά ότι η εκπλήρωση σειράς πολιτικών κριτηρίων αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Σε γενικές γραμμές, ο ρυθμός της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων θα εξαρτηθεί από την πρόοδο που θα σημειώσει η Τουρκία αναφορικά με την εκπλήρωση των πολιτικών κριτηρίων της Κοπεγχάγης, ενώ σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η Τουρκία έχει καταστρατηγήσει βασικές δημοκρατικές αρχές, προβλέπεται η αναστολή των διαπραγματεύσεών της με την ΕΕ.
Αναλυτικότερα, το διαπραγματευτικό πλαίσιο βασίζεται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του περασμένου Δεκεμβρίου (2004) και συγκεκριμένα στην παράγραφο 23 όπου αναφέρεται ότι «κοινός στόχος των διαπραγματεύσεων είναι η προσχώρηση της Τουρκίας στην ΕΕ» και ότι «οι εν λόγω διαπραγματεύσεις είναι μια ανοιχτή διαδικασία, η έκβαση της οποίας δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί εκ των προτέρων». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει για την Ελλάδα και την Κύπρο η παράγραφος 5 του κειμένου για το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο η οποία αναφέρει πως η Τουρκία, στην περίοδο μέχρι την ένταξή της, θα πρέπει «σταδιακά να εναρμονίζει τις πολιτικές της προς τρίτες χώρες και τις θέσεις της μέσα σε διεθνείς οργανισμούς (περιλαμβανομένων και αυτών που σχετίζονται με τη συμμετοχή όλων των κρατών μελών της ΕΕ σε αυτούς τους οργανισμούς) με τις πολιτικές και τις θέσεις της ΕΕ».
Σημειώνεται πως με την παράγραφο αυτή καλείται εμμέσως πλην σαφώς η Τουρκία να πάψει να θέτει εμπόδια στην ένταξη της Κύπρου σε διεθνείς οργανισμούς, όπως για παράδειγμα το ΝΑΤΟ στο οποίο έχει δικαίωμα «βέτο». Σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις η τουρκική πλευρά διεμήνυσε, στο «πάρα πέντε» ότι δεν δέχεται αυτή την αναφορά, προκαλώντας την αντίδραση της Ελλάδας και της Κύπρου.
Στους αυστηρούς όρους που τίθενται στην Τουρκία μέσω του διαπραγματευτικού πλαισίου περιλαμβάνονται ακόμη μια σειρά από άλλα θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 4 του πλαισίου, μαζί με τα πολιτικά κριτήρια της Κοπεγχάγης, αναφέρονται ως «προαπαιτούμενα» η υποχρέωση της Άγκυρας να διατηρεί σχέσεις καλής γειτονίας, να συμβάλει στην επίλυση των συνοριακών διαφορών και να σέβεται τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων.
Ειδικότερα αναφέρεται η δέσμευση της Τουρκίας για επίλυση των εκκρεμών συνοριακών διαφορών σύμφωνα με την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών που προβλέπει ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένης, εφόσον χρειασθεί, και χωρίς να είναι υποχρεωτικό, της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.
Ακόμη το διαπραγματευτικό πλαίσιο αναφέρεται στην υποχρέωση της Τουρκίας να επιτελέσει ουσιαστική πρόοδο στα θέματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Σχολής της Χάλκης, καθώς και των δικαιωμάτων των Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου. Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ως προαπαιτούμενο, και η προσπάθεια της Τουρκίας για την εξεύρεση συνολικής λύσης του Κυπριακού, καθώς και η επέκταση του Πρωτοκόλλου της τελωνειακής ένωσης με τα δέκα νέα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου.
Το Διαπραγματευτικό Πλαίσιο καθορίζει επίσης ως υποχρέωση της Τουρκίας, να εφαρμόσει το κοινοτικό κεκτημένο, αναπόσπαστο τμήμα του οποίου, είναι και η πρόσφατη αντιδήλωση της ΕΕ, που αποτελεί απάντηση στη μονομερή δήλωση της Τουρκίας περί μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με άλλα λόγια η Τουρκία είναι πλέον υποχρεωμένη να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της σε κυπριακά πλοία και αεροσκάφη, διαφορετικά θα επηρεαστεί αρνητικά η συνολική πορεία των διαπραγματεύσεων.
Στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο επισημαίνεται, επίσης, ότι σε περίπτωση αποτυχίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η ιδιότητα του κράτους - μέλους της ΕΕ, «πρέπει να εξασφαλισθεί ότι το οικείο υποψήφιο κράτος (δηλαδή η Τουρκία) θα είναι πλήρως ενταγμένο στις ευρωπαϊκές δομές με τους ισχυρότερους δυνατούς δεσμούς», κάτι το οποίο δημιουργεί την προοπτική μιας «ειδικής σχέσης» της Τουρκίας με την ΕΕ.
Εξάλλου, στο διαπραγματευτικό πλαίσιο αναφέρεται ότι «ενδέχεται να συζητηθεί το ενδεχόμενο μακρών μεταβατικών περιόδων, παρεκκλίσεων, ειδικών ρυθμίσεων ή διαρκών ρητρών διασφάλισης». Αυτό το ενδεχόμενο αφορά τους τομείς όπως η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, οι διαρθρωτικές πολιτικές ή η γεωργία.
Στο Διαπραγματευτικό Πλαίσιο προβλέπεται ακόμη, ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία δεν μπορούν να ολοκληρωθούν πριν το 2014, όταν θα έχουν ολοκληρωθεί, δηλαδή, οι επόμενες "δημοσιονομικές προοπτικές" που καλύπτουν την περίοδο 2007-2013.
Υπενθυμίζεται τέλος ότι οι διαπραγματεύσεις της ΕΕ για την ένταξη της Τουρκίας γίνονται επί 35 κεφαλαίων, όσα είναι δηλαδή τα κεφάλαια του κοινοτικού κεκτημένου (η κοινοτική νομοθεσία που αποτελείται από 80.000 σελίδες). Το ίδιο είχε συμβεί και στην περίπτωση της Κροατίας, ενώ οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις των τελευταίων δέκα νέων χωρών μελών της ΕΕ είχαν γίνει επί 31 κεφαλαίων. Κατά τη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να ελέγχει την πρόοδο της Τουρκίας, δημοσιεύοντας ετησίως μία έκθεση προόδου, στην οποία θα αξιολογείται εάν και κατά πόσο η Τουρκία πλήρη τα πολιτικά και οικονομικά κριτήρια της ΕΕ, σε κάθε κεφάλαιο διαπραγμάτευσης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνική
- Γ.Α Μούρτος «Τουρκία το Ένστολο Κράτος». Εκδόσεις
Επικοινωνίες.
- Γ. Καραμπελιάς «ΤΟΥΡΚΙΑ: Θρησκεία, κοινωνία, πολιτική»
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
- Γ.Α Μούρτος «Η Τουρκία σήμερα» Αθήνα 1994.
- Γ. Καραμπελιάς « Ο Ρόλος των ΕΔ στην πολιτική ζώη της Τουρκίας
και της Ελλάδος» Αθήνα 1998.
- Φίλιπ Ρόμπινς « Στρατός και Διπλωματία» «Η Τουρκική εξωτερική
πολιτική από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου» Εκδόσεις: Σύγχρονοι Ορίζοντες.
- Μ.Α Μπιράντ «Διατάξτε κύριε Διοικητά….» Φλέρος Αθήνα, 1989.
- Π. Χιδίρογλου «Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Τουρκικής.
Διπλωματικής συμπεριφοράς έναντι της Ελλάδος» Εκδόσεις Βάνιας, 1995.
- Εφημερίδα «Εθνική Ηχώ» Νοε 2006.
- Ι. Μάζης «Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και πολιτικό-οικονομικά Ισλάμ
στην Τουρκία», Προσκήνιο: Άγγελος Σιδεράτος.
- Paul Wittek:Η Γένεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκδόσεις
ΠΟΡΕΙΑ.
- Ζίγια Γκιολκάπ: Αρχές Τουρκισμού, εκδόσεις ΚΟΥΡΙΕΡ.
- Χρ. Γιαλουρίδης- Π.Ι. Τσάκωνας: Ελλάδα και Τουρκία, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ.
- Γεράσιμος Καραμπελιάς: Ο ρόλος των ΕΔ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας και Ελλάδας, εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.
- Θάνος Βερέμης Ιστορία των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων 1453-1998, εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ.
- Πηνελόπη Φουντεδάκη Το τουρκικό πολίτευμα. Το χωλό δημοκρατικό πρότυπο και οι θεσπισμένες παρεκκλίσεις του, εκδόσεις Α.Ν. ΣΑΚΟΥΛΑ.
- Χρ. Γιαλουρίδης: Η Τουρκία σε μετάβαση, εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ.
- Γιώργος Δελαστίκ: Η Τουρκία στην Ευρώπη: Ε, λοιπόν Όχι. Ο Σουλτάνος στην αυλή της Ευρώπης; Σιλβί Γκιουλάρ, εκδόσεις Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ.
- Η σύγχρονη Τουρκία, Κοινωνία, Οικονομία και Εξωτερική πολιτική. Συλλογικό έργο, εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ.
- Ανάλυση της Τουρκικής Εξωτερικής Πολιτικής. Μύθος και Πραγματικότητα. Συλλογικό έργο, εκδόσεις INFOΓΝΩΜΩΝ.
- Η Ελλάδα και το Ευρωπαϊκό Μέλλον της Τουρκίας. Συλλογικό έργο, εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ.
- Χρήστος Κόλλιας Ελλάδα- Τουρκία Άμυνα, Οικονομία και Εθνική Στρατηγική εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ.
- Δημήτρης Κιτσίκης Συγκριτική Ιστορίας Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ο αιώνα Βιβλιοπωλείο της «ΕΣΤΙΑΣ».
Ξενόγλωσση
- H. Gibb and Bower, “Islamic Society and the West”( London: Oxford University Press,1950) YoP. A΄.
- H. InalcikL “Centralization and dectutraliration in Ottoman Administration”, Carbondale: Soothe Illinois University Press 1977.
- Y. J Parry “Elite Elements of the Ottoman Empire in the time of Suleiman the magnificent” (Cambridge, Mass: Harvard University, 1913.
- P. Sugar “ Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από την οθωμανική κυριαρχία” Τόμοι Α΄ και Β΄, Σμίλη: Αθήνα 1944.
- J. Salt “Turkey’s Military Democracy” Current History, Vol98,1949.
- R. Cakir ( Ο στίχος και το σύνθημα) Istanbul: Métis,1990.
- D. Lerner and R. Robinson “ The Turkish Army as a Modernazing Force”, World Politics, Vol 13.Thought, (Edinburgh 1968).
- B. Lewis “ Politics and War in Schacht CE Burworth, “The legacy of Islam” 2and Edition.
- H.A.R Gibb, J.H. Kramers, Shorter Encyclopedia of Islam (1961).
- R. Pepp ‘’ Some Observations on the Developments of the Ottoman Learned Hierarchy in Keddie, Scholars, Saints and Sufis’’ (Berkeley: University of Berkeley Press, 1972.
- S. Mardin ‘’Ideology and religion in the Turkish Revolution’’ International Journal of Middle East studies, No 2, 1971.
- S. Mardin ‘’Center-Periphery Relations: A key to Turkish Politics’’ Deadulus, vol 103,1973.
- K. Armstrong ‘’Islam:Μια σύντομη Ιστορία’’ Αθήνα, 2002 Πατάκη.
- Ι. Barnes ‘’ The Dervish Orders in Ottoman Empire’’ in R Lifchez, The Dervish Lodge (Berkeley: University of California Press) 1992.
- H. Gibb, Modern Trends in Islam (Chicago: University of Chicago Press) 1947.
- V. Heyd, Foundation of Turkish Nationalism: The life and teaching of Ziya Gokalp (London:Luzak)1950.
- N. Atsiz, ‘’Τουρκικός Ιδεαλισμός’’ , Ankara 1973.
- D. Rustow ‘’ Politics and Islam in Turkey’’, in R. Frye, Islam and the war(The Hague: Mouton 1957).
- L. V Thomas ‘’ Recent Developments in Turkish Islam’’ The middle east journal, vol 6, 1952.
- S. Aksin, 31 Mart Olayi (Ankara: Sevinc 1970).
- Ν. Ερμπάκαν, Milli Gorus (Η Εθνική Άποψη) Istabul, 1975.
- A. Turkes ‘’Για την ευαισθητοποίηση της καρδιάς’’ Ankara 1979.
- K. Karpat ‘’ The transformation of the ottoman empire 1789-1908’’ International journal middle east studies, vol 3.
- J. Dekay, Sketches of turkey in 1931-1932 by an American (N.Y : Harper 1933).
- A. Kazamias, Education and the Quest for Modernity in the Turkey (London: Allen 1966).
- R. Davidson, ‘’Turkey: A short history’’ (Huntington:Eothen,1988).
- F. Frey ‘’ The Army in Politics’’ Land Reborn, 1967.
- G. harris ‘’ The role of the military in Turkish Politics’’ Middle East Joyrnal, 1965.
- E. Ozbudun ‘’The role of the military in recent Turkish Politics’’ Harvard: CIA 1966.
- E. Jan Zurcker ‘’ Political Oppositions in the Early Turkish Republic’’ (Leiden: Brill 1991).
- K Karpat ‘’ The military and Politics in Turkey,1960-1964 a socio-cultural analysis of revolution’’ American nisturical review, vol 75, 1970.
- J. Giritli ‘’Some specrs f the new Turkish Constitution’’ Middle East Journal, Vol 26, 1962.
- N. Erim ‘’ The Turkish experiment in the light of the recent developments’’ Middle East Journal, vol 26 1972.
- Nye,’’Civil-Military Confrontation in Turkey, The 1973 presidential election’’ International journal of the Middle East Studies, Vol 8, 1977.
- M. Ali Birand, 12 Eylyl(Istabul: Karacan, 1984).
- Hale ‘’Military rule and the political change in the Turkey’’ in A Gokalp, La Turgyie en Transition, Paris, 1986.
- Turkish Probe, 15-9-98 και 18-8-98.
- Wall Street Journal , 16-3-98 και Turkish Daily News, 11-5-98.
- M. Janowitz and Van Doorn ‘’Ideology, Latent and Manifest’’.
- Buran and Diez ‘’The European Union and Turkey’’ Syrvival, spring 1999, εκδόσεις IISS.
- S. Akurab, ‘’Kemalist views on social change’’ in J. Landau, Ataturk and Modernization of Turkey. Boulder, co:west view 1981.
- F. Frey, ‘’Patterns of Elite Politics in Turkey’’ in E. Lenczowski Political Elits in the Midlle East, (Washington, DC: American Research Enterprises, 1975.
- B. Toprak ‘’ Islam and political developments in Turkey’’ 1981.
- Gottard Jaschke, Yeni Turkiye de Islamic(Ankara: Bilgi Yayinevi) 1972.
- Turkey a country study: The American University Washington, Dc 1980.
- ILHAN AKSIT: Mustafa Kemal Ataturk, CagaIoglou/Istanbul, 1998.
BERNARD LEWIS: The emergence of modern Turkey, Oxford University Press 1968.
- FEROZ AHMAD: The Turkish experiment in Democracy 1950-1975, London 1977.
- FEROZ AHMAD: The making of modern Turkey, Routledge New York 1993.
Διαδικτυακοί τόποι
- Βιβλιοθήκη Κογκρέσου ΗΠΑ: http://lcweb2.loc.gov/frd/cs/trtoc.html
- www.mgk.gov.tr
- www.hurriyet.com.tr
- www.turkishdailynews.com.tr (TDN)
- www.zaman.tr
- www.mgk.gov.tr
- www.thenewanatolian.com
- www.cyprus.gov.cy/moi/
- www.ec.europa.eu/enlargement
- www.europa.eu/scadplus/glossary
- www.euroactive.com
- www.ana-mpa.gr
- www.mfa.gr
- www.in.gr
- www.skai.gr
- www.eliamep.gr
- www.portal.kathimerini.gr
- www.ert.gr
- www2.phileleftheros.com
- www.forthnet.gr